Αργύρης Μαρνέρος, Δικαίωμα στην ευκαιρία

Δώστε και στους βλάκες
Επιτέλους μια ευκαιρία
Να κάνουν κάτι το έξυπνο
Γιατί δεν είναι λίγοι οι έξυπνοι
Που κάνουν τόσες βλακείες
Που θα ζήλευαν ακόμα και
Αυτοί οι ίδιοι οι βλάκες.

*Από τη συλλογή Αίθουσα αναμονής (2003)

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2018/03/16/dikaioma-eykairia-argyris-marneros/

Poem by Lucía Sánchez Saornil / Ένα ποίημα της Lucía Sánchez Saornil

Fists upraised, women of Iberia

Towards horizons pregnant with light

On paths afire

Feet on the ground

Face to the blue sky.

Affirming the promise of life

We defy tradition

We mould the warm clay

Of a new world born of pain.

Let the past vanish into nothingness!

What do we care for yesterday!

We want to write anew the word WOMAN.

Fists upraised, women of the world

Towards the horizons pregnant with light
On paths afire, onward towards the light.

Οι γροθιές υψώνονται, γυναίκες της Ιβηρικής
Προς τους ορίζοντες τους εγκυμονούντες φως
Σε φλεγόμενα μονοπάτια
Τα πόδια στο έδαφος
Το πρόσωπο στο γαλάζιο του ουρανού.
Επιβεβαιώνοντας την υπόσχεση της ζωής
Παραβιάζουμε την παράδοση
Πλάθουμε τον ζεστό πηλό
Ενός νέου κόσμου που γεννιέται από τον πόνο.
Αφήστε το παρελθόν να εξαφανιστεί στο τίποτα!
Τι μας ενδιαφέρει για το χθες!
Θέλουμε να γράψουμε ξανά τη λέξη ΓΥΝΑΙΚΑ.
Οι γροθιές υψώνονται, γυναίκες του κόσμου
Προς τους ορίζοντες τους εγκυμονούντες φως
Σε φλεγόμενα μονοπάτια, μπροστά προς το φως.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Lucía Sánchez Saornil

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Τρία ποιήματα

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ

Να σάς πω μια Καλημέρα ήθελα.
Να διορθώσω αμέσως μετά το σύνθημα «η ζωή είναι αλλού».
Η ζωή ήταν εδώ. Κι έφυγε νύχτα.
Να είμαι συνεπής προσπαθώ και ευπροσάρμοστη.
Να διατηρούμαι καθαρή αλλάζοντας ρούχα και συνθήματα.
Με τρόπο σώφρονα να αγγίζω.
Στη συμπόνοια εξασκούμενη αδιάκοπα.
Με τρόπο κόσμιο. Να γίνω απόκοσμη.
Αφοπλίζοντας τους κακούς, ποιος θα πολεμήσει το Κακό όμως;

Εγώ ακόμα λύκος δεν έγινα.
Ως εκ τούτου, μηδέν κοπάδι.
Καμιά υπακοή σε αρχηγό.
Νυστάζω τα βράδια και δεν βγαίνω για τη λεία μου.

Γιατί ακόμα λύκος δεν έγινα.
Γι’ αυτό, αν κάποιος με χτυπήσει φιλικά στον ώμο,
θ’ αποκριθώ στρέφοντας το κεφάλι,
ξεπέφτοντας σε μια σκυλίσια ευαισθησία.

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΣΕ ΣΤΑΘΜΟ

Μετράει τα λόγια του, χάνοντας το τρένο του
και όλο κάτι λείπει.
Κάποιες κουβέντες αυτομολούν πάντα στη σιωπή.
Είναι κανόνας.
Αυτό το μαύρο πάνω στο μαύρο, «και μου δείχνει με το δάχτυλο
ένα κοτσύφι»,
είναι η καρδιά του μαύρου.
Το μαύρο έχει για τεχνητή καρδιά ένα κοτσύφι,
που μιλάει αντ’ αυτού και τραγουδάει αντ’ αυτού
κι αν υπάρχει χρόνος κάνει ταπεινές δουλειές υποταχτικού.
Φράζει τα στόματα των παρευρισκόμενων
προκαλώντας ξαφνική βροχή.
Μια υγρασία καλοκαιριάτικη το παράλογο.
Που στέλνει στο μυαλό του ένα στρατό ξυπόλητων λέξεων.

