Ελένη Παπάζογλου, Τρία ποιήματα

ΘΑ ΓΡΑΦΩ

Πού να τολμήσω να σταθώ;
Ένα μικρό απολειφάδι
ένα μύδι
μια ασήμαντη σκιά.
Το βάρος του χρέους βαρύ για τους μικρούς μου
ώμους
οι εξομολογήσεις μου ημερολογιακές
οι λέξεις μου αδύναμες
σαν το κούφιο στάχυ το άκαρπο.
Κοιτάζω πίσω μου τους Ποιητές και ριγώ.
Όσα έχω μέσα μου με πνίγουν.
Λίγο αέρα καθαρό αποζητώ.
Λίγο γλυκό αίμα απ’ τη χρυσή τους φλέβα την
αστείρευτη
και την αρνούνται.
Πώς τολμάς εσύ μια ζητιάνα των λέξεων
να ψωμολυσσάς και να διψάς εις τον αιώνα
για δυο ψίχουλα ποίησης
για δυο σταγόνες λέξεις;
Σαν τον πιστό γέρικο Άργο
που καρτερά τον κύρη του
μέσα οι μνηστήρες σκυλεύουν την ψυχή
ως περιουσία τους
κι εσύ αναμένεις το γέρο με το τόξο
που τάξη θα φέρει και φονικό.
Κόψε το περιλαίμιο!
Δάγκωσέ τους το πόδι να λυσσάξουν
κι αφού σκοτώσεις τα φαντάσματα του φόβου,
πήγαινε στάσου δίπλα σ’ αυτούς,
που στα γρανάζια της ζωής είναι η άμμος.

10/5/2005

***

ANDREW

Πάλι γκρεμίζεται μέσα μου μια πόλη
για να χτιστεί από τις στάχτες της.
Ο φόρος βαρύΰς μα τα τείχη μπροστά μας
φράζουν το μέλι του γιου της Αφροδίτης
που ο Διγενής τον Πενταδάκτυλο αγγίζοντας
άνοιξε πληγή αγιάτρευτη.
Το σπουργίτι που ’χει φωλιάσει μέσα μου
Φτεροκοπάει σκορπώντας αστερόσκονη
ματώνεται στ’ αγκάθια καημών ανέκφραστων.
Ω! πώς ποθώ την Ανάσα ενός αγγέλου
καυτή πάνω στα χείλη μου να πυρπολεί το θάνατο
και τ’ όνειρο να παίρνει φλόγα πνοής αιώνιας.

23/3/2007

***

ΔΕΝ ΘΑ ΔΑΚΡΥΣΩ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΚΥΛΗΣΕ

Απόψε δεν θα ξενυχτήσω
στο γλυκό ψίθυρο της ανάσας των Ερώτων.
Η αγκαλιά μου είναι άδεια.
Αυτός με αγαπά μονάχα ως ιδέα
και δεν τολμά να πει τη Λέξη
κρατώντας το σώμα και την ψυχή Κλειστά.
Μα άλλο δεν μπορώ να περιμένω,
ο Χρόνος γδέρνει Αλύπητα και δε λογάει από έρωτες
και πόθους της ψυχής.
Το ασήμι του νου χλομιάζει
μπρος στα Ασύλληπτα και τα Παράλογα.
Τον πόνο από πάνω μου πετώ
σαν λιγδιασμένο παλιό βρώμικο ρούχο ξεσκονόπανο
να τρίψω τα όνειρά μου να γυαλίσουν.

16/1/2005

*Από τη συλλογή “Ονειράκατος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2009.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Κι ήθελε ακόμη…

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μανόλης Αναγνωστάκης & Θάνος Μικρούτσικος, Κι ήθελε ακόμη
(ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Τραγούδια της λευτεριάς (1978))

Κι ήθελε ακόμη…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσις σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

View original post

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, Εννέα ποιήματα

ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ

στον Μάρκο Μέσκο

Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει·
λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό
στην υγρασία των αιώνων.
Μια δίκοπη λαλιά,
ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
Η άνοιξη, ανυπόμονη,
θα ’βάζε στην τράπεζα των συναλλαγών
και των υποτιμήσεων
την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
το βλέμμα περιμένοντας
και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυμάτισμά
του ενθουσιασμού.
Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει·
με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.

***

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΕΝΑΟ

Στη θάλασσα μπροστά
το μπλε στα μάτια σου.
Βυθίζομαι και χάνω το φως,
ούτε αχτίνα ούτε κλωστή κόκκινη
να με κρατά στο δρόμο.
Ποιο δρόμο θα μου πεις εσύ,
που ξεστρατίζεις, χάνεσαι
κι αναζητάς αφετηρίες,
πάλι και πάλι απ’ την αρχή
το τέλος να νοσταλγείς
που θα ’θελες να ζήσεις.
Αλλά η ζωή παιχνίδι για σένα είναι,
παιχνίδι αέναο και πάντα νέο,
να σου δίνει την έκπληξη και τη χαρά
κάθε φορά σε κάθε αρχή,
να μη θυμάσαι πως υπάρχει πάντα
ένα τέλος.

***

ΣΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΑΛΙΟ

Στου έρωτα φαινόσουνα το βάθος
μ’ ένα φτερό για άνθος στο κεφάλι,
θαμπή φιγούρα μέσα στο μπουκάλι,
της νύχτας όνειρο ή πάλι λάθος;
Της νύχτας με οδηγεί μια φωταψία
σ’ ένα σοκάκι μέσα στην αιθάλη
κι έτσι γλυκιά που έρχεται μια ζάλη
σαν αναπάντεχη είναι χειραψία.

***

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

[1993]

Χειρουργός ή πλαστουργός;
Σ έναν κόσμο που θέλει αφαίρεση
τι να προσθέσει ένας ποιητής;

***

ΣΑΝ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Δεν ήρθε η ώρα να ειπωθεί
της νύχτας το άδειο κοχύλι,
τους ψίθυρους να σκορπίσει
στη διεύθυνση του χιονιού.
Ο κράχτης πωλητής
στη σιωπή απεργεί.
Η νύχτα κάτασπρη
σε απελπίζει.
Κι εγώ θα ’ρθω τότε που θα ’χεις πάψει
να ελπίζεις στο γυρισμό μου,
ολόκληρος βαμμένος στα μαύρα
σαν μέρα που πενθεί το θάνατό μου.

***

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟ

Θροΐζουν τα φύλλα της καρδιάς
σαν της λεύκας αναστρέφονται
για να αναδείξουν το λευκό
κυρίαρχο του φθινοπώρου.
Η νύχτα, έξαλλη με την επιμονή του κύκνου,
ταξιδεύει στον ουρανό
κόντρα στη βάρδια των εναέριων ελεγκτών.

***

ΤΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τις άρρωστες νύχτες
με τον ορό της ελπίδας στο χέρι
τα δρομολόγια προσθαφαιρείς
των υπεραστικών ονείρων.
Κι εγώ να σου κρατάω το ρυθμό
και να σταλάζω μέσα σου
την προοπτική του απείρου.

***

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Παλεύω με τις λέξεις τη νύχτα,
τη μέρα σκαλίζω ό,τι απόμεινε
ρακοσυλλέκτης σε χωματερή
λίθους πολύτιμους γυρεύω.

***

ΣΤΗ ΘΥΡΙΔΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μετά τον καταιγισμό των τιμών
οι ήρωες επιστρέφουν τα παράσημα
στη θυρίδα της μνήμης.
Να οπισθοχωρήσουν δεν μπορούν
με τόσες άδειες λέξεις φορτωμένοι,
μόνο βάζουν το δάκτυλο στο στόμα
και ξερνούν
την αλλαγμένη ιστορία.

*Από την ποιητική συλλογή “Το δέρμα του χρόνου”. εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.
Δημοσίευσησε : http://journeyinpoetry.blogspot.gr/2017/08/blog-post.html?spref=fb
και http://selidestexnis.blogspot.com.au/2017/08/blog-post_88.html#more

10ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Cadrage Snapshot

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Το Χαλκούτσι αναπτέρωσε το πορτατίφ. Σηκώθηκα από το νεκροκρέβατο με τ’ αριστερό χέρι να μην υπακούει. Ήχησε το τηλέφωνο και η φωνή φίλου αληθινού έβαλε σε λειτουργία τις παράφωνες χορδές, καθώς το πρωινό κατούρημα σήμανε την αρρώστια του θερινού ηλιοστασίου. Φέρνοντας τα ερεβώδη φωτεινά μίλια του μονοπατιού της όποιας σκέψης απάγγειλα Σεφέρη, κυρίως, για ν’ ακούσω τον ήχο των χαραγμένων γραμμάτων μέσα στη φυλακή μίας δοτής χώρας και πρωτεύουσας που λέγεται Κύπρος και Λευκωσία. Μια άτυχη στιγμή καθήλωσε -προσωρινά και σε κουσούρι που μονιμοποιείται στην κίνηση- τον φίλο σε τροχοκάθισμα. Σταδιακά εκτόξευσε την υπομονή στην τοξικότητα της ευθυνόφοβης μαλαγανιάς. Ο Αύγουστος απειλούσε τους ελάχιστους

