Dorothy Parker, Δύο ποιήματα

Τραγούδι αγάπης

Ο έρωτάς μου ο αγαπημένος, είναι τολμηρός και δυνατός
Και δε νοιάζεται για ό,τι έρχεται μετά.
Των λόγων του ο ήχος, όπως από χρυσές καμπάνες είναι γλυκός,
Και φωτίζεται από γέλιο η δική του η ματιά.
Πανηγυρίζει σαν σημαία ξεδιπλωμένος —
Ω, ένα κορίτσι δεν θα τον λησμονήσει.
Είναι ο κόσμος μου όλος, ο έρωτάς μου ο αγαπημένος —
Κι αχ! μακάρι ποτέ να μην τον είχα συναντήσει!

Ο αγαπημένος μου είναι τρελός, κι ο αγαπημένος μου είναι ταχύς,
Και τον γέννησε μια άγρια νύμφη νεαρή!
Οι τρόποι του είναι έντιμοι στα φτερωτά του πόδια,
Κι ηλιόλουστοι είναι γι αυτόν οι ουρανοί.
Τόσο άγρια γλυκός φαίνεται στην καρδιά μου
Όσο το άρωμα από ακακία.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι όλα τα όνειρά μου —
Κι αχ! μακάρι να ήταν στην Ασία.

Ο έρωτάς μου σαν ημέρα του Ιούνη περνά,
Και δεν κάνει φίλους των καημών.
Στου ζωηρού χορού τον καλπασμό θα περπατά
Το μονοπάτι των επομένων ημερών.
Εκεί που οι ηλιαχτίδες ξεκινούν τις μέρες του θα ζήσει
Μηδέ από καταιγίδα ή άνεμο θα μπορούσε να ξεριζωθεί.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι η καρδιά μου όλη —
Κι εύχομαι από κάποιον νάχε πυροβοληθεί.

***

Ένα τέλειο ρόδο

Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, ένα μου έστειλε
λουλούδι απλό.
Τον αγγελιοφόρο του διάλεξε προσεκτικά·
Ένα τριαντάφυλλο τέλειο, αγνό-
Βαθύκαρδο, υγρό, βρεγμένο ακόμη από δροσιά.

Του μικρού λουλουδιού ήξερα τη λαλιά·
«Τα εύθραυστα φύλλα», έλεγε, «κλείνουν τη δική του καρδιά»
Η αγάπη έχει πάρει από καιρό
Ένα ρόδο τέλειο, για δικό της φυλακτό.

Γιατί όμως κανείς, υποθέτεις, μου έστειλε σπανίως
Μια τέλεια λιμουζίνα; Α όχι!
Ένα τέλειο ρόδο να παίρνω αιωνίως
Η τύχη μου τόχει!

*Από το βιβλίο “Ντόροθι Πάρκερ Ποιήματα”. Σε μετάφραση Ασημίνας Λαμπράκου. Ψηφιακή έκδοση, Οκτώβρης 2017.

Τάσος Ρούσσος, Η νύχτα

I

Νύχτα, νύχτα, βάθος του έβένου
πίκρα μοναχή σαν κυπαρίσσι
κολυμπάει στις φλέβες μας ό κόσμος,
φεύγει καί γυρίζει γύρω άπό ’να
σκοτεινό κι άκίνητο μαγνήτη.

Όμως πάντα υπάρχει μες στο αίμα
μια φωνή τυφλή πού μάς ορίζει.
Τήν άκοΰς για λίγο, μά ύστερα τό ψέμα:
τα κομμένα χέρια μας πού ψάχνουν
άετούς γιγάντιους στον άγέρα.

Αγρυπνούμε στά βιβλία καί διαβαίνουν
τ’άστρα γυμνωμένα, ό κόσμος όλος
λαμπερός σά βότσαλο στον ήλιο.
Ένα φως σκληρό πού μεγαλώνει
καί μάς κρύβει τ’ άστρα καί τον κόσμο.

Δεν υπάρχει φως όπως τό βλέπουν
τά θαμπά μας μάτια. Είναι καθρέφτης
όπου άποδημούνε σαν πουλιά
οί αισθήσεις διψασμένες καί γυρίζουν
φορτωμένες μια πορφύρα μαύρη.

