Λεωνίδας Πανόπουλος/ Σωτήρης Λυκουργιώτης, Από τα “Αστικά Λήμματα”

άχνιζε το τραπέζι αλκοόλ
στα μάτια σου καπνοτόπια,
και τις βαθυστόχαστες ερμηνείες
και τα λόγια
το γέλιο σου
θρύψαλα τα σκορπούσε

σκόνη ύστερα η θεωρία
πασπάλιζε ό,τι ανθρώπινο είχε μείνει:
“χαρούμενη επιστήμη” του Νίτσε
και Μάλλερ και το σπίτι του Χέγκελ.

μα σα χαζός κι ηλίθιος εγώ
πήγα κι έπεσα
μέσα
σε μία μικρή, αόρατη τρύπα
που τα δάχτυλά μου βρήκαν
στο καλσόν σου

*Λεωνίδας Πανόπουλος – Σωτήρης Λυκουργιώτης, Αστικά Λήμματα, εκδ. Anima Libri, Πάτρα 2017. (Από ανάρτηση φίλου).

Γεωργία Τρούλη, Σου εξήγησα

Έργο Γεωργίας Τρούλη

Σου εξήγησα, ήθελα την επιστροφή
Αλλά
Είμαι βαθιά εμποτισμένη σάρκα
Βαθουλωμένη ουλή
Ροκανίζομαι από στόμα- Χρόνια τώρα
Ίσως και δέκα
Το κύτταρο το δημιουργώ ξανά
Μια επούλωση που δεν με προφταίνει
Τραυματίζω την μεμβράνη
Το ευφυές σύνορο
Και το αίμα βγαίνει ζεστό διαρκές ανυπόφορο
Κανονίζει το τελείωμα
Από κάτι τόσο ελάχιστο εξαρτάται ο κόσμος;
με ρώτησες κάποτε
Κι όμως!
Μυρίζει υγρασία-κυκλοφορεί ελεύθερη στα κορμιά
Κι έπειτα ένας ήλιος αναπαύεται πάνω στην ράχη μου
Μου καταπίνει κάθε υπόλοιπη δύναμη
Δεν θα σε αγγίξω το απόβραδο
Ένα μπλε νύχτας σε καλύπτει
Τοποθετώ τα κύτταρα σε άλλη διάταξη
Έτσι όπως οι σπόνδυλοι όταν από δεινόσαυρος
Γίνεσαι αρθρόποδο κι έπειτα άνθρωπος

Ενώ εσύ είσαι ένα πλάσμα πτυχώσεων
Μια ροή από ατελείωτες βλαστήσεις
Ένας αιώνιος κόσμος
Αλλά στην Ιθάκη δεν επιστρέφω
Είναι μια έρημος. Μια διάρκεια
Μεταφρασμένη σε συνύπαρξη

Σε ρυθμούς τάγκο | Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsisphoto

Δύο άντρες
-που προσωπικά δεν γνωρίζω-
είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μου.
Ο ένας έρπει επάνω σε μιαν ασημένια
αχτίδα φεγγαριού ιχνηλατώντας τα νωπά
σεντόνια – ενώ ο άλλος σε στάση ερημίτη
σε προσευχή με το ελεύθερό του χέρι προσκαλεί
τον ταξιδιώτη.

Κανείς από τους δύο δεν φαίνεται να προσέχει
την παρουσία μου. Η οξύτητα της ατμόσφαιρας
είναι άκρως προκλητική. Δεν ξέρω αν φταίει
ο ηλεκτρισμός των σωμάτων ή η υποδόρια
δίψα μου. Πάντως όλα έλκονται προς εκείνους.
Μια νότα μυστηριακή με τραβάει στο
κρεβάτι να συμμετάσχω. Να αντισταθώ
ή να αφεθώ;

View original post 196 more words

Χρήστος Μαρτίνης, Από το “ξένο φως”

1.

τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα
τρίζω τα δόντια μου φτύνω σκουριά
έχω δυο χέρια στο στρώμα ριγμένα
δυο τσακισμένα κομμένα σκοινιά
σώπασε κι έτσι κοιμήσου

τώρα τις σκέψεις η άμμος σκεπάζει
μέσα στα μάτια εισβάλλει βυθός
σώπασε’ ησύχασε κι έτσι κοιμήσου
καλό μου ναυάγιο
πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως

2.

