Αδιαφορία.
Καλή λέξη για να δελεάσεις έναν απαιτητικό αναγνώστη.
Ανοησία.
Τον έχεις ήδη καβατζώσει.
Ελλιπής.
Πάνω που αρχίζει να δυσθυμεί ξανά
Αίμα Αίμα Αίμα Αίμα
Κουφάλα νεκροθάφτη, όλοι μας θα πεθάνετε μια μέρα.
Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Σημειώσεις
μα οι ελληνολέξεις — με’ το αλάτι του ήλιου αρματωμένες, Οδυσσέα, μπορούν: ’ς τον πηγαιμό τους, ενάντια σε κάθε κύτταρο ιοβόλο ’που θα συναντήσουν, βγάζουν λεπίδι
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΪΚΟΦΤΣΑΛΗΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. —…κατά τ’ άλλα η ποίησή σας είναι μάλλον δυσνόητη, εκτοξεύτηκε από ακροατήριο ’ς τους ποιητές ’που μόλις είχαν χαρίσει στ-ήχους από τους κηπώνες τους
Έσκυψα και πάλι άθελα ’ς την παρένθεσή ’σου Μαρίνα Ιβάνοβνα “(Το να πει κανείς ότι ο ακροατής πολύ απλά δεν είχε καταλάβει, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας τον ίδιο…)” 1. Η πρόσληψη του ποιήματος ελάχιστα έχει ’να κάνει με την κ α τ α-νόηση. Το ποίημα επινοείται, ανα-γνώστη, ’το συν-αισθάνεσαι: ’το ακούς-βλέπεις-ψαύεις-οσφρίζεσαι-γεύεσαι. Η ποίηση: όχι ’να επανασυνδεθεί με τη μουσική, αλλά με το σκοπό ’της: καθώς αιμοσφαίριο η λέξη, το γράμμα, ο στίχος — ’να χορεύουν. Και δεν μιλώ μόνο. για το χορό του σώματος ( — οι τραυματίες χορεύουν; )
[Εξάρχεια ( Beer Academy), Απρίλιος 2000]
2. ’Μου προσάπτουν: “τραυματίζετε τη γλώσσα”. Αντιτείνω: “γλώσσα ’μου ’δωσαν ξεκοιλιασμένη ( εάν μία απόστροφος ’πάνω ’ς τη λέξη εξοβελιστεί, κάτι βίαια έχει απολεσθεί —: ανεπανόρθωτα )”’· την βαρβαρότητα υπόκωφα η εθνική γλώσσα καταγγέλλει… ’που ορθόδοξα οριοθετήθηκε ο χρόνος: αρχαία ελληνικά, νέα ελληνικά… ( —
“απέσβετο και λάλον ύδωρ”, νομοθεσίες: μακελειό φονιάδων! — να η ρωγμή: ) “Η γλώσσα, απλώς, αναζητά ό,τι ’της ανήκει: το παρελθόν και τη μελλοντική ’της νοσταλγία. Μέσα και συνάμα έξω από νόημα. Μέσα και συνάμα έξω από τον εαυτό ’της. Όπως ο χρόνος
[Γωνία Ναυαρίνου και Ιπποκράτους, Απρίλιος 2000]
1 Μαρίνα Τσβετάγεβα, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ, ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ (μετ. από τη γαλλική έκδοση Καίτη Διαμαντάκου), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1998, σ. 32
*Ευχαριστώ τον Ηλία Μέλιο για το πολύτιμο αυτό χάρισμα.
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ισχύον
Θεόδωρος Ντόρρος, Στο δρόμο αρχίζουν όλα
Ξεχείλισμα Κυριακάτικης περιττότητας.
Αυτήνε μόνο βλέπεις.
Χυμένη στη φύση
τυλίγει την κάθε ακτίδα του ήλιου.
Μέσα στις φλέβες μου όλες,
ως έξω στις πιο μου κυρίαρχες σκέψεις.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι.
Τ’ αναιμικό αντρόγυνο της εργατιάς σέρνει ανάμεσά του
ένα παιδάκι.
Με αργοκίνητη απόλαυση.
Κατάδικο σ’ ανήθικη συνέχεια κατάντειας.
Στις φορεσιές, στις στάσεις, στα κουνήματα,
σε ό,τι θέλουνε να κρύψουν, να κάνουνε ακόμα
πιο μεγάλο
κι απ’ του αγνώστου μας το φόβο,
παντού το τελειωμένο
το ανθρώπινο.
Πατάνε.
Ολοκάθαροι και νηστικοί.
Γυρεύουνε. Χαμένοι.
Μαζί και κείνος που μεγάλωσε στους Κυριακάτικους περίπατους,
ανάμεσα στους περιπατητές.
Τα πρόσωπα όλα γνώριμα, αδιάφορα.
Σαν τον εαυτό σου.
Τις άλλες μέρες μακριά, σήμερα ξένος.
Κι αυτοί έχουν αφήσει κάπου ό,τι δικό τους.
Κουνιώνται ολόγυρά σου,
τόσο ίδιοι,
τόσο άχρηστα διαφορετικοί.
Παιγνίδια που ξεφύγανε,
ανάμεσα σε τόσα άψυχα.
Ασύντριφτα.
Μπορώ να τους κοιτάζω άφοβα,
κι ας μας χωρίζει όλους μας κατάβαθα
πανάρχαιος δεσμός χυδαίας πάλης.
Κάποιοι μου κάνουνε για λίγο συντροφιά
με τις δικές μου τις ψευτιές που βάζω μέσα τους.