***

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΚΑΦΕ

Η γυναίκα στο καφέ απέναντί μου
με το εξασκημένο χαμόγελο,
χαμογελά ήσυχα
γιατί ξέρει πως μέσα της χάθηκε ένα κοριτσάκι ανήσυχο,
που ήθελε τα πάντα να μάθει για τον κόσμο.
Μέσα της είναι μεγάλες οι αποστάσεις, δαιδαλώδεις οι δρόμοι,
αφώτιστες οι διαδρομές.
Δεν είναι για μικρά παιδιά τα σκοτάδια που χάνεται η αθωότητα,
γλιστρώντας αυτάρεσκα
πότε σε κολπικά υγρά, πότε σε φθινοπωρινά φύλλα,
σε έρημα δάση και ακατοίκητες μέρες.
Ήχοι τρομακτικοί όπως όταν οι μάνες σχίζονται στα δύο.
Η γυναίκα χαμογελά γιατί ξέρει
τι κάνεις με ένα κοριτσάκι που προηγούμενα έχεις καταπιεί.
Το υπνωτίζεις και του χαράζεις στο πρόσωπο ένα χαμόγελο.
Χρόνια μετά, θα σε καλημερίζει στις ανηφόρες της ζωής
ένα χαμόγελο πίσω απ’ το πρόσωπο,
πίσω απ’ το πρόσωπο…

*Από τη συλλογή ”Στρατός ξυπόλητων λέξεων”, Εκδόσεις Βακχικόν 2018.

Γιώργος Λίλλης, Τέσσερα ποιήματα

KAPAOKE

φοράω τα τακούνια της μαμάς
ξέρεις, η μαμά έφυγε κι ο μπαμπάς
έρχεται πάντα σπίτι όταν έχει σκοτεινιάσει
του βάζω να φάει, δε μιλάμε
κουνάμε τα χέρια μας συγκαταβατικά
χειρονομούμε για την αγάπη
το δέντρο της αυλής το έκοψαν
ο παππούς και η γιαγιά δε ζουν πια
ο αδελφός μου έφυγε μετανάστης στη Γερμανία
κι εγώ προβάρω τον ρόλο μου
—ένας μονόλογος που θα διασύρει τον Μπέκετ
μασάω την κασέτα του Κραπ
στριμώχνω τον ήρωα
στην γωνία των παράξενων φθόγγων
και κλαίω
είμαι ο ήρωας που αγαπώ

***

ΚΛΟΥΒΙ

Λυπάμαι, τον παπαγάλο μου.
αυτό το περήφανο πουλί
στριμωγμένο στο κλουβί
να έχει ξεχάσει τα βροχερά
δάση του Αμαζονίου
και να προσπαθεί απελπισμένα
για μια φέτα πεπόνι
να μάθει να μιλά
την ανθρώπινη λαλιά.

Θαυμάζω τον παπαγάλο μου.
φαίνεται πως με τον καιρό
αποφάσισε να υποχωρήσει
έχει πια συνηθίσει το κλουβί
παριστάνοντας καθημερινά
τον ρουφιάνο
για μια φέτα πεπόνι
ναι. για μια φέτα πεπόνι ρε αδελφέ

***

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

ο γερο-Τζίμης γύρισε από τον πόλεμο
με μια σφαίρα στον δεξιό ώμο
αλλά δεν το έβαλε κάτω
παντρεύτηκε, έκανε παιδιά
όργωνε και έσπερνε κάθε χρονιά
κι όταν είδε πως τίποτα δε βγήκε απ’ αυτό
έφυγε μετανάστης στο Αμβούργο
να ξεφορτώνει στο λιμάνι μπανάνες
δώδεκα ώρες την ημέρα
κι ας πονούσε ο ώμος του
και τις νύχτες βογκούσε
ο γερο-Τζίμης ήταν σκληρό καρύδι
δεν το έβαζε κάτω
και με τα λεφτά που έστελνε
έθρεψε τη φαμίλια του
σπούδασε τα παιδιά του
χρόνια τώρα τον βλέπω στο καφενείο
με το ίδιο πάντα φθαρμένο σακάκι και τη μαγκούρα
τον γερο-Τζίμη που σπατάλησε
τα καλύτερα χρόνια της ζωής του
να κουβαλά μπανάνες
για να μεγαλώσει αυτά τα παιδιά
που ούτε ένα τηλέφωνο δεν τον παίρνουν
και με τη γυναίκα του οχτώ χρόνια πεθαμένη
τον γερο-Τζίμη που ονειρεύεται λιβάδια
ναι, λιβάδια
γεμάτα παπαρούνες

***

THE TANK MAN

λίγο πριν το μεσημέρι, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο
και κρατώντας μια σακούλα παντοπωλείου στα χέρια
στέκεται μπροστά σε μια σειρά από άρματα μάχης
στην πλατεία Τιεν Αν μεν της Κίνας

“υψώνοντας τη γυμνή γροθιά του μπροστά σε ένα Τανκ”
όπως έγραψε κάποτε ο Καμύ

το προηγούμενο βράδυ είχε προηγηθεί η εν ψυχρώ
δολοφονία χιλιάδων διαδηλωτών στην πλατεία
κι εκείνος, ένας σύγχρονος Δαβίδ ενάντια στον Γολιάθ

κανέις δεν έμαθε ποτέ το όνομά του

*Από τη συλλογή “Ο άνθρωπος τανκ”, Εκδόσεις Θράκα, Απρίλης 2017.

