Δημήτρης Τρωαδίτης: Από την «ποίηση της ήττας» στην «εξέγερση των αισθήσεων»

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Η ποιητική συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» (εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2016) είναι η δεύτερη του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη και εκδόθηκε λίγο μετά την πρώτη («Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016). Και σ’ αυτή τη συλλογή που αποτελείται από 25 ποιήματα, όπως και στην προηγούμενη, κύρια θεματική συνιστώσα της είναι το ανικανοποίητο, η υπαρξιακή αγωνία και ασφυξία του σύγχρονου ανθρώπου, ως απότοκο των ψυχο-συναισθηματικών αδιεξόδων που προκύπτουν από μια μη αυθεντική, μεταπρατική, (fake) ζωή, η οποία ενώ γίνεται όλο και πιο επίπλαστη και τεχνητή, αγωνίζεται να μιμηθεί την αληθινή. Έρμαιο αυτής της κίβδηλης κατάστασης νιώθει ο ποιητής ο οποίος πασχίζει (μάταια;) να βρει κάποιο ζωντανό ψήγμα αλήθειας, εξομολογούμενος: «δες με που ξεστρατίζω / με μια αλήτικη διάθεση / να διασπάσω τις αδάμαστες / κορνίζες των καιρών / να τους δώσω υπόσταση / στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου // δες με που βρίζω ασύστολα / βωμούς και θεούς / απαστράπτουσες προσωπικότητες / σιντεφένια πλαστικά / είδωλα των θεαμάτων / της πεντάρας […]» («Δες με», σ. 18). Αυτή μάλιστα η φτηνή απομίμηση της ζωής έχει λάβει τέτοιες ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σε σημείο που να παραχαράσσει την ίδια τη φύση, όπως διαπιστώνει κυνικά: «Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά / σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας / απέδρασε από τις αρτηρίες μας / μετοίκησε σε άλλα καταγώγια / έγινε στρώμα καπνού // έχει όμως προοπτική αναγέννησης / από τις στάχτες της / μ’ εμπορικές ρήτρες / ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση» («Ξεμάκρυνε η φύση», σ. 20). Η βεβήλωση αυτή αγγίζει επίσης ό,τι πιο ιερό και όσιο έχει απομείνει στον άνθρωπο: την ίδια την ποίηση, παραποιώντας την. Εξού και αγανακτισμένος εξανίσταται: «δες με που πασχίζω μια / καθοριστική κλοτσιά να δώσω / στ’ αγάλματα και τις ρύμες / που καμώνονται την ποίηση // δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου / σε παράταξη μάχης / στ’ αλώνια του χρόνου / με την κραυγή // στον αγύριστο / μεσίτες της ζωής μας» («Δες με», σσ.18-19).

Αυτό που διαφοροποιεί όμως την παρούσα από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Τρωαδίτη είναι η συνειδητότερη μετατόπισή του από το γενικότερο και πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο και απτό. Ήτοι, στα αίτια και αιτιατά των κακώς κειμένων αυτής της ρομποτοποιημένης, απάνθρωπης κατάστασης, βάζοντας τους τύπους επί των ήλων. Εδώ ο ποιητής δεν περιορίζεται ούτε αρκείται στην εκτόνωση μέσω του καταγγελτικού λόγου, αλλά πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Ανιχνεύει – πάντα με τα μέσα και τους άτυπους κανόνες της ποίησης – του «τις πταίει», αν και τι μπορεί (και πρέπει) να γίνει προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση. Αυτό δεν το κάνει αυθόρμητα και τυχαία αλλά συνειδητά και μεθοδικά. Κατ’ αρχήν, ως συνέχεια και συνέπεια των προαναφερθέντων (περί «υπαρξιακής ασφυξίας» κτλ), προβάλλει, παρωδώντας, τα αποτελέσματα της περιώνυμης «νέας τάξης πραγμάτων» (που αποκαλεί «νέα ακαταστασία πραγμάτων») η οποία έχει επιφέρει τη «νέα φτώχεια [κι] εκμετάλλευση» εξαιτίας των ηγετών «του βροντερού τίποτα» που υπήρξαν οι πρωτεργάτες του «νέου τύπου ανθρώπου». Γι’ αυτά τα αποτελέσματα όμως ο ποιητής δεν μέμφεται μόνο τους υπαίτιους (ανίκανους και/ή καιροσκόπους) «ηγέτες» αυτής της κατάστασης, αλλά περισσότερο το ανώνυμο πόπολο που έπεσε θύμα στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, καθώς και της δικής τους αφροσύνης εξαιτίας της «ατέλειωτης κραιπάλης». Εξού και η ειρωνική προτροπή του προς αυτούς: «προσκυνήστε, ω! πιστοί!… // μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού / προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα // υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο των αναβαπτισμένων αγαλμάτων / στον θρίαμβο του νέου τύπου ανθρώπου [που] είναι έτοιμος να πλέξει ξανά / τη φανέλα του στρατιώτη / για τη δόξα των νέων πατρίδων / των αγορών και των στατιστικών» («Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…» σσ. 30-31).