Μα όλο τους αφήνω.
Μακριά τους,
σε μια ξεχωρισιά.
Σβήνεται κάθε νόημα,
κι οι κόσμοι που ’λαμψαν ποτέ στο μοναχό ξαστέρωμα.
Μα κι έτσι μαζί σου σα βρεθείς,
χαμένος τότε πιο πολύ.
Και πια μονάχα κρατημένος
απ’ του χαμού την ομορφιά.
Αρχίζει τ’ όνειρο,
κείνο που μέσα του ποτέ σου δε ρωτιέσαι:
γιατί είσ’ εκεί;
γιατί είναι όλα έτσι;
με το φόβο.
Ποτέ δε θα ξυπνήσεις. Τ’ όνειρό σου μονάχα θα σβήσει.
Δε θα μπορούσε να ’ναι αλλοιώς.
Συγκρίσεις δεν υπάρχουνε.
Κι ανακουφίζεσαι. Με υποψία.
Κι η τύψη πάλι εκεί,
για σενα, για τους άλλους, για το μεγάλο γύρω σου.
Στιγμές σου μένουνε στη ζάλη.
Χαρά.
Τ’ αγαπημένο σώμα σου σε καρτερεί
και σε μικραίνει τόσο,
σε χώνει ακαίριο μέσα του,
και βρίσκεις έτσι ποια θα σε σώσει συντροφιά…
Ακόμα μέσα στ’ όνειρο.
Στο δρόμο αρχίζουν όλα.
Ανάμεσα στους περιπατητές.
*Από τη συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι”, 1931. Εμείς το πήραμε από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου ‘Θεόδωρος Ντόρρος – “Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005.
Θα γίνει μνήμη ή θα γίνει κράτος*
έτσι αποξενωθήκαμε από τον πόνο
—αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση…—
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο
(Βύρων Λεοντάρης, Έτσι που τραύλιζα, περιοδικό Σημειώσεις, 1992)
Λίγες μέρες πριν, αποκάλυψα σε έναν φίλο πως ετοιμαζόμασταν για τη σημερινή εκδήλωση. Με κοίταξε με ύφος μπλαζέ. «Τι νόημα έχει μια εκδήλωση για την ποίηση σήμερα; Η ποίηση έχει εδώ και καιρό πεθάνει!» μου είπε. Δεν απάντησα. Σκέφτηκα μόνο για λίγο: η ποίηση έχει όντως πεθάνει ή μήπως ήταν πάντα νεκρή; Ως προς το πρώτο ερώτημα, τα στοιχεία θα απαντούσαν μάλλον καταφατικά. Τις τελευταίες δεκαετίες οι αναγνώστες της ποίησης έχουν μειωθεί δραματικά ενώ οι πωλήσεις ποιητικών βιβλίων στην αγορά (παρά τον εκδοτικό πληθωρισμό) έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Η ποίηση όμως δεν ξεβράζεται μόνο εκτός αγοράς αλλά και από τα σαλόνια της επίσημης λογοτεχνικής νομενκλατούρας. Τα τελευταία 20 χρόνια, από το 1997 και μετά, τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας έχουν απονείμει το νόμπελ λογοτεχνίας μόνο σε έναν ποιητή, και αυτό στον συμπατριώτη τους Τούμας Τράνστρεμερ. Μήπως λοιπόν η ποίηση εξαφανίστηκε οριστικά;
Έχω την αίσθηση πως εξωθήθηκε σε εξαφάνιση. Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα. Πρόσφατα, σε νεανική – σατιρική εκπομπή μεγάλης τηλεθέασης προβάλλεται βίντεο στο οποίο ο αντιπρόεδρος της βουλής απαγγέλει ποίησή του. Οι παρουσιαστές κατακλύζουν το βίντεο με καταιγισμούς αυθόρμητου γέλιου και περιπαικτικών σχολίων που όλα συντείνουν στην άποψη πως τόσο το περιεχόμενο της ποίησης όσο και το ύφος του ποιητή είναι σαχλά. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την ποιότητα του εν λόγω ποιήματος αλλά με την κοινή διαπίστωση πως στις μέρες μας κάθε δημόσια απαγγελία ποιημάτων θεωρείται γελοία, αφού, σύμφωνα με την επικρατούσα αισθητική ηθική, η ποίηση είναι μια αυστηρώς προσωπική υπόθεση και άρα πρέπει κανείς να την διαβάζει …από μέσα του. Στον κόσμο της κοινωνίας του θεάματος, που εδώ και τουλάχιστον πέντε δεκαετίες έχει επικρατήσει, η ποίηση, εξ αιτίας της ιδιάζουσας μορφής της, έμεινε εν πολλοίς έξω από την μετατροπή της σε προϊόν μαζικής κατανάλωσης —αν και πολλοί ποιητές θα το επιθυμούσαν διακαώς— και το τίμημα που πλήρωσε ήταν η παράδοση των ποιητών στην δημόσια χλεύη. Ο ποιητής αποφεύγει το γιουχάρισμα μόνο όταν κρατάει την ποίηση αυστηρά για τον εαυτό του, όταν διατηρεί το ποίημά του νεκρό στο χαρτί, όταν η ποίηση δεν δονεί το στόμα. Η μόνη μορφή «ποίησης» που γίνεται αποδεκτή είναι η αλλόκοτη περσόνα ενός σαλτιμπάγκου που, προσποιούμενος τον ποιητή, απαγγέλει «ποίηση»· όχι όμως ποίηση σαν αυτή που γράφουν οι ποιητές αλλά μια ποίηση γεμάτη από τα κλισέ και τις ανόητες τυπολογίες που η κοινή αντίληψη αποδίδει στην ποίηση. Η θεωρία πως η ποίηση είναι μια διαστροφή ορισμένων «μη κανονικών» επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους «ποιητές», δηλαδή τους διασκεδαστές που τους προσποιούνται.