Χριστόφορος Τριάντης, Ποιήματα και μη

Πολλοί γράφουν ποιήματα
και πολλοί είναι που δεν γράφουν.
Ετούτοι στέλνουν μηνύματα και γράμματα,
εντυπώσεις από διακοπές και συνάφειες,
διακηρύξεις κι εξομολογήσεις
(συν τις διασκεδάσεις),
πιστεύουν ότι κάποτε θα γίνουνε ποιήματα
κι οι ρίμες θα συνταιριάξουν
με την αθανασία.
Μα κι οι γράφοντες ποίηση
παρακαλούν τους αναγνώστες
για συνδρομή.
Εκλιπαρούν για αποδοχή,
είναι οι νηστευτές μέσα σε άδειους λάκκους.
Μα δεν μένει ούτε μια προσευχή
άγραφη και νοερά,
καταντούν όλα ηθικολογίες,
κινήσεις στους δρόμους
με τα σκοτωμένα δελφίνια.
Οι περιπτώσεις των ονείρων
εξοβελίζονται απ’ τα γραπτά.
Η ομήγυρη αντιπαθεί
ότι δεν της ανήκει σαρκικά
και αποκλειστικά.

φωτογραφία – Ηλίας Θ. Παππάς

F.'s avatarΜονοπάτια

download (4)
Είμαστε εμείς τα παιδιά του νότου, ηλιοκαμένα
χαμογελώντας πλατιά κόντρα στα ρέλια και στον άνεμο
με βερμούδες λουλουδάτες, καπέλα ψάθινα
έρμαια θα ‘λεγες μες στο αιώνιο καλοκαίρι.

Δίπλα μας συστάδες από καρέκλες, τραπεζάκια
ποτήρια με καφέ στο άσπρο πλαστικό και τσιγάρα
προσεκτικά ακουμπισμένα στην άκρη του σκαμπό,
να μην αρπάξει το κάδρο από την κάφτρα.

Αγκαλιασμένους μας χάραξε τυχαία αυτή η στιγμή
ώμο με ώμο λάμποντας μες στο αλάτι
όπως μπλεγμένοι ο ένας μες στον άλλον
δοσμένοι ο ένας μες στον άλλον
αχώριστοι και μαρμαρωμένοι στην ευτυχία.

Είμαστε εμείς τα παιδιά του νότου, δίχως αρμούς
πατάμε πάνω στο κατάστρωμα και αναριγούμε
θιασώτες τούτης της μνήμης, της απαθανατισμένης
που δεν διέσχισε ποτέ τα κιτρινισμένα σύνορα
το γκριζαρισμένο περίγραμμα
μιας ζωής που έμεινε ως έχει εγκλωβισμένη.

Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Ανατάσεις».

Ο Ηλίας Θ. Παππάς έχει εκδόσει 2 ακόμη ποιητικές συλλογές:
– Λυρική Αρχή και Τέλος, εκδόσεις Εριφύλη, 1997
–…

View original post 7 more words

Αντιγόνη Ηλιάδη, Χωρίς θέα (Χ-ΧVII)

Χ.
όχι καινούργιο
όχι ανείπωτο
όχι ανανεωμένο

κατάρα στους συνήθεις υπόπτους
κουταλάκι έρωτα
δεν αφήσανε
στον νέο αιώνα

μείναμε με τις καταστροφές

ΧΙ.
βλέπεις οπίσθια
βλέπω ήχους
βλέπεις στήθια
βλέπω βοήθεια
βλέπεις μαλλιά
βλέπω γατιά
βλέπεις χρόνια
βλέπω λεπτά
βλέπεις λεφτά
βλέπω σκατά

πάραυτα η καύλα μας ενώνει
μικρή ωδή στον Αργύρη Χιόνη

ΧΙΙ.
το χιούμορ σου
ή εμάς θα στραβώσει
ή εσένα θα σταυρώσει

ΧΙΙΙ.
μιλάμε για ευτοπία
δεν ακούς
μιλάμε για δυστυχία
απουσιάζεις
μιλάμε για εξουσία
παρανοείς

συζήτηση ουσίας
ψάχνουμε μαλάκα

XΙV.
γκέτο το βλέμμα σου
μας χωράει
δεν μας χωράει

μεταναστεύουμε
σε ολονύκτιες
μπάρες

XV.
παθαίνω
ξηρασία
όταν
γυμνή
σου
θυμίζω
μόνο
τηλεόραση

ΧVI.
ο Κάφκα
δεν ήταν μόνο
κατσαρίδα

έγραφε και
γράμματα
στη Μίλενα


ΧVII.

