William Carlos Williams, Tραγούδι Αγάπης
Ξαπλώνω εδώ και σε σκέφτομαι-
η κηλίδα της αγάπης
έχει απλωθεί στον κόσμο!
Κίτρινη, κίτρινη, κίτρινη
τρέφεται στα φύλλα,
χρωματίζει βαθυκίτρινα
τους κεράτινους κλώνους που γέρνουν
βαριά
προς ένα απαλό πορφυρό ουρανό!
Εκεί δεν υπάρχει φως
μια μόνο κηλίδα πυκνή σαν το μέλι
που πέφτει από φύλλο σε φύλλο
κι από κλώνο σε κλώνο
λερώνοντας τα χρώματα
όλου του κόσμου-
κι εσύ μακριά από εκεί
κάτω απ’ το κράσπεδο
(σαν το κόκκινο κρασί) της δύσης.
*Μετάφραση:Τάσος Κόρφης, εκδ. Πρόσπερος, 1979.
Τάσος Δενέγρης, Ιερά Οδός
Δημήτρης Τρωαδίτης, σου ζητώ να νιώσεις…
Ανδρέας Ελ Σαέρ, Από τις «Επιγραφές στην άσφαλτο»
κάθε
μορφή που στριγγλίζει σα σφαγμένο γουρούνι
σε πετάει από δω κι από κει
όπως οι αέρηδες τα άνθη του γιασεμιού·
σε ρημάζει.
εικόνες
συλούν παραστάσεις και καμώματα,
ασύγχρονοι κούκοι κηδεμόνες
ποντάρουν κάθε φορά στο ραντεβού με την τύχη τους
και συνεχίζουν στο κρίμα του ενός
να τραγουδάνε ψαλμωδίες.
♣
Οι φρονούντες με τα μπρούτζινα αξιώματα
νηστεύουν την παρηγοριά σε πορφυρές νύχτες
και σαν αγρίμια ξεχύνονται
στης ανατολής το χάραμα, στο Χαρπούτ.
υποχρέωση
της άνοιξης,
μου λες, είναι
οι αδιέξοδες καληνύχτες,
οι ραγάδες της ακροποταμιάς,
τα χιλιοποτισμένα νυχτολούλουδα
που μπερδεύουν τους υδροχόους,
και οι γκροτέσκ επιγραφές στην άσφαλτο.
*Έκδοση Ανεξάρτητο Περιοδικό Τέχνης & Γραμμάτων Palinodiae
Eπιμέλεια έκδοσης: Γιάννης Καφούρος | Σχέδια, βινιέτες & κοσμήματα του βιβλίου: Víctor Alegría, Barbara Alan, Τάνια Καραμάνου, Hans Wechtlin, Jacques de Vaucanson. Πορτραίτο Ανδρέα Ελ Σαέρ: Ροδάνθη Κόλλια Ρίζου | Αυτοέκδοση Παλινωδίαι 2018 |
Διαβάστε περισσότερα: https://www.palinodiae.com/andreas-el-saer/
Orhan Veli Kanik, Τρία ποιήματα
ΕΓΩ Ο ORHAN VELI
Εγώ ο Orhan Veli,
διάσημος δημιουργός του ποιήματος
«Αναπαύου εν ειρήνη, Suleyman Effendi»,
άκουσα πως αδημονείτε
να μάθετε όσα περισσότερα μπορείτε
για την προσωπική ζωή μου.
Λοιπόν, ακούστε: πρώτα-πρώτα,
είμαι άνθρωπος κι αυτό σημαίνει
πως δεν είμαι ζώο τσίρκου ή κάτι τέτοιο.
Έχω μύτη και αυτιά
αν και όχι ιδιαίτερα γερά.
Ζω σε σπίτι
και δουλεύω.
Δεν φτάνω ως τον ουρανό
ούτε κουβαλάω στις πλάτες
καμιά μεγάλη προφητεία.
Δεν είμαι ευγενικός
σαν τον Γεώργιο της Αγγλίας,
ούτε αριστοκρατικός όπως ο τωρινός
σταβλάρχης του Celal Bayar.
Μου αρέσει το σπανάκι.
Τρελαίνομαι για τα τυροπιτάκια.
Δεν πολυασχολούμαι
με τα οικονομικά.
Στην πραγματικότητα καθόλου.
Οι καλύτεροί μου φίλοι
είναι ο Oktay Rifat και ο Melih Cevdet.
Βεβαίως έχω μια σχέση
και μάλιστα πολύ σοβαρή
αλλά δεν μπορώ ν’ αποκαλύψω τ’ όνομά της.
Ας το βρούνε οι κριτικοί.
