Ηλίας, Tης Oυτοπίας το σκίρτημα
Σε όλες τις εποχές ήταν εκεί
μαζί με τους υπόλοιπους
ήταν εκεί ακόμα και μονάχος.
Συντρόφεψε τους Εσσαίους, μα και τους πρώτους χριστιανούς
σήκωσε το βλέμμα του προς τον Αριστόνικο και τον Σπάρτακο
Μακεδόνες και Ρωμαίους αψήφησε
τον Μεσαίωνα διαπέρασε με πύρινο βήμα
δρόσισε τις πυρωμένες μάγισσες
φτωχούς χωρικούς εξέγειρε με τον Χριστό στα όπλα τους.
Και πάλι αλλού βρέθηκε
λαχανιασμένος να προλάβει τους αιώνες
που στην εναλλαγή τους συνέτριβαν τα χτυπημένα πόδια του
μα τα χέρια του ολοένα δυνάμωναν
στα μιρ και των παλιών τα σοβιέτ
στην Άνδρο και τη Θεσσαλονίκη
στα παρισινά οδοφράγματα και το Μεξικό
όταν χτυπούσε η καρδιά της Ιταλίας
εκεί που η Γερμανία έπνεε πια τα λοίσθια
στην Ισπανία υψώνοντας σημαίες μαυροκόκκινες
έτρεχε ακόμα πιο γρήγορα να προλάβει, να δει, να νιώσει
πολεμώντας τον εαυτό του πάνω από όλα.
Παντού…
Ο τόπος του, ου-τόπος
δύσκολος και τραχύς
και σήμερα, εδώ είναι ακόμα
εκεί που τα πόδια πετούν και το βλέμμα ανοίγεται
όταν οι ορίζοντες ξεθαρρεύουν
και ξάφνου τα μερόνυχτα τιθασεύονται στο ανθρώπινο καρδιοχτύπι.
Ο ύπνος του λιγοστός
το ίδιο και το φαγητό του
μα τα ποδοβολητά των συντρόφων του
στους αιώνες θα αντηχούνε
τις αλυσίδες που σπάνε
το νερό που παγώνει.
Όλη εκείνη η τεθλασμένη γραμμή
υπέροχα καμωμένη από ανθρώπινα χέρια
στις ιστορίας τις παρυφές
της ουτοπίας το σκίρτημα είναι.
*Αναδημοσίευση απο εδώ: http://skotadikaifws.blogspot.com.au/2017/10/t-o-t_3.html
Κώστας Μπραβάκης, Ποιήματα
Αδικαιολογήτως παρών
Σ’ ακούω και γράφω
με το ’να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή
θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;
και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς
σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος
σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι
σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με το σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά
σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δυο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής
γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά
***
Το όνειρο
Ακόμα αλυχτούν τα σκυλιά
ο δασονόμος ήρθε στην ώρα του
μέτρησε ένα-ένα τα κομμένα ποδάρια
και σημείωσε στο μπλοκάκι
εννέα στρατιώτες, δώδεκα αξιωματικοί
και τρία άγνωστα ποδάρια χαμηλών ανθρώπων
η ορχήστρα των Ανέμων έπαιζε την Ηρωική
Ακούστηκαν φτερουγίσματα
θ’ απογειώθηκαν τα περιστέρια να μοιράσουν
τηλεγραφήματα θανάτου
έξω ο παπάς άρχισε ν’ απαγγέλλει Ρεμπώ
ύστερα βρήκα τη μάνα μου στο κατώι
να μαδάει έναν κόκορα
όπως με κοιτούσε θυμήθηκα ότι βρέχει
***
Η καρδιά του ποιητή
Έχω ένα φίλο απ’ τον καιρό των ελαφιών
Γεμάτο το πηγάδι του μ’ ανέμους
Γεμάτη η ψυχή του μ’ αφρισμένα κύματα
Κι η κατηφόρα του απότομη
Κι η ανηφόρα του ολόδρωτη
Μα η καρδιά του λίμνη
Γεμάτη φεγγάρια
Έχω ένα φίλο ακριβό σαν φύλλο
Που αιωρείται
Ψάχνοντας επί ματαίω
Τοποθεσία προσεδάφισης
Έτσι θαρρώ κι οι ποιητές
Χαμηλώνουν για μια γουλιά νερό
Κι ύστερα αποφεύγουν
Έχω ένα φίλο
Σαν καλαμιά που καίει
Και σαν κερί
*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Μάης 2009.
