Νίκος Σταμπάκης, Τέσσερα ποιήματα

TEA-SHELLS

Η νυφική μπαλλάντα ακόμη λάμπει το πρωί
Στον παιγνιδότοπο όπου τ’ άστρα
Είναι μικρά χοιρολοΰλουδα με
Το χρώμα του χρόνου
Και τα γελαστά τραγούδια
Των δασών
Οδηγούν σε παραδείσους
Ιερής τσίκνας

Στην ετικέττα του ρουμιού
Ζωγραφισμένα λείψανα
Στα βλέφαρά μου το γέρικο πλοίο
Των καταδίκων

Το ματωμένο πρόσωπο
Της αγάπης
Έρπει
Στο εσωτερικό της κάννης
Του ψεύτικου τουφεκιού

Στο ποταμόπλοιο Skyriver
Τα χείλη του θεού
Είναι μαξιλαράκια
Για τ’ αλογάκια
Της παναγιάς

Χιονόφυλλα
Υδραργυρική αφή
Πού οδηγούμαι;
Πού έχω αφεθεί;
Ποιος είναι κείνος που πεθαίνει
Σε πράσινες λίμνες;

1988

***

ΑΦΟΣΙΩΣΗ

Οταν το μάτι αγάλματος π’ απαθανατίζει τον κολοσσό της Ρόδου σε στάση προσοχής
Μπρος στο διάβα τριών παρθένων με ρόδια
Ραντίσει το βάθρο με δάκρυα και ξερό χαλάζι
Θα σου μηνύσω αγάπη μου καθώς ο ουρανός μηνύει στ’ αναστάσιμα βεγγαλικά
Την διαρκή του αφοσίωση
Καθώς και την τακτοποίηση εκκρεμότητος π’ αφορούσε το μέγεθος κεραμιδιών
Θα σου μηνύσω μ’ εντεταλμένο δικολάβο
Την οριστική νίκη των ασμάτων μου απέναντι στα τρομερά κύμβαλα του θανάτου
Την επικράτηση του υπερφυσικού βύσσινου απέναντι στις φαβορίτες π’ εστήριζαν κατακόμβες
Όπ’ αντηχεί αδιάκοπα η φράση, «Τα πάντα είναι χαμένα,
«Χαμένα όπως φαντάρος σ’ εμποροπανήγυρη
«Χαμένα όπως αηδόνι στο σεντούκι
«Χαμένα όπως ρολόι μες σε πηγάδι
«Χαμένα όπως αστέρι σ’ έναν κουμπαρά
«Χαμένα όπως πυξίδα σε νεκροταφείο
«Χαμένα όπως φιλί μες σε βαγόνι
«Χαμένα όπως γραμματοκιβώτιο στην ομίχλη
«Χαμένα όπως ζαχαρωτό σε υπηρεσιακή τσάντα
«Χαμένα όπως μια γυναίκα μες σε σύννεφο από κιμωλία
«Κτλ.».

1990

***

ΟΔΟΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ

Η ζωή
Δεν θυμάται
Όσους ζουν κάτω
Απ’ το τραυλό φως

Και όλες
Οι απελπισμένες
Δεήσεις
Κι οι εκλεπτυσμένες κινήσεις
Δεν θα τους σώσουν

Όταν κοιμούνται
Θυμούνται τον έρωτα που χάθηκε
Στην λεωφόρο των σκοτεινών
Μπλε κυμβάλων
Που την λικνίζουν
Οι τσιμπίδες των καστανάδων

(Τσέλλο τον Δεκέμβρη
Τα μελοροδάκινα
Ή σαν κηλίδες αίματος
Στα νύχια του St. Paul’s)

Κι όταν ξυπνούν
Βλέπουν τον κόσμο
Να περιμένει
Κάτω από τον ήλιο
Οπου φαίνονται όλα
Τα σημάδια
Της κληρονομικής
Ασθενείας

Η ζωή
Δεν λυπάται
Οσους ζουν κάτω
Απ’ το τραυλό φως.

1988

***

ΜΑΤΑΙΟ

Τι θέλεις
Τι περιμένεις
Μες στα ψυχρά
Τοιχώματα
Στα
Ακονισμένα
Βροντερά
Μαχαίρια
Στα πιθάρια
Με τα φίδια
Που οι συριγμοί τους
Βουίζουν
Στο μυαλό σου
Όπως κάποτες
Ο ύμνος
Των φοιτητών—
Μια νύχτα
Πεντακάθαρη

Στο βάθος
Η εκκεντρική
Πανοπλία
Παρίστανε
Τον άγιο
Γεώργιο.