Έχουμε τά χέρια μας κι ύπάρχουν
δέντρα καί καρποί, κορμιά στον ήλιο.
Σέ σκιές άπλώνουμε τά χέρια,
δίνουμε τό σώμα μας στήν πίκρα.
Δεν υπάρχει φως. Αύτό πού λάμπει
καί σηκώνεται στα μάτια μας σά δέντρο,
σά βουνό καί σάρκα, είναι ό καιρός.
Ξέφυγε άπ’τά βάθη μας καί τώρα,
θήκες τού κακού, παραπατάμε
μες στις ίδιες μας στιγμές μονάχοι.

II
…………………………………………….
Σάρκα καί ψυχή. Σά γεννηθούμε,
μίσος άξεδιάλυτον ορίζει
κατοικία τής γής τον ούρανό.
Τό κακό περνάει σαν καβαλάρης
μες στις φλέβες πού άρχισαν να φέγγουν.
Παίρνει φως ή νύχτα, ξημερώνει
έρωτας, άγάπη καί καημός.
Οί άνθοί γεννιούνται όπως απλώνει
φλογισμένη ό ίλιγγος παλάμη,
δέρμα τής ζωής καί τού θανάτου.
Ξενυχτάει στά χέρια μας ή πλάση
λάμπουνε τα δέντρα σαν άστέρια
τα πουλιά βαστούνε τήν καρδιά μας.
Ύστερα χορεύει, σκοτεινός
με τά σάπια φύλλα ενας άγέρας.
Πέφτει ό ήλιος, ξίφος τροχισμένο,
στα κορμιά πού λάμπουν σά γυαλί.
Ίσκιος δεν υπάρχει να σωθούμε,
ζωντανοί νά γίνουν οί καθρέφτες.

Νύχτα, τής ψυχής βαθύ νερό,
θρόμβοι των άστερισμών άνοίγουν
τις πλατιές άκτές των ουρανών,
έρχονται πουλιά σά φλόγες κι όλο πέφτουν,
πέφτουνε στο γήινο χιόνι.

III

Θέλεις νά φωνάξεις, μά ή κραυγή σου
στο νερό βυθίζει πού θηλάζει
τον παλμό τής πλάσης καί τού ονείρου,
σκοτεινό κι άμίλητο νερό.

Ποιός ύπάρχει μέσα στο κορμί μας;
Ποιός μέσα στις πράξεις μας κι άνάβει
την πικρή φωτιά στο πρόσωπό μας;
Βλέπουμε κι άγγίζουμε τά πάντα,
ήλιε, σκοτεινέ γρανίτη πού είσαι;

Είμαστε κλεισμένοι, μες στη φρίκη
δεν μπορούμε, δεν την ξέρουμε, γιατί ’ναι
χέρι φωτεινό καί μας προσφέρει
λαμπερούς καρπούς, κορμιά πού θέλουν
ποταμούς αισθήσεων να χορτάσουν.

Νύχτα, ή νύχτα πρόσωπο τού χρόνου
κατοικία τού χρόνου κι ή καρδιά μας
πέφτει σά γεράκι σ’ ό,τι άγγίζει.
Είμαστε μονάχοι μες στή νύχτα
κι ό,τι ’ναι δικό μας μας χωρίζει
άπό μάς τούς ίδιους. Δεν άργεί
κάρβουνο να γίνει ή κάθε πράξη.

Κάποτε ξαφνιάζει την ψυχή μας
μια σοφή σιωπή πού σβήνει άμέσως.
Λάμπουμε για λίγο, μά καί πάλι
ό εγκόσμιος ρόχθος κι ή καρδιά μας.

IV

Σιωπηλά τά δέντρα καί βαραίνουν
οί καρποί, σταγόνες τού καιρού,
μες στο κούφιο σώμα πού σωριάζει
πλήθος τις στιγμές σά σταλαχτίτες.

Προτομές του χρόνου στή σειρά
τούς άνθούς κοιτάμε νά περνούν,
τά πουλιά νά σβήνουν στον άγέρα.
Ένα μαύρο ρούχο θά σφουγγίσει
το σκαμμένο μάρμαρο καί πάλι
στο θαμπό γρανίτη θά χαθούμε.
…………………………………………….
Φύλλωμα τού χρόνου ή νύχτα φτάνει
στά κλαδιά της φτερουγίζουν οί ποιητές
καί ραμφίζουνε το άσήμι καί το άλάτι.