Lawrence Ferlinghetti, Λαϊκό μανιφέστο (Για τους ποιητές με αγάπη)
Ποιητές, βγείτε απ’ τα ντουλάπια σας,
ανοίξτε τα παράθυρα, τις θύρες σας ανοίξτε,
πολύ καιρό απομείνατε χωμένοι
στους κόσμους των ντουλαπιών σας.
Κατεβείτε, κατεβείτε
από τους Ρωσικούς λόφους σας
και τους τηλεγραφικούς σας λόφους,
τους υψιπετείς και εκκλησιαστικούς λόφους,
τα βουνίσια αναλόγια και τα Μοντπαρνάς.
Κατεβείτε απ’ τις πλαγιές και τα βουνά σας.
Βγείτε απ’ τις γιούτες και τους θόλους σας.
Τα δέντρα πέφτουν ακόμη
κι εμείς δε θα μαστέ στα δάση πια.
Δεν είναι ώρα να μένουμε εντός τους
σαν κι εκείνον που βάζει φωτιά στο σπίτι του
για να ψήσει το γουρούνι του.
Τέρμα οι ψαλμοί Χάρε Κρίσνα
την ώρα που η Ρώμη καίγεται.
Το Σαν Φρανσίσκο,
η Μόσχα του Μαγιακόβσκι καίνε
τους λιθάνθρακες της ζωής.
Νύχτα και τ’ Άλογο έρχεται
βόσκοντας φως, ζέστη και δύναμη,
τα σύννεφα έχουν παντελόνια.
Δεν είναι ώρα να κρύβεται ο καλλιτέχνης
πάνω, πέρα, πίσω απ’ τις σκηνές,
αδιάφορος, μασουλώντας τα νύχια του,
καθοριζόμενος από το υπαρκτό.
Δεν είναι ώρα για τα μικρά φιλολογικά παιχνίδια μας,
ούτε για παράνοιες και υποχονδρίες,
για φόβους κι απαλλαγές.
Ώρα για αγάπη και φως είναι τώρα.
Έχουμε δει τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς μας
τσακισμένα από τη βαρεμάρα σε ποιητικές εκδηλώσεις.
Η ποίηση δεν είναι μια κρυφή κοινωνία ούτε εκκλησία.
Λέξεις κρυφές και ψαλμοί ας μένουν πια.
Ήρθε ο καιρός του Προφητεύειν
ο καιρός του θρηνείν
του θρηνείν και χαίρεσθαι
το ερχόμενο τέλος
του μηχανικού πολιτισμού:
άχρηστος για ανθρώπους και γη.
Ώρα να κοιτάξετε προς τα έξω,
προς τη μεστή θέση του Λωτού,
με μάτια ορθάνοιχτα.
Ώρα να ανοίξετε τα στόματά σας
σ’ ένα νέο λόγο, ανοιχτό.