Μετά τη διαπίστωση-απολογισμό-διάγνωση της κατάστασης και του ποιος και τι φταίει, ο ποιητής προτείνει ως ανάχωμα προς την «πορεία προς το θάνατο», και πιθανή συνταγή θεραπείας του «κακού», την «εκρηκτική σκέψη / έμμονη και φλογερή / πυρωμένη / στο αμόνη της ταξικής πάλης» που θα επιφέρει «μια θεσπέσια χαραυγή / των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση / της ψυχής / που δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» («Με μια κόκκινη ανάταση», σ. 25). Εδώ βέβαια, οι ιδεολογικο-πολιτικοί συνειρμοί και υπαινιγμοί του ποιητή είναι σαφείς – πολύ περισσότερο όταν ο τίτλος του παραπάνω ποιήματος επιλέγεται ως αντιπροσωπευτικός της συλλογής. Ωστόσο, κάθε άλλο παρά για ιδεολογικο-πολιτικό μανιφέστο πρόκειται. Για τον απλούστατο λόγο ότι σε δυο άλλα του ποιήματα ο Τρωαδίτης μπορεί να μην αναιρεί ή αποκηρύσσει τον πυρήνα των ιδεολογικο-πολιτικών καταβολών και «πιστεύω» του, σίγουρα όμως αποστασιοποιείται εμφανώς από την ιδέα ότι αυτά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και τη μοίρα του. Εύγλωττο δείγμα αυτής της στάσης του είναι το καίριο ποίημα «Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», στο οποίο ομολογείται απερίφραστα από τον πρώτο κιόλας στίχο η «ήττα» και συνεπώς το περιττό του αγώνα («προσωπικού και συλλογικού) καθώς ο τελευταίος οριστικά και αμετάκλητα «έχει πια κριθεί»: «Πασχίζεις να καταργήσεις όσα δεν καταργούνται / συμπράττεις ακόμα και με τον εχθρό σου / για να πετύχεις έστω μιαν αναπνοή // […] προσπαθείς να διαβείς την τάφρο / που σε χωρίζει από τη ζωή / αλλά τα μονοπάτια καίγονται / και μένεις μετέωρος / με αισθήματα τρεμάμενα / επιφάνειες που τρεκλίζουν / και συνθήματα που δεν απηχούν / ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…» (σ. 22). Προφανώς πρόκειται για μια διφυή σημειολογία του «εμφυλίου», καθώς ο τελευταίος από τη μια παραπέμπει σαφώς στο ιστορικό γεγονός του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949), με την ήττα της Αριστεράς, ενώ από την άλλη υπανίσσεται τον προσωπικό «εμφύλιο» του ποιητή (με τις αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και τα συναισθήματά του ως απόρροια του πρώτου γεγονότος), με αποτέλεσμα να νιώθει ορφανός και «μετέωρος με αισθήματα τρεμάμενα». Σημειωτέον ότι δεν είναι καθόλου περίεργο ούτε ξαφνιάζει το γεγονός ότι το στοιχείο του «μετεωρισμού» κυριαρχεί όχι μόνο σ’ αυτή τη συλλογή, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής δημιουργίας του Τρωαδίτη. Ωστόσο, μολονότι ο τελευταίος δεν έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, δεν έχει λιποτακτήσει και παραδοθεί, αλλά συνεχίζει τον αγώνα, καθώς «Πασχίζεις να…» (σ. 22), εντούτοις δεν έχει αυταπάτες. Αντιθέτως, είναι αρκετά ρεαλιστής για να συνειδητοποιεί την ουτοπία του ιδεολογικο-πολιτικού αγώνα, αφού «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…».