τα σκαλιά κατεβαίνω με τον ήλιο στην πλάτη μου
μία άκρη του σέρνεται σαν κουβέρτα στο χώμα

το αλάτι στα χείλη μου η αδίστακτη θάλασσα
και το φως που ξοδεύεται στο λευκό αλουμίνιο

κατεβαίνω τυφλά τα σκαλιά με έναν ήλιο παράλυτο
οι στραβές του ακτίνες σκαλώνουν στα σύρματα

ένα βράχο —τον ήλιο— κουβαλάω στις πλάτες μου
κι ο καργιόλης γελάει ο ζεστός ουρανός

τον λευκό τον βαρύτατο ήλιο κουβαλάω στην πλάτη μου
να θαφτούμε βαθιά” στο σκοτάδι

*”το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.

Γρηγόρης Σακαλής, Οδός ονείρου

Ο δρόμος που πήρες
είναι μακρύς, δύσκολος
μη κοιτάξεις πίσω να δεις
στο χθες μην κοιτάξεις
δεν θα βρεις τίποτα καλό
που να σου ταιριάζει
αλλιώς δεν θα ΄παιρνες
αυτό το δρόμο
που τον ανοίγεις εσύ
με τα δικά σου χέρια
όσα αγκάθια κι αν έχει
λακκούβες και παγίδες
μπορείς να τον βαδίσεις
φτάνει να μη φοβηθείς
φτάνει να είναι
το φρόνημα σου υψηλό.
Θα σε στοχεύσουν
θα σε πληγώσουν
μη σταματήσεις
συνέχισε αλύγιστος
έως το τέρμα.

Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

ΑΚΟΜΑ κι όταν το βάρος
της φθοράς δεν μπορούσε να αποκρυβεί,
αυτή ήξερε να αιφνιδιάζει τον χρόνο
μ’ ένα αδιόρατα λεπτό ειρωνικό χαμόγελο,
που σε τίποτα δεν υπολειπόταν
από το κρυφό εκείνο μειδίαμα
που άνθιζε, πριν δεκαετίες,
στο πλήρες ομορφιάς νεανικό πρόσωπό της.
Ανεξήγητο ερώτημα παραμένει
πώς αποτυπώνεται η ομορφιά
πέρα από την πραγματικότητα και τον χρόνο.
Πώς ο καθρέφτης αυτοδιαψεύδεται
από μιαν όλο χάρη, κίνηση ή ματιά,
τέτοια που,
έστω και για λίγο,
τον αποσπά
από τα απαρέγκλιτα
καθήκοντά του,
κλείνοντας στιγμιαίο ραντεβού
με την αιωνιότητα.

Παρνασσός, Αύγουστος 2010

***

ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ ΣΧΗΜΑ

Στην Δάφνη

ΤΟΣΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ανάμεσά μας
χωρίς ένα όνομα να έχει πλήρως διασωθεί.
Γράμματα φαγωμένα·
κενά αιώνων
που άφησαν ως ίχνη τους
τρύπιες λέξεις
να βυθίζονται
στην σκόνη και τον χρόνο.
Κι όμως εκεί,
μες στα χαλάσματα,
εις πείσμα των επιδρομέων,
πληγωμένο επιζεί
το θραύσμα ενός γυναικείου προσώπου,
με την επιθυμία παρούσα
να διαπερνά
το φλογερό του μάγουλο.

Πώς, άραγε, επιβιώνει η ομορφιά
δίνοντας άλλο περιεχόμενο
στο εύθραυστο σχήμα του μύθου;

Σχοινούσα, Αύγουστος 2005

*Από τη συλλογή “Τελευταία πατρίδα”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, Χειμώνας 2013-2014.