Ώρα να ενωθείτε μ’ όλες τις αισθηματικές υπάρξεις
εσείς, ποιητές των Πόλεων,
κρεμασμένοι σε μουσεία, κι εγώ μαζί,
εσείς ποιητές των ποιητών, που γράφετε
πτοίηση για την ποίηση,
εσείς ποιητές του ποιητικού εργαστηρίου
στην αχαμνή καρδιά της Αμερικής,
κλεισοσπίτηδες Έζρα Πάουντ,
μη μου άπτου ποιητές,
καλοδεμένοι, συνεκτικοί ποιητές,
γλωσσοπλάστες,
τουαλετάκηδες που μουγκρίζετε με Γκράφιτι
και κουνιέστε στα τρένα όχι όμως σε σημύδες,
δάσκαλοι του πριονιστηρίου Χαϊκού
στις Σιβηρίες της Αμερικής
αόματοι αντιρεαλιστές
μυστήριοι υπερσουρρεαλιστές
οραματιστές της κρεβατοκάμαρας
ταραχοποιοί του ντουλαπιού
Γκρουτσομαρξιστές ποιητές
και σύντροφοι της αργόσχολης τάξης
που αράζετε όλη μέρα
και μιλάτε για το προλεταριάτο,
καθολικοί αναρχικοί της ποίησης
μαύροι βουνίσιοι της ποίησης,
Βοστωνέζοι Βραχμάνοι και βουκολιστές της Μπολίνα,
όλοι εσείς μαμάκες της ποίησης,
όλοι εσείς αδελφοί Ζενιστές της ποίησης,
ποιητικοί αναθεωρητές
που πίνετε το αίμα του ποιητή,
μπάτσοι της ποίησης —
πού είναι το άγριο παιδί του Ουίτμαν;
Πού είναι οι τεράστιες φωνές να κραυγάσουν
με μιαν αίσθηση γλυκύτητας και μεγαλείου,
πού είναι το μεγάλο όραμα,
η μεγάλη κοσμοαντίληψη,
το υψηλό προφητικό τραγούδι
της αχανούς γης
κι ό,τι μέσα του τραγουδά κι η αναφορά μας σ’ αυτό;
Ποιητές, κατεβείτε
για άλλη μια φορά στο δρόμο του κόσμου
κι ανοίξτε μάτια και μυαλά
με την παλιά οραματική έκλαμψη,
καθαρίστε το λαρύγγι σας και βγάλτε —
η ποιηση είναι νεκρή — μια αχανή, ζωντανή ποίηση
με φοβερά μάτια και βουβαλίσια δύναμη.
Μην περιμένετε την επανάσταση
ή μήπως θα γίνει δίχως εσάς.
Πάψτε να μουρμουρίζετε και μιλήστε
με μια ορθάνοιχτη ποίηση,
μ’ ένα “δημόσιο πρόσωπο”,
σε άλλα υποκειμενικά επίπεδα
ή άλλα ανατρεπτικά επίπεδα
κι έναν χρονομέτρη στο εσωτερικό αυτί
να χτυπά κάτω από το πρόσωπο.
Γι’ αυτόν το γλυκό σας εαυτό μονάχα τραγουδήστε,
αρθρώστε ακόμη το Λαϊκό Κόσμο —
Ποίηση: ο κοινός φορέας
για την προώθηση του λαού
σε τόπους υψηλότερους
απ’ αυτούς που κατορθώνει οποιοδήποτε άλλο μέσο.
Η ποίηση ακόμη πέφτει από τις σκιές
στους ακόμη ανοιχτούς μας δρόμους.
Τα φράγματα δεν υψώθηκαν ακόμη.
Οι δρόμοι ζωντανεύουν ακόμη με πρόσωπα,
ερωτικοί άντρες και γυναίκες περπατούν ακόμη εδώ,
παντού απλώς ερωτικά πλάσματα
και στα μάτια τους το μυστικό τους
θαμμένο ακόμη.
Το άγριο παιδί του Ουίτμαν κοιμάται ακόμη εδώ.
Ξυπνήστε και βγείτε στον ελεύθερο αέρα.
(1975)
*Από το βιβλίο “Λαϊκά Μανιφέστα”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, Εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος”, Σεπτέμβρης 1988.
