Χρήστος Μπράβος (1948-1987), Τέσσερα ποιήματα
Προγραφή
Ζυγιάζεται γκρίζο, γεράκι. Σάπιο
αγεράκι πώς τα καίει τα μαλλιά
σου!
Δε θα γλιτώσεις Ιφιγένεια· αυτά
που ήξερες για σύννεφα πονετικά να
λησμονήσεις. Κορμί φιδιού θα
δέρνεσαι στο χώμα, δίχως κεφάλι
πετεινός και θα χιμάς. Και τα
καράβια θα ξεχάσουν τα νερά.
Μέσα σε μπαρ οι ναύτες θα
σαπίζουν
13-15/4/82
*Από την Ενότητα «Ξύλινα τείχη».
***
Ουράνιο ψάρι
Στον Γιώργο Κακουλίδη
Η σκοτεινή της μήτρα αναδεύει
και σάμπως μπάσταρδο κι απόψε σε ξερνά·
στον κύκνο σου λαιμό θηλιά περνά
το χέρι της Σειρήνας· και σε ζεύει.
Τα πόδια σου πριόνισε η προπέλα
κι όλη τη νυχτα αλυχτάς σκυλί λυτό·
πάλι θα λεν τη μάνα σου Λητώ
και τη σπασμένη κάμα σου Μαρκέλλα.
Σε ποιο λιμάνι τ’ ουρανού να σκάψω τάφο,
να σε ρουφήξει ποια θεόρατη κοιλιά;
Θα πνίγεις στο σκοτάδι τα σκυλιά
κι εγώ απ’ τον πάτο της ζωής μου θα σου γράφω.
18/6/83
*Από την ενότητα «Μετά τα μυθικά».
***
Απόκρυφο
Μ’ άλογο μαύρο και τυφλό
να μπω στον ύπνο σου. Ριγμένος
σταυρωτά. Με τα καρφιά μου.
Εσύ από χιόνι. Με το κάρβουνο
στα μάτια. Τα πέταλα ν’ ακούς
και τα φτερά. Το τζάμι του θανάτου
που θα σπάζει.
Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν
τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει
το ταβάνι ανεβαίνουν.
Να μη θυμάσαι τίποτα μετά-
μόνο του δαίμονα το χέρι
που ευλογούσε.
***
Το νερό
Να μην την πει κανείς αυτή τη νύχτα
που έπνιξε το θάνατο στην κούνια.
* Από το βιβλίο «Μετά τα μυθικά», εἰκόνες Χρόνης Μπότσογλου, πρόλογος Μιχάλης Γκανάς, ἐπιμέλεια και ἐπίμετρο Μισέλ Φάις.εκδ. Πατάκη, 1996 (μεταθανάτια έκδοση). Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/19087/index.html
Γρηγόρης Σακαλής, Νέα αρχή
Ένα ποτάμι κυλάει σιγανά
ήσυχα κι αθόρυβα
είναι μέσα οι φωνές μας
που σιωπούν
είναι μέσα οι κραυγές μας
που δεν βγαίνουν προς τα έξω
τα όνειρα μας ταξιδεύουν
απαλά προς το άγνωστο
χτίσανε τείχη στις όχθες
φοβούνται την οργή του κόσμου
μα αυτό το ποτάμι το μικρό
έχει δύναμη μεγάλη
δυναμώνει με το χρόνο
έχει σοβαρό προορισμό
θα φουσκώσει
θα ξεχειλίσει
όλη την παλιά σαβούρα
θα παρασύρει
θα δημιουργήσει με τα νερά του
γόνιμο έδαφος
για μια νέα αρχή.
Νέα κυκλοφορία, Φάνης Παπαγεωργίου, Διώρυγα μεταξύ νεφών
Κωστής Τριανταφύλλου, ε μ ε ί ς ε δ ώ (1975)
στον αδερφό μου Στέλιο Βασιλειάδη
Αφήνει τα όνειρά του στον πρώτο καφέ πνιγμένα.
Ποιοι κατεβαίνουνε στο δρόμο να ξεπεράσουν το αδιέξοδο;
Βάζει το ατσαλάκωτο κουστούμι του και σβήνει
χάνει την ύπαρξή του εγκλωβισμένος. Χάθηκε!
Ξέρουμε τον ήχο της σιωπής που φέρνει καταιγίδα!
Ποιοι ξεφεύγουν απ’ τον μικρόκοσμό τους;
Στραγγαλισμός κι ελαφρότητα!
Κάθε μέρα μια απ’ τα ίδια αποκεφαλισμένα!
Ήμουνα κι εγώ εκεί, λένε όλοι τώρα και γράφουνε και μιλάνε πολύ
και μας λένε κι ιστορίες!
Τρείς κι ο κούκος πάντα εδώ!
Ξέρουμε τον ήχο της ασημαντότητας, της εγωπάθειας, της αδιαφορίας αλλά και τον ήχο της έκρηξης ξέρουμε!