τότε πράματα
πού πράματα
τώρα πράματα
πάλι πράματα

όλο στα πράματα
επιστρέφουμε

θαρρείς και σώματα
δεν είμαστε
σκέψη θαρρείς
δεν έχουμε

Vladimir Martinovski, Δύο ποιήματα

Το αληθινό νερό

Χαμένος σε λαβύρινθο με ράφια
μιας αχανούς αγοράς στο Πεκίνο
τα λόγια του ταξιτζή θυμήθηκα:

Δεν υπάρχει αμφιβολία: ο Θεός
έφτιαξε τον κόσμο αλλά τα υπόλοιπα
γίνονται στην Κίνα

“Και εδώ τα πουλάν”, σκέφτηκα
αντικρύζοντας τα όρη
με τα ομοιώματα ακριβών προϊόντων

που για λίγα γουάν
μπορείς να αγοράσεις. Έπεσα
έτσι τυχαία σ’ ένα

άνορακ στο χρώμα πράσινο ελιάς
μάρκας γνωστής. Για να με πείσει
φθηνά να τ’ αγοράσω

και ν’ αποδείξει πως ήταν αδιάβροχο
η πωλήτρια το έβρεξε
με το νερό του ποτηριού της

Κάποιες σταγόνες στο μέτωπο με βρήκαν
κι άλλες έπεσαν κάτω.
Το νερό είναι αληθινό, μου είπε

Αγόρασα το άνορακ και το φορώ
– κι όχι μονάχα στο βουνό. Το φορώ επίσης
όπου υπάρχουν βουνά

από κούφιες κολακείες και χτυπήματα στους ώμους.
Το φορώ ανάμεσα σε ψευτοπροφήτες
και τους φαφλατάδες με τις ατέρμονες δημηγορίες:

να μισείτε τον κόσμο όλο, τους γείτονες
ιδιαίτερα, γιατί αυτοί
πιότερο σας μισούν!

Φορώ το ψεύτικο άνορακ
ασπίδα στον χείμαρρο του ψεύδους
και το φορώ βλέποντας ειδήσεις

και το φορώ σαν κινητή υπενθύμιση
πως αληθινά πολλά ψέματα είναι
αλλά εσύ αλήθεια είσαι
σαν το νεράκι που πίνω

***

Η πόλη μάς ακολουθεί

Η πόλη θα σ’ ακολουθεί
Κωνσταντίνος Καβάφης

καταλάβαμε τελικά πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την πόλη.
Όταν φύγαμε για τα χωριά κολημμένα,
ραμμένα, στριμωγμένα το ένα στο άλλο
λιωμένα με την πόλη τα βρήκαμε
κι όταν φύγαμε για το βουνό
εκατοντάδες νέα σπίτια και διαμερίσματα
στα πόδια του ξεφύτρωσαν.

και την ορειβασία εγκαταλείψαμε
ξέραμε πια πως η πόλη θα μας προφτάσει
στον δρόμο προς την κορυφή, διάβολε, ήδη τα δάση
βρίσκονται στα μουσεία τις αργίες κλειστά.

Κι όταν πήγαμε στο αεροδρόμιο καταλάβαμε
ότι ο διάδρομος από το κέντρο της πόλης περνούσε
καθιστώντας μάταιη την πτήση: το εισιτήριο είναι μετ’ επιστροφής
κι όπου κι αν πάμε τα ίδια καταστήματα μας υποδέχονται
όπου πολλοί συμπατριώτες μας έχουν δουλειά.

Κι αν όλα τ’ άλλα μοιάζουν άλλα
το φεγγάρι στους ουρανοξύστες ίδιο θα ‘ναι.
Αναμφίβολα ο ταξιτζής της παλιάς μας γειτονιάς
από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο θα μας πάει,
ο κόσμος ένα μεγάλο χωριό είναι, θα μας πει.

*Ο Vladimir Martinovski είναι ποιητλης,μ πεζογράφος, δικιιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Διδάσκει Συγκριτική Ποίηση στη Φιλοσοφική Σχολή του Πενεπιστημίου Κύριλλος και Μεθόδιος των Σκοπίων. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.
**Τα ποιήματα αυτά, σε μετάφραση Γιώργου Γιαννόπουλου, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017.