1988


*Από το βιβλίο ‘Το μπαούλο με τις μπίλιες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2007.

Μαργαρίτα Μηλιώνη, η νύχτα των δορκάδων

τη νύχτα που πέρασε εντοπίστηκαν
ζαρκάδια να τρέχουν στους δρόμους του Παρισιού
οι τεντωμένοι μυς
τα λιγνά πόδια
τα δυνατά τους λαγόνια
μα δες τα πώς τρέχουμν μέσα στις tuilleries
πώς διασχίζουν τα ηλύσια πεδία
πώς καλπάζουν ελεύθερα
δες τα πώς διαφεύγουν
τον κλοιό των πάνοπλων στρατιωτών
μα πώς;
δεν έμαθαν για το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που έχει κυρυχθεί η χώρα;
δες τα στην γέφυρα των εραστών να μοιράζονται με το
ζευγάρι το δείπνο του,
τώρα τρέχουν ξοπίσω τους οι νέοι,
τι θα κάνουν τώρα οι ζαντάρμ;
ο στρατός;
θα χτυπήσουν;
τα ζαρκάδια κατέλυσαν την τάξη
μια ομάδα νέων τα ακολουθεί
κι όλο το πλήθος μεγαλώνει
νέα συνθήματα κάθε στιγμή απλώνονται στην πόλη
το φάντασμα του μάη του 68;
αναρωτιούνται δειλά οι πρώτοι αναλυτές που κλήθηκαν
στο ραδιόφωνο,
ο πρόεδρος προχώρησε σε διάγγελμα,
κάλεσε τους πολίτες να αραμείνουν στα σπίτια τους,
η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο μας καθησύχασε.
οι τηλεοράσεις βουβάθηκαν, πριν λίγο είδα μια γυναίκα να φοράει τα αθλητικά της
και να τρέχει ξοπίσω τους.

*Από τη συλλογή “Ο Ζωολογικός Κήπος του Ile Saint-Louis”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Κριτές

Κόντρα στο ρεύμα
μπορούν να πάνε
μόνο οι σολομοί
κι οι ποιητές που ξεχωρίζουν
όλους τους άλλους
τους παρασύρει ο ποταμός
στη θάλασσα της ανυπαρξίας
σαν αστεράκια τρεμοσβήνουν
τα ποιήματα των πολλών
κι ύστερα σβήνουν για πάντα
μένει ο Καβάφης και οι λοιποί
ξεχωριστοί και λίγοι
όλοι αυτοί
που κάνουν θόρυβο μεγάλο
γύρω απ΄ τ΄ όνομά τους
κατακρημνίζονται
μαζί με τους άλλους
γιατί η Ιστορία
μισεί τον θόρυβο
και κρίνει αυστηρά
μαζί με τον αδερφό της
τον Χρόνο.

Άννα Νιαράκη, Τρία ποιήματα

Η ΜΟΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ακόμα εδώ ανοίγω καινούργιες πληγές
Στο φως-εδώ, που σημαίνει αλλού
-στις παύσεις μετράω το ρυθμό από μέσα-
συγκινούμαι δικαίως, μεθώ έντιμα
αλλάζω σεντόνια, σιδερώνω πουκάμισα
ιδρώνω συντηρητικά, επιβιώνω στις στάχτες
φτιάχνω λίστες με ρήματα
και στοιβάζω τις μέρες μου
σε βαλίτσες και δωμάτια ξενοδοχείων

Κάνω την ανήξερη, φυλάω τα νώτα μου
κόβω τα νύχια μου σύρριζα, δε γράφω,
μόνο σκέφτομαι –ένα σωρό άχρηστα πράγματα-
αποφεύγω την πολυκοσμία και τις ωραίες όλο νόημα
συζητήσεις, δε θέλω άλλες ερωτήσεις

που η μόνη απάντηση είναι η αλήθεια.

***

ΕΞΟΔΟΣ

Άσε με να σε φιλήσω μου είπες
να χαϊδέψω τα μαλλιά σου
να βυθιστώ στα μάτια και στο σώμα σου
άσε με, μου είπες, να σε αγαπήσω όσο
το έχω ανάγκη — είσαι η γέφυρα προς τον εαυτό μου
Μόνο μέσα από το σώμα σου μπορώ να με αγαπήσω
έλεγες και ξανάλεγες, μέσα σε αναφιλητά, κλάματα
βρισιές και παρακάλια
Άσε με να σε φιλήσω φώναζες
κάτω από τη βροχή, κάτω από τον ήλιο
άσε με ούρλιαζες και με κοίταζες με αυτή
τη μισοάγρια μισοήμερη ματιά

Κι εγώ στεκόμουν με το βλέμμα αυτού
που έχει ήδη φύγει
αυτού που έχει ένα μόνο εισιτήριο
στην τσέπη
και κανέναν πια εαυτό για να χαρίσει.