*Από τη συλλογή “Ο ξεναγός και η νύχτα”, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1981.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Επίλογος (από τη συλλογή «Ο στόχος»)

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Καρυωτάκης (1984))

Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

View original post

Τάσος Π. Καραντής, Δύο ποιήματα

Απώλειες

Ας το παραδεχτούμε.
Χάσαμε τον εαυτό μας
κι απομείναμε
υπόδουλες σκιές.
Κόπηκαν οι λέξεις μας στα δύο
κι αιμορραγούμε
απ’ το στόμα.
Κόλλησε το όνειρο
στο μυαλό μας,
μες στη λάσπη μιας χημικής βροχής·
Πέσαμε στα γόνατα
γιατί δεν μάθαμε φαίνεται ακόμα
να ζούμε εικονικά.
Φιμωθήκαμε μ ένα χαμόγελο
και κλαίμε στα κρυφά
μη τυχόν και μας καταγράψουν
οι κάμερες.
Εξόριστοι είμαστε
από τη μνήμη μας
σε κατάσταση αφασίας
κι εγκωμιάζουμε
τη σήψη που μας κυβερνά
χαζεύοντας μ ένα τηλεκοντρόλ στο χέρι.

***

Παιδικά φαντάσματα

Γέμισε ο ουρανός
παιδιά.
Κλαμένα περπατάνε
μ’ ένα αστέρι στο χέρι τους.
Φωνή δεν έχουν,
την άφησαν
κάτω στη γη
κλειδωμένη
πίσω από τα παγωμένα τους χειλάκια.
Άδειασε ο κόσμος από τα λαμπερά τους βλέμματα.
δίχως φως
θα ’ναι πια
οι μέρες μας,
χωρίς χαμόγελα
θα σέρνεται
η ζωή μας
βουτηγμένη στη σκιά
ενός μαχαιρωμένου απ’ τα χέρια μας
ήλιου
βουλιαγμένου
σε μια λίμνη από αίμα.
Τυφλές θα ’ναι οι νύχτες μας
χωρίς όνειρα
και το αύριο.
ανέλπιδο
θαμμένο
κάτω απ’ τα ερείπια
της ανελέητα βομβαρδισμένης
ψυχής μας.
Τώρα θα φοβόμαστε
μέρα και νύχτα
τα φαντάσματα
γιατί θα φορούν σαν μάσκα
το δικό μας παιδικό πρόσωπο
καταματωμένο
και θα κλεινόμαστε
ερμητικά
στα διαμερίσματά μας
προσπαθώντας
να γλυτώσουμε
απ’ τα ίδια μας τ’ αβάσταχτα βογκητά
βάζοντας τις τηλεοράσεις μας
στην διαπασών.
Νέοι ήχοι
από πολεμικά αεροπλάνα
θα κατακλύζουν τώρα
τ’ αυτιά μας.

*Από τη συλλογή “Υπήκοοι”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.

Kent MacCarter, The 2018 Event Horizon of Micro Press Poetry Publishing in Australia

An abridged version of this report,‘They will oxidise before you even finish reading’, first appeared in Overland 227. It is reproduced here with kind permission from the editor. It is an ur-follow-up to ‘Australian Print Poetry and the Small Press: Who’s Doing the Books?’ published in this journal in 2012.

I begin with cosmic censorship conjecture, a formally observed tête-à-tête that coils between astrophysicists whenever they get worked up over space and matter. Einstein’s theory of general relativity predicts that matter can cataclysmically implode to a state where a given density and the space-time curvature split towards infinite values. This is referred to as a singularity, and is, for our purposes, a distillation of how a black hole forms. If our sun were compressed to have a radius of 3 km, instead of its roomier 695,700 km, yet sporting the same oomph, then here we’d be. Extending out from a black hole’s near-unfathomably dense centre and extraordinary gravity is a finite volume of space that ends in an event horizon: a demarcation – a line in the cosmic sands – from which nothing inside can escape: rock, metal, Judas Priest, photons, alliteration, and so on. The closer that matter gets to a singularity, the more the laws of physics (as humans have defined them) fail, no longer compute, or completely dissipate. It has been proposed that a grip of physical governance must be afoot, defining how much this volume is and why it’s there at all. Hence … the conjecture.