View original post 319 more words

Νεκρός (Ντέμης Κωνσταντινίδης)

greek-translation's avatarΠΟΙΗΜΑΤΑ

Πίσω από τα βλέφαρα των ματιών
έχει περάσει κιόλας το φιλμάκι της ζωής.
Τέλος και καλό δε γίνεται.
Αν τώρα θες να βαυκαλίζεσαι, έχει καλώς.
Ποιο παραμύθι όμως θα πιστέψεις;
Παχύς παπάς, χοντρός γιατρός!
Η πλάση, ο κόσμος, ο πολιτισμός
όλα ίσον ένα:
συντρίμμια, ενέργεια και σκόνη
πεταμένα.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Νεκρός, Από τη συλλογή Διαθέσεις (2008)

View original post

Πάνος Ιωαννίδης, Ποιήματα της Στιγμής και Άλλες Ουτοπικές Ιστορίες

Η τέχνη είναι μαγεία απαλλαγμένη από το ψέμα ότι είναι αλήθεια
(T.W. Adorno, Minima Moralia)

Πρωινή Ομίχλη

Μαθαίνεις να γράφεις γράφοντας
Μαθαίνεις να ζεις χάνοντας
Ελπίζεις να ζεις γράφοντας

***

Λέξεις

Μοιάζει με βόλτα στην άδεια πόλη μετά τη καταιγίδα
γι αυτό σου αρέσει
το σύνθημα στον τοίχο
που χάθηκε ο τρελός λαγός
διαδέχεται εικόνα ρακοσυλλέκτριας
να ψάχνει στα θερμοκήπια

οι λέξεις είναι σαν τα σύνορα
τη νύχτα ορατές
τη μέρα δυσκίνητες
πρόσωπα ερωτευμένων
κορμιά αλλοτριωμένων
σταγόνες επίμονες στην άμμο του χρόνου

με βρίσκουν απροετοίμαστο
υπνωτισμένο από ψαλμούς της μονότονης ζωής
δένουν τα χέρια μου στις ουρές τους
φέρνουν στα βλέμματα μου
μοτίβα με τις κρυψώνες του

λέξεις προσφέρονται
στις υπεραγορές του πνεύματος
ανταλλαγές σε λίγο αίμα
επιστροφές με περίσσια δάκρυα
φθαρμένοι ρόλοι με την οκά

λέξεων κύηση στις ράγες του τρένου

***

Τρένα της Φυγής

θυμίζει αυγή
το απόγευμα ο ορίζοντας
καστανιές περνούν με ορμή καταρράκτη
κρύβουν τα πρόσωπα στο τζάμι
λίγο πιο κάτω από
το δέρμα του καιρού

ένα μολύβι και ένα σύννεφο
το χέρι
θυμίζει κάννη
νυχτερινό βλέμμα
όταν σταθμεύει σε αόρατες πόλεις
που ζητούν πίσω το αίμα τους
από τις κάμερες του κλεμμένου χρόνου

λίγο αίμα
στου φιλιού την άκρη

δείχνει σαν όνειρο
το πρωί στο τούνελ
όταν το τρένο βγαίνει
από την αγκαλιά του
παιδί που ζητάει
τις χαμένες μητέρες

***

Κόρη Ανδρομέδας

έρχεσαι όταν δεν σε θέλω
ήσυχο πυρρόξανθο φως τα φθινοπωρινά μεσημέρια
με κάνει να νοσταλγώ ότι ξέχασα να ζήσω

φεύγεις όταν σε χρειαζόμαστε
καλοκαιρινή μπόρα στη ξερή γη
που δεν προλάβαμε να πούμε πατρίδα

κόκκινη θάλασσα στις μαύρες αχτίδες της ιστορίας
η πνοή σου
τα μονοπάτια σου
εκτός γραμμικού βλέμματος
αόρατοι οι τόποι σου
όπως ο χρόνος τον Αύγουστο

είσαι η άλλη πλευρά του φεγγαριού
γράφουν οι φωνές στα εσώτερα βιβλία
μυστική Θεά που διαφεντεύει
απαγορευμένα νεκροταφεία του πνεύματος

εκεί γεννάται η αλλιώτικη ζωή

θέλουμε ένα πρωινό να σε βρούμε
να λαγοκοιμάσαι μοιραία σαν τον θάνατο
στο τρένο που μας πάει στη δουλειά
και να χαθούμε στις μυστικές στοές
ενός ατέρμονου θαύματος

***

Τα Μωρά της Αθηνάς

χοντρές σταγόνες στάζουν από τη βρύση
διάφανες ματιές στον αόριστο πόνο
μπερδεύουν τα βήματα
από τις λέξεις στα πράγματα

γεννηθήκαμε στα πρώτα χρόνια της Αθηνάς
τότε που η αγουρίδα έδινε μέλι και τα δέντρα πίκρα
ο άνεμος σήκωνε τις μυθολογίες
στέλνοντας τες σε μυστικές σπηλιές
μουσικές γραφόταν για αόρατες γιορτές
γέροι μεγάλωναν νέους που τους έμοιαζαν
τα πεφταστέρια περισσότερα από τους χειμώνες
λιγότερες οι θάλασσες από τα βουνά
πουλιά που ζούσαν σε σπηλιές
φίλτραραν τις πένες μας

ανεπίδεκτα αμυνόμενοι
καθώς γυρεύαμε την άλλη πλευρά του φεγγαριού
στα βλέμματα του διαρκώς αναβαλλόμενου καλοκαιριού
γεννούσαμε ψευδαισθήσεις σε άδεια μπαλκόνια
κοιμόμασταν σε ξεχασμένα από τον Τειρεσία κείμενα
συνθέτοντας ν.υ.χ.τ.α.
(νέο υπερηχητικό χτύπημα ταξικού αγώνα)

τώρα τραγουδάμε ακόμη πιο μόνοι όλοι μαζί
σε τυφλούς που έχασαν τους μονόφθαλμους
φωνές στην ομίχλη
σκιές σε αόρατες πόλεις
και γράφουμε στις πλάτες του χρόνου
στίχους ονειροπόλας ζωής

εμείς που μάθαμε να χάνουμε θα σας διδάξουμε στη μάχη

Η πολιτική και υπαρξιακή ποίηση της Κατερίνας Γώγου

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Έχω την αίσθηση, αν όχι την βεβαιότητα, περιδιαβαίνοντας στους χώρους του διαδικτύου και της κανονικής ζωής πως η Κατερίνα Γώγου είναι περισσότερο γνωστή σ’ έναν νεότερης ηλικίας κόσμο με την ποιητική της ιδιότητα και λιγότερο ως ηθοποιός. Αυτό δεν το λέω ως κάτι το αρνητικό, το αντίθετο μάλιστα. Βλέπετε, λίγο η ανάγκη για ποιητική έκφραση κι επικοινωνία της νεότερης γενιάς διαφορετική από τα συνηθισμένα, λίγο μία όχι πάντα καλοπροαίρετη επαναφορά ανθρώπων όπως η Γώγου στην επιφάνεια από δημοσιογράφους και κάθε λογής «δημοσιολογούντες», ένα παραπάνω που οι πολιτικές και κοινωνικέ συνθήκες – της εξέγερσης που αργά σιγά καλλιεργείται μέσα στις συνειδήσεις των νεότερων, οι εργατικοί αγώνες κι αντιστάσεις, οι μικρές νίκες και οι πρόσκαιρες ήττες, η αλλοτρίωση, η μοναξιά μέσα σε μια πόλη που αναζητά την ελευθερία της – που παράγουν αυτή την ανάγκη για επαφή με κάτι το διαφορετικό, κατ’ επέκταση και με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου.

Βέβαια, οι παλιότερες γενιές, και φυσικά της γενιάς της ποιήτριας, την γνώρισαν μέσα από τις ηθογραφικές, ανόητες και βαθιά συντηρητικές ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου – εκείνες τις ταινίες που μέσα στην εποχή του μετεμφυλιακού κράτους, με τους διωγμούς και τις εξορίες των κομμουνιστών αλλά και με τις μάχες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αναλώνονταν πολύ συνειδητά στην καλλιέργεια μιας επιφανειακά αθώας ηθογραφίας των πόλεων και της κοινωνικής ζωής και στην γελοία, κακή μίμηση των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ τύπου ρομαντικού κομεντί και μιούζικαλ: οι κινηματογραφικές εξαιρέσεις της περιόδου απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εντός αυτού του περιβάλλοντος, η Κατερίνα είχε πάντα τον στερεότυπο ρόλο της ξεπεταγμένης, αθώας, σχεδόν ηλίθιας, μοντέρνας – σύμφωνα με τα αμερικάνικα, καταναλωτικά πρότυπα και «επαναστάτριας» κόρης. Δεν ήταν η Φίρμα του συστήματος της εποχής, ούτε έπαιζε με τους πολύφερνους γαμπρούς της τότε «σόου μπιζ» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία των χρόνων δεν έκανε αξιόλογη πορεία σε σοβαρότερες και πραγματικά «κινηματογραφικές», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ταινίες, σε αυτό συνέλαβε και η αλλαγή των εποχών και της κοινωνικής συνειδητοποίησης που δεν αρκούνταν πλέον στην αναπαραγωγή των ηλίθιων αστικών προτύπων συμπεριφοράς αλλά που προχώρησαν, μαζί με την κοινωνία, στην αμφισβήτησή τους και στην κριτική της επικρατούσας ηθικής: ο ρόλος της αδελφής του Θανάση Βέγγου στο φίλμ «Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση» του Ντίνου Κατσουρίδη, είναι ενδεικτικός χωρίς να είναι ο μοναδικός ενώ, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε για την συμμετοχή της στην ταινία «Το βαρύ πεπόνι» με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1977). Σε αυτή τη νέα πορεία η «Παραγγελιά» του συζύγου της Παύλου Τάσιου, αποτελεί το σημείο καμπής όπου συνδέθηκαν σ’ ένα ισχυρό κράμα, η ποιητική αμφισβήτηση της δημιουργού μαζί με την αναζήτηση, νέων, περισσότερων ώριμων, κινηματογραφικών εκφράσεων.