***

ΑΚΟΙΜΗΤΟ ΦΩΣ

Ο χρόνος άξονας συγκλίνων
του θανάτου, μονόδρομος με ορισμένη φόρα
τόσες χιλιάδες χρόνια και κανείς ποτέ
δεν τον διέτρεξε ανάποδα
Κανείς στη μήτρα δε φυτεύτηκε για δεύτερη φορά
έμβρυο να ξαποστάσει στο σάκο του
να νανουριστεί από το χτύπο της καρδιάς
της μάνας του, κι ανυποψίαστος να ξαναβγεί
στον κόσμο, έτοιμος να ξανακλάψει,
μα αυτή τη φορά πιο γοερά, πιο δυνατά, πιο σίγουρα
για το φθαρτό του σώμα.

*Από τη συλλογή «Ιχθυόφωνο», Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015.

Ορέστης Μπατάκης, Παγωμένες Ψυχές

Ένα όνειρο πάνω στο χιόνι
Μια ανάσα που γίνεται ομίχλη
Είναι ωραία εκεί έξω!…
Με το βλέμμα τσακισμένο
Τ’ αστέρια δύουν χωρίς εσένα
Έρχονται από τα βάθη, μελωδίες θλιμμένες
Ασημένια στάχτη
Φθορά!
Κάθε που νυχτώνει σβήνει η ψυχή μου
Κάθε που νυχτώνει
Ένα γαμώτο…
Θέλω ν’ αντέξεις μέχρι το πρωί
Οι φλόγες παγωμένες
Μίλα μου… το ξέρω πως είσαι εκεί
Ένα φιλί
Στα σοκάκια της Άνω-πόλης
Η αλήθεια καθηλώνει
Κι εγώ πεθαίνω…
Με μια γλυκιά γεύση στο στόμα
Τα χείλη μου τρέμουν
Η ανάσα βαραίνει
Τα βλέφαρα κλείνουν
Λίγο ποιο κοντά
Λίγο ποιο ελεύθερος…
Κράτα την φλόγα σφιχτά
Θέλω να φτάσω στα έγκατα της γης
Ένα σημάδι θολό
Τα λάθη μου!
Η πίστη μου!
Με κοιτάει ο έρωτας με τα νεκρά του μάτια
Ένα κομμάτι μου
Λίγο μετά την εκτόξευση
Έμεινε πίσω…
Μην κλαίς!…
Τα δάκρυα έγιναν δώρα
Άκου!…
Στην Σελήνη χιονίζει
Κλείσε τα μάτια…
Φιλιά χορεύουν
Στον πικρό αιθέρα
Η πόλη χωράει
Μέσα στο παραθυράκι της σοφίτας
Η πόλη μας κοιτά
Μας κοιτά να φιλιόμαστε
Οι νότες δακρυσμένες
Έφυγες!…
Και ο χρόνος πάγωσε.
Ηρέμησε…
Ηρέμησε αδερφέ μου
Δώσε μου τον πόνο σου
Την απόγνωση…
Να μας θέσω ενάντια στον χρόνο
Να μετρήσω τις ηδονές
Τις μελωδικές μας ανάσες
Να χαθούμε…
Να χαθούμε αδερφέ μου!…
Στις θάλασσες των ονείρων μας
Δοκιμάζω τα φτερά
Θα αντέξουν?
Θα καταφέρω να νικήσω τον τρόμο?
Στο ρυθμικό ταξίδι μου στο άπειρο
Τα λιμάνια είναι νεκρά
Δεν θα σε χάσω!…
Σε ένα γλέντι υστερικό
Με ουρλιαχτά…
Στην κόλαση!
Εκεί που οι ονειρώξεις ξεψυχούν
Στην κόλαση!
Εκεί που τα φτερά μου καίγονται
Υπολόγισα το άπειρο
Τη Νύχτα που έφυγες
Χάθηκα…
Χάθηκα για πάντα
Σε γαλαξίες που ατιμάστηκαν
Σε κοσμικούς σεισμούς
Σαν μνήμη παγωμένη
Έσβησα!…
Και οι μύθοι πέθαναν
Και το πρόσωπο σου
Χτίστηκε στο χιόνι…
Όταν νυχτώνει τα πάντα χάνονται
Θα αντέξω?
Σε θυμάμαι στην πλατεία να περιμένεις
Θυμάμαι…
Την αντανάκλαση της φωνής σου
Τα κρίνα που μαράθηκαν
Το αίμα που έσταζε
Τα μάτια που κοιτούσαν τον γκρεμό
Δεν θα ανατείλει
Δεν θ’ ανατείλει ο ήλιος
Ποτέ ξανά
Δεν θα ακουστεί ανάσα
Ποτέ ξανά…
Είμαι εκεί ακόμα και περιμένω
Στην παραλία που γεννήθηκε ο έρωτας
Έγινα στάλα βροχής
Ομίχλη από πουλιά
Έγινα τριαντάφυλλο φρεσκοκομμένο
Μέσα στις κάννες του πολιτισμού
Έγινα κορμί από κεράσι
Δεν με αναγνωρίζεις πια?
Έγινα Νύχτα από μελάνι
Είμαι εκεί ακόμα και περιμένω
Να δροσίσω τα χείλη σου με τα δάκρυα μου
Ξημερώνει…
Κι έχω τόσα να γράψω
Θα αγκαλιάσω τον πόνο
Θα ριχτώ στην φωτιά
Άγνωστη αγαπημένη
Θα σε χάσω πάλι
Στην βουή του πλήθους
Τρελό μου φρικιό
Τα όνειρα ματώνουν
Τρελό μου φρικιό
Για σένα υπάρχω…
Θέλω να σου θυμίσω
Τα πικρά μας τραγούδια
Την καρδιά που αστράφτει
Κάτω από το φεγγάρι
Και οι δαίμονες χορεύουν
Σαν τις πρώτες νιφάδες
Τα μαύρα μας τραγούδια
Ένα όνειρο στο χιόνι
Μέσα στη Νύχτα!
Βαθιές οι πληγές μας
Τόση ερημιά σε αυτή την πόλη
Ψυχές παγωμένες
Πόρτες που κλείνουν
Στοιχειωμένα όνειρα
Μέσα στην Νύχτα!
Κρύα τα χέρια
Σκουριασμένες οι φλέβες
Λίγα λουλούδια ακουμπισμένα
Από κάποιον περαστικό…
Ο χρόνος μας σκότωσε
Χειμώνας στην μητρόπολη
Ψάχνω την αλήθεια
Λίγη φωτιά…
Λίγη φωτιά μα τα σπίρτα βρεγμένα
Μοναξιά…
Στάζει αίμα από τον ουρανό
Το φώς πεθαίνει…
Τα μάτια κλείνουν
Και μόνο ο πόνος επιμένει…
Σκοτεινιάζει…
έλα κοντά μου!…
γλίτωσε με από τον εαυτό μου
φώτα σταυρωμένα
μαραμένες τουλίπες
ξανά και ξανά
να ενώσουμε τις μνήμες μας!
Να γίνουμε δροσοσταλίδες!
Ξανά και ξανά
Να πιούμε!
Να δοθούμε στο χάος!
Να πιούμε για τα αδέρφια μας που χάθηκαν!
Να πιούμε!
Να πιούμε!
Μέχρι να γίνουμε αστέρια…