Now, to superimpose my rudimentary take on astrophysics onto the heavens of Australian poetry, there have been a number of singularities – literary black holes, far from vacuous, and dense with the churning storms of career prestige and literary recognition – of late: John Kinsella’s The turnrow Anthology of Contemporary Australian Poetry; the Langford, Beveridge, Johnson and Musgrave firm’s Contemporary Australian Poetry; John Leonard’s The Puncher and Wattmann Anthology of Australian Poetry; Tracy Ryan and John Kinsella’s The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry; annual tractor beams of Best Australian Poetry; the perplexingly unsung Contemporary Australian Feminist Poetry, edited by Bonny Cassidy and Jessica Wilkinson; and Cordite Publishing Inc.’s own 20 Poets. These are the tomes that Australia’s trade market masses will assume as benchmarks. No set of publishing laws govern them. Their commonality is that they are zeitgeist end zones – even if some of these publications suffer from hyperopia or are plainly myopic, their recent creation still necessitated creators to reverse engineer who were the special young poets in 1993, what was best-of in 2007, who was Wheat Belt – worthy and, ostensibly, why – that attempt to plot the wending trajectory of our national poetic at qualified intervals. They are the literary apotheoses – tumbling batteries of black holes and resultant event horizons – proffered by small press publishers. These anthologies have one lever of (literary) physics that matter does not: editors. Yes, this is an important variable. Yet, blithely, I set aside this distinction henceforth. To keep things simpler, I aggregate these anthologies into one meta-singularity, a cluster of literary black holes, for a primary reference point. Make no mistake, the gravity of these anthologies is required and important. How does their power pull on creative intention and professional function? Where does that begin, and in what format?

Continue reading

υπολόγισε

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Είναι γνωστό πως υπάρχουν
Δισεκατομμύρια θύματα στον κόσμο αυτό
Κι άλλοι τόσοι στίχοι που τα υπερασπίζονται
Κι οι δύο κατάλογοι μακραίνουν συνεχώς
Και μοιάζει λες και ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον.
Ελάχιστοι προσπαθούν να κάνουν κάτι πραγματικά
Για να σταματήσει αυτή η ιλαροτραγωδία.
Φυσικά, ούτε κι αυτοί οι στίχοι προσφέρουν κάποια λύση
Μα σε τι μπορείς να ελπίζεις εξάλλου
Αν ακόμη πιστεύεις στην υπόληψή σου;

View original post

ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο – Τεύχος 18

ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο

Τεύχος 18
Χειμώνας-Άνοιξη 2018

Γίνε συνδρομητής/τρια στο Τεφλόν και απόκτησε αντικολλητική προστασία! Διάβασε εδώ

ΘέΜΑΤΑ

Σύγχρονη αλβανόφωνη ποίηση: Τρώγεται η πατρίδα;
Πέντε σύγχρονοι αλβανόφωνοι ποιητές και ποιήτριες γράφουν για την πατρίδα που «της έχουν ξύσει τα βουνά και τους γκρεμούς», για την ελπίδα που «τσιμεντώθηκε», για το κτήνος που «κοιτάζει πάντα στα κρυφά». Στα ποιήματά τους, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η εκφραστική αμεσότητα, στηλιτεύουν τον εθνικισμό και τον θρησκευτικό φανατισμό, περιγράφουν την κόλαση του πολέμου και αναρωτιούνται τι θα συνέβαινε «αν ο Θεός ήταν φεμινιστής». Κείμενο-Μετάφραση: Ελένη Ντούξη, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Dragana Mladenović: Η πέτρα στην πλάτη
H Ντράγκανα Μλαντένοβιτς μάς μεταφέρει στη μετεμφυλιακή Σερβία προκειμένου να μιλήσει για τη συλλογική ενοχή μιας κοινωνίας που όχι μόνο έθρεψε το φίδι του εθνικισμού αλλά το κρύβει και το προστατεύει ακόμα και μετά τον πόλεμο. Με γλώσσα λιτή και υπαινικτική, μας υπενθυμίζει ότι οι πληγές του εμφύλιου δεν έχουν κλείσει, ότι το ψέμα «πανούργα πήγε και κρύφτηκε πίσω από το σύνθετο με τα ακριβά ποτά». Μετάφραση: Tijana Prodanović, Κείμενο: Jazra Khaleed