…
Τι συμβαίνει λοιπόν με την ποίηση σήμερα; Έχουν περάσει αισίως επτά δεκαετίες από τη μνημειώδη ρήση του Αντόρνο, «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση» και η μεταπολεμική βαρβαρότητα είθε να δικαιώσει κάπως περίεργα αυτή τη φράση. Η ποίηση, που απέτυχε κάποτε να αποτρέψει τα κρεματόρια, σταδιακά εξορίστηκε από την μεταπολεμική κοινωνία της αφθονίας και του θεάματος, επειδή ούτε εκεί μπορούσε να βρει τον τόπο της. Για να επιστρέψουν σήμερα, ξανά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε μια Ευρώπη χωρίς ποιητές. Απέτυχε, λοιπόν, η ποίηση; Αναμφισβήτητα ναι· μόνο που αυτή της η αποτυχία να προσαρμοστεί στο παρόν ήταν και η μοναδική της δυνατότητα να σώσει την ψυχή της· χωρίς να παραδοθεί στην μετα-ποίηση των διαφημιστικών σποτ, της καθημερινής αποχαυνωτικής αυτο-βελτίωσης και των μεταμοντέρνας κακογουστίας· χωρίς να γίνει ένα ακόμα αντικαταθλιπτικό χαπάκι σε φύλλο καθημερινού ημερολογίου. Εντάξει, θα πεις, η ποίηση «ανήκει στο μέλλον», γράφεται για τους πόθους «αυτών που περιμένουν την άνοιξη». Κι όμως, αν η ποίηση ανήκε στο μέλλον, θα είχε ίσως κάποτε καταφέρει να ενωθεί με την πραγματικότητα, να δικαιωθεί ιστορικά, να γίνει πράξη. Κι όμως ούτε αυτό κατάφερε. Παρέμεινε απελπιστικά ξένη με κάθε πραγματικότητα που επιβλήθηκε στο όνομα της. Ο Μαγιακόσφκι αυτοκτόνησε και αυτή η χειρονομία δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά ως μια αυτοκτονία της ίδιας της ποίησης. Γιατί η ποίηση, όσο φουτουριστική και επαναστατική και αν δείχνει, ανήκει πάντα στο παρελθόν· στη μνήμη ενός (ου)τόπου που ακόμα και αν έχει την λαμπερή ταμπέλα του μέλλοντος δεν είναι τίποτα παραπέρα από ένα μεταμφιεσμένο παρελθόν, εκεί που «ο τάφος ονειρεύεται το λίκνο». Βλέπεις, οι ποιητές ακόμα και όταν μιλούν για το μέλλον, μιλάνε κατά βάθος «για τα γηρατειά του μέλλοντος».
Η ποίηση δεν έρχεται από το μέλλον ούτε τρέφεται από το παρόν, ακριβέστερα μιλάει πάντα για μια (πανταχού παρούσα) απουσία, μια πρωταρχική έλλειψη που είναι η πηγή, η αδιόρατη μούσα κάθε ποιητικής αγωνίας. Εξ ου και οι μομφές που δέχεται διαχρονικά η ποίηση από τους ζηλωτές του καινούργιου και τους εμφατικά ακτιβιστές της ζωή, αφού όπως συχνά την κατηγορούν «εξιδανικεύει το παρελθόν, μη μπορώντας να προσαρμοστεί στο παρόν». Όμως αυτή η κατηγόρια, δεν είναι τίποτα άλλο από την επιβεβαίωση πως η ποίηση αρνείται να πεθάνει· αρνείται να αφήσει το πεπρωμένο της σε άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες ξένες προς στους σκοπούς της· αρνείται να γίνει τσιτάτο του μέλλοντος ή σύνθημα ενός παρόντος ξένου. Γιατί ο σκοπός της ποίησης είναι ακριβώς αυτή η απουσία σκοπιμότητας — σκοπιμότητας που ενέχουν πάντα οι ενέργειες των ανθρώπων σε χρόνο ενεστώτα. Και αυτόν τον ενεστώτα, τον ταυτόχρονα παρόντα και ταυτόχρονα μελλοντικό, είναι που αρνείται η ποίηση, για να διαφυλάξει την ζωντανή μνήμη ενός παρελθόντος, όχι με τον νεκρό τρόπο της ιστορίας (αυτό που έγινε), αλλά με τον ζωντανό τρόπο της ποιητικής δυνατότης (αυτό που μπορούσε να γίνει), για να τον παραδώσει ανέπαφο στις γενιές που έρχονται.
Η ιστορία, έγραψε πρόσφατα ο Κώστας Δεσποινιάδης ερμηνεύοντας τον Άρη Αλεξάνδου, είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στους ποιητές και τους χωροφύλακες. Η φράση αυτή συμπυκνώνει τον «ιστορικό ρόλο» της ποίησης, ως μιας ενοχλητικής, αντικαθεστωτικής μειοψηφίας που επισημαίνει διαρκώς πως «κάτι πάει στραβά». Γιατί αν κάποιοι, κάποτε, οραματίστηκαν έναν κόσμο όπου η ποίηση δεν θα είχε πια λόγο ύπαρξης, αφού θα είχε υπερβαθεί από ένα κοινωνικό σχέδιο στο οποίο όλες οι αγωνίες της θα είχαν δήθεν εκπληρωθεί, όχι μόνο απέτυχαν παταγωδώς αλλά άφησαν πίσω τους μια τραυματισμένη κοινωνική έρημο χωρίς ποιητές.