Στο δρόμο φοιτητές, ανένταχτοι πολίτες
και άλλοι
τρελοί και μαγεμένοι
αγανακτισμένες μάνες μέναν καλό λόγο για τα παιδιά τους
κάποιοι με συνείδηση
κάποιοι
στους Υπομηχανικούς, στα σκαλάκια του Πανεπιστήμιου, στη Νομική.
Εμείς εδώ
όλοι οι γνωστοί κι οι άγνωστοι εδώ άπνοια και φριχτές ματιές
με το δέρμα κέλυφος άλλου κόσμου που μας συνοδεύει!
Όλοι μαζί ζώντας μέσα στα μάτια
με την ψυχή στο στόμα
λέξεις κοτρόνια κατρακυλάνε αιμόφυρτα
επιτέλους κουβέντες προς τα έξω!
Άλλοι νόμιμοι κι άλλοι παράνομοι με πολλές σκέψεις από αλλού και ποιος δεν είχε ιδέες και ποια δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες
όλοι μαζί.
Εμείς όλοι εδώ
πολίτες, περαστικοί αλλά και μαθητές κι εργαζόμενες
και φίλοι από τα παλιά
φίλοι
που γλύτωσαν απ’ τα βασανιστήρια ο κατάλογος γεμάτος
δεν ήταν όλοι εδώ
αλλά όσοι μπόρεσαν
κάνανε την καρδιά αυτού του τόπου να ραγίσει
από δύναμη ψυχής
αντοχή
εδώ πίσω από τα κάγκελα
στη Πατησίων σε μια Αθήνα έρημη και τρομαγμένη
μπροστά σε όλους έξω από τα δόντια
με τη ψυχή στις λέξεις και τα καινούρια συνθήματα
για το σύστημα και την εξουσία του.
Αν
ήταν όλοι εδώ μέσα
κι έξω από τα κάγκελα
στο Πολυτεχνείο!
Αν, βέβαια!
*Αυτόνομη Ομάδα ΚΡΑΚ, Αθήνα, 1975,
από το ανέκδοτο βιβλίο του Κωστή Τριανταφύλλου Ποιήματα-Προκηρύξεις.
**Περισσότερες πληροφορίες για το έργο του καλλιτέχνη Κωστή Τριανταφύλλου:
http://www.costis.gr/biotaomicrongammarhoalphaphiiotakappa972.html
**Εμείς το πήραμε απο εδώ: http://voidnetwork.gr/2017/11/17/%CE%B5-%CE%BC-%CE%B5-%CE%AF-%CF%82-%CE%B5-%CE%B4-%CF%8E-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%85-1975/
Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα
ΑΛΗΘΕΙΑ
Είμαστε
το
ψέμα
μας
η υπόλοιπη αλήθεια, κοιτάζει
να
της ξεφύγει, από μας
Το τυφλό μάτι του πιανίστα πονηρά μισανοίγει
ο αριθμός του κοντσέρτου,
Λέγεται μια φορά στη αρχή και μια φορά στο τέλος
ο παλιός μαέστρος δεν συγκινείται
σε κανένα μέρος,
ξέρει απέξω οποιοδήποτε κοινό,
επιτέλους ζει
για
τον ρυθμό
κανένας πιανίστας τον πιανίστα αυτόν δεν ξέρει,
κάθεται,
και σηκώνεται μακρινός,
η Αλίκη για να δει, κάνει ακριβώς, το ίδιο.
***
ΒΙΤΡΟ
Ενστικτο επιβίωσης
κάλεσμα εικόνων
τα ορυχεία ταό στο δρόμο
αόρατο χιόνι
γιατί το κάνεις αυτό που σε έκανε
έφυγε
όλη η ομορφιά είναι μέσα στα κυτταρά μας
άφωνο μεγαλείο
η ίσως τίποτα που να καταλαβαίνεις τόσο καλά
ο χρόνος μέσα από το ορυχείο
φωτοκύτταρο της ζωής
η μακρινά λάθη
που ξέρουν την ουσία.
Βαγγέλης Γέττος, Λευκή νύχτα
Σε ξύπνησε πάλι
ο μικρός στυφός
φόβος.
Κάνει παιχνιδιάρικο θόρυβο
κολυμπώντας στα βρόμικα ποτήρια
που κρέμονται δίπλα στο μαξιλάρι
ή
καβαλώντας τη βροχή
πέφτει πάνω στα στόρια
αραιά και ενοχλητικά
όπως
η βρύση
που δεν έκλεισε καλά
η πόρτα
που δεν έκλεισε καλά
κάτι που έμεινε ανοιχτό
Ο μικρούλης φόβος
μέσα στο διάφανο βράδυ
πλένει τα πιάτα στον από πάνω όροφο
ή
περπατάει στο μπαλκόνι.
Αυτός
που σε ρώτησε
με το σκουφί μέχρι τη μύτη
μέσα στο χιόνι
νύχτα
τι ώρα είναι αυτή
που δεν απάντησε ποτέ
Αυτό
που σου κουνάει κουρδισμένα το δάχτυλο
Κάθε που πιάνει φθινόπωρο,
πιάνει δουλειά.