Biancamaria Frabotta: Από τη σιωπή στη λέξη
Η ποίηση της Μπιανκαμαρίας Φραμπότα γεννήθηκε μέσα στο κίνημα του ιταλικού φεμινισμού, είναι μια ποίηση που αναζητά την ισορροπία μεταξύ του εγώ και του εμείς, μια ποίηση εν κινήσει που εγκυμονεί διαρκώς την αλλαγή. Η Ιταλίδα ποιήτρια αφουγκράζεται τον «λευκό θόρυβο» των κοινωνικών κινημάτων και με γλώσσα αμφισεξουαλική μιλάει για τη «διάβρωση της ουτοπίας», για όσους και όσες αγαπούν την «αταξία των χρωμάτων, τα νεκρά κύματα του αιθέρα». Κείμενο-Μετάφραση: Χρήστος Μπιντούδης

Els Moors: Ο στίχος που γίνεται γυναίκα
Στο ποιητικό σύμπαν της Ελς Μόορς οι άνθρωποι είναι «κατάκοποι σαν μηχανήματα», τα παιδιά «αναδίδουν άρωμα σκόνης απορρυπαντικού», στις γιορτές «πάντα κάποιος περπατά με μια θηλιά στον λαιμό». Οι στίχοι της Φλαμανδής ποιήτριας δίνουν μονίμως την εντύπωση πως γέρνουν οριακά, πως τείνουν να αναποδογυρίσουν, διακρίνονται από το έντονο βιωματικό στοιχείο και φέρουν με παρρησία το διακριτικό στίγμα του φύλου της. Κείμενο-Μετάφραση: Στέλλα Πεκιαρίδη

Τέσσερα ιαπωνικά μπουμπούκια
Τα ποιήματα των τεσσάρων νεαρών Ιαπωνίδων ποιητριών είναι γεμάτα μπουμπούκια που ανασαίνουν λιωμένο χιόνι, μαλακά πέταλα κερασιάς, υγρά κόκκινα δέντρα. Ξεχωρίζουν για τη φαντασία τους, τη φιλοσοφική τους διάθεση και τη στοχαστικότητά τους˙ μιλάνε για την εφηβεία που μοιάζει με «σκουριασμένη ομπρέλα» και αφουγκράζονται το όνειρο που περιδινείται μέσα «στη λάσπη του σώματος». Κείμενο-Μετάφραση: Alice Bardos, Kyoko Kishida

Εφτά σύντομα διηγήματα
Μικρές ιστορίες για την απώλεια, την ενηλικίωση, τη μνήμη, τον χρόνο και τον θάνατο, την ώρα που κάπου στο φόντο συνεχίζεται –απερίσπαστη– η σταδιακή κατάρρευση του οικοσυστήματος. Άνθρωποι, ζώα και πουλιά. Εκατομμύρια καρδιές που χτυπούν χωρίς να συγχρονίζονται. Και μοιάζει σαν να είμαστε θεατές ή σαν να πρόκειται να πέσουν τίποτα τίτλοι τέλους. Αλλά δεν πέφτουν. Οι συμφορές συμβαίνουν πάντα κάπου μακριά από μας. Ανθολόγηση-Μετάφραση: Νάνσυ Αγγελή

Ποιήματα: Γιώργος Αλισάνογλου, Αντώνης Αντωνάκος, Γιώργος Γέργος, Μαρίνος Καλλίνης, Γιάνης Καστανός, Λάικα, Λεύκιος, Lucia, Μετρομιγάς, Μαρία Μπακάλη, Γλυκερία Μπασδέκη, Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Γιώργος Τσιόγγας, Ωμέγα.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: ΕΙ

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων [με κουτί ενίσχυσης]
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37 [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κ*ΒΟΞ, Αραχώβης & Θεμιστοκλέους [με κουτί ενίσχυσης]
Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, Ζωοδόχου Πηγής 95 [με κουτί ενίσχυσης]
Beaver Cooperativa, Βασιλείου του Μεγάλου 46A [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Άστορ, Σταδίου 28
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62
Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com​​

Jacques Dupin, Le prisonnier – και ένα ποίημα της Ερμας Βασιλείου

Πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, στην αγαπημένη μορφή, στο Γάλλο ποιητή Ζακ Ντυπέν.

Terre mal étreinte, terre aride.

Je partage avec toi l’eau glacée de la jarre,

l.’air de la grille et le grabat.

Seul le chant insurgé

S’alourdit encore de tes gerbes,

Le chant qui est à soi-même sa faux.