Στο ερώτημα, λοιπόν, που επικρέμεται (και της σημερινής εκδήλωσης αλλά και κάθε συζήτησης για την ποίηση): τι ρόλο μπορεί να έχει η ποίηση στις μέρες μας; η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Αφενός γιατί η θεαματική εποχή μας έχει σχετικοποιήσει —σε μέγιστο βαθμό— τις έννοιες, με αποτέλεσμα η εικόνα του ποιητή να είναι αυτή του περφόρμερ τσαρλατάνου που προσποιείται καρικατουρίστικα πως «ζει την ποίηση» (ενώ, στην πραγματικότητα, ζει εγκλωβισμένος μέσα στην στολή του κλόουν) και αφετέρου γιατί η θεμελιώδης σχέση της ποίηση με το «αρνητικό» (αυτό το στοιχείο της έλλειψης που αναλύσαμε προηγούμενα) η οποία (σχέση) χαρακτηρίζει κάθε ποίηση άξια του ονόματός της, την καθιστά αυτομάτως ανοίκεια ενός κόσμου τόσο μονόπλευρα προσανατολισμένου στην «θετικότητα». Γιατί η ποίηση, όπως και κάθε αυθεντική τέχνη, συλλαμβάνει το παρόν αρνητικά. Χωρίς καμία υποχώρηση προς της εξωραϊστική, γύψινη θετικότητα, μας λέει τη μόνη αλήθεια που αξίζουν τα πράγματα — για αυτό πληρώνει το τίμημα.
Μοιραία λοιπόν πρέπει να ψάξει κανείς πολύ για να βρει την ποίηση σήμερα, καθώς ένα επιπλέον σύμπτωμα του αφανισμού των ποιητών στην εποχή μας είναι η υπερπαραγωγή «ποίησης»· μιας, δήθεν, βέβαια ποίησης, σχεδόν βιομηχανικά παραγόμενης σε μανιακούς ρυθμούς για να καλύψει τις μπότοξ ανησυχίες μιας διαβρωμένης, ημι-μορφωμένης και αυτοαναφορικής μικροαστικότητας. Μέσα όμως στους ίδιους διαύλους, εκεί ανάμεσα στα ξερά αγριόχορτα, ζει και η χλωρή, ζωντανή ποίηση. Πόσο δύσκολο είναι άραγε να την εντοπίσεις; Και πόσο δυσκολότερο είναι να ασκηθείς σε αυτήν; Σε μια εποχή υπερ-προβολής μιας εγωπαθούς, αυτάρεσκης και τυφλής υποκειμενικότητας, πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για την χαμένη κοινότητα, τον υπερβατολογικό όρο δηλαδή, την αναλλοίωτη προϋπόθεση, για κάθε τέχνη; Σε μια εποχή φαμφάρας και τυμπανοκρουσίας πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για το απλό, μικρό και ουσιώδες;
«Χρειάζεται τόλμη / Για ν’ αγαπήσεις / Και την ύστατη / Σταγόνα δάκρυ» γράφει ο Δημήτρης Τρωαδίτης.
Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη στέκεται στο αντίποδα της ποιητικής δημιουργίας της εποχής μας. Λιτή και ουσιώδης, χωρίς ηλεκτρικούς ενισχυτές, ανόητους βερμπαλισμούς και φιλολογικά φτιασιδώματα, με γλώσσα καθημερινή, μας θυμίζει πως η τέχνη δεν είναι ζήτημα των ειδικών της, αλλά αυτών που έχουν κάτι να πουν. Αυτών που νιώθουν αυτήν την έλλειψη και δονούνται από μια ασυμβίβαστη θέληση να την εκφράσουν.