Η στάση αυτή του ποιητή επαυξάνεται κατηγορηματικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο αυτοεξομολογητικό του ποίημα «Προς λαθρόβιο αγκιτάτορα» (αντίβαρο του ποιήματος «Με μια κόκκινη ανάταση»), το οποίο, με γενναιότητα και χωρίς παρωπίδες, αντικατοπτρίζει την τωρινή ρεαλιστική κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Εξού και ο ανυπόκριτος μονόλογός του προς εαυτόν – τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο λόγω της βαρύτητάς του: «Κλείνεις τις ιδέες σου στα εκμαγεία της σοφίας / όπως κλείνεις τα χειμωνιάτικα ρούχα / στα μπαούλα με μπόλικη ναφθαλίνη // τις βγάζεις μόνο όταν θυμάσαι / τις ένδοξές σου αγκιτάτσιες / τις παλιοκαιρίστικες / όταν ρητόρευες στις πλατείες / και στα πλακόστρωτα της ανάγκης // επιδιώκεις να ζήσεις μ’ αυτές / ως άλλοθι για τις αποτυχημένες / επαναστατικές σου απόπειρες // αλλά έτσι όπως έχεις στερέψει / και την τελευταία σταγόνα / προλεταριακού καύσιμου / περιφέρεσαι ολομόναχος / στις σύγχρονες εξεγέρσεις / για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα // το τραγούδι σου βράχνιασε πλέον / παρ’ όλα τα μαγικά σου τσιτάτα / και όντας σφόδρα αφελής / πασχίζεις να / ανθοφορήσουν / οι ιδεολογικές σου εμμονές» (σ. 28).

Έτσι, ενώ από τη μια ο ποιητής δεν φαίνεται πρόθυμος να εγκαταλείψει τα πολιτικά του πιστεύω, αποσκιρτώντας/αποστατώντας από την ιδεολογία που τον γαλούχησε επί χρόνια (βλ. «Με μια κόκκινη ανάταση»), από την άλλη συνειδητοποιεί ξεκάθαρα ότι πρόκειται για σκέτη αυταπάτη. Κι αυτό διότι οι ιδεολογικές «εμμονές» του, καθότι «σφόδρα αφελής», δεν είναι παρά «για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα» (ή «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως λέει ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ελένη»). Πρόκειται, ομολογουμένως, για ένα ειλικρινά συγκλονιστικό ξεστήθιασμα, σπανιότατο στην ελληνοαυστραλιανή ποίηση, και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν.

Παρ’ όλα αυτά, ή εξαιτίας αυτών, η συγκεκριμένη συλλογή, αλλά και η ποίηση του Τρωαδίτη γενικότερα, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της αποκαλούμενης «ποίησης της ήττας». Όχι μόνο επειδή ο ποιητής γεννήθηκε πολύ μετά την περίοδο της Κατοχής–Αντίστασης–Εμφυλίου και ήττας της Αριστεράς – άρα δεν έχει προσωπικά βιώματα όπως άλλοι ποιητές (Μανόλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος κτλ) – αλλά κι επειδή μόνο ευκαιριακά και όχι συχνά ασχολείται με ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα. Αλλά κι όποτε συμβαίνει αυτό, το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο (στα ουσιώδη) αλλά λειτουργεί κυρίως παραπληρωματικά (ως επουσιώδες). Περισσότερο για την τιμή των όπλων, ή για να «αντισταθεί στο ξεθώριασμα / των ιδεών των άδειων από λέξεις» («Στο ξεθώριασμα», σ. 33).