Par une brèche dans le mur, 

La rosée d’une seule branche 

Nous rendra tout l’espace vivant,

Etoiles,

Si vous tirez à l’autre bout.

Ζακ Ντυπέν, Ο φυλακισμένος

Γη που δύσκολα αγκαλιάζεσαι, άγονη γη
μοιράζομαι μαζί σου το παγωμένο νερό της στάμνας
τον αέρα από τα σίδερα της φυλακής
και του κραβατιού.
Μόνο το επαναστατημένο τραγούδι
βαραίνει ακόμα απ’ τα κλωνάρια σου
το τραγούδι που ‘ναι στον εαυτό του το λάθος του

Από μια τρύπα στον τοίχο
Η δρόσος ενός μονάχα κλώνου
θα μας δώσει πίσω όλο το ζωντανό διάστημα
Αστέρια,
αν σύρετε στην άλλη άκρη.

*Μετάφραση: Έρμα Βασιλείου

***

Έρμα Βασιλείου, Δικιό

Δεν θα έπρεπε να ‘χα επίθετο…
όχι δικό, στην περίπτωση
θα ‘πρεπε να ‘χα ένα επίθετο
που θα ‘τανε δικιό
το δικιό δεν το παίρνεις με ταυτότητες γέννας
ή μ’ ένορκες δηλώσεις
είναι δώρο, εσωτερική περίπτωση
όρος που έπλασες επαναστατημένα
κι όχι από κοινωνική μονομεριά
πατέρα, άλλη αιτία ή σκοπό
γιατί ν’ ανήκεις εκεί που ανήκουν τόσοι όσοι το αξίζουν αλλιώς ένα όνομα;
Ν’ ανήκεις εκεί που ελπίζεις περισσότερο
πως αξίζει να σε ονομάζει, να σε θέλει τ’ όνομά σου,
στο σύνολο των αξιών που σε προικίσαν
διαλέγεις ό,τι το δυνατό σε καρτέρησε
που είν’ πιο μεγάλο ακόμα κι απ’ τη γέννα

…και στο βουνό θυσίασα ένα πρωινό τα πάντα
το αίμα έτρεξε πλαγιά-πλαγιά στα ζωηρά τα χρώματα
τα μάγουλα είχαν δόξες προηγούμενες
από φωνές που δεν ανήκαν σ’ άλλους
και τώρα εδώ, αγαπημένε μου, στείλε στον ουρανό
κάτι να λέγεται όσο
όσο να δώσει όνομα στη γλώσσα στίχου
που το βαθύ το σκότος το περνά σε φως, στο βάθος
του δικιού, ενός δικού μας ήλιου

Γιάννης Κοντός, Τρία ποιήματα

Ό ταξιδιώτης μέ τό μαύρο κουτί

Αύτό τό άσπρο πρόσωπο,
το βαμμένο μέ στουπέτσι,
σάν φεγγάρι, σαν παπούτσι,
έρχεται από μακρια.
Περπάτησε δρόμους καί δρόμους
γιά νά φτάσει στά μέρη μας.
Περπάτησε ποιήματα,
δάση καί θάλασσες
γιά νά έρθει κοντά μας.

Τά σκούρα μάτια του,
μπάλες μπιλιάρδου.
Ό χρόνος, στέκα
μέ άκμή τή συγκεκριμένη
στιγμή, καί τό παιχνίδι
παίζεται παντού με επιτυχία.

Καί όπως τό φως πέφτει
άπαλά στίς λεμονιές, εμείς
τρώμε σοκολάτες γελώντας
καί ξέροντας τί μάς περιμένει.

***

Εύοσμη μέρα άρχίζει

Τί προπονητής θανάτου
είναι αυτή ή θάλασσα,
όπως τήν παρατηρώ από το σπίτι μου,
κάθε πρωί, καθώς βάζω τό πουλόβερ
το μαύρο, τό χθεσινό.
Καί ενώ τό κεφάλι μου
είναι στή λαιμόκοψη-στή λαιμητόμο,
σκέπτομαι οτι δεν ύπάρχει τίποτα
γύρω μου — ας έπιμένουν άνθρωποι,
αισθήματα καί άντικείμενα –
Θάλασσα δε βλέπω
γιατί μένω σέ βουνό
καί γύρω είναι λαγκάδια τα σκοτάδια.
Μπορεί τό χυμένο μολύβι και ο ουρανός
νά κάνουν αύτόν τόν άντικατοπτρισμό
τού φόβου καί νά ξεγιελιέμαι.