Θα γράψει στο «Η μοναξιά του χρόνου»:
«οι νεκροί στις κοιλάδες δεν ξεχνιούνται […] τα κατάλευκα πρόσωπα / δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη»
Η ποίηση για τον Τρωαδίτη είναι μια καταβύθιση στο παρελθόν, από την «Ωδή στο ανικανοποίητο» θα μπορούσαμε να αποκόψουμε και έναν σύντομο ορισμό της:
«να κάνεις επισκέψεις / σε μισοφωτισμένα υπόγεια / όπου οι πρόγονοι επανέρχονται»
Το παρελθόν, η μνήμη για τον ποιητή είναι το μόνο υλικό αλλά και ταυτόχρονα το αβάσταχτο βάρος του. Θα γράψει στις «Απόπειρες Ονείρων»
«κάθε απόπειρα σκέψεις / περιέχει όλες τις απόπειρες μαζί / κάθε κίνηση στο άπειρο / περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί / κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου»
Ο ποιητής είναι ένας νοσταλγός και που δεν συμβιβάζεται με την υπάρχουσα βαρβαρότητα, ένας νοσταλγός που αν τύχει και είναι ταυτόχρονα κοινωνός ενός οράματος για έναν κόσμο πιο ζεστό, μετατρέπεται σε πρόσωπο σχεδόν τραγικό. Θα γράψει στο «Η μοναξιά του χρόνου»
«Όσοι ήταν χτες επαναστάτες / σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι»
Και στην «Ωδή στο ανικανοποίητο» ο τόνος θα γίνει ακόμα πιο σπαρακτικός αλλά και ταυτόχρονα επικριτικός. Θα πει:
«πασχίζεις να επιστρέψεις στις μνήμες των παιδικών σου χρόνων / το μάνα εξ ουρανού δεν ήρθε και οι ιεροτελεστίες εφιάλτες // όσοι αγωνιούν να πιάσουν ακίνδυνες χίμαιρες / όσοι επιδίδονται στο κυνήγι χρωματιστών αλεπούδων / είναι ήδη γεροντότεροι απ’ το χθες της ύπαρξή μου»
Ο ποιητής δεν θα χαριστεί στην εποχή μας, στον α-νοήτο τρόπο ζωής της και στην περιφέρουσα αγωνία για την απουσία νοήματος. Διαβάζω δυο αποσπάσματα από τις «Απόπειρες Ονείρων»
«φοράς ατάραχος τ’ όνομά σου / περιφέροντάς το με ευτελή κοσμήματα / κειμήλιο σε φωτιές που τρεμοκαίνε / ασήμαντο στολίδι προς εξαφάνιση // κι ας διατείνονται οι μετεωρολόγοι / ότι χρειάζεται τόλμη ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη σταγόνα δάκρυ»
«στις καταποντισμένες αυτές στιγμές / κάθε ευχή μοιάζει επαναστατικό μανιφέστο / κάθε αύρα ανοίγει το δρόμο… / άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς από ασάφεια / αλλά από κρύο και μοναξιά»
Στο «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ο τόνος, που χρωματίζει την εποχή μας, θα γίνει ακόμα πιο σκοτεινός:
«ο ήλιος δεν ανέτειλε / ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε / κι ήμουν αυτό που / έκλεισα την πόρτα πίσω του / για τελευταία φορά»
Μέσα σε αυτό το ζοφερό παρόν, υπάρχει άραγε κάποιο μέλλον άξιο του ονόματος του, υπάρχει κάποιο καθήκον για εμάς στο παρόν; Υπάρχει, θα απαντήσει ο Τρωαδίτης, μόνο που το καθήκον αυτό χρειάζεται θάρρος για να το ακολουθήσεις καθώς βρίσκεται στον αντίποδα του πάνδημου πραγματισμού. Θα πει, πάλι στο «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης»:
«το μεγάλο στοίχημα / είναι να διατηρήσουμε / αναμμένη τη μικρή / σταγόνα της βροχής»
Και για το μέλλον; Υπάρχει κάτι που να προδικάζει αυτό το ζοφερό παρόν; Ο Τρωαδίτης, χωρίς περιστροφές, μας προειδοποιεί πως είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε στο εδώ και τώρα, αφού, όπως γράφει στο «Απόπειρες Ονείρων»:
«όλα συνεχίζονται… / όλα μυρίζουν θειάφι και σπέρμα / εκκωφαντική απομόνωση η ζωή του καθενός / ανοιχτός κάδος με απόλυτη ησυχία // ούτε θρόισμα φύλλου / ούτε ισορροπίες / ούτε λεπτοδείκτες / μόνο γεννήσεις στα σκοτάδια / στους πίσω δρόμους με τους ξεγελασμένους εραστές των φαντασμάτων»
…
Άραγε ποιο θα είναι το μέλλον της ποίησης; Με όσα ήδη είπαμε, η ερώτηση μοιάζει αντιφατική. Αφού η ποίηση δεν ανήκει στο μέλλον πώς μπορούμε να μιλάμε για «μέλλον της ποίησης»; Αναμφισβήτητα αυτό που έχει παρόν και μέλλον είναι αυτή η πρωτογωνική ανθρώπινη δραστηριότητα, η πρώτη γλώσσα της ανθρωπότητας, όπως μας βεβαιώνουν οι ανθρωπολόγοι, η ποίηση. Και αφού ανακουφιστήκαμε με τη διαπίστωση πως η ποίηση θα συνεχίζει αναγκαστικά να γράφεται, αφού είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε, ας αναρωτηθούμε (χωρίς απαραίτητα να απαντήσουμε): τι ποίηση έχει νόημα να γράψουμε;
Όταν το παρόν μας αρνείται τη λύτρωση η σκέψη γίνεται όργανο της απελπισίας. Και αυτή η απελπισία, που διατηρεί ζωντανή η ποίηση του παρόντος, είναι, όσο αντιφατικό και αν ακούγεται, το μόνο δοχείο της μελλοντικής ελπίδας. Το τωρινό καθήκον της ποίησης είναι η υποχρέωση να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα, η υποχρέωση να μην συμβιβαστεί ποτέ με το παρόν, η ανάγκη να εκφράσει την ανειρήνευτη αγωνία των ανθρώπινων πόθων. Γιατί στις μέρες μας, η ποίηση είναι οιονεί εξέγερση, άρνηση του παρόντος, και μόνο μια τέτοια ποίηση έχει νόημα. Γιατί μόνο μια τέτοια ποίηση, που δεν έχει τίποτα για να ανταλλάξει με το τώρα, είναι μια ποίηση που δεν μπορεί να ηττηθεί.