Η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή (παρέα με τους Νικόλα Άσιμο, Παύλο Σιδηρόπουλο καθώς και με άλλους) εκφράζοντας τόσο την ηττημένη δεκαετία μετά την αυταπάτη της επαναφοράς της (αστικής, φυσικά) δημοκρατίας και τα αποτελέσματα της ιστορικής ήττας της επαναστατικής διαδικασίας που εκτυλίχθηκε στην χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής Αλλά έκφρασε και μια άλλη εποχή: αυτή που ακολούθησε με την πτώση της Χούντας και την Μεταπολίτευση, που τα κοινωνικά προβλήματα δεν είχαν επιλυθεί, με τον βαθύτατα συντηρητικό και ακροδεξιό μηχανισμό στο απυρόβλητο, με τις νέες οικονομικές δυνάμεις να επιχειρούν να διαβρώσουν την κοινωνική συνοχή καθώς και το μεγάλο ταξικό κριτήριο που ήταν υπεραναπτυγμένο μέσα στον κόσμο του αγώνα και στην εργατική τάξη – έκφρασε ακόμα την ατομική και συλλογική αλλοτρίωση, την επιβολή χιλιάδων πνευματικών και υλικών εξαρτήσεων, την ανάδειξη της υποκρισίας ως συστατικό στοιχείο του δημόσιου λόγου.

Η συγκεκριμένη εποχή μάλιστα, είναι η εποχή όπου άλλοι ποιητές, θύματα κι αυτοί μιας, ας το πούμε, «ταξικής μελαγχολίας», είτε προτίμησαν τη σιωπή καθώς θεωρούσαν ότι είχαν πει ότι ήταν για να πουν, είτε έγραφαν – ιδιαίτερα η νέα γενιά ποιητών – με ένα τρόπο που τους αποξένωνε από τις ανάγκες της κοινωνίας και του τόπου. Η Γώγου είναι εκείνη η δημιουργός που με τα σκληρά της βιώματα, με την δυνατή πολιτική της σκέψη αλλά και με την αξιοποίηση τόσο του εκφραστικού ταλέντου της, όσο και της πλούσιας ποιητικής/καλλιτεχνικής αντίληψης που την διακατείχε, έφτιαξε με πόνο σώματος και ψυχής γνήσια υπαρξιακή ποίηση με έντονα εξεργεσιακά κι επαναστατικά στοιχεία. Η ποίηση της είναι η ποίηση της κοινωνικής και προσωπικής απόγνωσης αλλά και της γνώσης ότι οι βάρβαροι είναι ήδη εδώ και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην απαλλοτρίωση ψυχής και κοινωνίας που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν. Αμφισβητεί η Κατερίνα Γώγου: το Κόμμα, τα πρόσωπα που στο όνομα του αγώνα ξεπουλούν ιδέες και συνειδήσεις, υπερασπίζεται την αναρχία, τα ματαιωμένα όνειρα, τους θεσμούς, την Οικογένεια, την Πατρίδα και τα στρατιωτικά εμβατήρια, περιγράφοντας τις εικόνες της πόλης, στα βρώμικα στενά, στα γήπεδα, στην Πατησίων. Και συμπαραστέκεται: στην Γυναίκα, στην Κόρη της, στους μετανάστες και στους πολιτικούς κρατούμενους ενώ την ίδια ώρα στοχοποιείται από το Κράτος και τις δυνάμεις καταστολής.

Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, αναδεικνύεται και στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη , όσο και στην όχι πολύ πρόσφατη εποχή όπου έζησε η ποιήτρια, όπου ο καθένας και η καθεμιά μας, αναγνωρίζει σε αυτήν τον δικό του προβληματισμό, την δική του αγωνία που βρίσκεται και σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες της εποχής μας. Ένας σκληρός, ανελέητος κι αδυσώπητος ύμνος, βαθύτατα τραγικός (με την… αρχαιοελληνική έννοια του όρου), να τι είναι και πως ορίζεται η ποίηση της. Αποτελεί ένα ύμνο στον μοναχικό άνθρωπο της πόλης αλλά και στους ανθρώπους που παίρνουν το μέλλον στα χέρια τους, ένα ύμνο σε μορφή ποιητικής προκήρυξης στον ιδιότυπο και ιδιόμορφο αγώνα εκάστου και όλων ενάντια σ’ ένα σύστημα που καταρρέει και που απειλεί να μας πάρει μαζί του στο τέλος ή κι ελπίζοντας πως με την ανοχή μας θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή για λίγο ακόμα, ένας ύμνος είναι, ένα τραγούδι για όλους εμάς που όσο και να το θέλουν δεν χάνουμε την ιστορική και προπαντός, την ταξική μας μνήμη.

Είναι όμως και μια ποίηση που πολλές φορές – αν όχι τις περισσότερες, δεν αντιλαμβάνεται πως εκφράζει όχι ένα ή δύο προσωπικά παραδείγματα αλλά μια ολόκληρη κοινωνική συνείδηση και αναγκαιότητα. Είναι μια ποίηση επίσης, που ο εκφραστής της, η Γώγου δηλαδή, από τη μία καταγγέλλει και διαμαρτύρεται ενώ από την άλλη λυγίζει κάτω από το βάρος των προσωπικών προβλημάτων της (κατάθλιψη, πρέζα κτλ) – που βέβαια είναι και κοινωνικά προβλήματα, όπου οδηγείται προς το τέλος της ζωής της ποιήτριας και της ποιητικής της δραστηριότητας να εσωτερικεύει τον πόνο της, να απομονωθεί, να επαναλαμβάνει «απλώς» παλιές αναμνήσεις, να επιχειρεί ένα κριτικό σχολιασμό της μέχρι τότε ζωής της, ελαχιστοποιώντας την αδρότητα των ποιητικών της εικόνων αλλά και αξιοποιώντας μια νέα ποιητική γραφή: περισσότερο κοφτή, λιγότερο καταγγελτική, δείχνοντας (πόσο ενδιαφέρουσα αντίφαση είναι αυτή) και κούραση και διάθεση για ανανέωση – που όμως θα έρθει πάρα πολύ αργά.

Όχι, δεν είναι τυχαίο που ανακαλύπτουμε ξανά την Γώγου, αυτή τη φορά κάτω από το καινούργιο πρίσμα της ελπίδας και των αγώνων ως μια σοφή φωνή που μας προειδοποιεί να μην ξεχάσουμε την ιστορική μας ευκαιρία για αληθινή ελευθερία αλλά και πως όταν έρθουν εκείνες οι πολυπόθητες μέρες, να μην ξεχάσουμε , τα χρόνια της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του ψεύδους.

*Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα ‘Αγώνας της Κρήτης’ καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό ‘Ατέχνως’. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://atexnos.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Μαρία Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

Μαζί

΄Εγινε πεταλούδα και αυτός έκλαψε
΄Εγινε μέλισσα και αυτός πόνεσε
΄Εγινε αράχνη και την πλησίασε
΄Εγινε μυρμήγκι και την πρόσεξε
Φόρεσε τη δική της στολή και έμεινε μόνη της
`
****

Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ΄του ήλιου τις περασάδες
τ΄ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα της δύσης που κλείνει το χορό
Σε είδα, Αρετούσα, με τ΄απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια
Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα
`
***

Γυναίκα στο μπαλκόνι

Κάθε πρωί
με το σεντόνι
τινάζει τα όνειρά της
`
***

Εικόνα

Λεπτό χαμόγελο
Ματιά ανέμου
Και τα μικρά σου δάκτυλα, μια μονοκοντυλιά
Ξεφυλλίζω χρώματα
Τα προσπερνώ
`
***

Το Πέρασμα

Ζωή και Θάνατος
Κλείνουν το μάτι και σε προσπερνούν
Κι εσύ νόμιζες πως έχουν μάτια μόνο για σένα

*Από τη συλλογή «Άδειοι στίχοι», εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012.

Έρμα Βασιλείου, Ο κυρ-Καλλιγάς ο κύρης μου

Ο Καλλιγάς ο κύρης μου είχε ένα φίλο καρδιακό, τον κυρ-Λίνο, στον οποίο έκανε κάθε χρόνο τη γιορτή του. Στις 5 του Νιόβρη θαρριέμαι. Γιατί ο κύρης μου έλεγε πως αυτός δεν είχε μάθει αν είχε Άγιο κανένα και δεν γιόρταζε. Σαν και τον Καλλιγά τον κύρη μου, είχε αμπέλια στην Ποταμιού ο κυρ-Λίνος. Κι οι δυο τους αχώριστοι από τον καιρό που ήταν κοπελλούδια, είτε όπως λέγονταν παλαιότερα, μειράκια. Γνώριζαν το κάθε αμπέλι, την κάθε ρώγα, της κάθε στάξης στο πιθάρι ξέραν τη γεύση και το χρόνο που τρυγήθηκε το κνυζί του αμπελιού και το χρώμα που ανταμώνει αυτή τη γεύση. Όλα τα ηξέραν.
 