Ακαταμάχητη λευκή υπενθύμιση
το άσπρο βράδυ,
διάφανη ταινία
που προβάλλεται
πάνω στη φαγωμένη πρόσοψη
του κορμιού μου
Πιάτα σπάνε από πάνω,
τα βήματα αυξάνονται,
οι υπόνοιες ακατανόητων λέξεων
γίνονται ολόκληρη γλώσσα
Kρατιέσαι πυρήνας μες στο χειμώνα
μετά δεν σε τρώει ν’ ανθίσεις.
Μόνο να κρατηθείς
μπλε κέντρο φλόγας
*Από τη συλλογή ‘Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Μάιος 2013
Γιώργος Γκανέλης, Χωρίς εμάς
Και χωρίς εμάς, τίποτα δε θ’ αλλάξει:
Οι ερωτευμένοι σε δίχτυ ανασφάλειας
Τα γήπεδα εκτροφεία εγκλωβισμένων
Οι καλόγεροι ελπιδοφόροι αιωνιότητας
Τα αμπέλια προάγγελοι καλού κρασιού
Οι δρόμοι με αναθυμιάσεις βενζίνης
Τα πλοία σε εναγκαλισμό με τον βυθό
Η αλήθεια στην εντατική για αιώνες
Ο τζίτζικας συνέταιρος του καλοκαιριού
Τα δέντρα στην ευχέρεια των ανέμων
Η μοναξιά πάντα τυφλή κι ασυνόδευτη
Ο πόνος χωρίς πολλές διακυμάνσεις
Τα νομίσματα σε διαρκή υποτίμηση
Η Σαντορίνη πάνω στον ίδιο γκρεμό
Το ψεύδος στα δόντια των ισχυρών
Η ελευθερία σε καταστολή διαρκείας
Η θλίψη γυμνή με ξενυχτισμένα μάτια
Ο Αύγουστος σε βαλίτσα διακοπών
Η Ποίηση ανεπίδεκτη κάθε ορισμού
Τα ρολόγια με αργούς λεπτοδείχτες
Οι ζωγράφοι έρμαια των χρωμάτων
Τα αγάλματα παράφραση του σκότους
Η Τροία μια παλιά πονεμένη ιστορία
Η γη με αδιάσπαστο κέλυφος σιωπής
Τα κυπαρίσσια συνομήλικα των αιώνων
Το φεγγάρι του Άδη σε φέτες κομμένο
Ο Θεός μια άλλη ανάγνωση του φόβου
Η εφηβεία με περίσσευμα αμφισβήτησης
Ο θάνατος επαναληπτικός κι αδιάκριτος.
Κι αλίμονο, μονάχα εμείς αλλάζουμε.
*Από την ενότητα “Ο εισπράκτορας” που οπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2017.
Ελένη Βακαλό (1921-2001), Μαινάδες
Μ’ έναν πυρσό στο δάσος σε γύρεψα
Νύχτα
Την αγάπη λυτή στον αέρα
Να γυρνά τα μαλλιά μου
Απόλλωνα
Το νύχτιο κορμί σου
Τ’ άσπρο σου φως
Να το θρίψω στη φούχτα μου
Σβόλο χώμα
Να το κάνω δικό μου
Σαν τα φίδια που δένουν
Τη μέση μου
Των αλόγων το κάλπασμα
Τον ιδρώ του λαιμού μου
Απόλλωνα
Την υγρή γη την πάτησε
Η φτέρνα μου
Πνιγερή η μυρωδιά της
Που ανεβαίνει στα σπλάχνα μου
Των κλαδιών τ’ αγκαλιάσματα
Και στο στόμα μου η ανάσα
Κέρνα
Ως το τέλος του πόθου μου
Ως το τέλος του δάσους
Ήλιε μου
Φως πρωινό
Ξανθέ
Σε γύρεψα χτες τη νύχτα
Βάφτηκ’ αίμα ο δρόμος μου
Και απόκανα
Νικητή
Δε σε βρήκα
*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com
Νίκος Βαρδάκας, Ψυχοσκόπιο
Κλαίγοντας σου μιλάω γλυκά, σε κρατάω απαλά.
Ανοίγοντας το ψυχοσκόπιο, αντικρίζω μέσα σου
την νύχτα και την μέρα. Γελώντας σε φιλάω στα χείλια
όπως δύο παιδιά που πρώτη φορά ζούνε τον έρωτα και
μου λες σιγανά σ’αγαπώ . Πώς να πω αλλιώς πώς σε θέλω!
Ανοίγοντας το ψυχοσκόπιο, είσαι στο δάσος κρυμμένη
φωνάζοντας «Έλα! Εδώ είμαι.»
Βρέχει, ίσως κρυώσεις μα λες δυνατά πώς είναι ωραία.
Ανατέλλει ο ήλιος, και μόνη χορεύεις με τα χέρια με
θέλεις κοντά. Το φόρεμά σου έχει αστέρια. Απ’ τον ουρανό
τα πήρες γιατί είναι ωραία. Το ψυχοσκόπιο κλείνει με
αγάπη και μίσος, αδέλφια μικρά για το τέλος χαρίζει στην
δική μου καρδιά.