*Από τη συλλογή «Νύχτες από μελάνι», Εκδόσεις Κενότητα, 2018.

Έκτωρ Κακναβάτος, Δύο ποιήματα

ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

Παγιδευμένη στο σταματημένο τρένο η νύχτα
νεύριαζε που νυχτώθηκε καταμεσής της κόλασης
-ανατιναγμένες ράγες-
Περνούσε ή ώρα … νεύρα.

Ο Φλωρεντινός κλειδούχος Ντάντε Άλιγκιέρι
γάτα φονιάς -ψόφιο ανάμεσα στα δόντια του
το καναρίνι-
ρίχνει το κλειδί στον Άρνο,
μας γυρνά τις πλάτες πέφτοντας με τα μούτρα
τρίτη διόρθωση στα θρυλικά δοκίμια του Ίνφερνο.

… βρέφη του ουρανού βύζαιναν μέδουσες
Πελαγία η οίμώζουσα η μόνη απ’ τα ψυχανθή
λείαινε τον γηραιό υμένα της ξεχειλωμένο
από τροπάρια του Νυμφίου

Ποιός σταθμαρχεύει εδώ ώ πρόχρονε;

Φαρδύ σιρίτι στο πηλήκιο ανία του Αριστοτέλη
και καλά που αδιάφορος με το σ υ μ β ά ν
καλά που πάνω-κάτω σουλάτσο στην πλατφόρμα
σταυρωτά πισώπλατα τα χέρια
μα να σφυρίζεις φάλτσο το αρχαιοπρεπές
ιδιόμελο «ενισχύσατε την αποπεράτωσιν των φορβάδων»
Έ, οχι, basta!