Και ας μην γελιόμαστε, επειδή η ποίηση αρνείται να ηττηθεί, προσπαθούν να την σκοτώσουν, να την αποβάλλουν κοινωνικά, να την λοιδορήσουν. Στην εποχή μας, ο μοναδικός «ποιητής» που γίνεται κοινωνικά αποδεκτός είναι η καρικατούρα του «ποιητή Φαμφάρα»· για να επιβεβαιωθεί, έτσι, η κοινωνική προκατάληψη της ποιητικής γελοιογραφίας και να τελειώσουν, οι προπαγανδιστές τους λαμπρού μέλλοντος, με την τελευταία ενοχλητική αντιπολίτευση.
Μέσα σε αυτή την εικόνα η ποίηση αναγκαστικά επιστρέφει στη σκιά της. Γίνεται ερμητική και δυσπρόσιτη — προσιτή μόνο για αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν αλλιώς. Κι έτσι, μοιραία, αφού δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, γίνεται ξανά δοχείο αεροστεγές, ικανό να διαφυλάξει τον πύρινα της ανθρώπινης ευαισθησίας από τη γενικευμένη άνοδο της βαρβαρότητας.
«Τι έχει να μας δώσει σήμερα η ποίηση; Τι έχει να μας πει για το μέλλον;» με είχε ρωτήσει αφοπλιστικά —πριν λίγες μέρες, όπως σας είπα πριν— ο φίλος μου. ΤΙΠΟΤΑ, ήταν η απάντησή μου, ή με έναν στοίχο του Τράνστρεμερ «Έχω πτυχίο από το πανεπιστήμιο της λήθης και τα χέρια μου είναι τόσο άδεια όσο και το πουκάμισο που στεγνώνει στο σχοινί»
Σωτήρης Λυκουργιώτης
*η φράση του τίτλου είναι του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου
Η ποίηση είναι ένα σημείωμα σε ένα μπουκάλι που πλέει στον ωκεανό του παρόντος. Για αυτό και μένει απροσάρμοστη σε μια εποχή που τόσο εμφατικά μιλά για το μέλλον.
Κατερίνα Χανδρινού, Δύο πεζά ποιήματα
Υποθετική πρόταση.
Αν, αν παρ’ ελπίδα λέω βρεθείς μέρα μεσημέρι κι εν μέσω πολλών πραγμάτων άλλων, ας πούμε στο ταχυδρομείο, και πάρεις νούμερο μεγάλο κι αργεί να έρθει η σειρά σου, στέψου το ενδεχόμενο να μείνεις. Να μη φύγεις. Μες στο ταχυδρομείο να μείνεις κι εκεί προστατευμένος, ανάμεσα σε γραμματόσημα, φακέλους, κάρτες γιούνισεφ, να επωφεληθείς. Μη φύγεις. Δέξου το ξαφνικό δώρο, είναι δικός σου αυτός ο χρόνος ο νεκρός, παρένθεση που γράφτηκε απαλή. Μείνε μες στο ταχυδρομείο κρυμμένος, αν παρ’ ελπίδα λέω βρεθείς, και σκέψου την προσωπική ζωή σου. Σαν έναν κύκλο, σαν ένα μικροσκοπικό δάχτυλίδι, ομόκεντρο του δαχτυλιδιού τού κόσμου.
***
Γυναίκα με βίτσια.
Εισβάλλει σε κατάστημα εκκλησιαστικών ειδών. Θα παραγγείλει μια εικόνα. Μπαίνει με τόση φόρα που χτυπά το κόκκαλο της μύτης της στην τζαμαρία. Άντρας με βίτσια. Πίνει ουϊσκόνερο και δεν παραδέχεται Χριστό. Θα δει απόψε ειδήσεις στο αθόρυβο. Μόνος του μένει κι η πολυκατοικία μυρίζει ανάσα ποντικού. Άντρας με γυναίκα παντρεύονται, δεν συναντιούνται. Νυσταλέοι καριόληδες. Κι οι δυο ανθεκτικοί. Εφάμιλλοι, καθώς απομακρύνονται.
Κι είναι αυτή η χώρα μου.
*Από το βιβλίο “γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές”, εκδόσεις sestina, Αθήνα, Νοέμβρης 2017.
Γιωσέφ Ελιγιά, Ποιήματα

Κιλκίς
Στη μακάρια σκιά του Ποιητή της «Πρέβεζας»
Αχ πόσο οδυνηρό κι απαίσιο
Σ’ ένα στενό, τραγικό πλαίσιο
Η ζωή σου να λιμνάζη οκνή
Η Ανία τον θρήνο ν’ αρχινάει.
Και, σβούρα, να στριφογυρνάει
Στον ίδιο άξονα η ψυχή…
Του ρεμβασμού τα γαλάζια ίχνη
Στην ένδοξη ψυχρή πολίχνη
Να σβύνουν σα μουντός καπνός
Πουρνό – βράδυ, στην πονεμένη
Ψυχή, βραχνάς να σου βαραίνη
Ο μολυβένιος ουρανός.
Το ίδιο στρατί για το σχολείο
Και του Φωκίτη το βιβλίο
Να κουβαλάς πάντα μαζύ
Κι ολημερίς ν’ αναρωτιέσαι
Στον κρύο το βούρκο που κυλιέσαι:
Να ζη κανείς ή να μη ζη;
Μάρτης 1931
***
Dies Irae
Ίσκιοι του Ονείρου, απόκληροι του Κόσμου ξεπεσμένοι
Ξαρμάτωτοι διαβαίνουμε μπροστά στην ιερή κονίστρα
Γύρω απ’ το κυρτωμένο μας τυλίγοντας κουφάρι
Την ξεφτισμένη μας παλιά ολοπόρφυρη χλαμύδα.