αλήθεια είναι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Αλήθεια είναι πως δεν ψηλώνουμε με τον καιρό
μα μάλλον μαζεύουμε,
ενώ μαζεύει κι η φύση τα σχοινιά της
προς ένα απαλό φθινόπωρο που μας κυκλώνει διακριτικά,
μα επίμονα. 
Αλήθεια είναι πως δεν περισσεύουν τα λεφτά,
και πως ο χρόνος τα απαιτεί
όλο και περισσότερο,
σημαδεύοντας προς
το αυστηρό
-και αξιοπρεπές- τέλος.
Και πως οι άνθρωποι τελειώνουν αναίτια
προτού να αποσώσουν μια μπουκιά,
άλλος ζωγραφίζοντας έναν πίνακα
που δεν προλαβαίνει να γίνει η Πρωινή Περίπολος,
άλλος τραγουδώντας ένα απτάλικο, όπως το λεγε ο πατέρας του,
χτυπώντας τα μέτρα τέσσερα τέσσερα,
άλλος ζητιανεύοντας στα τέσσερα,
έξω απ’ το σουπερμάρκετ.
Αλήθεια είναι και πώς η ζωή δεν ολοκληρώνεται
δίχως ήλιο,
δίχως την τρεχάλα στη βροχή
και δίχως τα όνειρα/
ακόμη κι αν τα όνειρα,
σκάνε σαν μπαλόνια ένα ένα,
στον ύπνο μας το βράδυ._
ΚΛ – 05/10/2017

photo: Nils Strindberg

Örnen efter landningen. Ur serien Ingenjör Andrées luftfärd, 14/7 1897
14/7 1897…

View original post 17 more words

Jack Kerouac, Χαϊκού

Να πω όχι;
Η μύγα τρίβει
τα πίσω πόδια.

Κόντρα στο λουκέτο
οι γκαραζόπορτες
το μεσημέρι.

Δείλι: το πουλί
στο φράχτη
σύγχρονός μου.

Το φεγγάρι
είχε μουστάκια γάτας
για μια στιγμή.

Οι πάτοι μου
μούσκεμα απ’ τη
βόλτα στη βροχή.

Κανένα σήμα —
ξέρω ακριβώς
πού βρίσκομαι.

Τρίτη — μια σταγόνα
βροχής ακόμα
από τη στέγη.

Τηλεγράφημα
κανένα — μόνο κι άλλα
φύλλα πέφτουν.

Άστοχη η
κλωτσιά μα το
ψυγείο έκλεισε.

Η βροχή σχεδόν
έφτασε να πλυθεί
το πουλί.

Θα τα χάσεις αν
μάθεις πόσα λίγα
γνώριζα μόλις χθες.

Τα πεύκα
προχωρούν
μες στην ομίχλη.

Βραδιάζει —
δεν είναι το κενό
που αλλάζει.

Άλλος ένας μόνος
σαν εμένα στο
κενό σόμπαν.

Δείλι — αγόρι
τσακίζει πικραλίδες
μ’ ένα ραβδί.

Όλη μέρα πάνω
στο κεφάλι μου καπέλο
Που δεν φορούσα.

Το σκηνικό της χώρας
— δειλινός ήλιος
Σ’ εκείνα τα δέντρα.

Το νέο φεγγάρι
είναι του Θεού
Το νύχι.

Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Γι’ αυτό.

Το όνειρο του Θεού
δεν είναι παρά
Ένα όνειρο.

*Από το βιβλίο ‘Τζακ Κέρουακ Ποιήματα”, σε εισαγωγή, επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, Εκδόσεις Ηριδανός, Σεπτέμβρης 2007.

Αναστάσιος Γκόγκος, Σημειώσεις από έναν όμορφο αγώνα ενάντια στην ασχήμια του κόσμου

Άτιτλο
Σας είδα
αγοράζατε τις κυριακές
και αφήσατε πάνω μου
το βάρος μιας προσωρινής γλώσσας
Σαούλ όχι Παύλος
με ψεύτικες βλεφαρίδες, κροσέ και ρεβυθάλευρο
Η σπουδή μου
λειαίνει τη σκληρότητα της γης
με κρεμαστές φτέρες και αστρόφυτα
τρέχουν τα πληκτρολόγια
σ’ ένα βαρύ τσιμεντέρνιο ακρωτήρι
μέχρι το αύριο.

Άτιτλο
Τρέχουμε πιο γρήγορα
με τα παλιά μας κράνη φορεμένα
από τις μηχανές που επιμένουν σ αυτό τον κόσμο

Άτιτλο
Ζεσταίνω τη σάλτσα στην κατσαρόλα
και σκέφτομαι
τις αλυκές του αυγούστου
τους οργανωτικούς ηδονιστές
με εφεδρείες και ανάπαυση
καρφώθηκαν ναυτικές τα χρέη
βιοπορισμός – πλούτος – ενδοχώρα

*Απο την ποιητική συλλογή «Δρομολόγια».

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://nowakult.blogspot.com.au/2017/09/nowa-kultura-6.html