***

ΑΣΘΕΝΗΣ ΗΧΟΛΗΨΙΑ ΑΠΟ K.GODEL

Είναι που εμμένοντας αξιωματική
που πάει να πει ανύμφευτη
ούτε το μη αληθές κρατάει στη μήτρα της
ούτε το μη ψευδές ή ένθεν των θυρών Φιλοσοφία.

Και δεν φτουρά που ανακαλεί
ανιόντα πλημμελήματα κεκοιμημένων.

Δεν ακούει ότι εντός του ηχοπυρήνα της
ευτυχεί ο θόρυβος διεγερμένων έξισώσεων
ούτε που ύποψιάζεται ότι το μη αποφασίσιμο
είναι εμφυτευμένο γονιδίωμα εντός της
ούτε που το σύνδρομο της αναυδίας
ακυρώνει τους συγκλητικούς της
και τον οποίον ορθοπεδικό διάκονο
που μέ τον παρατατικό του βήχα
στα έετι του και έτι
εκλιπαρεί επιδότηση για εξολκέα.

*Από τη συλλογή “Στα πρόσω ιαχής”, Εκδόσεις Άγρα, Φεβρουάριος 2005.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

Δομινίκη Σωτηριάδου, Φύλλο πορείας

Γυμνή από δέρμα

Μικρή που ταλαντεύτηκες στο σχοινί των ανθρώπων
γυμνή από δέρμα
φαίνονταν μέσα σου τα όργανα
καρδιά, πνεύμονας, συκώτι, σπλήνα, χολή
κι η γλώσσα δεμένη στο φάρυγγα.
Διπλωμένη στα χέρια σου η φωτιά
ίσιωνε τα σώματα των αιώνιων χορευτών
μέσα στην άκαρπη κοιλιά του κήτους.

***

Μελάνι να σιωπήσει

Αυτά τ’ ανθάκια που γεννά η ροδακινιά μας
έτσι ως ξεμυτούν στο γάλα
θέλω να δω στα μάτια του θεριού στρεψόδικα να φέγγουν
να του τρυπούν το μαύρο
και να γκρεμίζεται με πάταγο
στα βάθη της θάλασσας

και ως βυθίζεται στα κύματα του νου
να κλείνω μέσα στα ταραγμένα στήθια
αυτήν την τρεμώδη μπίλια
που μου τίναξε

μονάχα εγώ

εσείς μη δείτε
εσείς γλυκά μου αθώα
μακάρια ν’ απλώσετε στα νέφη τα μαλλιά σας
και τα μέλη σας μ’ εμπιστοσύνη
να δωρίσετε στον ήλιο.

Το θεριό που κοιμήθηκε μέσα σας
έδωσε στο ποίημα μελάνι να σιωπήσει.

***

Όρθια μπροστά σας

Ελάτε
να γράψετε πάνω στην παλάμη μου
με κάρβουνο από καμένο δέντρο
τη ζωή σας.

Δε θα σας πω πως ζήσατε σακάτικα.

Θα είμαι όρθιος τοίχος μπροστά σας
να μαζεύω τον αγέρα που σας έλειψε
να τον φυσώ
στα χτικιασμένα σας πνευμόνια

όρθια μπροστά σας
με τα ξύλινα ποδάρι μου
στριφτά καυσόξυλα
δοσμένα σε σόμπα
στην καρδιά του καύσωνα.

*Η πρώτη δημοσίευση των ποιημάτων αυτών έγινε στον Ποιητικό Πυρήνα https://ppirinas.blogspot.gr/2018/03/blog-post_14.html

Dashiell Moore reviews Lionel Fogarty

Lionel Fogarty
Selected Poems 1980-2017
Philip Morrissey and Tyne Daile Sumner, eds
re.press Publishing, 2017

To begin this review, I would like to make the most important of declarations and acknowledge the Gadigal people of the Eora Nation as the traditional owners of the land on which this review was written; and would like to thank Narungga scholar, writer and poet Natalie Harkin for having assisted in the editorial process. I would also like to acknowledge and pay respects to Lionel Fogarty, the Yoogum language group from South Brisbane, and the Kidjela people of North Queensland, whose inestimable linguistic, cultural and spiritual legacy is clear in Lionel Fogarty Selected Poems 1980-2017.