Announcing Ergon: Greek/American Arts and Letters — Letter from the Editors
We are so delighted to publish our inaugural edition of Ergon: Greek/American Arts and Letters, a peer-reviewed journal that promotes the arts, letters, and scholarship of Greek America. The title Ergon, a word referring to a work of art or a film, not to mention its broader connotations regarding jobs and labor (ergasia) resonates with different aspects of the publication’s scope, from the artistic and creative, to essays, to scholarly work, as well as works where the boundaries between blur. This online magazine will feature the work (έργον) of poets, photographers, public intellectuals, musicians, critics, scholars, journalists, essayists, filmmakers, novelists, activists, translators, and women and men of letters. It fosters conversation among those deeply engaged in the production of new ideas, images, and meanings in the broader field that we designate Greek/American.
In choosing the marker Greek/American we are conscious that the solidus, or slash, is not neutral; it suggests alternatives, fractions, hyphenations, or separate elements, and it carries a host of meanings. Greek/American marks simultaneously the exclusions that “Greek” and “American” connote as distinct markers of identity and the inclusions that have been historically set in motion across these two domains. The label Greek/American, with its oblique stroke of punctuation, thus constitutes a sliding over between two terms that appear dissimilar; it acknowledges separations and merging, distinctions and convergences, differences and commonalities, crossings and divides, junctures and disjunctures—all in their historical specificity—between “Greek” and “American.” And this sliding over is significant both in the realm of the imagination and the real domain of politics, economics, and culture.
Ergon includes material on people who self-ascribe as Greek American, this is true. But Greek/American is not an ethnic label. It does not refer to populations that designate themselves as Greek Americans or American Greeks. The journal is not a publication that is defined by or confined to such ethnic tagging. Its scope both includes and extends beyond ethnicity.
Greek/American refers to expressions, exchanges, connections, flows, and cross-fertilizations within the transnational field of “Greece–United States.” The scope of Ergon, therefore, encompasses questions of identity, belonging, memory, subjectivity, cosmopolitanism, travel, translation, the transnational, and diaspora, as well as, more broadly, politics and culture, as they play out in relation to Greek and American worlds. What matters, therefore, is the Greek/American angle through which an author engages with an issue, not the author’s descent.
The journal will feature position papers on the status of transnational Greek/American studies, new research on migration and history, ethnography, religion, music, and analyses of literary works, art works, and films. It will include essays, memoirs, and translations, and it will also showcase new creative work in fiction, poetry, and photography. It will host reviews and review essays of new books, or important books that have been previously neglected, in the field of Greek/American studies, as well as reviews of films, documentaries, and museum exhibits that feature the Greek/American experience. Ergon will also feature interviews with writers, artists, and scholars, and it will publish special guest-edited issues. Submissions and guest editors will be solicited by invitation only.
We’ve initiated this project with the firm belief that it is timely to disseminate new knowledge about Greek/American worlds as widely as possible. We are envisioning Ergon to be an open public forum, free of charge, featuring exceptional quality work written in a language that aims to reach a public beyond strictly academic and artistic circles. Our aim is to produce public scholarship and arts where scholars and readers interface fruitfully.
In addition, Ergon will explore issues that do not always receive the public attention they deserve, showcasing the multiplicity of Greek/American worlds. Previously silenced or sidelined issues will command prime space here. Ergon offers a creative and politically self-reflective forum to reclaim how Greek/American expressions are felt and practiced in a world of increasing complexity.
Though Greek/American is our principal focus, we are also open to exploring aspects of transnationalism and diaspora in a global perspective, as well as issues related to hemisphere (North and South America) and intercontinental (Greece—Europe—United States—Australia for instance) studies.