Τούτων δοθέντων, η οιαδήποτε άμεση ή έμμεση «ήττα» στην ποίηση του Τρωαδίτη δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική αφετηρία αλλά πρωτίστως υπαρξιακή αφού, ουσιαστικά, από εκεί απορρέει ο όλος προβληματισμός και η κοσμοθεωρία του για το ανικανοποίητο της ζωής και την υπαρξιακή ασφυξία. Γι’ αυτό άλλωστε και στην ενδελεχή εξέτασή μου της πρώτης ποιητικής συλλογής του, επεσήμανα τα εξής: «η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες “έμμονες ιδέες” που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος. […] Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού». Εξού και η ιστορικο-ιδεολογικο-πολιτική «ήττα» εδώ δεν είναι η αιτία αλλά το επακόλουθο/αποτέλεσμα της υπαρξιακής ήττας του ανθρώπου γενικότερα. Απόδειξη ότι, στην πρώτη του συλλογή, ο ποιητής μόνο ακροθιγώς και υπανικτικά θίγει το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο, ενώ στη δεύτερη συλλογή του ξανοίγεται περισσότερο, μιλώντας ξεκάθαρα για τη σχέση του με την Αριστερά και την «ήττα» της. Η ουσία πάντως παραμένει ίδια.

Στην προηγούμενη συλλογή του Τρωαδίτη είχα παρατηρήσει ότι «ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου». Στη δεύτερη συλλογή του, ως αντίβαρο και αντίδοτο στην «ήττα» αντιπαραβάλλεται κυρίως η αντίσταση μέσω του έρωτα, ή η επανάσταση μέσω της «εξέγερσης των αισθήσεων», κατά τις επιταγές του Παρισινού Μάη («κάντε έρωτα, όχι πόλεμο»): «Θα κάνω τις κινήσεις του σώματος / σοφότερες από το μυαλό / […] θα κρατήσω την εσωτερική μας φωτιά / μόνο δική μας / την ώρα που το κορμί μας στριφογυρίζει / αλλάζοντας χρωματισμούς και στάσεις / στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας» («Στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας», σ. 38). Το ερωτικό κρεσέντο κορυφώνεται στο εκτενέστερο και γνησιότερο ερωτικό ποίημα «Το φως του κεριού» όπου ο ποιητής, αντιστεκόμενος στους «επικείμενους θανάτους» που τον περιτριγυρίζουν, αντιτάσσει το μαγικό ελιξήριο του έρωτα, προτρέποντας: «έλα να λευτερώσουμε τις ψυχές μας / να σπάσουμε τις αλυσίδες που μας έχουν / δέσμιους σε πασάλους ηθικών, / να γδυθούμε απέναντι σε φώτα λυτρωτικά, / κάτω απ’ τα φύλλα του φθινοπώρου / πριν μας προλάβουν οι καταιγίδες… // σε βλέπω πέρα απ’ τα σύνορα / σε κόσμους χωρίς κραυγές απόγνωσης / αγγίζοντας τις νεφέλες της νύχτας, / υψώνοντας σφιχτά τα χέρια μας στις αρμονίες, / αγκαλιασμένοι ν’ αντιστεκόμαστε / στις δίνες που θα φτάνουν…» (σ. 43-44).

Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη δεν αυτοαναιρείται ούτε είναι αντιφατική, όπως εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από την παραπάνω εξέταση. Αντιθέτως, είναι πολυσυλλεκτική και πολυπρισματική – ακόμη κι όταν κυριαρχούν ορισμένα σταθερά μοτίβα. Η όποια αντίθεση και αντίφαση αποσκοπούν στη δημιουργική σύνθεση μέσω του σχήματος «θέση-αντίθεση-σύνθεση» Άλλωστε, όπως παρατηρούσα στην προηγούμενη κριτική μου, «η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση [αφού] κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη υφή της». Τέλος, και με τη δεύτερη ποιητική συλλογή του ο Τρωαδίτης εδραιώνει πλέον τη θέση του στον ποιητικό χώρο, αποδεικνύοντας ότι ξέρει να ανανεώνεται, να προβληματίζεται και προβληματίζει, αλλά και να συναρπάζει ποικιλοτρόπως τον σοβαρό, απαιτητικό αναγνώστη. Με τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του που έχουμε εξετάσει έως σήμερα, διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα που θα τον ανεβάζουν όλο και ψηλότερα, ως ποιητή αξιώσεων, στο corpus της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας – και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν…

*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Κατερίνα Γώγου, Θα γεννηθώ

1940. Σε λίγο. Θα γεννηθώ.
Και είκοσι πέντε ημερών, πίσω απ’ τις παλιές σιδερογραμμές
στο σινεμά “Λαού”. Βοτανικός εκεί. Μεταξουργείο. Κολωνός.
Πάλι πατέρας
με φροντίδα περισσή
στην αυλή
με πίεση στη μάνικα
θα φροντίσει να πάω από πνιγμό
γιατί ως γνωστόν
ήμουνα κορίτσι.
Απέναντι απ’ το σπίτι μας
γκαράζ που το’ χαν Γερμανοί
κι η μάνα μου έβαζε κινίνο στις ρώγες
να μη θηλάζω άλλο.
Μου είπε περήφανη πως το κατάλαβα
και το πρώτο το έφτυνα.
Όμως δεν έτρωγε
δεν είχε γάλα άλλο
όμως ήμουνα από πάντα μου μόνη μου

ήθελα εκεί να κοιμόμουν!

Τι θα γινόμουν άραγε, θεέ μου
αν δε μου ‘χες δώσει δώρο θυσίας
την ποίηση;
Από που, πως νεκρή ζωντανή, εδώ θα κρατιόμουν;

*Από τη συλλογή “Με λένε οδύσσεια”, 2002.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

*Από τη συλλογή “Η ανορεξία της ύπαρξης”, 2011.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

*Από τη συλλογή “Μεταπλάσματα”, που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΝΙΓΜΟ

Το βράδυ μετατοπίστηκε ο άξονας της γης
κοιμόμουν όνειρα γλυκά και μου διέφυγε
‘Ίσως καταφέρουμε τελικά να κάμψουμε το χρόνο
Να αντιστρέψουμε το στερητικό σύνδρομο της φαντασίωσης
Μέσα στα μάτια των δυο που κοιτάζονται βαθιά
Αυτός που την σηκώνει στην αγκαλιά του
Κι εκείνη που σηκώνει τα χείλη από την άβυσσο
Με τη γυαλάδα του ψαριού στο βλέμμα
Αυτή δεν έχει ουρά ανάμεσα στα σκέλια
Μόνο βρεγμένους ουρανούς και διάτρητα σύννεφα
κι ένα νωπό χαρτί μνήμη στα σκισμένα ρούχα.
Μόλις την έσωσε από πνιγμό, δεν ήταν ναύτης
μόνο κάποιος από τους ντόπιους διασώστες στο νησί
γνώριζε καλά τι σημαίνει να σφραγίζεται ο λαιμός
ο τόπος του βουλιαγμένος με δίχως νερό
Οι συντεταγμένες έχουν οριστεί από αιώνες πριν
Η πυροδότηση θα γίνει στο απώτερο διάστημα
Στον καταυλισμό κατεγράφησαν παιδιά με φάλαινας ουρά