***

Λανθασμένες ταυτίσεις

στη Νατάσα Χατζηδάκι

Δύο κορίτσια μέ κοιτάνε επίμονα
καί μού μιλούν
μέ πυκνά επίθετα.
Φοράνε άσπρα καπέλα
καί από τό στόμα τους
τρέχουν λουλούδια
οπως στόν πίνακα τοΰ Μποτιτσέλι.
Τραβάω τήν καρέκλα
πρός τό μέρος τους
καί άκούγεται ό θόρυβος
μέχρι τήν Αγγλία.
Γιατί ήτανε Άγγλίδες
μέ κόκκινα μαλλιά,
μέ φακίδες στήν πλάτη
καί ήτανε σάν πνιγμένες
στό νερό, ακίνητες, ωραίες.
Έκεί όμως πού φώναζα
«έεε… τί γίνεται έκεί κάτω;»,
άπλωσαν τά μικρά τους χέρια
καί μέ παρέσυραν στήν ύγρή ήσυχία,
νομίζοντας πιθανώς οτι είμαι
ό Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

*Από τη συλλογή “Στο γύρισμα της μέρας”, Εκδόσεις Κέδρος, Σεπτέμβρης 1992.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

Τα σύννεφα ενώνονται
Γίνονται σκάλες
Διάφανες μπάλες
Αναπηδούν στον ορίζοντα.

***

Ανταλλακτήρια χρυσού κατά μήκος της Εγνατίας
Η ροή των αυτοκινήτων με το σταγονόμετρο
Σε κάθε φανάρι ναρκωμένα παιδιά, άδειες βιτρίνες, ενοικιαστήρια.
Μέρος της ασφάλτου, σ’ αδιάκοπα μονά ζυγά
Εναλλασσόμενα στους χρόνους, χωρίς υπόμνηση ονόματος
Γλιστρώ ανάμεσα στις χαραμάδες.
Είμαι η αιώνια σκόνη των καταθλιπτικών κτιρίων.

***

Το ελληνικό σχολείο…
Των εξουθενωμένων μαθητών
Όπου κι εσύ θα συλλαβίσεις
Στίχους μεγάλων μας Σαλαμοποιητών…

***

Παραγιός άλλου Θεού
Κρύο φως πλοίου φορτηγού
Σε ομίχλη λιμανιού
Είδωλο ίου Θερμαϊκού.

Τεφρή σκόνη του καιρού
Σε τιμόνι καραβιού Γύρω,
θάνατος παντού
Και μια πόρνη πασπαρτού.

Στήθη στρογγυλά, μεστά
Ήβη, άσβεστη πυρά!
Τρεις σπονδές για επιστροφή
Μεσοχείμωνο, γιορτή.

***

Ξαμολημένοι, απολυμένοι…
Είμαστε λεύτεροι να τρέξουμε!
Εκεί που θάνατος μας περιμένει…
Κι ο κυνηγός, για να τον τέρφουμε!

***

Ξάπλωσε πια στη χλόη, καπετάνιο
Δεν πρόκειται να ξαναπροδοθείς
Φόρα το σκούφο σου, για να δεξιωθείς
Κι όλους τους φίλους εκεί πάνω…

Πάει και το επίδομα!
Μόνο έμεινε το βίδωμα…

Κερνούσες μπύρες
Όταν πέρασες…

Πήρες χαρτί!
Μ’ Αγίου μορφή
Μα κακογέρασες.

***

Θα ‘ναι βροχή…
Θα ‘ναι υγρασία κι ομίχλη.
Οι σκίουροι θα ξεμυτίζουν
Πίσω απ’ τα δέντρα.
Οι καμινάδες θα καπνίζουν
Στα αγροτόσπιτα.
Ατάραχα οροπέδια θα ποτίζονται
Και θα μουσκεύουν.
Κάπου, η γιαγιά θα αφηγείται
Ιστορίες απ’ τα νιάτα.
Δίπλα της, ο παππούς σκυφτός
Θα μου χαμογελά καλοσυνάτα.

*Από τη συλλογή “Ευλύγιστες μελαγχολίες”, Εκδόσεις Vakxikon, Μάιος 2014.