The editorial team of Ergon consists of scholars, poets, and writers with extensive experience in Greek/American scholarship and arts and letters. It will be coedited by Yiorgos Anagnostou (The Ohio State University, http://www.mgsa.org/faculty/anagnost.html) and Martha E. Klironomos (San Francisco University, http://www.mgsa.org/faculty/klironom.html). The poetry editor Christopher Bakken (Allegheny College, http://sites.allegheny.edu/engl…/faculty/christopher-bakken/). The book review editors are Frank Hess (Indiana University, Bloomington, https://euro.indiana.edu/abo…/advisory-board/hess-frank.html), and Neovi Karakatsanis (Indiana University South Bend, https://www.iusb.edu/political-science/faculty/Neovi.php).
Postings will commence in late October, 2017.
They include the following:
Anthropologist David Sutton reviews the National Hellenic Museum exhibit, Sweet Home Chicago: The History of America’s Candy Capital. Exhibit
Eric L. Ball Ball shares his essay, From Mantinades to Night-Rhymes: Composing an Imaginary Musical Tradition
Peter Bratsis reviews the documentary Dan Georgakas: A Diaspora Rebel
Peter Jeffreys shares his poem, Arrangement in Black and Gray (After Whistler)
Sydney Varajon interviews public folklorist Tina Bucuvalas
And much, much more…
Yiorgos Anagnostou
Martha Klironomos
Cofounders
Μαρία Γερογιάννη, Δύο ποιήματα
GRIECHENLAND
Μονοπάτια στην πανσέληνο,
το σώμα σου
Μαζεύουν οι παλάμες σου,
τον ουρανό
Οι θάμνοι σου,
καρποί μέσ τα μαλλιά σου
Τα πάθη σου,
στο έλεος των θαλασσών.
Φυτρώνεις λιμνοθάλασσες
Τους ίσκιους των βουνών ορίζεις
Ξεμοναχιάζεις πράσινες νιφάδες,
μυστήρια πουλιών
Πίνεις στα μισοφέγγαρα
Φιλήδονη Ανατολή
Σαγήνη αρωμάτων
Άφθαρτα όνειρα νερού,
σχίζονται πέτρες να τα δεις
Αγαλμάτινη,
Στον απόηχο οροειράς βλεμματων
Κορυφογραμμή,
Βαθειά σκαμένα μονοπάτια
Σπλάχνα ψυχής
Λυγμοί καμπάνας
Στάχτες σιωπών στους ανέμους των χαλασμών
Αγαλμάτινη,
Στον απόηχο των κρότων της φωτιάς
Λάγνος αφρός στα πέλματα των προσδοκιών
Απόσταγμα ορφάνιας των πουλιών
Ρυάκι από χείμαρρο που σβήνει
***
Η ΑΚΛΑΔΕΥΤΗ ΜΥΡΤΙΑ
Μονάχη απ’ το δρομάκι ξεπρόβαλε
Από τις στέγες κυλούν κόκκινα μήλα
στην καρδιά της νύχτας
Αναγνωρίζεται η ακλάδευτη μυρτιά
Η σιωπή ακούμπησε στο σώμα-
Μόνο η ανάσα του φεγγαριού
Μόνο το φέγγος της ευωδίας
Μόνο τ’ ανθίσματα των ήχων
Μόνο το κέντημα της Ίριδας
Μόνο ένα χάδι στη θλίψη
Μόνο της γης η παρηγοριά
*Από τη συλλογή “Φωνή φωνηέντων”, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2017.
Άρης Τσιούμας, Άγνωστο Πώς
η ανθρωπότητα ακολουθεί την κομμένη ρίζα της
ανακαλύπτει ξανά το Μηδέν
αποστοιχίζει το άπειρο
κουρνιάζει εξαντλημένη στα ζαρωμένα μέτωπα
λησμονημένων μαχών
παστρικά ξεσκονίζει τις σκουριασμένες επωμίδες
κάποιου αναίτιου θανάτου της
απορώντας σηκώνει ευθυτενώς το χέρι της
χαιρετά ερωτηματικά ένα γκρίζο πηλήκιο
αναμασά έπειτα την εντολή […]
σαν παιδάκι κοροϊδεύει τον εαυτό της στον
καθρέφτη
μεταμορφώνεται
αδέξια μπαλαρίνα σκέφτεται:
«αυτήν τη φορά θα τα καταφέρω»
-μετά-
αποσύρεται στην εξέδρα του αμφιθεάτρου
χειροκροτεί στην πρεμιέρα την ίδια τραγωδία
άλλοτε καθαρίστρια που αφήνει τη δουλειά της στη μέση
χάνει το χρόνο της γυαλίζοντας
τις μπρούτζινες επιφάνειες των κανονιών
προγραμματίζει εύτακτα
με λογιστική ευδαιμονία
νέους εκπατρισμούς
αύριο,
κάποτε,
θα ξεκουραστεί για ν’ ανασάνουν
όσοι την αγάπησαν.
Οι αφοσιωμένοι είναι νεκροί
κι αυτός που ονόμασε «19ο»
ήταν ο τελευταίος της αιώνας
η δίχως συνέχεια έκφραση μιας ανθρωπινότητας
που έχει μετρηθεί
σε ψεύτρα ζυγαριά
με σκάρτο ζύγι
-πάντα λειψή-
κι ό,τι λείπει, λείπει
ο εαυτός, ατίθασος, αλαζονικός και φίλαυτος
τζογάρει ποντάροντας όλο το είναι του… στον
εαυτό του
προβλέποντας την επερχόμενη συντριβή του
την αναπόδραστη εκμηδένισή του
αναλογίζεται την υπόσχεση για ένα ασφαλές
καταφύγιο
όταν ο πόλεμος θα έχει οριστικά χαθεί.
Το επόμενο πρωί της ολικής καταστροφής της,
η συντριβή θα υμνήσει την ειρήνη.
*Από το βιβλίο “σπαράγματα φόνων”, Εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2017.
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Οι ένοικοι
Στον Δημήτρη Τ.
Οι ένοικοι της πολυκατοικίας
κλειδώνουν νωρίς το βράδυ
πίνουν καφέ ή τσάι νωρίς το πρωί
αποπληρώνουν διακανονισμούς
συμπληρώνουν λαχεία ή στοιχήματα
συγκεντρώνουν κουπόνια σούπερ-μάρκετ
χαμηλώνουν ομόφωνα την κεντρική θέρμανση
μένουν μακριά από μπλεξίματα και φασαρίες
κάθε Τρίτη ψωνίζουν στη λαϊκή
κάθε Κυριακή εκκλησιάζονται ―
πηγαίνουν βόλτα ή γήπεδο
και κάθε δεύτερο χρόνο
εκλέγουν το διαχειριστή τους.
τοπικότητα
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Κάποτε θα σβήσουν κι οι αστερισμοί
κι αυτός ακόμη ο Σταύρος του Νότου που τόσο τραγουδήθηκε,
όσο ήμασταν παιδιά
σε ασφυκτικά δωμάτια
ή στις συναυλίες
και ο Α του Κενταύρου κι ο νοσταλγικός Μ 81
θα σβήσουν
κι εμείς ακόμη πιο νεαροί
από σφαιρικά σμήνη ή από μεσοαστρική σκόνη
θα σβήσουμε επίσης
αφού πρώτα γίνουμε άστρα
στο πλάι των αγαπημένων μας/
μα κάποιος θα μένει πάντα πίσω και θα παρατηρεί
έναν έναν τους υπερκαινοφανείς
πως θα αναβοσβήνουν στο στερέωμα/
έτσι λειτουργεί το μακρύ χέρι
της αιτιότητας:
αδύνατον να παίζει ένας τέτοιος θίασος,
δίχως θεατές/
ΚΛ – 02/10/2017
Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου
H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.
Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.
Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!
Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.
Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.
Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.
O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.
Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:
[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;
Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;
Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει […]
Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.
Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]
Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.
*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html











