άπελπις ονειροπομπός

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Γράμματα που κρύβονται μέσα στη λέξη
ως και λέξεις ολάκερες
μα πάντοτε το όνομα σου,
μια απειλή που άργησε πολύ
να αγαπηθεί και να ριζώσει,
απανωτές έξοδοι
στην ίδια ξανά ιστορία,

ενός άλλου                 .

View original post

Λουκάς Λιάκος, Από τη “Στροφορμή”

Έργο του Jörg Heidenberger

Γεωγραφία απλών ονομάτων

Κάποτε ο τρόμος προκαλεί να ‘σαι σαράντα χρονών κι ο ήλιος να είναι πίσω σου και να περνάει χωρίς ενθουσιασμό από τις κούφιες γειτονιές στο Παρίσι στο Μοντεβιδέο στην Κουάλα Λουμπούρ να σε έχει συνεπάρει ο ρόλος του το να μην έχει προορισμό όπως εσύ γεμάτες σελίδες πτώματα παντογνώστες εσύ έψαξες για τα πρόσωπά τους εσύ ως συγγραφέας για να τους πετάξεις στο λάκκο σ’ αυτό το ευτύχημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην καρδιά του φαραγγιού επτά χρόνια μετά την καταστροφική πυρκαγιά του Ξ από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ εσύ πια το αγκάθι κι αυτό δεν είναι προσποιητό να διαλέγουν την αγωνία και τη γιατρειά ένα βήμα από το Ξ να μην παραμένουν στη θέση τους εσύ να τους λες θέλω να φτάσω ψάχνοντας για τη σκέψη πως δεν έχω τίποτα να κάνω να τους λες δεν μ’ αρέσει αυτή η ώρα αυτή η στιγμή εσείς δεν μ’ αρέσετε εσείς κι η πόλη όπως έχει χτιστεί δεν μ’ αρέσει και ξέρεις πως θα προσβληθούν γιατί αυτή είναι η ντροπή που μάχονται έντονα όταν λένε να ο αιώνιος φίλος μας είναι σπουδαίο να μας περιγράφει σαν τα λεμόνια μες στη ζέστη και εσύ να κλαις κλαίω-κλαίω μπρος στα ανοιχτά σας στόματα και τους χρειάζεται να νιώσουν τους χρειάζεται να σωθούν μα χαμήλωσαν τα μάτια, χαμήλωσαν το κεφάλι και έραψαν φύλλα συκής και εκρύβην.

***

Στο βρώμικο πάτωμα

Τελειώνουμε με μικρούς πόνους, ώστε η ανταλλαγή τους να μας γίνει συνήθεια. Όμως απόψε δεν έρχομαι να δώσω μα να πάρω τα πάντα. Άνοιξε το στόμα των νοικοκυριών. Τα θέλω θα στα πω με την ευκρίνεια πίνακα που βγάζει σ’ αδιέξοδο. Να με ακούς για την αυταπάρνηση και το δηλητήριο να είναι ταυτόχρονο.
Στα ξεκάθαρα θέλω, μου συμβαίνουν σιχαμένα κάποιοι στις ρουφηξιές, να έχουν το χείλος του γκρεμού, το τέρμα του διαδρόμου. Η δική σου περίπτωση είναι ζωντανή, μα εγώ σφυρίζω απ’ έξω. Ας μιλήσουμε σκούρα και πράσινα, με τον εξοπλισμό ενός δαίμονα. Θέλω να ‘χω καταβληθεί. Ξαπλώνοντας σ’ αυτό το δωμάτιο που έχει τόσο ήλιο, που έχει μια φούστα και μια κυψέλη να με μαραίνει. Που έχει κουμπιά στα οποία βουτά αποκλειστικά η αφεντιά μου. Κι ακόμα, ένα κομμάτι σου για όργωμα, ένα τσιγάρο. Αφήνοντάς με έτσι να με αφήσεις, μια μέρα, δυο μέρες, να ασελγήσω πάνω στην αγία σου τράπεζα. Θα γονατίσουν τότε πλάι μας δυο κτήνη. Στη θρησκεία μιας συναλλαγής θα γονατίσουν. Στα κλινοσκεπάσματα. Το πρωί, το άλλο πρωί, δεν θα ζητήσω τίποτε άλλο, παρά τη φιλία σας.

μα η γυμνότητα σου μεταμορφώνεται
αλλάζει σε ένα κενό που μου είναι οικείο
αιώνια κι αιώνια
εκεί που δεν συμβαίνεις

*“Στροφορμή”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2016.