Με σκέψεις μαύρες και με συλλογές πικρές, περνούμε
Κάτω από της άχαρης νυχτιάς το μολυβένιο θόλο,
Κι ένα αστεράκι, αργά και που ξεκόβοντας, μας στέλλει
Το φωτεινό περίγελο, ψηλά από τη φωλιά του.
Για μια στιγμή λες πιάσαμε τ’ αθώο πουλί στα χέρια
Το χρυσοπούλι που άλλοτε μεσ’ την καρδιά εκελάδει,
Κι ενώ θαρρούμε πως σκιρτά το πουπουλένιο χάδι
Περίλυπη η ματιά την άδεια φούχταν αντικρύζει.
Έτσι η μια μέρα πένθιμα ακολουθεί την άλλη μέρα
Άπραγη, κακορίζικη, δίχως φωτός αχτίδα·
Μακρυά στο σύθαμπο κάποιος λυγμός γροικιέται
Ενώ λες απ’ το θρήνο τον οκνό του πεθαμένου Ονείρου.
Δίχως παλμό, το νεκρικόν ψαλμό οι καρδιές ψελλίζουν
Μπρος στων χαμένων ημερών τα λείψανα τα κρύα.
Κι αγκομαχά η φτωχή μεσ’ απ’ τα κούφια σπλάχνα
Που της αδράνειας το πιοτό βαθειά έχει φαρμακώσει.
Ω Νιότη! Νιότη ανέμυαλη, που δεν έχεις αφήσει
Μήτε όσιο, μουδέ ιερό, μεσ’ στ’ άγια των αγίων·
Ω Νιότη, που ξεσκάλισες και σκόρπισες τη στάκτη
Την άγια στάκτη, αστόχαστη, μεσ’ στην οργή του ανέμου.
Να ‘ξαιρες ποιαν ερήμωσι το βέβηλο σου χέρι
Μελλόταν να σκορπίση αλί, στην άραχλη Οικουμένη
Σε πέλαγα και σε καρδιές, σε σπλάχνα και σε ξέρες
Να ‘ξαιρες… μα δεν τοξαιρες κι ο νους δεν το στοχάσθη…
Και τώρα πιες αγόγγυχτα και άναντρα το ποτήρι
Του ξεπεσμού· και τώρα ιδές τη μαύρη οργή του Χάρου
Μες τη μακάβρια καταχνιά που ολόγυρα σε ζώνει,
Να σβύνη εντός σου τ’ άγρυπνο της Αρετής λυχνάρι.
Και τώρα Νιότη ανέμυαλη του ξεπεσμού θρεφτάρι,
Στην πέτρα που κυρτή, να ξαποστάσης έχεις γύρει
Σκύψε βαθειά με τα δικά σου νύχια, κι έλα θάψε
Τα ιδανικά που κάποτε τα Νιάτα εφωτίσαν.
Μ’ αν μέσαθε σου απόμεινε, κάπου βαθειά κρυμμένη
Απ’ το παλιό αγιαστήρι, κάποια σπίθα, ω Άγια Νιότη,
Συδαύλισε την κι άφησε, στην ξαναμμένη φλόγα,
Πυρσός τα σπλάχνα σου να καούν στα χείλη, εδώ, του Τάφου.
Αθήνα, Μάης 1928
***
Désespoir
Της Έγνοιας το σαράκι μ’ εφαρμάκωσε
Της Έγνοιας το φαρμάκι μ’ έχει πνίξει!…
– Τόσο σκοτάδι, ωιμέ! Από πούθε πλάκωσε;
Ποιον Άδη θα μ’ ανοίξη, η τόση πλήξη;
Σέρνω δειλά, τ’ ανήμπορο κορμί μου
Μακρυά από των θνητών τ’ άχαρο αχνάρι
Κι ανεμοδέρνονται φριχτά οι συλλογισμοί μου,
Και σβύνει αργά της Ζήσης το λυχνάρι.
Μα πριν διαβώ, στου τάφου εδώ την άκρηα
– Μεσ’ της καρδιάς τα ερειπωμένα βάθια
Στερνή φορά! – ας ποτίσω με δυο δάκρυα
Των πόνων μου τα χέρσα και τ’ αγκάθια.
Γιάννενα, 16 Ιουλίου 1922
***
Στον εαυτό μου
Σαύρα, πανάθλιο σερπετό, που στα χαλίκια σέρνεις
Του ξεπεσμένου εγώ σου την ορφάνια
Σα νυχτοπούλι στου γκρεμού τα βάθη σιγογέρνεις
Και κλαις για τη χαμένη περηφάνεια…
Λυγίζοντας, χορεύοντας, ψηλ’ από το κοντάρι
Για το σιχαμερό του όχλου το χατήρι
Παράτησαν τα χέρια σου της Πίστης το δισκάρι
Και της αλήθειας τ’ άγιο το ποτήρι.
Κι απ’ της θυσίας το Ναό Διωγμένε ω ξεπεσμένε
Ως πότε το χορό σου θα χορεύεις;
Το νοθεμένο σου πιοτί να πίνεις διψασμένε,
Και στη φρικτή σου κόλαση να ρέβης;
Παράτησε και σκόρπισε του ψεύτικου βωμού σου
Τη στάχτη, μεσ’ το φύσημα του ανέμου
Και στης παλιάς σου πίστης τον Ιορδάνη ξαναλούσου
Ω εσύ φτωχέ, πεντάφτωχε εαυτέ μου.