Η μάνα μου ήταν από τα Κούπετρα. Ήταν κόρη παπά και την ελέγαν Ινδιρώ κι είχε μια δίδυμη αδελφή την Ερμώνασσα. Της εδώσανε αυτό τ’ όνομα γιατί είχε έρθει στο χωριό ένας παπάς απ’ την Ερμώνασσα του Πόντου, κι έμεινε στην Ποταμιού και άγιασε. Δύσκολα ξεχώριζες τη μια αδελφή από την άλλη. Διπλάρες τις φωνάζανε. Δεν έζησα πολύ με τη μάνα μου και μηδέ μ’ έζησε και η ίδια. Κι η Ερμώνασσα, η θεία μου, δεν αρμάστηκε, ανύπαντρη έμεινε για πολά χρόνια, φρόντιζε τον πατέρα και τη μάνα της, τον πάππον και τη μάμμη μου, στο διπλανό χωριό, αλλά ερχόταν κάθε βδομάδα στο σπιτικό μας καβάλα στ’ άλογό της, με σπιτικά καλούδια και κανίσκια που έφτιαχνε για μας. Δόθηκε στα θεία, όπως τον πάππο μου, τον παπα-Μιχαηλά.
 
Ο Καλλιγάς ο κύρης μου είχε χάσει τη μοίρα του στα όρια που τον πήρε η καλοσύνη του. Ένα «ιννέ» μανιχά έλεγε, ένα «όρισε», ποτέ του «ου» ποτέ του «όι», αν και θα ικανούσε να το λέει. Δεν ακούστηκε ποττέ η φωνή του παρά δυο-τρεις ασκελιές παρά πέρα. Είναι και του σκοπού της φύσης να κάνει κάποιους ανθρώπους αδύναμους, με δυο λόγια καλύτερους. Σε κάθε τι που έλεγε άφηνε ένα σύντομο γέλιο, χε χε χε, όσο να πει σε όλους μια κουβέντα που αν και λίγοι την άκουγαν. Στα γύρω χωριά τον ήξεραν σαν τον φίλο του κυρ-Λίνου. Και λίγοι τον φώναζαν με τ’ όνομά του. «Ήντα κάμνει ο φίλος σου ο κυρ-Λίνος;» Αλλά κι αν τον εφώναζαν με το όνομά του, δεν άκουσα να τον λένε κύρη. Μόνο εγώ τον εφώναζα κύρη, κι ο μισταρκός μας ο Πασικράτης. Άσχετα αν είχε μια μεγάλη συναισθηματική, μαγνητική δύναμη που σε έλκυε, όπως είπε ένας πίσκοπος κάποτε, που επισκέφτηκε παλιά τ’ αμπέλια μας, να τα βλογήσει.
Από το Μετόχι του Κύκκου ήρτεν.  
 
Κάθε που βρίσκονταν ο κυρ-Λίνος κι ο ανώνυμος για τον κόσμο Καλλιγάς, ο κύρης μου με λίγα λόγια, έβαζαν κι από ένα στοίχημα, ένα ζήττουρα που μπορούσε να τους στοιχίσει και μέρος από το μάλιν τους, το γονικό του κτήμα. Από δυο φορές έσωσαν ο ένας τη ζωή του άλλου, όταν το Χάποταμι, το ποτάμι του χωριού, γίνηκε χείμαρρος ένα χειμώνα και παρέσυρε τα λίγα κτηνά τους και όταν στους πρόποδες του βουνού κάηκαν μια χρονιά τα σπαρτά. Ήμουν αγέννητη ακόμα. Όταν μεγάλωσα, ο κυρ-Λίνος μου έμαθε δυο λούρους γράμματα γιατί ήταν ταξιδεμένος. Κι αν τύχαινε να μην έρθει καμιά εβδομάδα, μ’ έφερνε πότε ο κύρης μου και πότε ο καλός μισταρκός μας ο Πασικράτης στ’ αρχοντικό του, για μια ζιβάνα ο κύρης μου και για ένα μάθημα εγώ, για ό,τι γνώριζε και  ό,τι ήθελε να μιλήσει, ο καλός τούτος φίλος του κύρη μου. Μάθαινα πολλά και από τον παπα-Μιχαηλά, τον πάππο μου, αλλά φοβότανε τ’ αλόγατα, τους αππάρους. Κι ερχόταν συχνά μόνο με ημίονο, που είναι πιο ήμερο ζώο, πιο ταπεινό.   
 
Πήγαινε συχνά στο Αλέπο, ο κυρ-Λίνος, κι έφερνε ποδίνες από τη Συρία που τις μοσχοπουλούσε στους γεωργούς. Αρχοντόγερος, και όμορφος. Είχαν κρυφές θήκες οι ποδίνες του, κάτω στον πάτο τους, για να βάζουν οι άντρες, ε, τα δικά τους, τον καπνό που ρουφούσαν από ένα γυαλί με νερό κι ανάπνεαν βαθιά μέσα τους ή το κλειδί της εξώπορτας, ή ακόμα ένα μικρό μυστικό τους. Είχε χαρίσει ένα ζευγάρι σχετικά καινούριο στον πατέρα μου, κι όταν μεγάλωσα προσπάθησα να φορέσω μιαν ποδίνα… αλλά μόλις που έσωννα να κουνηθώ. Ο κυρ- Λίνος έλεγε πως για να φοράς ποδίνες πρέπει να είσαι αρσενικού γένους. Το ζευγάρι που του χάρισε το κέρδισε πίσω μια μέρα σ’ έναν άλλον ζήττουραν, και το πήρε. Και σαν το μετέφερε δεμένο στο στρατούρι του αλόγου του γελούσε όσην ώρα του χρειάστηκε να περάσει το Χάποταμι, που το καλοκαίρι πρόσφερε εύκολη διάβαση από την Ποταμιού στα γύρω χωριά και άφηνε τον άνεμο να φέρνει τη φωνή που το διαπερνούσε. Κι ο κυρ-Λίνος απέναντί μας έμενε, βλέπαμε την οικία του, από μακριά, πέρα από τη λαξιά, στα λατσιά της Κοκώνας, που ελαλούσαν.
Τίποτε έλεγε ο κύρης μου δεν αξίζει όσο μια καλή φιλία. Καλύτερα να μην είμαι άντρας παρά να μην δώσω ένα στοίχημα που έχασα. 
 
Την τελευταία φορά είχε κερδίσει ο πατέρας μου ένα καλό κομμάτι του αμπελιού του κυρ-Λίνου! Σ’ενα παιχνίδι μνήμης το κέρδισε, με το διχαλωτό κόκκαλον του στέρνου της όρνιθας. Ως που και του το ’δωσε ευτύς πίσω. Ένα αθώο αρχικά στοίχημα ήταν τα επικίνδυνα παιχνίδια τους, ένα «μάντεψε αν θα ρίξει νερά σε δυο φεγγάρια», ένα «στοιχηματίζω πως η παπαδιά θα βήξει τρεις βολές την ώρα που βγαίνει ο παπάς με το ευαγγέλιο», ένα «αθθυμήσου ειδεμή τρώω σου το παιχνίδιν». Παιδικά και μωρίστικα, να έλεγεν κανείς, καμώματα. Σαν μωροκοπελλούδια εκάμνασιν. Με τα χρόνια όμως βγήκεν από την αθωότητα η αληθική εικόνα του κυρ-Λίνου, σαν βγαίνει έναν κρυμμένο κακό που δεν είδες να ‘ρχεται. Λες και ο κυρ-Λίνος το στοίχημα το έβαζε για να πάρει. Να πουγγίσει! Κι αν δεν έπαιρνε τη μια θα το έβαζε πείσμα να πάρει την άλλη. Και γίνηκε με τα χρόνια παράξενη η φιλία τους. Αλλά και τα εχούμενά τους! Από τη μια φαινόταν πως είχαν το ίδιο ξέχωρο αρχοντικό, γιατί ήταν και το δικό μας γεμάτο κεντήματα και υπεύχια σε χρώματα πορφύρας, γεμάτο μέσα κι έξω το δέρμα μας χωριάτικη αρχοντοσύνη… Κι από την άλλη, όσα είχαν και δεν είχαμε ήταν σαν να γίνονταν ένα, και για τους δυο. Μα πάλι…γίνονταν μόνο για τον ένα. Ένας ύπνος τους χώριζε αλλά και μια έμφυτη κι αθώα κακότητα που εγκυμονούσε στα σπλάχνα του ο κυρ-Λίνος. Ήταν το φυσικόν του τέτοιον. Ίσως, λαλώ, η μοναξιά του. Ίσως, λαλώ, η μονοσύνη του! Και να μου πείτε τώρα, πώς είναι αθώα μια κακότητα δεν ξέρω να σας πω ούτε εγώ, αλλά ούτως το θωρούσα. Πως δεν ήτανε κακός αλλά έκανε κακό για ένα σκοπό που ήταν σαν εσώκλειστος στα στήθη του. Και δεν εγνώριζα τι θα ήθελε να συναποκομίσει απ’ αυτό. 
 