****

ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΤΕ ΤΙΣ ΑΚΤΕΣ

Μεταγλωττίστε τις ακτές
και τα λιμάνια και τα αστέρια
είπε,
για έναν γενναίο καινούριο κόσμο
για να χαράξει ένας νέος ήλιος πάνω
απ΄ τα περιφραγμένα χωράφια της γης
Διαψεύστηκαν τα υποκείμενα μεταμφιεσμένα σε αντικείμενα
γι’ αυτό και παραφέρθηκε η κρίση μας
και μοιραία διέφυγε στην αθώα ενοχή μας
ότι η αυγή χρύσιζε υποδόρια πάνω σε ξυρισμένα κεφάλια
και η σελήνη μισή στην καταβύθισή της στο υπόγειο μετρό
ξεχείλιζε αίμα πορφυρό
Βλέπεις, κανείς δεν είχε υπολογίσει με μέτρα και σταθμά
και τα μελάνια που ‘χυναν οι σουπιές
στο πέρασμά τους στο Αιγαίο.
Η πρόταση στη γλώσσα ήταν διαρκής και αμετάκλητη.
****
ΥΓΡΟ ΟΝΕΙΡΟ
Ένας άγγελος στις παρυφές της τρίτης πόλης
Με την αγωνία της πολιτείας της δεύτερης
Σε ομφάλιο κλοιό της χαμένης πρώτης
Ανα/Μασώντας άμμους και σάλιο
απ’ τη θάλασσα του ύπνου του
Δακρύζοντας δάκρυα αλμυρά
Εκχύοντας σταγόνες παλιού ρετσινιού
Φτύνοντας ασθενικά ριπές άπνοιας
Κρατά σφιχτά στα δάχτυλα το λουλούδι τ’ ουρανού.
Ακόμα και στα όνειρά του αψίδα δεν υφίσταται
Μια έρημος μονάχα που ονειρεύεται.
Στεγνή και η ονείρωξη.

Επανέκδοση: Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη

1η έκδοση: εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007
Επανέκδοση: Εκδόσεις Θράκα, 2017
σελίδες 54
διαστάσεις 21 χ 14 εκ.
τιμή 4,5 χωρίς Φ.Π.Α.

Βιογραφικό συγγραφέα:
Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γεννήθηκε το 1983 στη Δράμα, όπου και ζει.

Βιβλία του ιδίου:
Έκαστος εφ’ ω ετάφη
εκδ. Γαβριηλίδη, 2007
 (επανέκδοση εκδ. Θράκα, 2017)

Μισές αλήθειες
 εκδ. Μελάνι, 2012

Με ύφος Ινδιάνου
 εκδ. Μελάνι, 2014

Στο σπίτι του κρεμασμένου
 εκδ. Θράκα, 2015
 (Βραβείο Ποίησης Περιοδικού «Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ» 2016) 



απόσπασμα:

6.

«Εξ ακανθών»

λοιπόν

βρίζοντας μέσα σε ιδρώτα καλοκαιρινό

να κολλάει το φανελάκι – τα στόρια

γέμισα την παγοθήκη με νερό

περπάτησα δυο βράδια

κουζίνα – χολ – Σταδίου – χολ – μπάνιο
νεύρα κι ένας πόνος στο κεφάλι

συλλαλητήριο για έναν Σύριο σκύλο αγωνιστή

της παραδιπλανής ταράτσας

μετακινώ διαρκώς την κεραία

μήπως και φύγουνε τα χιόνια

το βράδυ θα κατέβω στην αποθήκη

– μη μαγειρεύεις

θα συγυρίσω λίγο τα εργαλεία

λέω να μαστορέψω την μετάστασή μου

Ινδικό μπλε φθινόπωρο, Gorana Mitrovich | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis_olympus

Ονειρεύομαι
μέσ’ απ’ ένα ινδικό μπλε* φθινόπωρο εντός μου
μ’ ηλιόλουστο βλέμμα ανάμεσα στα φρύδια
κι ένα κομματάκι φεγγάρι κάτω απ’ τη γλώσσα
εσωτερικά για να λάμπει
ανήσυχη συνείδηση χτυπάει τατουάζ στα τείχη του τα
μπλε φύλλα
θα τα σκεπάσουν χιόνια
μέχρι μια πορφυρή άνοιξη
μπλε φύλλα
απαλά, από την ύπαρξή μου ξεσχισμένα
-να τ’ αφήσω να βολτάρουν-
ονειρεύομαι
μ’ ομίχλη στα μαλλιά
κι έλεος στα μάτια
τ’ αεράκι μου αφήνει
ύποπτο φιλί στον αριστερό ώμο
σαν της μοναξιάς υπενθύμιση