1926
***
Το ποίημα της Αγάπης
Με φλογισμένη τη ψυχή σα χρυσοσκάει η Αυγούλα
Με φουντωμένα ολόμαυρα μαλλιά θα ξεκινήσω
Κι απ’ την ερμιά θα κατεβώ στη χώρα, μια στιγμούλα
Της ζωής το θούριο θριαμβικά, γλυκά, να τραγουδήσω.
Θα πω τραγούδι χαρωπό στα κάλλη τα δροσάτα
Στης Επιστήμης τ’ άγιο φως, παρηγοριά του αιώνα
Θα τραγουδήσω τ’ άφοβα και μυαλωμένα νιάτα
Κι απέ του ημίθεου Δουλευτή τον ατσαλένιο αγώνα.
Κι όταν ο σκλάβος αντρειωθή και θα φουντώση η Ελπίδα
Και στης Ασκήμιας το γκρεμνό, θα γκρεμιστεί ο Σατράπης
Τότες θα πω πως έβαλα του τέλειου τη σφραγίδα
Στο πλέον ωραίο μου ποίημα, στο ποίημα της αγάπης.
* Ο Γιωσέφ Ελιγιά ήταν Εβραίος, κομμουνιστής ποιητής. Γεννήθηκε το 1901 στα Γιάννενα. Γόνος φτωχής οικογένειας, μελέτησε το ταλμούδ και την μεταταλμουδική φιλοσοφία πλάι στους ραβίνους της εβραϊκής Συναγωγής στα Γιάννενα και παρακολουθούσε μαθήματα στην Alliance Israelite απ’ όπου αποφοίτησε το 1918. Το 1930 κατάφερε μετά από πολλούς κόπους να διοριστεί καθηγητής γαλλικών στο Κιλκίς, ελπίζοντας σε μια γρήγορη μετάθεση στη Θεσσαλονίκη. Στο Κιλκίς θα προσβληθεί από τύφο. Θα πεθάνει στις 29 Ιουλίου 1931. Τα βιογραφικά στοιχεία και τα ανθολογούμενα ποιήματα αντλήθηκαν από το βιβλίο Γιωσέφ Ελιγιά, Άσμα Ασμάτων – Ψαλμοί – Ποίηση, επιμέλεια Γιώργου Ζωγραφάκη, εκδ. Δωδώνη, Γιάννενα, 1967.
** Από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2018/02/20/poihsh-elija/
Γιώργος Κεντρωτής, Τα όνειρα
Τα όνειρα δεν είναι, όχι, φαντασίες
ούτε υπάρχουν απόκοσμες Αφρικές ή Ασίες
να πέφτουν τα μυαλά των αναγνωστών εν αφασία
ή όσων τους άφησε τη δόξα αμανάτι η αθανασία.
Τα όνειρα δεν είναι παίξε-γέλασε για πλάκα
ούτε για να εξυπηρετούν των πονηρών τη φάκα.
Τα όνειρα είναι ούτως ειπείν παμπόνηρα, παγίδες
στην καθεστυκυία τάξη, που την κάνουν βίδες
και την εξαρθρώνουν λίγο-λίγο, ερωτικώς και μέσω
των απειροστικών συνδυασμών που το νιτερέσο
των όποιωνε μικροαστών και κεφαλαιοκρατών νικάνε
και των χθονίων παραδείσων τα κλειδιά κρατάνε.
*Ποίημα και φωτογραφία με την αφορμή του ποιητικού μαζέματος στο Σαλέρο, στα Εξάρχεια, στις 27 Γενάρη 2018.
Γιώργος Ιωάννου, Γύρω μου νύχτα μέρα
Όσο να δέσει κάποιος μέσα μου,
έχει πεθάνει.
Αλλάζω τις φιλίες σαν πουκάμισα,
αλλάζω τις δουλειές, αλλάζω γνώμες.
Πάντα το μάτι μου αλλού∙
μόλις ακούσω ναι έτοιμος να σαλπάρω.
Κι η μοναξιά μου πάντα μοναξιά.
Κι ο πανικός ρεύμα που με τινάζει.
*Από τη συλλογή “Τα Χίλια Δέντρα” (1963). Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ: https://poiimata.com/2018/02/19/gyro-mou-nyhta-mera-giorgos-ioannou/
Alda Merini, Συ ει Πέτρος
[Κάποτε σου είπα]
Κάποτε σου είπα:
μη μου θυμώνεις, αγάπη μου,
που είμ’ εγώ αλλιώτικη.
Ίσως είμαι μια στήλη καπνού,
όμως το ξύλο που καίει από κάτω μου
είναι το χρυσαφένιο ξύλο των δασών,
κι εσύ δεν θέλησες να μ’ ακούσεις.
Κοιτούσες το πάλλευκο δέρμα μου
με τη δυσπιστία ενός ιερέα,
και ήθελες να μπήξεις το μαχαίρι
κι έτσι το θύμα σου είναι νεκρό
κάτω από το βάρος της μωρίας σου,
ω άκριτη αγάπη.
Κορόιδευα τη μέθη της μορφής
αφού ήξερα ότι ήμουν της παρηγόριας,
ωστόσο το πένθος μέσα μου πονούσε
με τη γλυκύτητα του γερακιού.
Πόσες φορές με βρήκαν και με φάγανε,
πόσες φορές έγινα βορά των ασεβών·
ακόμα κι εσύ γίνεσαι τώρα ασεβής,
ω κύημα εσύ του έρωτά μου.
Πού είναι η θρησκεία σου
για τον φτωχό σταυρό μου;
*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου












