Patti Smith / Tom Verlaine, Η Νύχτα

i

η ψυχή μές στή μορφή τού νέου άντρα
ντυμένου μ/ ένα παλτό γάλατος…
η καρδιά μές στή μορφή τού γκόμενου του —
ένα ευαίσθητο αγόρι μ/ μπλε δέρμα…
η νύχτα μές στή μορφή τής νέγρας
πού ρίχνεται απροσδόκητα στά κοιμισμένα παιδιά
καί τά κάνει σκλάβους της.

ii
Μαγνητική ακαταστασία!
Βασανιστική εκπνοή! Αναπνέω καί αναπνέω
σάν ένα καμπαναριό πού καταρρέει! Τό παλιό Στύλ
μέ σκεπάζει σάν μιά κουβέρτα από βελόνες.

iii
νυχτερινό χιόνι, σμάλτινοι λόφοι πασαλειμμένοι μ/ αίμα.
τό θύμα γδύθηκε, στολίστηκε μ/ ρούχα από
χιλιοτρυπημένες πετσέτες, σκέτοι λόφοι διάσπαρτοι μ/ μωρά
πουλιών, παιδιά μ/ άτσαλα χέρια σκύβουνε καί
τ’ αρπάζουνε αλλά τά εύθραυστα κρανία σπάνε
σάν κρυστάλλινο σκαλιστό παλάτι, τό θύμα εξετάζει
λεπτά διχτυωτά από παγωμένες μεμβράνες τότε μ/
βουβή φρίκη χειρονομεί πρός τά παιδιά.

παιδιά, τόσο καταχθόνια είναι απόλυτα
γνώστες τής δύναμης τους. παιδιά, τόσο
εύχερα. βγάζουν εύκολα βολβούς ματιών απ’ τις
τρύπες τών νωπών’ ρόζ προσώπων τους καί τά στέλνουν
νά πετάξουν στόν αέρα σάν σέ μιά βεντέττα από μικροσκοπικές
χιονόμπαλλες…

iv
Ωχ όχι όχι πάλι αυτό
Κανένα πρότυπο. Καμιά θερμοκρασία.
Είναι τό ανικανοποίητο απελπισία;
Βιολιά στή νύχτα.

v
το θυμα ψηλαφεί αθόρυβα μέσα στην καρδιά τής χιονοθύελλας
τώρα τυφλωμένο απ τά χιόνια είναι απίθανο νά ξαναποκτήσει
το δερμάτινο σακκούλι πούχει μέσα αυτί καί γλώσσα.

vi
Η απόγνωση προσελκύει ιό υπερφυσικό. Ο γέρος πηδάει έξω απ’ τό
παράθυρο για νά βρει τόν εαυτό του αβαρή και γελαστό. Τό παράθυρο
είναι τώρα ένα πελώριο ζευγάρι χείλια που σφυράνε <“Αντε κουνήσου,
κάνε κάτι”. Ο γέρος δεν μπορεί να βρει το κορμί του αλλά αναγνωρίζει
τη φωνη του. Ο γέρος βρίσκει τέτοιες προσταγές ανιαρές
“Είχες την ευκαιρία σου”
Ο γέρος γέρνει έξω από τό παράθυρο καί απορεί.

vii
πυροτεχνήματα, παιδί στό περίγραμμα τού παραθύρου, τά νεύρα στό
πρόσωπο του τεντώνονται μέ κάθε θρόισμα καί τρίξιμο, τά ρουθούνια
του— τρίγωνα ζαρωμένα, τά μάτια του διασταλμένη μπλε φλόγα,
ένα άγριο κουνέλι στό παράθυρο, μπλαστρωμένο κεφάλι ψαριού πού
λικνίζεται, δάχτυλα καί πρόσωπα σκάνε στις φλόγες, ξέρει ότι τού
βάλανε μικρές φωτοβολίδες στά παπούτσια, τις νιώθει νά σκίζουνε
τήν ψύχα τών ποδιών του αλλά δέν σαλεύει, κάθεται στό περίγραμμα
τού παραθύρου παρατηρώντας τά παιδιά νά κομματιάζονται στις φλόγες.

viii
Εσωτερικά συμβάντα βάζουνε στό μάτι τόν πόθο του.
Οί χορδές δέν είχανε αρχίσει τό
μοιραίο τους χαλάρωμα.
Μ’ ένα σήκωμα τών ώμων
σπάει τό ποτήρι στά χέρια του.

*Patti Smith / Tom Verlaine, Η Νύχτα, Εκδόσεις: mu…

**Τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν σε “μετάφραση / εξώφυλλο / και υπεύθυνος / απ’
την ανάποδη Αντρέσς Μάχος – αγνώστου διαμονής”.

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα


ΑΝΘΗ

ανθεί η Ανθή
στο ανθισμένο δάπεδο
μέσα απ’ τα δάκρυά της κλαίει
για τη λυπητερή συμφορά που
– σύμφωνα με έμπορους και μαστόρους –
τη βρήκε βρεγμένη
κατάβρεχτη
δηλαδή το βρακί της
ενώ “βρε βρε έαςάγγελος” φώναζαν όλοι
ανήγγειλαν τον ερχομό της
στο συρφετό των αρσενικών
που άρδην παλινδρομούσαν για χάρη της
– Χάρη – στον ξέπλεκο δρομο
δρούσαν ανάλογα κι οι κορασίδες
δεν πήγαιναν πίσω

αφηνιασμένα τα άλογα
και πώς να σου τα ζέψω
μες στη λαχτάρα που λαίμαργα
σε – κάτω από το λαιμό
τον αφαλό – καταβροχθίζει
εννοώ της Ανθής το παχύρρευστο δάκρυ
που όταν στάζει
σαν για να παρηγορηθεί
καβαλάει το κρεβάτι
καβαλάει το σεντόνι
το μαξιλάρι
το δάχτυλο
ανθεί η Ανθή
γλείφει το ανθισμένο δάπεδο
αν δεν την είδατε
δεν είδατε ποτέ σας τίποτα
κορίτσια και αγόρια
τι πάλη
τι έξαρση
τι παρηγόρια

***

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας

τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος

ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 8, Καλοκαίρι 2017, του περιοδικού “Θράκα”.

Poem in Two Languages

vequinox's avatarManolis

mother

MY MOTHER

My mother with the open arms
greeting me when I visited her

my mother with the tender words
when I phoned her that I couldn’t come

my mother with her face turned aside
as she still wanted to speak, but no longer could

my mother with the closed eyes
when I came too late to embrace her the last time.

Friederike Mayröcker, Austria (1924–)

Translation: Germain Droogenbroodt – Stanley H. Barkan

Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Η μητέρα μου μ’ ανοιχτή την αγκαλιά

με καλοδέχεται όταν την επισκέπτομαι

η μητέρα μου με τα γλυκά της λόγια

όταν της τηλεφώνησα πως δεν μπορώ να πάω

η μητέρα μου με το πρόσωπο στο πλάϊ

καθώς ήθελε ακόμα κάτι να πει, μα δεν μπορούσε πια

η μητέρα μου με κλειστά τα μάτια της

όταν ήρθα αργά τελευταία φορά για να την αγκαλιάσω

Translated by Manolis Aligizakis//Μετάφραση Mανώλη Αλυγιζάκη

View original post

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Ποιήματα

Μια απελπισμένη ζωντάνια

VIII

«Ήρθα στον κόσμο την εποχή
Της Αναλογικής.
Δούλεψα
Σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
Κι εγώ
Αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
Ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
Της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
Συνεπαρμένος με τη Μουσική
Από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».

«Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
Κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
Κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
Η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
Που πάντα είναι περισσότερο κυρία
Της καταστάσεως).
Γι’ αυτό
Μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
Ακόμη και Προφητείες
Σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!».

«Όσο για το μέλλον, άκου:
Οι γιοι σου οι φασίστες
Θ’ απλώσουνε πανιά
Για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκομαι εκεί,
Σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
Στις όχθες της θάλασσας
Απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
Ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
Τη Ραβέννα
Την Όστια, ή την Βομβάη – είναι το ίδιο –
Με θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
Όπως η πάλη των τάξεων –
Που
Διαλύονται…
Σαν ένας παρτιζάνος
Που πέθανε πριν το Μάη του ‘45
Θ’ αρχίσω σιγά σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
Μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
Ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».

ΙΧ

(επίλογος)
«Ω Θεέ μου, μα τότε τι έχετε στο ενεργητικό σας;…»
«Εγώ; – (ένα τραύλισμα, ο άθλιος δεν πήρα το ηρεμιστικό,
Τρέμει η φωνή μου σαν άρρωστου παιδιού) –
Εγώ; Μια απελπισμένη ζωντάνια».

*Από τη συλλογή “Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου”, Εκδόσεις Τυπωθήτω.

Κοινωνικό άσμα

Τα μάγουλά τους ήταν δροσερά και τρυφερά
Κι ίσως να τους τα είχαν φιλήσει για πρώτη φορά.
Αν τους έβλεπες τις πλάτες, όταν τις γύριζαν
Για να επιστρέψουν στο νεανική αγέλη, έδειχναν μεγαλύτεροι,
Με τα παλτά ριγμένα πάνω σε καλοκαιρινά παντελόνια.
Η φτώχεια τους έκανε να ξεχνάνε πως είναι βαρυχειμωνιά.
Οι γάμπες στραβές κι οι γιακάδες ξηλωμένοι, ίδιοι
Με τους μεγαλύτερους αδελφούς τους, κι ήδη απαξιωμένους
Πολίτες. Αυτοί ωστόσο θα παραμείνουν για κανά δυο χρονάκια
Εκτός συναγωνισμού. Τίποτα δεν μπορεί να σε προσβάλλει,
Σε όποιον δεν μπορείς να τον αποτιμήσεις. Όσο και να το κάνουν
Με τόση, απίστευτη φυσικότητα, άλλο τόσο προσφέρονται στη ζωή.
Και η ζωή με τη σειρά της τους αποζητάει. Φαίνονται και είναι έτοιμοι!
Ανταποδίδουν τα φιλιά, γεύονται το καινούριο.
Φεύγουν μετά, ατσαλάκωτοι όπως ήρθαν.
Επειδή όμως εμπιστεύονται απόλυτα αυτή τη ζωή
Που τους αγαπάει όλους,
Δίνουν όρκους γεμάτους ειλικρίνεια, υπόσχονται
Ένα προσεχές μέλλον γεμάτο αγκαλιές αν όχι και φιλιά.
Ποιος θα κάνει την επανάσταση-αν είναι να γίνει-
Εκτός από αυτά τα παιδιά; Πέστε το: είναι
Έτοιμα,
Όλα με τον ίδιο τρόπο, έτσι όπως σε αγκαλιάζουν,
Έτσι όπως σε φιλούν, με την ίδια μυρωδιά στα μάγουλα.
Το πιστεύω τους όμως δεν θα θριαμβεύσει στον κόσμο.
Ο κόσμος το έχει ήδη καταδικάσει στην αφάνεια.

Οι στάχτες του Γκράμσι

III

Ένα κομμάτι κόκκινο πανί, όπως αυτό
που έδεναν στον λαιμό τους οι παρτιζάνοι
και κοντά στο δοχείο της στάχτης, στην κερωμένη γη

το διαφορετικό κόκκινο δυο γερανιών.
Εκεί κείτεσαι, παράνομος, καταγεγραμμένος με άτεγκτη κομψότητα
μη καθολική, ανάμεσα σε ξένους

νεκρούς. Οι στάχτες του Γκράμσι…Ανάμεσα στην ελπίδα
και την παλιά μου επιφυλακτικότητα, σε πλησιάζω
πέφτοντας σ’ αυτό το αποψιλωμένο θερμοκήπιο, μπροστά

στον τάφο σου, μπροστά στο πνεύμα σου, ζωντανό ακόμα
εδώ κάτω, ανάμεσα στους λεύτερους. (Ή είναι κάτι
άλλο, ίσως πιο εκστατικό

ακόμα και πιο ταπεινό: μια μεθυσμένη,
εφηβική συμβίωση του σεξ και του θανάτου..)
Και στην γη αυτή όπου το πάθος σου ποτέ

δεν έχασε την έντασή του, νιώθω πόσο εσφαλμένος
–εδώ, ανάμεσα στην ησυχία τούτων των τάφων–
αλλά και πόσο σωστός –στην ανήσυχή μας μοίρα–

υπήρξες, καθώς έγραφες τις τελευταίες σου
σελίδες τις μέρες της δολοφονίας σου.
Εδώ, μαρτυρώντας για τους σπόρους,

ασκόρπιστους ακόμα, της αρχαίας τους κυριαρχίας
κείτονται αυτοί οι νεκροί, παραδομένοι σε μια απληστία
που μες στους αιώνες θάβει την αισχύνη της

και το μεγαλείο της· και την ίδια ώρα
μαρτυρά το τέλος της: αφιονισμένο χτύπημα
των αμονιών, πνιγμένο, θρηνώντας

απαλά, έρχεται από τις φτωχογειτονιές.
Και εδώ στέκομαι εγώ…φτωχός, ντυμένος
ρούχα που οι φτωχοί θαυμάζουν στις βιτρίνες

για το χοντροκομμένο τους αστράφτισμα
και που τα βρώμικα σοκάκια και τα καθίσματα
των τραμ (που τη μέρα μου θαμπώνουν) ξεθώριασαν

Ενώ, όλο και λιγότερο συχνά
αυτές οι στιγμές έρχονται να διακόψουν το βάσανο
του να είμαι ζωντανός· και αν τύχει

να αγαπώ τον κόσμο, είναι μια αφελής
βίαια, αισθησιακή αγάπη, όπως
όταν ήμουν ένας έφηβος συγχυσμένος

τον μισούσα, και τα μπουρζουάδικα κακά του
πλήγωναν τον μπουρζουά εαυτό μου: και τώρα, διχασμένος
μαζί σου, δεν μοιάζει ο κόσμος

άξιος μόνο εχθρότητας και μιας μυστικιστικής
σχεδόν περιφρόνησης;
Όμως χωρίς την στιβαρότητά σου επιβιώνω γιατί

δεν διαλέγω. Ζω στην μη-θέληση
των νεκρών μεταπολεμικών χρόνων: αγαπώντας
τον κόσμο που μισώ, περιφρονώντας τον, χαμένος

στη μιζέρια του –σε ένα θολό σκάνδαλο
συνείδησης…

IV

Το σκάνδαλο της αυτοαναίρεσής μου, του ότι είμαι
μαζί σου και εναντίον σου· με σένα στην καρδιά
στο φως, αλλά εναντίον σου στα σκοτεινά σπλάχνα

προδότης της πατρικής μου τάξης
–στη σκέψη μου, στις σκιές της δράσης–
ξέρω πως είμαι δεμένος πάνω της, στη ζέση

των ενστίκτων, του αισθητικού πάθους
συνεπαρμένος απ’ την προλεταριακή ζωή
που προηγείται εσού· για μένα είναι θρησκεία

η χαρά της, όχι η χιλιαστική της πάλη·
η φύση της, όχι
η συνείδησή της. Μόνο η γεννεσιουργός δύναμη

του ανθρώπου, που την έχασε για να γίνει άνθρωπος
θα μπορούσε να της δώσει αυτή την μεθυστική νοσταλγία
αυτό το ποιητικό φως· και περισσότερα

δεν ξέρω πως να πω από ό,τι
είναι δίκαιο μα όχι ειλικρινές, αφηρημένη
αγάπη, όχι θρηνητικό συμπάσχειν

Φτωχός όπως οι φτωχοί κρέμομαι,
όπως και αυτοί, από εξευτελιστικές ελπίδες
όπως και αυτοί, για να ζήσω αυτοκτονώ

κάθε μέρα. Αλλά αν και είμαι ορφανεμένος,
απόκληρος,
κατέχω (και είναι η πιο υψιπετής

από τις αστικές κτήσεις), την πιο απόλυτη
κατάσταση. Αλλά και αν κατέχω την ιστορία
με κατέχει κι αυτή. Φωτίζομαι απ’ αυτή:

μα σε τι χρησιμεύει τέτοιο φως;

*Σχετικός σύνδεσμος: https://atexnos.gr

Ανθολογίες ποίησης στο εξωτερικό

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

Πολλές ανθολογίες ποίησης ή γενικά λογοτεχνίας (πέντε από τις παρακάτω είναι ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης) εκδόθηκαν στο εξωτερικό, καθεμιά με τη δική της στόχευση και μέθοδο, γνώση και αισθητική. Δεν διαβάζεις τους ίδιους/ες ποιητές/τριες σε όλες, και αυτό είναι χρήσιμο. Φαίνεται έτσι πόσο αμφιλεγόμενη είναι η αξιολόγηση μιας ποίησης που είναι ενεργή, ίσως μάλιστα να βρίσκεται ακόμα στην απαρχή της.

Η συμπερίληψη ποιημάτων μου σε ανθολογίες ενίοτε μου φέρνει χαρά, εφόσον γράφεται και εκδίδεται πια πολλή ποίηση, άρα καμία συμπερίληψη δεν θεωρείται δεδομένη. Συχνότερα όμως τις αντιμετωπίζω με απορία ως προς το αν μπορεί να χαρτογραφήσουν την παρούσα ποιητική πραγματικότητα. (Ίσως αυτός να μην είναι ο στόχος τους όμως.) Πολλοί/ες καλοί/ές ποιητές/τριες για διάφορους λόγους, που μπορεί να είναι ορισμένες φορές και τυχαίοι, δεν συμπεριλαμβάνονται στις ανθολογίες, ίσως και σε καμία, κι εδώ τίθεται κι ένα ζήτημα που αφορά τους αποκλεισμούς (όχι μόνο τον αριθμό σελίδων που αφιερώνονται σε κάθε ποιητή/τρια…

View original post 277 more words

Στρατής Φάβρος, Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε

Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε
κι η πιο ταπεινή ελπίδα
θάμπωνε από το βάρος
της ματαιότητας
γι αυτό και με μιαν απόφαση
σώπαινε
κοιτούσε καμιά φορά στολίδια
που κρέμονταν
γυαλάκια που λαμποκοπούσαν
στο σκοτάδι
μια λευκή αθωότητα με μιαν έλξη
βρούτη αλλά φυλακισμένη
για να μυρίζει παράδεισο
ήταν οι απόηχοι πράξεων
που δεν θα γίνονταν
γιατί είχαν χάσει τoν ορίζοντα ομορφιάς
κινούνταν από μιαν ανάμνηση λαγνείας
που δίκαια φιμώθηκε
Κρύβαν ένα νόημα που
δεν εννοούσε να παραιτηθεί
Κρύβαν ένα νόημα
που υπήρχε ως καθ’αυτό;

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, «Είναι ακριβή η τιμή, είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις…»

Κυριακή Μπεϊόγλου*

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου είναι ένας νέος ποιητής από τη Δράμα. Μεγάλωσε σ’ ένα χωριό που λέγεται Πλατανιά κι είναι καρφιτσωμένο σε μια πλαγιά. «Εκεί υπήρχαν τοπία που γράφαν αυτά ποιήματα, αρκεί να είχες τα μάτια να συγγράψεις κι εσύ μαζί τους», θα μου πει. Γύρω του, τα παλιά μουσουλμανικά ερειπωμένα σπίτια, τα σταροχώραφα, η σιδηροδρομική γραμμή και ο σταθμός έξω από το χωριό. Μες στο χωριό, μυγδαλιές, κερασιές, κορομηλιές. Το Φυλακτό και το Φρακτό. «Οταν μπαίνεις εκεί μέσα σιωπάς και καταλαβαίνεις ότι άλλος κάνει κουμάντο, εκεί νιώθεις ότι σταματά ο χρόνος. Εκεί νιώθεις μυρμήγκι».

Μια ολόκληρη μυθολογία ενός μαγικού τόπου για τα μάτια του παιδιού που τότε δεν την καταλάβαινε. Αργότερα ξεκλειδώθηκε μέσα του, με διαβάσματα, και βγήκε σαν κομμάτια, σαν ποιήματα στις ποιητικές συλλογές: «Εκαστος εφ’ ω ετάφη» (Θράκα), «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα), «Με ύφος Ινδιάνου» (Μελάνι), «Μισές αλήθειες» (Μελάνι).

Ετσι έφτασαν στα χέρια μου, σαν εικόνες και λέξεις μιας άλλης επαρχίας, που λίγο την ξέρουμε και ακόμα λιγότερο την καταλαβαίνουμε.

● Σκάρωνες στιχάκια όταν ήσουν παιδί; Πότε έγραψες το πρώτο ποίημα;

Οχι, δεν έγραφα ούτε διάβαζα, δεν έμπαιναν βιβλία στο σπίτι. Το γράψιμο γινόταν αλλιώς. Το πρώτο ποίημα ήταν στην τρίτη Λυκείου. Αρχισα να διαβάζω πολύ από την τρίτη Γυμνασίου. Μια καθηγήτρια με επηρέασε. Η Ησαΐα Τσενεκίδου. Μετά ένας καθηγητής στο Λύκειο μας διάβαζε ποίηση κι εκεί κόλλησα! Κατέβασα τα πόδια από το θρανίο, γιατί μέχρι τότε συνεχώς τα είχα πάνω.

Ημασταν μια παρέα από παιδιά που απασχολούσαμε συνεχώς τον επιστάτη του σχολείου με τις φασαρίες και τα σπασίματά μας. Και ξαφνικά ο καθηγητής μας, ο Γιάννης Αθανασιάδης, μας διαβάζει την «Τρελή ροδιά» και κάνει σαν άλογο μες στην τάξη. Εκεί που λέει το ποίημα «με εκατό βιτσιές», έτρεχε με την καμπαρντίνα του κι έκανε σαν αφηνιασμένο άλογο και είπα: Μα τι κάνει ο άνθρωπος;

● Οπως στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών». Με το «Captain, my Captain»;

Ναι! Ολοι αυτοί που κάναμε όμως ήταν πεθαμένοι. Ετσι άρχισα να ψάχνω από εφημερίδες κριτικές και άρθρα για βιβλία. Θυμάμαι το πρώτο βιβλίο ζώντος συγγραφέα που αγόρασα ήταν του Γιώργου Μακρόπουλου, το «Μη σκεπάζεις το ποτάμι». Διάβαζα πολύ μετά. Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω.

● Κυριάκο, γεννήθηκες και επιμένεις να μένεις στη Δράμα. Από πού κρατάς;

Από τη μάνα Πόντιος. Ηρθαν Ελλάδα μέσω Συρίας. Από τον πατέρα Καππαδόκης, που ήρθαν στη Δράμα μέσω… Αργεντινής. Πόντιοι λοιπόν από τη μάνα και τουρκόφωνοι από τον πατέρα. Με τη γιαγιά μου δεν μιλήσαμε ποτέ ελληνικά.

Στο χωριό μας από τον δρόμο και πάνω ήταν Θρακιώτες, από τον δρόμο και κάτω Μικρασιάτες τουρκόφωνοι. Οταν μαζευόντουσαν όλοι μαζί ποντιακά και τούρκικα μιλούσανε.

● Και πώς τα καταλάβαινες, πώς τα αντιλαμβανόσουν αυτά εσύ;

Ωραίο ήταν. Κι ας μην καταλαβαίναμε τίποτα εμείς, μια ταινία χωρίς υπότιτλους. Θυμάμαι τον πατέρα εκεί στον κήπο και να σκάβει, καθόταν κι ο παππούς σ’ ένα ξύλο παραπέρα με την τραγιάσκα με τα αυτιά, κι αρπάζονταν συχνά και έντονα, ο γέρος κι ο πατέρας βρίζονταν στα τούρκικα. Εμπαινε κι άλλη γιαγιά με τα ποντιακά και γινόταν χαμός! Είχε πλάκα.

● Σε αρκετά από τα ποιήματά σου μιλάς σκληρά…

Η γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι το μισό ποίημα. Εχω στο μυαλό μου αυτό που έλεγε ο Σελίν, «να ξεχαρβαλώνουμε τις προτάσεις για να πάμε το νόημα παρακάτω».

Δεν αρκεί μόνο η ευαισθησία στην ποίηση. Οπως έχει πει κι ένας σπουδαίος Δραμινός, ο Γρηγόρης Πεντζίκης: «Από μας πιο ευαίσθητοι εκατομμύρια στον κόσμο, αυτό δεν αρκεί για ένα ποίημα!».

● Σε ποιον απευθύνονται οι ποιητές του καιρού σου;

Οι ποιητές δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Δεν αρχίζουν και τελειώνουν όλα στον εαυτό μας! Αυτό είναι ένας πολύ γλυκανάλατος και ρομαντικός αυτισμός.

Γύρω συμβαίνουν πράγματα και η πραγματικότητα είναι για μένα μια υπέροχη χωματερή που μπορεί να έχει εκεί μέσα από διαμάντια και σκουπίδια.

● Ποια σκληρή εικόνα που είδες έγινε ποίημα;

Η ποίηση πρέπει να έχει μια πολεμική, γλωσσική, να έχει μια δραστικότητα. Φεύγει από το εγώ, από το υπνοδωμάτιο, και πηγαίνει σε ανοιχτούς χώρους, στο εμείς. Στο τρίτο μου βιβλίο είναι όλοι οι μετανάστες. Τότε που πήγα στον Εβρο για εφτά μέρες κι έβλεπα να βγάζουν τα τουμπανιασμένα πτώματα προσφύγων και μεταναστών από το νερό.

Το 2012 πήγα για μια βδομάδα στον Πέπλο, με φώναξαν επίστρατο και πήγα με μισή καρδιά. Ενας τομέας 65 χιλιομέτρων.

Ηταν Μάιος μήνας, τότε πέφτει η στάθμη του νερού κι αποκαλύπτονται όλα τα πτώματα των ανθρώπων που πήγαν να περάσουν το ποτάμι και πνιγήκανε. Μετά από μήνες έγραψα 6-7 ποιήματα με το ίδιο θέμα.

● Εργάζεσαι κάπου αλλού; Αυτό που σπούδασες ας πούμε;

Διαβάζω, γράφω, φωτογραφίζω. Δεν κάνω άλλη δουλειά. Συστηματικά τον τελευταίο χρόνο ζωγραφίζω και κάνω εξορμήσεις στη Δράμα και τα γύρω χωριά. Βέβαια όλη αυτή η ελευθερία έχει το τίμημά της. Σημαίνει πατρικό, σημαίνει εξάρτηση. Αλλά δεν μπορούσα να γίνω δικηγόρος.

● «Είναι ακριβή η τιμή», λες, «είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις»…

Ναι, κι αυτό είναι από εκείνη την περίοδο. Ηθελα να έχω το κεφάλι μου καθαρό και να «βουτάω» στα άλλα. Πολλοί νομίζουν ότι έχω πολλά φράγκα. Επειδή με βλέπουν να γυρνοβολάω. Δεν έχω, μου αρκούν τα λίγα.

● Πού γράφεις;

Το αγαπημένο δωμάτιό μου είναι το μπαλκόνι. Είναι νότιο. Κοιτάει το Παγγαίο. Εκεί είναι το Καστανόδασος κι η Εικοσιφοίνισσα το μοναστήρι.

Το μπαλκόνι μου είναι κάτι μεταξύ ιερού και εργαστηρίου. Υπάρχουν πετρώματα που μαζεύω, ξύλα, πίνακες, αντικείμενα από τα ακατοίκητα σπίτια, μπογιές, λάδια, μαχαίρια, βιβλία και σπασμένα κομμάτια από μουσουλμανικές ταφόπλακες.

● Και το γραπτό πού βρίσκεται;

Ολα είναι σπασμένα, φθαρμένα, το ‘χουν γραμμένο μέσα τους το ποίημα. Δημιουργούν έναν δικό μου μικρόκοσμο.

● Πώς βλέπεις την Αθήνα;

Σαν το παιδί που πάει στο πολυκατάστημα, αλλά αργεί στους διαδρόμους. Η κίνηση των δρόμων με τρελαίνει. Μια φορά θυμάμαι σε μια ταράτσα έβλεπα παντού αυτά τα κύματα του τσιμέντου και μου ερχότανε να τα διαλύσω. Να δω ποιοι ζουν εκεί μέσα.

● Ποια λέξη της περιοχής σου χρησιμοποιείς συχνά, καθημερινά;

Το ’22 η Δράμα δέχτηκε τους περισσότερους Πόντιους. Υπάρχουν πολλά αρχαία ρήματα, ποντιακά δημοτικά τραγούδια, που χρησιμοποιούν ακόμα και τα ψάχνω.

Το «κανείτε», τελειώνετε, το λέω πολύ. Τελευταία σε κάτι ψησίματα με το σόι, άκουσα το: «Να κάνετε καλές δουλειές για να μην ανασκάφτουν τους γονείς σας», να μην τους κακολογούν, να μην τους ξεθάβουν. Πολύ δυνατή λέξη το «ανασκάφτουν».

● Τι κρατάς ως πιο δυνατή ανάμνηση από την οικογένεια;

Τον θάνατο της γιαγιάς. Στη Βόρεια Ελλάδα γενικά, φύγανε πολλοί μετανάστες, τέλη ’50-αρχές ’60. Οταν πέθαινε κάποιος δεν προλαβαίνανε να γυρίσουν.

Ειδικά όταν πέθαιναν οι γονείς τους, το είχαν σαν ισόβια ενοχή. Επρεπε να ειδοποιήσεις αμέσως στο τηλέφωνο, να προλάβουν το πρώτο αεροπλάνο.

Πέθανε λοιπόν η γιαγιά. Εμείς τα παιδιά βλέπαμε αυτά τα γεγονότα σαν ευκαιρία να μαζευτεί το σόι και να περάσουμε καλά.

Είχαμε μια απορία: «Ο πατέρας μας θα κλάψει;». Ηταν πάντα σοβαρός και απρόσιτος. Ερχεται λοιπόν ο πατέρας από τη δουλειά, δεν κλαίει. Πρώτη απογοήτευση. Μπαίνει μέσα, πάλι δεν κλαίει.

Πάμε στη γιαγιά, λέμε «τώρα θα κλάψει, θα δει τη μάνα του νεκρή, δεν μπορεί, θα κλάψει». Δεν κλαίει.

Την άλλη μέρα, ήταν να έρθουν οι αδερφές του από τη Γερμανία. Με το μπλε ταξί της Θεσσαλονίκης και το άγχος να προλάβουνε. Ερχονται. Βγαίνουν λοιπόν από το ταξί οι δυο αδερφές του. Είναι πια γκριζομάλλες. Και εκεί είδαμε τον πατέρα να κλαίει.

● Μεγάλη υπόθεση τότε το μπλε ταξί που έμπαινε στο χωριό;

Το μπλε ταξί έφερνε τους συγγενείς. Στέλναμε πολλές φορές δικούς μας ταξιτζήδες να τους πάρουνε από το αεροδρόμιο γιατί τρέχανε παραπάνω και τους φέρνανε πιο γρήγορα.

● Πότε άρχισε το πάθος με τη φωτογραφία;

Οταν ήμουνα στην πράσινη γραμμή στην Κύπρο, και τότε τράβαγα φιλμάκια ασπρόμαυρα, μέσα κι έξω από το στρατόπεδο. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ξανάρχισε. Εψαχνα λεπτομέρειες τοίχων σε εγκαταλειμμένα σπίτια που να θυμίζουν πίνακες του Ρόθκο.

Από εκεί μετά συνεχίστηκε στις χελώνες της ΔΕΗ με τα πορτρέτα, τα γεωμετρικά με τα χωράφια, τα εικαστικά και ένα μεγάλο κομμάτι με τα ακατοίκητα σπίτια.

● Ποιους ποιητές διαβάζεις;

Υπάρχουν οι νομπελίστες, αλλά εκεί που επιστρέφω ξανά και ξανά είναι κάτι ποιητές που έχουν πιο δεύτερο, τρίτο τραπέζι πίστα. Επιστρέφω στον Θανάση Τζούλη, στον Μαρκίδη, στον Βασίλη Στεργιάδη και επιστρέφω πολύ στον Λειβαδίτη που δεν είναι γλυκανάλατος, είναι σκληρός. Στον Χριστιανόπουλο επίσης.

● Και στη Δράμα υπάρχει ένα υποσχόμενο δυναμικό ποιητών και λογοτεχνών…

Η παρέα της Δράμας, ο Δημήτρης Πέτρου, ο Γιώργος Κασαπίδης, ο Αλέξανδρος Αραμπατζής, αλλά κι από πιο πίσω υπάρχει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, ο Φαίδων Πατρικαλάκις, ο Βασίλης Κούλης, ο Τσιαμπούσης.

● Ποιο ποίημά σου είναι το «πιο δικό σου»;

«ονόματι Τασία
τυφλή εκ γενετής/ας πούμε
ένας ιστορικός ενεστώτας
το πέρασμά της/ό,τι αντίκρισε το πήρε μαζί της/για τους άλλους
ακατοίκητη γλώσσα/την πήρε το μάτι κανενός;»

(από τη συλλογή «Μισές αλήθειες», εκδ. Μελάνι, 2012). Αυτή η τυφλή γυναίκα υπήρξε καθημερινά στην παιδική ηλικία μου, την παρατηρούσα κάθε μέρα να πηγαίνει τα ζώα στη βοσκή, κάτι βιδώθηκε μέσα μου τότε σαν σταυροκατσάβιδο -ίσως ακόμη γιατί το ποίημα αυτό κλείνει με μια ερώτηση «επί κοινωνίας κρεμάμενη», σαν γάντζος.

● Είσαι 34, πώς βιώνει η δική σου γενιά στη Δράμα τη γενικότερη κρίση;

Οι φίλοι μου, όσοι έχουν μείνει στην Ελλάδα, προσπαθούν με νύχια και με δόντια. Το μεγαλύτερο κομμάτι έχει φύγει έξω. Δεν νιώθει συνυπεύθυνο για την κρίση, έχει όνειρα.

Δεν μεταναστεύουν απλώς, χαιρετάνε, εγκαταλείπουνε. Διαπρέπουν στο εξωτερικό. Κάθε εβδομάδα αποχαιρετώ κι έναν φίλο.

● Σκέφτεσαι κι εσύ να φύγεις;

Εγώ δύσκολα μετακινούμαι. Το πιο πιθανό είναι μπω πιο βαθιά μες στα βουνά παρά να φύγω εξωτερικό. Θα περιμένω.

Αν πεθαίνει η Ελλάδα θέλω να δω την κηδεία της. Θα κάτσω, τους λέω, να ανάβω τα καντήλια των γονιών σας. Το ανατολικό κομμάτι της Δράμας ερειπώνεται, όσο με λυπεί άλλο τόσο με ιντριγκάρει. Ως ιστορικό φαινόμενο, σκηνικό κινηματογράφου.

Να ξέρεις, αυτοί που έχουν πρόβλημα στην κρίση δεν μιλάνε, χωρίς θέρμανση και άδειο ψυγείο. Δεν μιλάνε. Σφίγγουν τα χείλη τους. Γκρινιάζουν αυτοί που έχουν δέκα ακίνητα.

● Πώς βλέπεις τις σχέσεις των ανθρώπων;

Αυτό που σταδιακά ξεχαρβαλώνεται είναι η συντροφικότητα, το μοίρασμα, και η υπομονή που θέλει το μοίρασμα. Είναι μια κατάσταση σουπερμάρκετ, «ποικιλία να χάνεσαι, τιμές να κερδίζεις».

Πολλές μονάδες, με δυσκολία να μοιραστούμε πράγματα. Το βλέπω κι από τον εαυτό μου.

● Πώς τα πας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Εχω τρία χρόνια φέισμπουκ, φοβόμουνα ότι θα μου χαλάσει την αίσθηση με τον χρόνο. Σε αποσυντονίζουν, λειτουργούν διασπαστικά ακόμα και στο να διαβάσεις ένα βιβλίο. Σου χαλάει το βύθισμα.

Αν κάτι απολαμβάνω στη Δράμα είναι οι αργοί ρυθμοί, φιλόξενοι για να βυθίζεσαι σαν τον μεσημεριανό ύπνο που κρατάει στην επαρχία.

Το φέισμπουκ είναι ένα δημόσιο καφενείο, έχει ναρκισσισμό, μια παράλληλη κοινωνία καινούργια, έχει φασαρίες, παρεξηγήσεις, έρωτα. Εχει καλά και κακά.

● Το Φεστιβάλ Μικρού Μήκους στη Δράμα είναι πια ένας μεγάλος θεσμός…

Σαράντα χρόνια έκλεισε φέτος το φεστιβάλ, μια εβδομάδα πολύ όμορφη για την πόλη. Αλλά είναι μια περιοχή με μεγάλη ανεργία, δεν την ενδιαφέρει και πολύ.

● Πρώτη στην ανεργία η Δράμα…

Εφιάλτης. Θυμάμαι τον πατέρα μου στο παραπέντε άνεργο, μόνο για δυο μήνες ευτυχώς. Δεν μιλιότανε με τα χέρια στις τσέπες, και μετά διάβασα τον Καρούζο που λέει: «Μην του μιλάτε αυτού, έχει τα χέρια στις τσέπες του σαν να κρατάει χειροβομβίδες. Είναι άνεργος». Αυτό που θυμόμουνα στα δέκα μου δηλαδή.

Ο πατέρας μου… παλιός ασυρματιστής, αργότερα έγινε καπνεργάτης για εφτά χρόνια. Απ’ τα 13 του έμεινε μόνος, σ’ ένα σπίτι με δυο δωμάτια, όλο λάσπη.

● Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε χώρος για απογοήτευση, μόνο για κουράγιο…

Εκαναν πολύ κουράγιο οι άνθρωποι εκεί. Η Δράμα είχε τρεις βουλγάρικες κατοχές, κάτι που δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος, έφτασαν τρεις φορές στα όρια του λιμού.

Υπήρχε ένταση στην απόφαση να πάνε μπροστά. Ηταν ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο βέβαια.

● Ξέρω πως αγαπάς πολύ τα παλιά ποντιακά δημοτικά τραγούδια, ποιο είναι το αγαπημένο σου;

Εγώ τον Αδην ένοιξα και την πομπήν ατ’ είδα/ τριύλω-ύλω σκοτεινόν, η μέσε φρουχνασμένον… Που πάει να πει, «εγώ τον Αδη άνοιξα, το χάλι του εγώ είδα/ τριγύρω-γύρω σκοτεινός, στη μέση μουχλιασμένος». Αυτό. Με συγκινεί πολύ.

*Από την Εφημερίδα των συντακτών στο https://www.efsyn.gr/arthro/einai-akrivi-i-timi-eite-plironeis-eite-eispratteis

Κατερίνα Λιάτζουρα, Αποκαΐδια ηθικής, Εκδόσεις «Βακχικόν»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στις μέρες μας κυκλοφορούν αρκετές ποιητικές συλλογές, που εμπεριέχουν σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό. Αυτές οι συλλογές δέχονται δύο ειδών επικρίσεις. Από τη μια μεριά, το να γράψει κανείς ποίηση για την κρίση, θεωρείται κλισέ και από την άλλη η κοινωνική ποίηση χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως στρατευμένη. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι λάθος. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, όλο και περισσότεροι ποιητές νιώθουν μέσα τους ένα ξέσπασμα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης και θέλουν να βροντοφωνάξουν με την ποίησή τους. Όσον αφορά τη στράτευση, θεωρούμε, ότι μπορεί να υπάρξει ποίηση πολιτικοποιημένη, όχι, όμως, κομματικοποιημένη γιατί τότε παύει να είναι ποίηση κι ας έχει στίχους. Άρα, η ποίηση μπορεί να έχει καλή έννοια ως στρατευμένη, όχι απαραίτητα σε ένα κόμμα, αλλά σε μια ευρύτερη ιδεολογία.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε, διαβάζοντας το βιβλίο της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Βακχικόν». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει κυρίως κοινωνική ποίηση με άμεσες αναφορές στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα της οικονομικής κρίσης. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να χαρακτηρίσουμε την ποίηση της Λιάτζουρα, ως αντιμνημονιακή, διαβάζοντας ποιήματα, όπως το: «Πλατεία Συντάγματος 2011», όμως, έτσι θα διακινδυνεύαμε να καλύψουμε μόνο ένα μέρος του κοινωνικού της προβληματισμού.

Η πλύση εγκεφάλου, που γίνεται στον σύγχρονο άνθρωπο, από τα ΜΜΕ δημιουργεί ένα σκόπιμο μπέρδεμα: «Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι. / Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ. / Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες / ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.» Και για όσους αντιστέκονται: «Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία / ή στον εξορκισμό.» Σε άλλο ποίημα, η Κατερίνα Λιάτζουρα στηλιτεύει την πολιτική, όπου της δίνει την παλιά σωστή της έννοια της απάτης: «Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία / η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι.», ενώ για τις προσδοκίες κοινωνικής αλλαγής μέσω εκλογών Θα γράψει: «Τα κτήρια γύρω καταρρέουν στο μυαλό / το ίδιο και η ελπίδα της ανατροπής.», για να καταλήξει: «Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.» και αλλού: «Τι σκοτίζεσαι στολιδάκι; / Στο τέλος των εκλογών / θα σε βυθίσουν και πάλι στη χρόνια λήθη σου. / Γιατί έτσι σε θέλουνε. / Κοιμισμένο.» Παρακάτω, η ποιήτρια δεν θα διστάσει να τα βάλει με τον άνθρωπο, που κλείνει τα μάτια του μπροστά στα κοινωνικά ζητήματα και κάθεται στον καναπέ περιμένοντας «την ψυχική ανάταση ή και τη λιποαναρρόφηση», ενώ στο τέλος του ποιήματος, ρωτάει ειρωνικά: «Και αναρωτήθηκες αφού με λίζινγκ τα ανέθρεψες όλα / γιατί μπάζουν τα όνειρά σου;» Όμως, η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν γράφει μόνο για να περιγράψει τα κακώς κείμενα, αλλά κυρίως για να αφυπνίσει: «Το θέαμα της Ιστορίας και των εγκλημάτων της / γεννά παιδιά εξεγερμένα».

Ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» αναφέρεται στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, περνώντας ξεκάθαρα αντιρατσιστικά μηνύματα. Έτσι, οι πρόσφυγες περιγράφονται ως «όμηροι ανεδαφικών περιορισμών» και το κλείσιμο των συνόρων φέρνει απελπισία: «Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα. / Κυρτώσανε οι ράχες τους / καμπούριασε η ελπίδα.» και αλλού: «Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου. / Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια. / έχω κλειστοφοβία -σας το ‘πα;» Αλλά, η ποιήτρια δεν στέκεται μόνο στο τι περνάνε οι πρόσφυγες μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα, αλλά και τι περνάνε μέσα στην Ελλάδα. Έτσι, στο ποίημα «Ριτσώνα camp» θα γράψει: «Η ελπίδα ωστόσο σάπισε / Σάπισε στο πορτμπαγκάζ.», ενώ στο ποίημα «Ειδομένη» θα ειρωνευτεί τραγικά: «Τιμή ευκαιρίας. / Στις δύο ψυχές η τρίτη δώρο.»

Η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής» είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, με αυστηρή οικονομία λέξεων ακόμα και σε κάποια πολύστιχα ποιήματα, ενώ υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και αποφεύγεται η πεζολογία. Η ποίηση της Λιάτζουρα είναι κατανοητή και δεν χάνεται σε δαιδαλώδεις λαβύρινθους ερμητικά κλειστών νοημάτων.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι πραγματικά αφιερωμένη, όπως γράφει και η ίδια στην αφιέρωση-προμετωπίδα του βιβλίου της: «Σε όσους ονειρεύονται ακόμα / και ελπίζουν / τον κόσμο ετούτο να αλλάξουνε.»

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 79 (ψυχεδελικό μοντάζ)

~
(Χαρούμενες
πόλεις από λύπη,
με drone που πετούν σαν μεγάλα
πουλιά
από κεφάλι σε κεφάλι,
με δρόμους φτιαγμένους από καλλιτέχνες εργολάβους,
με τα ψυχαναλυτικά σχήματα
μανάδων,
να πουτανιάζουν
σε αυτοκίνητα που γυαλίζουν,
με τους άνδρες
να ρυθμίζουν το βάρος τους
σε διαδικτυακά
διακυβεύματα
με φρέσκα λαχανικά από το μαγικό χωριό τους)
~
κι ένα
φωτεινό παραθυράκι τουαλέτας κάπου,
ένα βράδυ
με τις τρύπες του,
με τα μεγάλα μάτια που αναστενάζουν κατουρώντας,
που περιμένουν ήσυχα
τον έρωτα,
με διάθεση από τη δίψα της ηλικίας,
να αδειάσουν
την πολύτιμη ήττα τους
για να δουν
αν είναι ζωντανοί,
αν μπορούν να κρατήσουν στο λαιμό,
τη γεύση
από το τελευταίο
μεταμοντέρνο
θηλασμό τους.
~
(alexmil)
~
καλό βράδυ έρωτες ~α
με στίχους στον εξπρεσσιονισμό της φωτογραφiας, στη μαγεία του Hoyem.