Δημήτρης Τσαλουμάς (1921-2016) Καταξιωμένος (στην Αυστραλία), πλην άγνωστος (στην Ελλάδα)

ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Φέτος το Φλεβάρη έκλεισαν δύο χρόνια από τον θάνατο του πολυβραβευμένου Ελληνοαυστραλού ποιητή Δημήτρη Τσαλουμά, ο οποίος απεβίωσε στις 4-2-2016 σε ηλικία 94 ετών. Ο Τσαλουμάς υπήρξε αναμφίβολα ένας καταξιωμένος (στην Αυστραλία), πλην άγνωστος (στην Ελλάδα) ποιητής. Το παρακάτω κείμενο καταχωρείται ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη του, ευελπιστώντας, παράλληλα, να φωτίσει κάποιες πτυχές του ανωτέρω οξύμωρου φαινομένου.

Η στάση της ελλαδικής κριτικής απέναντι στον Τσαλουμά: Το πιο παράδοξο στην περίπτωση Τσαλουμά είναι το γεγονός ότι μολονότι έγραψε και εξέδωσε το πρώτο μισό περίπου της ποιητικής του παραγωγής στα ελληνικά, η ελλαδική κριτική (με εξαίρεση ελάχιστων κριτικών όπως π.χ. τους Μ. Γ. Μερακλή, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Π. Παρασό και κάποιους άλλους) ουσιαστικά τον αγνόησε παντελώς – από την αρχή έως το τέλος της ποιητικής του σταδιοδρομίας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο Τσαλουμάς να παραμείνει σχεδόν άγνωστος στο ελλαδικό αναγνωστικό κοινό. Στο εύλογο ερώτημα γιατί το ελλαδικό λογοτεχνικό κατεστημένο αδιαφόρησε τόσο επίμονα και ανεξήγητα απέναντί του – ακόμη κι όταν αυτός έδρεψε δάφνες στον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο – δεν υπάρχουν σίγουρες απαντήσεις· μόνο εικασίες. Διατυπώνω εδώ τις ευλογοφανέστερες:

Δύο κρίσιμοι παράγοντες, αυτός της γεωγραφικής απόστασης αλλά και της ιδιοσυγκρασίας του Τσαλουμά, θεωρώ ότι στάθηκαν τροχοπέδη στην προβολή και διάδοση του έργου του στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο ποιητής καταγόταν από ένα ακριτικό νησάκι των Δωδεκανήσων (τη Λέρο) και δεν είχε καθόλου σχέσεις με την ελληνική πρωτεύουσα (υπενθυμίζω ότι η πρώτη του ποιητική συλλογή Επιστολή στον ταξιδεμένο φίλο τυπώθηκε, ως αυτοέκδοση, στη Ρόδο το 1949) υπήρξε αναμφίβολα ανασχετικός παράγοντας. Η κατάσταση αυτή όμως (της γεωγραφικής απόστασης) επιδεινώνεται όταν ο ποιητής αναγκάζεται, για πολιτικούς και βιοποριστικούς λόγους, να μεταναστεύσει στη μακρινή Αυστραλία το 1952. Αυτό σημαίνει ότι την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία παράγει το corpus του ποιητικού του έργου στα ελληνικά (1974-1982) ο ποιητής, πρώτον, δεν έχει καμία ευχέρεια πρόσβασης στο ελληνικό κέντρο – καθώς τα ταξίδια την εποχή αυτή είναι σχεδόν απαγορευτικά. Δεύτερον, οι τηλεπικοινωνίες, ήταν από σχεδόν ανύπαρκτες έως προβληματικές. Αποτέλεσμα αυτού είναι να παραμένει ο ίδιος αποκομμένος από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τύχη του ποιητικού του έργου. Αν τώρα σε όλα αυτά προσθέσουμε και τις ιδιορρυθμίες του ποιητή (την εσωστρέφεια, τον μονήρη χαρακτήρα του, την απέχθειά του για γνωριμίες, κοινωνικές και δημόσιες σχέσεις, κτλ) τότε η όλη κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο προβληματική αναφορικά με την προβολή και διάδοση του έργου του.