Συνήθως με απασχολούν
πράγματα ασήμαντα, αλλά μόνο
στα μεσοδιαστήματα ‘
των σοβαρών ενασχολήσεών μου.
Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω.
Ίσως έχω επιπλέον κάποιες χιλιάδες
συνήθειες, μα σε τι θα ωφελούσε
η ακριβής καταγραφή τους;
Μοιάζουν τόσο πολύ με τις
άλλες και τόσο πολύ μεταξύ τους.
*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.
***
ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΧΑΡΑΞΕΙ
Αυτοί οι ποιητές είναι χειρότεροι κι από εραστές,
με βασανίζουν. Υποφέρω! Πώς γίνεται αυτό;
Σπαταλώντας μια ολόκληρη νύχτα
στο κρεβάτι με την ποιητικότητα ενός στίχου.
Εντάξει, εντάξει· λοιπόν, ακούς
τις στέγες και τις καμινάδες να τραγουδούν;
Ακούς τον θόρυβο που κάνουν τα μυρμήγκια
όταν κουβαλούν κοκκους στη φωλιά τους;
Θα ήμουν κακός αν δεν περίμενα το ηλιοβασίλεμα
για να ξεφορτωθώ όλες αυτές τις χιλιομπαλωμένες ρίμες
—να τις πετάξω στα μπάζα, στην ακτή—
μαζί με τους ρακοσυλλέκτες που τις έφεραν μπροστά στην
πόρτα μου;
Ο Διάβολος εξακολουθεί να με δοκιμάζει: «Άνοιξε το παράθυρο,
και ούρλιαξε, ούρλιαξε, ούρλιαξε μέχρι να χαράξει».
*Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.
***
ΕΚΔΡΟΜΗ
Περασμένα μεσάνυχτα-
γιατί είναι στο σπίτι, απάνω
στο βουνό, τα φώτα αναμμένα;
Τι τρέχει;
Συζητούν
ή παίζουν τόμπολα;
Ένα από τα δύο πρέπει να συμβαίνει…
Κι αν συζητούν, ποιο ’ναι το θέμα; Π
Πόλεμος, φόροι;
Ίσως καν να μην μιλούν:
τα παιδιά κοιμούνται-
ο άντρας διαβάζει την εφημερίδα του-
η γυναίκα μαντάρει ρούχα-
Ίσως δεν κάνουν τίποτα απ’ αυτά.
Ποιος ξέρει;
Ίσως να ’κοψε
η λογοκρισία
τις πράξεις τους.
*Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.
**Από το βιβλίο “Ο δρόμος μου είναι πλατεία”, Εκδόσεις Βακχικόν 2017.
Παναγιώτης Μηλιώτης, Δύο ποιήματα
Για τους κατατρεγμένους
ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΟΥΣ σε όψιμο,
απαρασιώπητο,
αχτιδοβόλο
δεσμό
Paul Celan
Σκύψε αν μπορείς στο λευκό χαρτί
ξεχνώντας το ποδοβολητο που σάρωσε τα όνειρά σου.
Θυμήσου αν μπορείς τη μέρα, τον τόπο, την επιθυμία
και άνοιξε το στόμα σου να φύγει σαν το πουλί
που πέρασε μέσα από τις Συμπληγάδες.
Καταλήξαμε βρεγμένοι σ’ ένα υπόστεγο
που εξείχε σαν ουρά πολυκατοικίας,
χτισμένη άναρχα, χωρίς να νοιάζει,
όπως και οι υπόλοιπες γύρω, πριν μισό σχεδόν αιώνα.
Το βλέμμα αναμετριόταν με τις γύρω προσόψεις,
το νερό κατρακυλούσε σαν ποτάμι που πάφλαζε οδυρμούς.
Στυλώνω τα μάτια
και βλέπω ένα παράθυρο σχεδόν λιωμένο από την πολλή βροχή,
με τα τζάμια μουλιασμένα, αδιαφανή,
λες κι είχαν παραμορφωθεί και γεμίσει φουσκάλες.
Πώς να ζουν άραγε, πώς να ζουν πίσω από τοίχους
που τρίζουν οι κλειδώσεις μοναξιά και κρύο;
Τα πρωινά τους βλέπω σε κύκλους διάσπαρτους
που ανοίγουν και κλείνουν καθώς ανεβαίνω την Ηπείρου.
Έρχονται απ’ το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Ιράν, την Ινδία,
έρχονται από τον Ήλιο που ζέσταινε τις ρίζες που απλώθηκαν ως εδώ,
έρχονται διωγμένοι από οβίδες που τρύπησαν και γκρέμισαν
τον Ήλιο – αιμόφυρτος σπαρταρά στα συρματοπλέγματα
τινάζοντας αίμα γύρω του.
Άνθρωποι με νεύρα που λιμάρονται
απ’ το κρύο, την πείνα και τη μοναξιά,
εκπλέουν απ’ το ρύγχος της Τουρκίας,
σκαρφαλώνουν μυριάδες τα τείχη
που φιμώνουν τα σαγόνια της χώρας.
Γυναίκες μ’ έμβρυα στις κοιλιές
έτοιμες να διπλωθούν από τους πόνους,
γυναίκες και άνδρες που κουβαλούν
σαν πέτρες τα παιδιά τους,
κάποιοι γλιστρούν και πνίγονται –
Πόσους θρήνους κλείνουν άραγε τα χώματά τους;
Πόσοι θρήνοι μέχρι βάθους που δε σβήνουν… –
Ψάχνουν μάταια το χώμα που η ρίζα του απλώθηκε ως εδώ,
ψάχνουν μάταια το πιο πέρα χώμα – κάτι θα συμβεί,
σκέφτηκα τόσο πυρακτωμένα που καυτοί σπινθήρες
πετάχτηκαν ως εσένα- μίλησες λες και μάντεψες
τι σκέφτομαι.
«Σκεφτόμουν ότι κάτι θα συμβεί εδώ, ένα πρωινό
μια φωτεινή, ασημένια γραμμή σαν τρίχα λεπτή
στον παγωμένο, καθαρό ουρανό σαν περόνη
θα εμφανιστεί.»
Φύγαμε πατώντας τρεχούμενα νερά που πάφλαζαν οδυρμούς.
***
Το σκίτσο στην ντουλάπα
Άνοιξα την ντουλάπα έξω στο μπαλκόνι κι είδα
τα εργαλεία να κείτονται στη σκόνη, σκάλες
ν’ ανεβαίνω, σχέδια να συνδέω αλλεπάλληλα
και ξαφνικά
να σβήνουν και να χάνομαι στο τίποτα· κλαίει
γοερά το γέρικο, κουτσό σκυλί, σέρνει
την πρησμένη του κοιλιά να πιει νερό και στάζουν
στο μουσούδι του στάλες βαθιές του αίματος κι απλώνεται
στο δρόμο ο χάρτης της χώρας που γεννήθηκα.
(Από τότε που τραβάμε
τις πρώτες μας γραμμές με χάρακα
κι αφηρημένοι φέρνουμε μια καμπύλη –
τι ξάφνιασμα που ξέφυγε το χέρι)
Όσο ωριμάζουμε πληθαίνει η ωραία όψη της ανάγκης,
άνθρωποι, πράγματα, τοπία αναγεννημένα
απ’ το δικό μας πόνο και τη δίκιά μας βούληση
επείγονται να δουν και να ιδωθούνε.
Μα το λουρί εντατικά τεντώνεται, δε σπάει.
Και το σκυλί που σκύβει για να ξεδιψάσει
βάφει μ’ αίμα το νερό. Σκιάζεται.
Κάποια σκίτσα πριν τα καταπιεί ο δρόμος
κάποια πρόσωπα με πίστη, μεράκι κι υπομονή
πρόφτασα και κρέμασα, του δίκιου την προοπτική.
Το σκίτσο μιας άλλης χώρας που ξανοίγεται
πιο πέρα κι απ’ τα σύνορα της χώρας που γεννήθηκα.
*Από τη συλλογή «Το σκίτσο στην ντουλάπα», Εκδόσεις Θράκα, Δεκέμβρης 2017.
Κατερίνα Λιάτζουρα, Τρία ποιήματα
ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ ΦΑΝΦΑΡΕΣ
Επείσακτη η σκέψη που με κατατρέχει
και με πάει και με ταξιδεύει
σε διαβούλια φαντεζί
κρυψιγαμίες εμετικές
σ’ ένα γλέντι
μια πάλλευκη γιορτή.
Πέπλο ανεμίζει νυφικά στον αγέρα
λικνίζεται εριστικά στην πνοή
το ακολουθώ στα σκοτεινά υπόγεια με τις ανυπόφορες μυρωδιές
ματώσανε τα ρουθούνια μου απ’ την υπερβολή.
Επείσακτη και εγώ σ’ αυτή την παράσταση ζωής
λικνίζομαι εριστικά στην πνοή
διαβατικό το πέρασμα στη πολύβουλη φαντασμαγορία
παλινωδώ με μαεστρία
τις αρχές.
Η επηρμένη σκέψη ανήλεα με μαστιγώνει
εξογκώνει την κρυσταλλώδη κρυψίνοια της ψυχής
της δίνει εκτρωματικά μεγέθη.
Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι.
Ως νυχτερίδα πλέον
νοσφίζομαι το σύμπαν.
***
ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ
Κληρονομημένες ηθικές
διασταυρωμένες επιρροές
οικογένεια βιβλία ιερές επιταγές
προκαλούν αντανακλαστική συμπεριφορά.
Γοητευτικές οι λέξεις
αλλά κατά βάθος θολές.
Περιδιαβαίνουν την ανάγκη για θεμελίωση
χωρίς ρίζες, δίχως μέλλον
προσκυνούν πηγές αλάνθαστου
προβάλλουν αξιώσεις αλάθητου.
Προσφεύγουν στην τιμωρία.
Διαποτισμένες από μύθους και εξοικειωμένες θρησκείες
παρεκκλίνουν στην καθολικότητα. Στο Απόλυτο.
Αντιφατικά αποκρυσταλλώνουν εντυπώσεις
διαπλεκόμενων προβλημάτων που βίωσα από νωρίς
άργησα όμως πολύ να καταλάβω.
Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία
ή στον εξορκισμό.
Στην απαρχή δεν επιστρέφουν.
Ένας μονόδρομος είναι.
***
ΘΡΙΑΜΒΙΚΑ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ
Απομακρύνθηκα από όχθες
όπου θρίαμβος και μεγαλοστομίες
διασφαλίζουν δόξα και δοξασίες.
Νοσταλγική αθωότητα και ενοχική συνείδηση
κόσμος απλός, γεμάτος
το Απόλυτο της εφηβείας
με οδήγησαν στον λυρισμό
στη σοβαροφάνεια
και στην ψευδαίσθηση της αθανασίας.
Θθριαμβικά εγκαύματα ενός μεθυσμένου ήλιου
φτιαγμένο από την αλμύρα της θάλασσας και το ελληνικό φως
δε μένει άλλο
από το να βυθιστεί
σε αλλεπάλληλες περιπλανήσεις.
‘Οπου μόνο εικόνες
σκυθρωπών ηρώων της παιδικής μου ηλικίας συναντώ.
Κάποια μέρα άρχισα να σκέφτομαι.
Και σκέφτηκα να μην επιστρέφω από το Απόλυτο.
*Από τη συλλογή “Αποκαΐδια ηθικής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.
η ασυνέχεια του τέλους
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Θα βρει η αλήθεια κάποτε,
τον αιτιακό της ελκυστή,
τη θλίψη της βαρύτητας μπρος στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
ένα τουλάχιστον δάκρυ
βεβαιότητας,
μες στον ωκεανό των πιθανών ιλίγγων,
ή ένα κενό ταυτότητας,
εμπροσθογεμές,
όπου τα μάτια των παιδιών,
θα αντιπαραβάλλουν σταθερά
μια ζωγραφιά τους με παστέλ κραγιόνια,
όσο ο χρόνος θα τα πυροβολεί ασταμάτητα
με θάνατο/
κι αυτή η μάχη θα επαναλαμβάνεται μέχρις εσχάτων,
το τέλος -έτσι κι αλλιώς –
είναι θέμα προοπτικής
και τούτη η διαδρομή,
μου μοιάζει απλώς
ένα ασυνεχές απειροσύνολο
διαδοχικών αλμάτων,
σαν το παράδοξο του Ζήνωνα,
που ανέλαβε να το αποδείξει
ένα θαλασσοπούλι/
ΚΛ – 07/03/2018
photo: Polixeni Papapetrou (born 1960, Melbourne Australia; lives and works in Melbourne Australia)
The Encounter
2003
Type C print
100 x 100 cm
Courtesy the artist, Michael Reid Gallery, Sydney + Berlin and Jarvis Dooney Galerie, Berlin
Reproduced with permission
μονάχα η ποίηση
Μας βρήκε η ποίηση
Εύκολους και πανεπόπτες
Έτοιμους να προσδώσουμε στο νόημα
Έναν οποιονδήποτε κόσμο
Και μόνο αφού μετονομαστούμε χίλιες φορές
Να μηνύσουμε τις λέξεις που δεν πέθαναν μαζί μας
Μας βρήκε η ποίηση
Ικέτες και φλεγματικούς
Στον ποδόγυρο της μούσας
Να μουρμουράμε πανηγυρικές λεωφόρους
Με νεκρές επιγραφές και τιμές σκοτωμένες
Εγκατελειμμένα βλέμματα να καρφώνουν τον ίσκιο μας
Μας βρήκε η ποίηση
Πρόχειρους κι απλόχερους
Ελεύθερους κι ήσυχους
Να ξεμακραίνουμε τον δρόμο
Να μην φτάσει κανείς
Κανείς να μη μας βρεί ποτέ
Μονάχα η ποίηση