Αγγίζοντας αυτή τη νεότητα – Νίκος Καρούζος, Ποιήματα (1961)

F.'s avatarΜονοπάτια

Despair

Περίμενα όλο το βράδυ με τα μύρα
είχε πεθάνει μια γυναίκα
τα χαράματα
οι άνεργοι με τα φτυάρια περίμεναν
στην πρωινή πλατεία του ταχυδρομείου
λίγο σκοτάδι έμενε ακόμη
και βασίλευεν η θαλπωρή που δίνει
η μια καρδιά δυστυχισμένη με την άλλη—
της χαραυγής μικρά εστιατόρια
φως αχνισμένο πάνω στους υαλοπίνακες.
Η Αττική τη νέαν ημέρα υφαίνε στα μάτια
πονούσαν μέσ’ στους άδειους δρόμους τα βήματα
ο βαθύς αυτός όρθρος.
Άλλοτε η χαρά ήτανε πιο βαθύ ποτάμι
με κρύσταλλα μοναχικά στην επιφάνεια
μ’ ένα θεό κρυμμένο καθαρά
και δέντρα μόλις
καθρεφτισμένα.
Βαθύ ποτάμι της ιαχής τώρα βαδίζω
στην οδό κι οι άνθρωποι δεν έχουν λόγια
να μιλήσουν τι να πουν…
Κοντές ελληνίδες άτονες μητέρες καθαρίστριες
πηγαίνουν στα σιωπηλά οικήματα
με λίγη άμυνα ρουχισμού στο κρύο τόσο λίγη
δεν έχουν στα φτηνά φουστάνια τους άνθη.
Κι άλλες γυναίκες μάταια προσμένουν
έρωτα θάνατο χαρτονόμισμα
είναι αργά η νύχτα στάθηκε σκληρή…
Δίνω το χαρτονόμισμα…

View original post 69 more words

Άτιτλο, Σωτήρης Παστάκας | μτφρ. από αγγλική Mitko Gogov

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (3)

Сотириус Пастакас
(Грција)

Редица за храна
Ја поставив масата за еден.
За мене. Го вклучив тевето.
Седнав. За да се спаси капитализмот
потребно е да се жртвува секој од нас.
Телефонот заѕвони. Ти праша
дали може да дојдеш.
Можеш. Го исклучив тевето.
Станав. Капитализмот
крвари и умира. Реков.
Го сменив чаршавот.
Ја поставив масата за двајца.

***

Έστρωσα το τραπέζι για έναν.
Για μένα. Άναψα την τιβί.
Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός
απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες
αν μπορούσες να περάσεις.
Μπορούσες. Έσβησα την τιβί.
Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός
αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα.
Άλλαξα τραπεζομάντιλο.
Έστρωσα το τραπέζι για δύο.

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Για κάθε ποίημα που γράφεται
ένα άλλο ποίημα παραμένει άγραφο.
Με λίγη προσπάθεια
αυτό θεωρείται ποίημα.
Είναι, καλώς η κακώς, ένα ποίημα
που αποτρέπει την σύλληψη
ενός άλλου ποιήματος.

View original post

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρόσφυγες στην άμμο

Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει

*Από τη συλλογή ‘Ο θάνατος του Μύρωνα’, 1960.

Ντίνος Σιώτης, 
Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε

λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα

δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη

γλώσσα των καταφρονεμένων που να

μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη

χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια

άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν

άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς

ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες

να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού

που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω

στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο

κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να

μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα

λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση

*Από εδώ: http://athinakisdimitris.wordpress.com/

Αντονέν Αρτώ (Tρεις επιστολές και άλλα τραγικά) | Νίκος Λέκκας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

nlek

Στην κ. Λία
Αγάπη αγνή

Αφορμή του κειμένου στάθηκε το βιβλίο του Αντωνέν Αρτώ, Η χώρα των Μάγων από τις εκδόσεις «Αιγόκερως».

«Όποιος τολμά να μιλά για τον Αρτώ χωρίς να παίρνει τα όπλα ενάντια στην γαμημένη φάρα των σταυρωτών του, είναι ή μπάτσος ή παππάς». Από αδέσποτη λεζάντα φωτογραφίας.

Αυτό το κομμάτι του φθαρτού ήταν κάποτε ο Αντωνέν Αρτώ. Ένας άνθρωπος που είχε σκοπό ζωής την αποκαθήλωση κάθε (γαμημένου) ιδανικού. Ερωτεύτηκε σαν άντρας και υπήρξε πότης, σαν άντρας. Κομπάρσα ηθοποιό ελληνικής καταγωγής για έρωτα μοιραίο, έγραψε μοιραία, τόσο όσο να αλλάξει την ρώτα του ευρωπαϊκού (και όχι μόνο) θεάτρου, μαστουρώθηκε μονήρης και με μάγους, άκουσε «το γιατί της δόνησής του». Έκανε ακριβώς αυτό: έγραψε και έσκισε γραπτά, είπε «στ’ αρχίδια μου» όταν του είπαν ότι έπασχε από καρκινικό όγκο και πέθανε στην σημαδιακή ηλικία των 53 ετών στα πόδια ενός κρεβατιού κάποιου ψυχικού σανατορίου της Γαλλίας. Όσο ακριβώς και…

View original post 688 more words

Νίκος Βουτυρόπουλος, Από την “Ίδια όψη των πραγμάτων”