The publication of this collection marks a retrospective moment for the Australian literary landscape. Lionel Fogarty, born in South Burnett in Southern Queensland, is a poet praised by John Kinsella as ‘the greatest living “Australian” poet’ (2013, 190). The controversial writer, Colin Johnston, also described Fogarty in 1990 as ‘Australia’s strongest poet of Aboriginality’ (26). (Colin Johnston is also known by the name of Mudrooroo, or Mudrooroo Narogin, an act that is seen by many as a misappropriation of the Nyoongar language.) I mention Johnston’s voice above many more fitting critics in this review to juxtapose Johnston’s and Fogarty’s fortunes in the last two decades as somewhat of a tragicomic mirror of the Australian literary landscape and our need to seek out an ‘authentic’ indigenous Australian voice. I write in heed of the deeply tenuous position Johnston occupies in Australian literature as explored by Anita Heiss in her book, Dhuuluu-Yala: To Talk Straight (2003). Heiss posits that from the time of Johnson publishing of Writing from the Fringe: A Study of Modern Aboriginal Literature in the early 1990s, ‘he was regarded as the authority on Aboriginal writing, and anything associated with it’ (4). When Johnston’s authority to speak on Indigenous Australian issues came under question in the years to come, the fallout regarding his lack of consultation and misappropriation caused an indelible impression upon our conception of indigeneity. Such debates over identity politics and cultural authenticity have changed how we read the work of Indigenous Australian writers – creating an obsessively objective distance that misleads us from the real conditions of writing, as well as obscuring the literary production of unabashedly indigenous voices. I would argue that this is certainly the case with regards to Lionel Fogarty, one of the most unrewarded and unrecognised figures in Australian and World Literature.

Continue reading →

Αντώνης Στασινόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Νίκος Ζήβας

Σώμα

ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΒΡΟΧΗΣ ασθενικής
-Ιούνος μήνας-
δρόσισε τα κορμιά μας.
Αναλογίζομαι τη μετουσίωση.
Μόρια διασκορπισμένα
συνθέτουν το σώμα του κόσμου,
ενός κόσμου που διυλίζεται στο χρόνο.
Αγαστή σύμπνοια.
και αφουγκραζόμαστε τον αγέρα
να αναμετριέται με τα αγάλματα.

***

Ο Μύθος

ΣΕ ΑΓΓΙΞΑ με λέξεις

Χρυσάνθεμο
Κυκλάμινο
Τριαντάφυλλο

Ουρανός
Θάλασσα
Γαλάζιο

Ηλιαχτίδα
Δέντρα
Πράσινο

Δροσοσταλίδα
Αγρίμια του δάσους
Σκιά

Σώμα γυμνό
Καρδιά
Ταξίδι

Οι λέξεις ντύνουν το μύθο

***

Πόρτο Χέλι

ΜΕΣΑ ΜΑΪΟΥ
ο ήλιος ψηλά
οι αχτίνες του καίνε το πρωινό στο Πόρτο Χέλι.
Ο θόρυβος της πετρελαιομηχανής ταράζει τη σιωπή.
Η ψαροπούλα σχίζει απαλά τη γαλαζοπράσινη θάλασσα.
Σε ποια πελάγη ανοίχτηκε;
Έχει καλή ψαριά;
Οι περιπατητές στο μουράγιο χαζεύουν τα σκαριά
που αναπαύονται
με τις άγκυρές τους
να τα κρατούν γερά
έτοιμα για το επόμενο ταξίδι.

***

Χαμόγελο

ΤΟ ΤΡΕΝΟ γλιστρά στις ράγες για το ταξίδι
μέρες και νύχτες θα περάσουμε μαζί.
Ένα χαμόγελο χαράζει από μακριά για τον καθέναν,
αρκεί να μας βρει έτοιμους να το δεχτούμε.
Όπως το κόκκινο του τριαντάφυλλου
συναντά το ηλιοβασίλεμα.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

Χαρτογραφώντας το άγνωστο – Τρεις περιπτώσεις

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ*

Αντώνης Ψάλτης
Βασίλειο για ένα μολύβι
Κέδρος, 2018
Σελ. 40

Κώστας Δεσποινιάδης
Ζέλμπα
Πανοπτικόν, 2018
Σελ. 56

Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος, 2017
Σελ. 64

Τα ποιήματα των τριών υπό παρουσίαση ποιητών συμβαίνουν επαναληπτικά στον χώρο. Είτε δυναμιτίζοντας και ξεπουπουλιάζοντάς τον, ως κάτι το ξένο που πλησιάζει απειλητικά (Δεσποινιάδης) είτε υποσκάπτοντας, διασχίζοντας και αυτo-ανατρέποντάς τον (Ψάλτης) είτε επανα-σχηματίζοντάς τον σε ένα σημειωτόν στο ερημικό κενό του, σε μια περιττή αντανάκλαση (Αϊναλής).

Πρόκειται για μια μετάβαση, κοινή και στους τρεις, από τη μάταιη απόπειρα αναζήτησης, όχι πια του Θεού, αλλά του εαυτού –ως στάσης–, στη δυνατότητα ή, έστω, στην πιθανότητα να ζήσει με αξιοπρέπεια ένας άνθρωπος «σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε κόλαση». Εκεί όπου ο ποιητής-ήρωας-πρωταγωνιστής δεν επιθυμεί να κρυφτεί ή να διαφύγει από κάτι, αλλά πλησιάζοντας εκτίθεται και επιθυμεί διακαώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Να υπογραμμιστεί εξαρχής πως κανείς τους δεν αυθιστορείται ή αυτοβιογραφείται. Ούτε καν, π.χ., όταν μας λέει ο Δεσποινιάδης: «όταν χώνω τα μούτρα μου / στα σκέλια σου / δεν σκέφτομαι καθόλου», ο Ψάλτης: «ονειροπόλος φουμάριζε τις πιο αλλόκοτες ιδέες που του περάσανε ποτέ από τον νεφελοδαρμένο του νου», ή ο Αϊναλής: «ένας στρατός εγώ οφθαλμαπάτες ξυπόλητοι και να καίει το πέλμα από χίλιες πλευρές μια ζώσα σιωπή να κυκλοφέρνουν τ’ αρπακτικά το κουφάρι μου».

Και οι τρεις χαρτογραφούν το άγνωστο. Ο Δεσποινιάδης «ήρεμα» και με υπομονή, ο Ψάλτης αυτο-υπονομευόμενος με την ειρωνεία και τον αυτοσαρκαστικό του εξοπλισμό, και ο Αϊναλής περιδινούμενος μες στο μυθοποιητικό και παραμυθιακό του σύμπαν.

Χτυπώντας το ανερμήνευτο του επίγειου βίου, την κενότητα και σαφώς τη ματαιοδοξία των μετεχόντων. Με ποικιλόθεμα ποιήματα δείχνουν προς την ανάδυση μιας «διαφορετικής», μιας άλλης στάσης, χειρονομώντας εναντίον του ομοιόμορφου και του συντονισμένου. Προτάσσοντας τη σημασία της διαφοροποίησης ή και της αποκόλλησης, ως μιας αναγκαίας προϋπόθεσης για οποιαδήποτε αλλαγή ή ως μια μορφή αντίστασης. Η ποίηση και ως ένα μάθημα ηθικής.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης (1978), ιδρυτής από το 2001 του περιοδικού και των εκδόσεων Πανοπτικόν, ποιητής και δοκιμιογράφος, ένας από τους νεότερούς μας στοχαστές, δυναμιτίζει τα πράγματα από κάτω, παραμένοντας ανθρώπινος και ζεστός στην επαφή του.

Στο λογοτεχνικό –και όχι μόνο– έργο του βρίσκεται στον τόπο μετά την καταστροφή. Θεωρώντας την απραξία ταυτόσημη με την ενοχή και άρα με τη συν-ενοχή, και αποκλείοντας τη δυνατότητα της όποιας λύτρωσης, επιλέγει, είτε πάνω σε έναν μαντρότοιχο είτε αποσυρόμενος στην οικεία των παιδικών ή των συζυγικών χρόνων, να κινηθεί στα σύνορα της αλλοτρίωσης, χωρίς να δογματίζει.

Άνθρωπος πνευματικά και ηθικά έντιμος αρνείται την «υποταγή» στις επιταγές και στους προσδιορισμούς και τους προκαθορισμούς των «άλλων» και επιλέγει να συμπορευτεί με τους διακειμενικά και δι-ιστορικά «οικείους» του.

Χωρίς να σχολιάζει ή να μεταπλάθει την εμπειρία, με αυτήν ως πρώτη ύλη πλάθει τις δικές του μορφές και τα δικά του συμβάντα, ανοίγοντας σε ένα σκηνογραφικό και σκηνοθετικό όραμα τα ποιήματά του.
Ο Αντώνης Ψάλτης (1977), με σπουδές νομικής στο ΑΠΘ και στη Χαϊδελβέργη, πόλη του ποιητή Χέλντερλιν, τον οποίο και μεταφράζει, μας δίνει την τρίτη του ποιητική κατάθεση, μετά το Ο ήρωας μέσα μου (2005) και Το καντήλι και άλλα ποιήματα (2013).