-Και ήντα κάμνει η Χαριτίνη, το κορούδι σου; Ρωτούσε ο κυρ- Λίνος ακόμα κι όταν ήμουνα παρούσα.
 
Δεν μου άρεσε που ρωτούσε. Όι μάνα μου, δεν μου άρεσκεν. Όχι το γιατί ρωτούσε. Αλλά γιατί δεν είχε λόγο να ρωτήσει. Εσείς δε θα θυμώνατε; Ερχόταν συχνά, μας έβλεπε συχνά, πολύ συχνά μάλιστα. Και Λίνος και φίλος του, ο κύρης μου, τσουγκρίζαν τις καντήλες τους, τα ποτήρκα. Έπρεπε να είχα πάντα κάτι πρόχειρο για τον κύρη μου, ένα κομμάτι παστό κρέας, ή ένα τρυφερό γαλακτερό χόρτο από τις πρασιές… κι από αυτό ορνιθοσκάλευγε ο κυρ-Λίνος. Ακουγόταν από μακριά το ποδοβολητό του αλόγου του, της Χιόνας, όποτε ερχόταν από το χωράφι. Και δεν το χάνω με τίποτε το ποδοβολητό του αλόγου του. Δεν θα το έχανα με τίποτε. Το ‘ξερα από τα μικράτα μου τα χρόνια. Το ήξερα από τα γεννοφάσκια μου, που λέει η λόγος. Αν και ήμουν αγέννητη ακόμα, με την ιστορία που θα πω. Ήταν το άλογο, η φοραδίτσα η όμορφη που γεννήθηκε εκείνη τη νύχτα, τη νύχτα που η Αστρώ η φοράδα του είχε μιαν άσχημη γέννα…και ο κυρ-Λίνος χρειάστηκε να στείλει τον μισταρκό του, τον δουλευτή του, να ξεσηκώσει τον πατέρα μου από το σπίτι του, μέσα στο βαρυχείμωνο… αρχές Γεννάρη ήταν. Την παραμονή των Φώτων. Είχε άρρωστο τον πατέρα μου η μάνα μου και είχε έρθει από τα Κούπετρα η Ερμώνασσα, η αδελφή της, να βοηθήσει με τις δουλειές. Η μάνα μου αποφάσισε, αφού δεν ήτανε καλά ο κύρης μου, να πάει να ξεγεννήσει τη φοράδα, γιατί γνώριζε καλύτερα απ’ όλους για τέτοιες φοραδόγεννες. Μα η φουσκωσιά στο Χάποταμι ήταν τόση που εφοβήθη, όπως έλεγε πάντα, να γυρίσει. Ξωπίσω της έτρεξε στο κατόπι και η Ερμώνασσα, που είχε την έννοια της, όλη νύχτα στο πόδι να τανύσει του παπά κύρη της με τα πρόσφορα της γιορτής της επομένης, και μέσ’ στο ελάχιστο φως των άστρων έφυγε σαν το ανέμι για την λαξιάν…κι επέμενε… κι επέμενε η Ερμώνασσα να βρει, να δει, κι απέ την άβυσσον ακόμα…κι έστειλε πίσω νωρίς πριν που το χάραμαν του φου την μάναν μου, περνώντας την με το αππαρίν της από το ξέχειλο Χάποταμι. Παραμονές των Φώτων ήταν, όπως είπα… Μα κοιμήθηκε χαράματα στο στάβλο, με τη φοράδα του κυρ-Λίνου η Ερμώνασσα, τη φοράδα που ξεγέννησε η μάνα μου την ίδια εκείνη νύχτα. Κι ήρθε την επομένη κουρασμένη από τη θύελλα.
Ωσάν η μάνα μου μας έφυγε ..όταν…όταν πια πέρασε στην άλλη όχθη από αυτή την αρρώστια που την είχε έξη μήνες στο στρώμα, το άλογο που μεγάλωνε σχεδόν μαζί μου, η Χιόνα, και που αγάπησα τόσο, δεν το έβλεπα συχνά.  Ήταν φοραδίτσα παιχνιδιάρα. Αρχικά μας την εχάρισε ο κυρ-Λίνος. Κάποια μέρα όμως την κέρδισε πάλι και την πήρε πάνω σ’ ένα μάντεμα. Την πήρε πίσω ο κυρ- Λίνος. Κι ο Καλλιγάς ο Ροδινός, ο κύρης μου δεν μπόρεσε να τηνε φέρει πίσω. Με κανένα άλλο παιχνίδι του ζήττουρα δεν εδέχτηκεν ο κυρ-Λίνος να παίξει τη Χιόνα.
 
Παρ’ όλα τούτα, και για όσα θα πω με τα λίγα μου γράμματα, όσα ήξερα από τον κυρ- Λίνο τα έμαθα. Πως το άστρο που βγαίνει το πουρνό λέγεται αυγερινός και πως γεννήθηκα το 966. Μου είπε μάλιστα πως σ’ ένα ταξίδι του στην Κωνσταντίνου πόλη θα έφερνε κεντημένο κομμάτι ύφασμα για κάλυμμα στο στρατούρι μου, για την πλάτη του Κανδρή μου, του όνου μου. Δεν ήθελα άλλα δώρα πια από το κυρ-Λίνο. Ήτανε άδωρα ναι ή ου; Ρωτώ σας! Ήθελα να γίνει κάποτε ένα θαύμα όπως αυτά του ευαγγελίου, και να πάψει να παίζει μαζί μας αυτά τα παιχνίδια ο κυρ-Λίνος.  Και είχα κάνει τάματα στον Άγιο Μνάσονα, τον Άγιο του χωρκού μας γι’ αυτό. Τάματα και θάματα να ‘κούσουν τα ώτα σας.
Τα πράγμα με τα χρόνια παράγινε. Η μοναξιά στην λαξιά που μέναμε, η δύσκολη δούλεξη τού να δαμάσεις τον άγριο τόπο και να τον κάνεις γη του κρασιού καρποφόρα, οι υπεροψίες του κυρ-Λίνου, άγετε πείτε μου δεν έχω δίκιο που τις λέω με ήντα τρόπο; Που όπως κι αν ήταν φοβόμασταν γιατί ήταν περισπούδαστος μα εισέτι και τον αγαπούσαμε και η δύναμη του Καλλιγά του κύρη μου να κρύψει το ξεριζωμένο του πνεύμα μετά την αρρώστια της μάνας μου, που όλοι τώρα αγαπούσαμε ακόμα πιο πολύ από ποτέ, γιατί το νιώθαμε πόσο άξιζε να ζήσει με μας, μέχρι το τέλος, όλα πια έκαναν τη ζωή μας μικρότερη, πικρότερη. Μεγάλωναν κι αμέσως μίκραιναν τα όνειρα, πριν ψηλώσουν. Η μάνα μου ήθελε πάντα την πρωτιά να με κτενίσει πριν βάνω ένα χτένι δικό μου στα μαλλιά. Κι αυτό έκανα για να την χαροποιήσω. ‘Εστω κι έτσι, σαν έλειπε. Αυτή ήταν η χαρά μας, Ο ένας τον άλλον να έχει, κι όταν ακόμα λείπει. Κι ακόμα και το στοίχημα είχε χάσει νόημα. Το μόνο που απέμενε ήταν ίσως οι όμορφες νύκτες του χειμώνα στο κέντημα, στον αχνό από τους πηκτούς χυλούς της όρνιθας στην εστία μας, να τρώει να θρέφεται ο κύρης μου ο δουλευτής του οίκου και της ζήσης μας, να του χαμογελά η Ινδιρώ του από μια ζωγραφιά, κι ο ήχος από τα κάστανα στα κάρβουνα να μας κρατά παρέα, και τα διακοσμητικά κεντητά παραπετάσματα από μετάξι που έφτιαχνα ολοχρονίς σε σχήματα, μαζί με το κουκούλι που έμενε να βάλουν οι παντρεμένες τα στέφανά τους μέσα σε μικρά κιβώτια, και να μπορώ ν’ αγοράσω με λίγα πέρπυρα κανένα χτένι για τα μακριά μαλλιά μου, από το πανηγύρι του Άι- Μνάσονα…να γίνονται ένα όλα με τη ζήση μας. Ν’ αγοράσω ένα μαντήλι για τη μάνα μου κι ας μη ζούσε πια να το φορέσει. Και ίσα οι ευωδιές του καλοκαιριού με τις ροδακινιές, τις μηλιές  και δαμασκηνιές και τ’ αηδόνια που σου παίρνουνε τ’ αυτιά και τον ύπνο όταν βουττήσει ο ήλιος στην απ’ εκεί μεριά της γραμμής, στο άλλο, σκοτεινό αρχοντικό του. Υπέμενα κάθε χρόνο τα αυτά και τα ίδια. Και τον Σεπτέμβρη στον τρυγητό, έναν κοπέλλιν που είχα ακούσει πως το λαλούσαν Αντρικκάν του Σχίζα, με μεγάλα μάθκια, όπου δεν είχα θάρρος να δω το χρώμαν τους, και έναν γένιν διχασμένον στα δυο, απ’ εδώ μια άκρη του απ’ εκεί η άλλη, ήρτεν σαν άγγελος θεού στο χωρκόν. Πάντα διχασμένον το γένιν του, ποττέ ημερεμένον. Και ξαθθόν. Κοκκινόξαθθον. Η Ερμώνασσα η θεία μου μού είχε ειπεί πως η πιο γλυκιά ανάμνηση από έναν άντρα είναι το χάδι από το αξύριστο γένι του. Φαντασίες της θείας Ερμώνασσας! Αυτή η αμόλυντος νύμφη τα έλεγε όλα αυτά; Που ποττέ δεν είδεν το χάδι ενός άντρα; Κι η μάνα μου, η ντροπαλή η Ινδιρώ, δεν είχε τι να πει για τούτα, και πόσον μάλλον τώρα που μας είχε φύγει. Μια ακούραστη αγία σε εικόνα ήταν. Να αφήσουμε όμως και την Ερμώνασσα στις όχθες του μονοπατιού της ιστορίας τούτης. Αν οι άνθρωποι γνώριζαν θα υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ της αλήθειας και της πλάνης. Ιδού! Κι ετούτο ο κυρ-Λίνος μου το έμαθε. Το είπε, λέει, ο Ηρόδοτος. Πού ξέρω εγώ; Ποιος είναι ποιος; Το λοιπονίν, είχαν πει τα μάτια του, του Αντρικκά θέλω να πω, πως θα ’ρχόταν κάποια μέρα για μένα… Άγε καλέ μου που θα ερχόταν! Μέχρι σήμερα, τριάντα χρονών που είμαι δεν εφάνην. Και τωρά, με όλα τούτα που είχα να λύσω, με τον πατέρα μου να μεν μπορεί να σταθεί έξω από μιαν καλοσύνην που τον μεγάλωσεν, κι ένα χε χε χε που την εσφράγιζεν, είχα και τον καπνόν από το φυτό που μέθαγε τον κυρ-Λίνο να οδεύει στον αυλόγυρό μας όταν ερχόταν να μας δει, σαν το κακόν πνεύμαν, αυτό το πονηρόν άνθος, που τον φελλάνισκε τον κυρ-Λίνον τον κοσμογύριστον, είχα και το όνειρον να γίνεται μικρόν. Ακόμα και ο Αντρικκάς μικράνισκεν, εμίκρανεν και το γένιν του, το ονειρεμένον χάδιν του στο πρόσωπό μου χανόταν και γινόταν η πραγματοσύνη μου μια πέτρα του αιγιαλού, ασύντυχη, σκληρή. Ήμουνα η Χαριτίνη, με τις πολλές δουλειές και με τα λλία όνειρα, με μιαν ζωήν να με περιμένει κι εγώ να μην την περιμένω. Μ’ έναν καλόν πατέραν που ήθελα να τον φώναζαν όλοι κυρ-Καλλιγά. Με μιαν μητέραν που τόσο λλίγα έλεγε, σε μιαν ζωγραφιάν στο γύψον χαραγμένην…Τόσον δύσκολον ήταν να γίνει κανείς άνθρωπος μιας έστω χαράς;
 
«Μεν μου ζητήσεις άλλο στοίχημαν». Άκουσα μια νύχτα τον πατέρα μου να του λέει. Η Χαριτίνη έμαθε για το όνομα πίσω από την εικόνα με τη μάνα σου. Δεν είμαι σε θέσην να της πω ακόμα τίποτες.»
 
«Καλλιγά! Εσύ το λες αυτό; Ζούμεν από το στοίχημαν, διασκεδάζουμεν από αυτό, όσα έχεις έχω, όσα ονειρεύομαι τ’ αποκτώ.»
 
Μα εγώ το ΄ξερα, Το ήξερα πριν το συντύχουν. Είπα σας για τον…για τον Πασικράτη. Τον είχαμε βοηθόν στον νοίκο μας. Αυτός κανόνιζε τα κοφίνια, αυτός τάιζε τα κτηνά, αυτός έστελνε μηνύματα να ‘ρθουν για τον τρυγητό, αυτός κατέβαινε καμιά φοράν στη Λεμησόν, την Νεάπολιν. Αυτός για όλα όσα δεν μπορούσε να κάνει και ο κυρ-Λίνος και ο μισταρκός του.Μιαν ημέραν έφυγε να καρφώσει ένα ξύλο που είχε μέσα μιαν εικόναν της μάνας του του κυρ-Λίνου, φτιαγμένη από έναν παπούδιν που ‘ξερε από εικόνες και χρώματα. Ο Πασικράτης μου το ξομολογήθηκε πως είδεν γραμμένον πίσω από την εικόνα τ’ όνομά της κυρα- Χαριτίνης. Πως έτσι την ελέγασιν. Τι γύρευγε τ’ όνομά μου πίσω από μια εικόνα στο σπίτι του κυρ-Λίνου; «Είσαι βέβαιος πως πίσω από την εικόνα διάβασες τ’ όνομα Χαριτίνη;»  «Ιννέ, να μεν χαρώ το φως μου», έλεγε και πάλι έλεγε ο Πασικράτης. «Να! Στον Σταυρόν που σου κάμνω.» «Ου, ου, όι σταυρόν, είναι αμαρτωλόν αυτόν.» «Ε, πώς να με πιστέψεις Χαριτίνη; Φιλάω τη μάνα μου στον τάφο της, είδα το όνομά σου. Χα-ρι-τί-νη.»
Τη νύχτα δεν εκάμμυσα μάτι. Πολλά περνούσαν από το νου μου και πάνω από όλα πως μπορεί να είχε χάσει το όνομά μου στο ζήττουραν ο πατέρας μου. Δεν πήγαινε αλλού ο νους. Κι ο νους της γυναίκας είναι λλίος, λαλούσαν οι παλιοί, είναι μέσα στο κοκκωνόσυκον. Μα τόσο λίγο να είχα που να χωρούσε στο κουκκίν του σύκου; Εγώ δεν ακούω από λόγια εύκολα, κι έχω τρία βαρίδκια μυαλόν, όι έναν.
 
«Δεν θέλω άλλα στοιχήματα. Έχω την Χαριτίνη τώρα να σκεφτώ. Μεγάλωσε…χε…χε…» Έλιωνα κι έσταζα που άκουγα τον κύρη μου να παρακαλάει τον φίλο του να δώσει τέλος στο παιχνίδιν της τύχης. Η τύχη μας…τι να πω, την είδαμε… θα μας επισκεφθεί ωσάν παλλιόττερα και πάλε;
«Να το βάλουμε το στοίχημα φίλε μου… κι όποιος το πάρει θα έχει το δικαίωμα να βάλει ό,τι θέλει στο τελευταίον.»
Ήτανε δηλητήριο τα λόγια του κυρ-Λίνου. Είχε δεν είχε τον έπεισε τον πατέρα μου. Και το στοίχημα ήταν σκληρό και δύσκολο να το πάρουμε αλλά εύκολο γι’ αυτόν που είχε γεράσει με την καντήλα το κρασί στο χέρι, και το σπυρί από το δήθεν καλλωπιστικό από το Χαλέπι στη μύτη του. Αυτός τα μυριζόταν όλα, ακόμα και κρασί εκατό χρόνων ήξερε τι πουλιά καθίσαν στ’ αμπέλι επάνω και το τραγούδησαν. Αυτό μονάχα να πω! Αν θα μπορούσε να βρει ο κυρ-Λίνος ποιας εχρονίας ήταν το κρασί που θα πίναν εκείνην την νύχτα! Αυτό θα ήταν το στοίχημαν. Θα διάλεγε μιαν φιάλην. Και αν το ‘βρισκεν τότε θα πήγαιναν για το επόμενον στοίχημαν, το τελευταίον. Και το νοιαζόμουν κατάστηθα πως θα ήμουνα εγώ το τελευταίον στοίχημαν. Και δεν το έδεσα ποττέ μου με την νύχταν εκείνην της φοράδας, της Αστρώς, που ξεγέννησεν η μάνα μου! Δεν ξέρω πώς με ήθελεν για λογαριασμό του, αφού και πάλι το ίδιο τονε περιποιούμουν όπως τον κύρη μου. Δεν ξέρω πώς!
 
Δε μου άρεσε που με γύρευε ο κυρ-Λίνος. Πού επήγεν η Χαριτίνη;
 
Πήρα τον Κανδρήν τον όνον μου και το έβαλα για το αρχοντικό του Λίνου, λησμονάτε μού το, του κυρ-Λίνου. Πιθάρια με κρεμαστά λουλούδια στόλιζαν το πλακόστρωτο μπρος από το αρχοντικό του. Πρώτην βολάν πήγαινα μόνη.
Βγήκε έξω με τις ποδίνες του και μύριζε μυρωδικά από ένα σαμπούν, όπως το είπε αράπικα, που είχε φέρει από το Αλέπο.
 
Δεν κατέβηκα από τον Κανδρή. Το ήξερα πως το τελευταίο στοίχημα του κυρ- Λίνου θα ήμουν εγώ, και πως το είχε βάλει στο νου του να με πάρει από τον πατέρα μου, να τον γηροκομώ στα γηρατειά του. Το αισθανόμουν πως κάποια μέρα ο πατέρας μου ίσως και να δεχόταν να πάει ένα τέτοιο στοίχημα, πάνω σ’ έναν γερόν κρασίν. Γιατί είχε λλίγην δύναμην, και δεν είχεν όνομαν γεμάτον. Και γιατί γελούσε πάντα με ένα χε χε χε, παντές κι ήταν ένας άγιος. Και γιατί η μάνα μου με την αγιοσύνη της δεν του είπε ποττέ της όχι. Μέσα στον νουν αυτού του αξύριστου γέρου ήμουνα ήδη γαίμαν του. Γιατί από την νύχταν εκείνην του 966 που γεννήθηκα αν πάμε πίσω στην ημέραν που έτυχε στον αρχοντικόν του στάβλο η μάνα μου ήτανε εννιά μήνες σωστούς. Και γιατί Χαριτίνη; Από τον Λίνο, ναι τον Λίνο, τα περίμενα όλα.  Θα τα μέτραγεν ούλλα η πονηρκά του! Δεν ήταν της αισχύνης όλα αυτά; Ρωτώ σας.
 
«Ήρθα να σου πω πως δεν πρέπει να κερδίσεις το στοίχημα κυρ-Λίνο. Γιατί αν ήθελες το κερδίσεις ήθελες πάρει και το επόμενο και δεν θα μείνει τίποτε στον κυρ- Καλλιγά τον κύρη μου. Αυτό είναι που θέλεις; Βάλθηκες να μας αφανίσεις όλους σαν οικογένεια; Κι εσύ στην ίδια οικογένεια είσαι, δεν είσαι; Κι εσύ από το ίδιο παστό κρέας τρως και τα ίδια γαλακτερά χορταρικά χορταίνεις. ΄Ηρθα να σου πω πως θα κάνω ό,τι περνάει από τη χείρα μου να σ’ εμποδίσω να πάρεις το στοίχημα, να μηδέν το κερδίσεις ακόμα κι αν το κερδίσεις. Και μηδέν με πεις κακή. Γιατί δεν είμαι. Έχω σκοπό να σε καλέσω απόψε στο αρχοντικό μας, ήρθα όμως να σου τα πω από κοντά. Δεν έφερα φυτά εγώ από το Αλέπο και δεν βγαίνει καπνός από το στόμα μου όταν τα καις και τα βάζεις μέσα σου. Έμαθα για τα όμορφα φυτά σου. Δεν είναι καλλωπιστικά. Επί τέλους, δεν θα γελάσω χε χε χε σαν τον πατέρα μου. Θα σας τα πω χαρτίν και καλαμάριν. Υποδουλωθήκατε στο παιχνίδι και στην εξαφάνιση της φιλίας. Μα αν θέλετε να παίξετε στοίχημα αυτή τη φορά θα έχετε να κάνετε με του λόγου μου.  Άγε κυρ-Λίνο, άγε, άηκε! Μηδέν με ντύνεις με τα σάβανα ενόσω ζω. Γιατί ένι τούτο που κάμνεις. Γιατί είναι σάβανον ο πόνος, γιατί είναι σάβανον το ψέμαν. Άφησε πρώτα να πεθάνω και ύστερις κάνε ό,τι θέλεις. Βάζω στα κάρβουνα δυο πέρδικες. Τις έπιασεν ο Πασικράτης. Τις παραγέμισα με λιωμένον χαλλούμιν και αμύγδαλα κουπανισμένα σαν μες’ στ’ αλεύριν εγίνηκαν έναν. Η μάνα μου μου άφησε το μαειρκόν ολόδικό μου. Σήμερα θα καμαρώνει τις πάστρες μου από ψηλά. Έχω και κράμβην βραστήν λουσμένην σε βρασμένα γλυκά δαμάσκηνα, ποτισμένα με γλυκόν κρασίν, σαν αυτόν της κοινωνίας, και κάπου-κάπου θα βρίσκεις να τραγανάς κανέναν φουντούκι στα δαμάσκηνα. Και το κρασίν που θα λούσω την κράμβη, από το περσινό μας ένι. Δεν είμαι κακή. Θωρείς; Τον πατέρα μου έχω κάτω από τη σκέπη μου. Έλα να φάμεν να μονιάσετε.
Έμεινεν αμίλητος.
 
Πήγα πίσω και είχα ένα σχέδιον.
Στο κελλάριν είχαμεν 23 μεγάλα, πελώρια ήθελα να πω, κόκκινα, σκαρλάτα πιθάρια κράσιν των τελευταίων 30 χρόνων. Ο Καλλιγάς ο κύρης μου το φύλαγε, και είτε το κερνούσε σε φίλους που ταξίδευαν από άλλα χωριά να το γευτούν είτε το μοσχοπουλούσε. Μα έναν από αυτά τα πιθάρια είχεν κρασίν πολλά παλαιότερον. Ήταν ακριβώς του 966. Είχαμε ξυνηστέριν και μαυροδάφνην, μοσχάτον, και έναν καλλύτερον ακόμα που συναγωνιζόταν το κρασίν Αφάμης των Κούπετρων. Μα εκείνη την εχρονίαν το κρασί είχε μιαν άλλην γεύσην, δύσκολην να την έβρει ο καθένας. Είχεμ μιαν άλλην μυρωδκιάν αλλιώτικην. Είχε βάλει η Ερμώνασσα έτσι για δοκιμή δυο-τρία φύλλα ύσσωπο στο φελλό από μέσα. Δεν ήξερα τον ύσσωπο. -Ου, ου, ου, Παναγία μου! Εν ηξέρεις ήντα ‘ναι ο ύσσωπος; Ρωτούσεν και ξαναρωτούσεν η Ερμώ. Ιννέ, μόνον εδώ και στην Άγια Γην τον βρίσκεις! Μυρίζει σαν ηδύοσμον άγριον. Άηκε, άηκε! Ο Δαυίδ μ’ αυτόν ζητούσε να ραντιστεί. Στους ψαλμούς του. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Κύριε ελέησον!
Ύσσωπο να σε ραντίζουν για να καθαρίσεις! Και τώρα στο κρασίν; Και καθένα από άλλην συγκομιδήν. Κάθε βαρέλιν είχεν την εχρονίαν επάνω που τώρα ήταν όρος, έμπαινε στη γυάλινη φιάλη  που το φιλοξενούσε. Θα βάζαμε στο στοίχημα μανιχά κρασίν που δυο σοδειές. Μιαν που γεννήθηκα και μιαν που ήμουν στα τριάντα μου. Η φιάλη είχε φελλόν και πάνω στο φελλόν  γραφόταν με πυρακτωμένο χοντρό καρφί η χρονολογία που κλείστηκε στο γυαλί. Αυτοί οι αριθμοί είχαν ορισμένοι κάτι κοινό μεταξύ τους. Είχαν τους ίδιους αριθμούς που μπορούσαν να διαβαστούν  ανάποδα. Κι αντί για 966, ο ίδιος αριθμός θα μπορούσε να διαβαστεί και 996, τριάντα χρόνια μετά, όπου εγεννήθηκα. Και είχαμε κρασίν και από τις δυο αυτές χρονολογίες. Αν γυρίσεις πάνω-κάτω το 966 γινίσκεται το 996, έτος της περσινής σοθκειάς μας. Αν έβρισκεν τη μιαν θα λέγαμεν την άλλη. Χε χε χε! Μα ήταν εύκολον, εύκολον σαν το έναν, δύο, τρία για τον κυρ-Λίνον, όσον εύκολον ήταν να βρει έναν φρέσκον χυμόν στην καντήλαν του. Αυτός; Αυτός ο πανούργος ούλλα ήξερεν τα! Ούλλα!
 
Η ιδέα μεγάλωνε στο μυαλό μου, η ιδέα της αμαρτίας, της κλεψιάς για έναν σκοπόν καλόν, γιατί κι αυτό κακοσύνη ήταν, να γυρίσω τη φιάλην την ώρα που θα γευόταν ο Λίνος το κρασίν, την ώραν που θα έλυνεν το στοίχημα. Η ιδέα πως θα τον παγίδευα μου άρεσε. Με ενθουσίαζεν. Αν έλεγε το ένα θα υποστήριζα το άλλο. Φτάνει να γύριζα τον φελλόν. Λλίον ανήθικον αυτόν, αλλά…αλλά…τι είχε μείνει τάχατε ηθικό στον Λίνον που εμείς δεν υποστήκαμε. Όι, όι! Εν ένι κυρ-Λίνος! Ο κύρης μου είναι κύρης. Αυτό ο αθώος, ο άκακος, το ψουμίν το αμίσητον.
 
Και τώρα, αυτή η είδηση για τη μάνα του κυρ-Λίνου που είχα το όνομά της σαν φίδι με περιτριγύριζε το βράδυ. Γιατί Χαριτίνη; Ρώτησα μια μέρα τον κύρη μου. Μα αυτό έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Χαριτίνη γιατί γεννήθηκες στις 5 του Οκτώβρη της Αγίας Χαριτίνης, κόρη μου. Για τούτον. Εν λλίον να γεννηθείς μιαν τέθκοιαν ημέραν;
Τα φίδι με έζωναν ακόμα πιο πολύ.
 
Ήρτεν η μέρα τσαι νύχτωσεν γλήορα. Κάθισε με το ένα πόδι στο άλλο και το αράπικο σαμπούν του Αλέπο μας έζωσε. Ακόμα κι αυτό με ενοχλούσε. Μα πριν προφτάσω να πω πως είχε κερδίσει ή χάσει, ο Καλλιγάς ο πατέρας μου σηκώθηκε από την ψάθινη καρέκλα του και είπε χώρις να γελάσει ενώ ο κυρ-Λίνος έψαχνε ακόμα για την εχρονίαν του κρασιού.  
 
-Αυτό το κρασί είπε, ενώ παιδευόταν και ίδρωνε, είναι του…είναι του…
 Μα δεν πρόλαβε να τελειώσει…  
 
«Φτάνει κυρ-Λίνο. Δεν θα κερδίσεις αυτό το στοίχημα. Είσαι παγιδευμένος και δεν θα σου πω το γιατί. Πες στην κορούδα μου για το στοίχημα, το στοίχημα του ονόματος.»
«Ε, ε ποιανού ονόματος;»
«Α! Αν το ξέχασες να το πω εγώ. Χαριτίνη, πριν ακόμα γεννηθείς ο κυρ-Λίνος έβαλε μαζί μου στοίχημα πώς να σε βαφτίσουμε. Αν κέρδιζε θα έβγαζε τη μάνα του, αν κέρδιζα εγώ θα σε λέγαμε Ροδόκλεια το όνομα της μάμμης σου. Και έγραψε ένα Χ σ’ έναν φύλλον ελιάς, και ένα Ρ σ’ έναν άλλον. Θα διάλεγα εγώ από τα δυο, και πήρα εκείνο που είχε το αρχικό Χ. Μα σαν γεννήθηκες τη μέρα της Αγίας Χαριτίνης, στις 5 του Οκτώβρη, δεν χρωστούσα πια τίποτε στον Λίνο. Μια μέρα ωστόσο όταν μου έδωσε τις ποδίνες του να τις προβάρω, έκανα να δω τον πάτο τους και άνοιξε ο πάτος και είχε μιαν κρύφτην, και βρήκα το άλλο φύλλο της ελιάς κρυμμένον, ξεχασμένον, εκείνο που δεν είχα διαλέξει. Και είχε κι εκείνο ένα Χ γραμμένο. Ό,τι κι αν διάλεγα θα σε βγάζαμε Χαριτίνη. Ο Θεός δεν το θέλησε να γίνεις παιχνίδι, γι’ αυτόν και εγεννήθηκες την ημέραν της Αγίας.»
 
Ο Λίνος ήταν τώρα σιωπηλός. Μεμιάς σηκώθηκε και είπε με καμάρι. «Καλλιγά, την νύχταν εκείνων των Φώτων ήρθε η γυναίκα σου στο αρχοντικό μου, και έφυγε το πωρνόν. Ήρθε και κοιμήθηκε κάτω από τα ίδια στρώματα με μένα. Σε ξεγέλασε… γιατί η Χαριτίνη είναι δική μου κόρη.»
 
Ο πατέρας μου χαμογέλασε μα δεν ήταν πια εκείνο το γέλιο που έκανε πάντα.
Στην ώρα πάνω ακριβώς κτύπησε η θύρα και μπήκε η Ερμώνασσα. Κρατούσε ένα πρόσφορο και ένα πινάκιο που είχε πάνω μια φιάλη με πορτό, όπως το λαλούσασιν παλιά, κρασίν με σιτάριν που φτιάχνουμε στο χωριό. Άκουσε τα λόγια του Λίνου και καρφώθηκε!
 «Δεν ήταν η Ινδιρώ κυρ-Λίνο που μπήκε στο στρώμα σου. Εγώ ήμουν, η Ερμώνασσα. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις μια γυναίκα από μιαν άλλην;  Ήμουνα πάντα ερωτευμένη μαζί σου, μωροκοπελλούδιν αξύριστον, αππωμένε. Έννα σε στρώσω εγιώνι!»
 
Τα στοιχήματα διαλύθηκαν από εκείνη τη ημέρα. Ο κυρ-Λίνος και η θεία  Ερμώνασσα αρμάστηκαν λίγες μέρες μετά, έτσι που έναν πείσμαν του κυρ-Λίνου γιατί να μην του το πει πως τον αγαπούσεν. Καιρός του ήταν να αρμαστεί, παράγινεν το πράμαν. Και ο πατέρας μου μιαν  ημέραν μετά τη λειτουργία στον Άγιο Μνάσονα πήγε στον κάθε συχωριανό και του έσφιξε αλλιώτικα το χέρι. Πιο αντρίκεια. «Να κοπίασετε!» τους είπεν όλους «στο αρχοντικό μου». «Με λένε κυρ-Καλλιγά και δεν έχω κάνει κακό σε κανένα. ’Εχω τσαι γιορτήν. Γιορτάζω στις…στις…να…στις πενήντα έξη μέρες μετά την Λαμπράν, των Αγίων Πάντων, μου το έμαθεν ο μέλλων γαμπρός μου ο Αντρικκάς, που είναι διάκος στο Μετόχιν του Κύκκου. Μου ζήτησαν την Χαριτίνη μου, είπα σας το; Ο Αντρικκάς ο Σχίζας που την Χώραν. Μου είπε πως έχω Άγιον. Καλοοοό! Άγιον έχω! Και καλόν σύγαμπρόν μου έχω τον κυρ-Λίνον. Καλοοοό!
Η Ερμώνασσα γελούσε. Κι εγώ μόλις την εύρω μόνην της θα την εχωρατεύσω. Γιατί ένι λλίον σπανός ο κυρ-Λίνος. Καστρίσιης! Και πού το γένιν του να της οξύνει τες βούκες; Έννα είναι χάδιν; Ε; Χάδιν;
Ρωτώ σας!   

Έρμα Βασιλείου
Χάμπτον Παρκ, Μελβούρνη 2007

Η ιστορία αυτή είναι γραμμένη στην σύγχρονη Ελληνική μας γλώσσα, ανάμειτκη με την Κυπριακή διάλεκτο, όπως η συγγραφέας πιστεύει πως θα μιλιόταν περίπου, τον δέκατο μ.Χ. αιώνα.)

Στην Αντιγόνη Κεφαλά το Judith Wright Calanthe Award – Για την ποιητική συλλογή «Fragments»

Η Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) επιβεβαιώνει, για μια ακόμα φορά, την αποκλειστική οικονομία της αφήγησης της ποιητικής της. Η συλλογή αυτή -όπως άλλωστε ολόκληρη η ποίηση της Κεφαλά- συνιστά μια ασκητική συγκέντρωση θραυσμάτων σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, που ξεπερνά το συνηθισμένο, προσδίδοντας στην όλη διαδικασία κάτι το τελετουργικό. Το ελεγειακό ύφος της συλλογής είναι απόρροια ενός ευρύτερου οράματος για την ανθρώπινη ζωή: διαχωριζόμενοι από κάθε τι το «σίγουρο», οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι αν και ακόμη ζουν το χρόνο τους συνεχίζοντας να είναι μέρη ενός μεγαλύτερου σύμπαντος. Η Κεφαλά είναι μια ώριμη ποιήτρια στην καλύτερη φάση της δημιουργίας της.

Αυτά ήταν τα κριτήρια βάσει των οποίων η Αντιγόνη Κεφαλά απέσπασε πρόσφατα το Βραβείο Judith Wright Calanthe για την τελευταία ποιητική της συλλογή «Fragments» («Θραύσματα»). Πρόκειται για έναν μακρόχρονο ετήσιο θεσμό υπό την αιγίδα της Κρατικής Βιβλιοθήκης Κουίνσλαντ (State Library of Queensland) στη μνήμη μιας από τις πλέον εμβληματικές Αυστραλές ποιήτριες, της Judith Wright.

Γνωστή για την ένταση του οράματος και τον μινιμαλισμό της, η Αντιγόνη Κεφαλά έχει έως τώρα δημοσιεύσει μόνο ένα μικρό αριθμό ποιημάτων της, εργαζόμενη προσεκτικά στο καθένα από αυτά, δίνοντας όμως ένα μαγικό όσο και ένα «απειλητικό» μήνυμα. Μια από τις καλύτερες ποιήτριες στην Αυστραλία, η συλλογή της «Fragments» είναι η πρώτη της σχεδόν μετά από είκοσι χρόνια. Η ικανότητα της Κεφαλά να κατακτά το στιγμιαίο είναι εμφανής σε αυτή τη συλλογή, με γλωσσική ακρίβεια, αυξημένη αντίληψη και δραματική αίσθηση – αν και το έδαφος στο οποίο πατά είναι συχνά πιο σκοτεινό, καθώς η ποιήτρια περιηγείται στους χώρους μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς και κάθε ενέργεια που καραδοκεί εκεί.

Η Αντιγόνη Κεφαλά έχει γράψει τέσσερα έργα μυθοπλασίας, συμπεριλαμβανομένων των «The First Journey», «The Island» and «Summer Visit», τέσσερις ποιητικές συλλογές («The Alien», «Thirsty Weather», «European Notebook» and «Absence: New and Selected Poems» καθώς και το non-fiction «Sydney Journals». Γεννήθηκε στη Ρουμανία από Έλληνες γονείς και έζησε στην Ελλάδα και τη Νέα Ζηλανδία πριν εγκατασταθεί οριστικά στο Σίδνεϊ.