Έργο: Jörg Heidenberger

Όταν στις φυλακές των λέξεων βρούμε το ξοδεμένο
μας πρόσωπο. Όταν μουσκέψουν οι μουσικές
κι απλώσουμε τα χέρια στην προοπτική του ήλιου.
Όταν όλα τα μονοπάτια μας οδηγήσουν
εκεί που θα ’ναι άχρηστες οι εξηγήσεις.
Τότε θα συμβεί το άπαν και μεμιάς θα σβήσει.
Με την ανάσα δίφθογγη θα χαϊδέψουμε
το παρόν της θάλασσας και μοίρα θα γίνει η ύλη μας
χωρίς προσχήματα δικαιολογίες
μορφασμούς και ημίφωτα δάκρυα.

Μια περιπέτεια ξεκινά τώρα που τελειώνουν
οι χθεσινές μυρωδιές και τ’ αποδημητικά μας χέρια
ανακατέψουνε μνήμες. Στο νέο φτάνουμε σενάριο
της μέρας βουβοί μέχρι τα ψιλιά μας νηστικοί
ως τα σύννεφα. Σ’ αρχαία ψάχνουμε αμπέλια
σε κείνα τα κοχΰλια των παιδιών
σχήματα και συνθήματα.
Όσο ένα χαμόγελο διαρκεί η άνοιξη που χάνεται
στην ερημιά του κόσμου και τ’ αστέρια θαμμένα
στης αγωνίας την κάθοδο.
Μαγεμένοι λες από χάδια νεκρών τριγυρνάμε
στη βροχή που μας είναι αδιάφορη.
Γοητευτήκαμε φόβους. Μηρυκάζει η γλώσσα μας.
Καλοκαιριάσαμε πάλι μιλώντας
για τα ένδοξα άλφα όλα κείνα της απουσίας.
Κοιμόμαστε δίπλα στα σπλάχνα μας
προφέροντας λέξεις πελασγικές.

Παράλογες που ‘ναι αυτό το σκοτάδι
και τα μάτια αινίγματα στην απέραντη
καμπύλη του χρόνου. Μια μικρή Αμφιτρίτη
ζαλισμένη απ’ του φεγγαριού την απόστροφο
σε ποσειδώνιο βράδυ ετοιμάζει τον έξοδο ύπνο.
Η αυγή θανατώνεται στης διάρκειας το πάθος
και να ’μαι τώρα δω της μνήμης διώκτης καταστρώνω
αλχημείες για τους πόνους του μέλλοντος.

Τα μεσημέρια ο ήλιος τσιμπά σαν τη μέλισσα
και περιστέρια οργώνουν πεζόδρομους.
Γλυκά αινίγματα που ’ναι τα μάτια.
Ανέξοδα που ’ναι τα λόγια.

Προικισμένοι με της συνείδησης τις μάσκες
και φώτα πυκνά παραμένουν τα πράγματα ίδια
στου πεπρωμένου τη στάχτη.
Τδια παραμένει η όψη των πραγμάτων.
Ας αγαπήσουμε αυτή την περιπλάνηση.

*“Η ίδια όψη των πραγμάτων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Λεωνίδας Γαλάζης, Δύο ποιήματα

ΚΥΜΒΑΛΑ ΧΡΥΣΑ

Με σταγόνες ύμνων την υγειά μας, είπαν, θα βρίσκαμε.
Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους.
Τι δόξα κι αυτή!
Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες.

Δείχναμε τις πληγές μας στους ρήτορες
που βυθισμένοι σε θρόνους
τα λόγια των σειρήνων καμάρωναν.

Κι ούτε κουβέντα για τα σαπιοκάραβα των ναυαγών.

«Αφήστε πια τους πληρωμένους υμνωδούς και τα μπαλόνια,
κοιτάξτε τους ναυαγούς,
δείτε τους σπασμένους αρμούς του φρονήματός τους,
τα κουφάρια των παιδιών τους».

Μα κείνοι κύμβαλα τρελά,
ενώ σειρήνες ύμνους έμμισθες ανέπεμπαν…
Μέχρι την άβυσσο του νου κύμβαλα,
κύμβαλα χρυσά
κύμβαλα, κύμβαλα, κύμβαλα!

***

ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΕΡΕΙΠΙΩΝ

Χιλιάδες πέτρες σφηνωμένες
ανάμεσα στους ογκόλιθους
σχεδόν αδιόρατες
ως τη στιγμή που διολίσθησαν
απελπισμένες στο κενό.

Και πίσω τους οι πέτρες του σκανδάλου.

Κι όλοι ξαγρυπνούσαμε
και σπάζαμε τα κεφάλια μας
με τι δυνάμεις θα χτίσουμε πάλι το τείχος
με τι ψυχή θα σηκώσουμε στους ώμους τέτοιο βάρος

ξορκίζοντας το κακό που μας βρήκε
μ’ ονόματα σπανίων πετρωμάτων.

*Από τη συλλογη “Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.