*απόχρωση του μπλε

View original post 78 more words

Μιχάλης Τάτσης (1977-2010), από το βιβλίο “Με το καδρόνι στα χέρια”

Πολιτεία πολύτροπη, θα γλιστρήσω μια βραδιά κάτω από τα σεντόνια σου σκληρός και θα σε γλείψω αργά με τη βο’ιδόγλωσσά μου ίσαμε να γιομίσει ο κόλπος σου υγρά και αγωνία η καρδιά σου. Οξύνει λένε η σφαγή το αίμα. Τότε είναι που θα σε σφάξω κι εγώ με την καρδιά γιομάτη αίμα και θα σε διαπεράσω. Και θα σφαδάζει αίμα το κορμί στο νυφικό κρεβάτι. Και δεν θα χύσω ούτ’ ένα δάκρυ επάνω απ’ το κουφάρι σου. Θα σκουπίσω στο παντελόνι τα χέρια και θα γλιστρήσω απ’ το παράθυρο στη νύχτα σα κλέφτης. Θα ξαποστάσω στη μετάλλινη γέφυρα που σε γνώρισα και θα κρεμάσω τα κανιά μου στο κενό. Θα κρεμάσω τον έναν έναν σπόνδυλο ώς τη στήλη στην ιτιά και θα περνά από μέσα τους συρίζοντας η γλώσσα. Από κάτω θα βυσσοδομεί τη μοναξιά του το ποτάμι. Θα κάτσω και θα κλάψω. Θα κλάψω γοερά για όλα τα νεκρά, αγέννητα παιδιά σου. Μακάριος ός κρατήσει και άντρειωθεϊ τα νήπιά σου προς την πέτραν.

Ανοίγεις τα πόδια, πολιτεία ξεδιάντροπη, ξανά, και με ξερνάς γυμνό στον κόσμο. Κι έπειτα μου τα παίρνεις όλα ώς το ένα. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, να σου φιλώ τα πόδια. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Δε θα σε προσκυνήσω. Θα στυλωθώ και θα σε σπάσω.

*“Με το καδρόνι στα χέρια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλης 2011.

11ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

29. 10. 2017 re

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Τα κομψευόμενα έως καταξιωμένα αποβράσματα του δικοινοτικού συρμού ή αχταρμά φωτογραφιζόντουσαν με μια τεράστια επιταγή υπογεγραμμένη από έναν μισητό αγγλοσαξονικό τίτλο ευγενείας. Κάποιες σημαίες σημαιοστολισμένες το σημαιοστολισμό κυμάτιζαν ·έστω και ξεφτισμένες από την οργή του Αιόλου. Άλλες -μεταλλικές κι αμετακίνητες- στην κορυφή του ιστού έπαιζαν ατάραχες Stratego. Οι αχιβάδες του Επαμεινώνδα κατοικούσαν στα μανιτάρια, εισχωρώντας αστραπιαία τον ίλιγγο κι άγνωστο πόλεμο αρχέτυπων αστερισμών. Ο ταγματάρχης ποιητής αιχμαλώτιζε στη χλαίνη τα ψίχουλα της κουραμάνας, απεγκλώβιζε στην παλαιά ξιφολόγχη τα δόντια τού σκορβούτου κι εκκινούσε με το επόμενο ύψωμα να φλέγεται στις νευρικές διακλαδώσεις του σωματότροπου ύφους.

View original post 454 more words

Τάσος Λειβαδίτης//Tasos Livaditis-translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-

μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,

μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-

νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που

κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-

ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό

τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,

καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν

που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-

να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι

άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-

θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and

stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was

left but an imperceptible mark that…

View original post 114 more words