Με το νέο λυρικό του ένδυμα διαρκώς παρόν, μας παρασέρνει με την παιγνιδίζουσα σπιρτάδα του και το ειρωνικό του βάθος. Αξιοποιώντας προσφυή σχήματα και ευρηματικά λεξιπαίγνια, ισορροπεί περίτεχνα πάνω στην αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων.

Αντιμάχεται με τα χάρτινα όπλα του (γράφει μάλιστα: «με τα όπλα του λοιπόν καθείς / ιππότης της ελεεινής γραφής») και ως άλλος Δον Κιχώτης τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του. Μετακινούμενος από στίχο σε στίχο ή από στροφή σε (απο-)στροφή και με το δονκιχωτικό του κοντάρι, δηλ. το μολύβι του, μας παραδίδει προσχέδια του αδύνατου –οποιουδήποτε– οριστικού σχεδίου. Αρα, όχι μόνον αδυνατεί να ολοκληρώσει μια αυτο-προσωπογραφία ή ένα θέμα ή μια τοπιογραφία, αλλά αυτο-παγιδεύεται στην οντολογική του σάτιρα και προσπαθεί να κρατηθεί από τα περικείμενα.

Βάζοντας εμπόδια και τρικλοποδιές στον εαυτό του και στους άλλους, με μια ποίηση καρυωτακικο-φιλυρικής προβολής, δανείζεται στοιχεία από τον καρναβαλικό Βάρναλη, τα οποία και αναμιγνύει με τα ερωτικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας –τα οποία επίσης μεταφράζει– για να τονίσει το αδύνατο της σύμπλευσης με την εποχή.

Ο Ζήσης Αϊναλής (1982), φιλόλογος και διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Paris 1, μακριά από ψευδο-λυρισμούς και λανθασμένα ή εύκολα αποδιδόμενες φυσιολατρίες, αποφασίζει να κινηθεί στο νέο του βιβλίο κειμενολατρικά, στοχεύοντας στην αλλαγή των σκιάσεων και των τόνων των πραγμάτων.
Στα «Παραμύθια της έρημος» λοιπόν, ο Αϊναλής όχι μόνο στέλνει κατεπείγοντα τηλεγραφήματα σε άγνωστο παραλήπτη, αλλά εξερευνά τα όρη και τα όρια της δικής του ενδοχώρας, με ένα επαναληπτικό σημειωτόν στην έρημο.

Ενώ προσπαθεί να μας παρασύρει με τον ψιθυρικό μονόλογό του, χωρίς να αυτοαναφέρεται, προβάλλει ένα φανταστικό τοπίο. Με την ορμή προς το ακατάληπτο παρούσα, μας παραδίδει μια ποίηση με χρησμώδη και σκοτεινά σημεία, φορτίζοντας επιτυχώς το αδιέξοδο του σύγχρονου ποιητή και οδοιπόρου στην όποια διαδρομή του.

Γνωρίζοντας πως είναι αδύνατον να αποφανθεί τελεσίδικα, όχι μόνο κάνει σημειωτόν στην έρημο, στο άκεντρο-κέντρο μιας εαυτότητας, αλλά αξιώνει τη συστηματοποίηση του παραλόγου. Με την οραματική αναζήτηση του αγνώστου και με την αναστοχαστική του διάθεση παρούσα, δείχνει προς το ασαφές και αχανές πέρας του. Το οποίο και αποπειράται να «κεντροποιήσει».

Ακολουθώντας τη γαλλική ποιητική παράδοση και ιδίως αυτή των «καταραμένων», όχι μόνο δεν κρύβει την μποντλερική του καταγωγή, αλλά ποντάρει στην ανάγκη για μια μελαγχολική, νεορομαντικού-μεσοπολεμικού τύπου, μνημείωση, την οποία όμως ενδυναμώνει με την αμεσότητα της απεύθυνσής του.

Με το διακείμενο των ποιητικών συνθέσεων ανιχνεύσιμο (Σολωμός, Κόλεριτζ, Μαστοράκη, Αρτό, Μισό, Σινόπουλος, Δάλλας) και οργανικά αφομοιωμένο, επιτρέπει και καθοδηγεί την ανάδυση της ιδιοπροσωπίας του. Κινούμενος εντός μιας περιδίνησης και ενός παραμιλητού στο συμπαντικό –και κατά έναν τρόπο– στο ιστορικό κενό, εκεί όπου η γήινη έρημος αντιστοιχεί στο κόκκινο χώμα του πλανήτη Άρη, προδιαγράφει ίσως και ένα κοσμολογικό σχέδιο.

*Από την «Εφημερίδα των Συντακτών» στο http://www.efsyn.gr/arthro/hartografontas-agnosto