Ένας άλλος σοβαρός παράγοντας (γιατί το έργο του Τσαλουμά παραμένει σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα) σχετίζεται άμεσα με την καθαυτή λογοτεχνική του αξία. Μολονότι όμως πρόκειται, ίσως, για την πιο καθοριστική παράμετρο αυτής της υπόθεσης, είναι ένα ζήτημα το οποίο διόλου δεν έχει θιγεί δημόσια, αλλά, απ’ όσο γνωρίζω, μόνο ιδιωτικά σε στενούς λογοτεχνικούς κύκλους. Θέλω να πω ότι ορισμένοι ελλαδίτες ποιητές και κριτικοί που γνωρίζουν καλά την ποίηση του Τσαλουμά, θεωρούν ότι το ποιητικό έργο του τελευταίου είναι, σε γενικές γραμμές, μέτριο. Αυτός είναι και ο λόγος – υποστηρίζουν – που ούτε έγινε ιδιαίτερα γνωστό ούτε και αναγνωρίστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Αυτό όσον αφορά το λογοτεχνικό συνάφι των Αθηνών. Στη Θεσσαλονίκη οι ειδήμονες είναι πιο συγκρατημένοι και λιγότερο εκδηλωτικοί – αν και αυτοί διατηρούν επιφυλάξεις. Απλώς δεν εκφράζονται τόσο ανοιχτά όσο στην Αθήνα. Αυτή η στάση, προφανώς, εξηγείται από το γεγονός ότι ο Τσαλουμάς είχε μεγαλύτερη διασυνδέσεις με λογοτεχνικούς κύκλους της συμπρωτεύουσας (όπως λ.χ. με αυτόν του Τηλέμαχου Αλαβέρα), ενώ με την πρωτεύουσα οι σχέσεις του ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αυτές τις εντυπώσεις έχω αποκομίσει, συζητώντας κατά καιρούς με διάφορους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας. Ωστόσο, αυτή η αρνητική στάση των τελευταίων οφείλει να προβληματίσει κάποτε σοβαρά τους μελετητές του εν λόγω ποιητή. Για το αν δηλαδή υπάρχει κάποια αλήθεια στην προβαλλόμενη επιχειρηματολογία τους (περί «μετριότητας») ή πρόκειται για καθαρά μεροληπτική στάση.

Το θαύμα της αναγνώρισης: Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Τσαλουμάς διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του. Και συνειδητοποιεί πλέον ότι οι προοπτικές να προσεχθεί – πολύ δε περισσότερο να αναγνωρισθεί το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα – είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Όσο για τα ιδιωτικά του εγχειρήματα να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές του στη Μελβούρνη ιδίοις αναλώμασιν, αυτά μπορούν να ερμηνευθούν και ως πράξεις απόγνωσης, καθώς δεν περιμένει τίποτα πλέον από την γενέτειρα. Αλλά και από την, κατά τα άλλα, «μεγάλη και δυναμική ομογένεια της Αυστραλίας» (και ιδιαίτερα της Μελβούρνης όπου ζει κι εργάζεται) ελάχιστα μπορεί να περιμένει. Διότι το πνευματικό επίπεδο των Ελλήνων μεταναστών είναι απελπιστικά χαμηλό και, συνεπώς, ελάχιστοι ενδιαφέρονται για ποίηση. Έτσι, τα εν Μελβούρνη εκδιδόμενα βιβλία του τυπώνονται σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Ορισμένα μάλιστα με την χαρακτηριστική ένδειξη «εκτός εμπορίου», και διακινούνται κυρίως χέρι με χέρι ανάμεσα σε κάποιους κύκλους διανοουμένων της παροικίας. Περιττό να τονίσω εδώ πως το γεγονός ότι ο Τσαλουμάς παραμένει πάντα αποκομμένος από κάθε ενεργό συμμετοχή στη ζωή της παροικίας, δεν βοηθά ιδιαίτερα την προβληματική διακίνηση των βιβλίων του. Έπειτα, την εποχή εκείνη (δεκαετία του ’70) ο Τσαλουμάς, εκτός από ένα μικρό κύκλο διανοουμένων, είναι ελάχιστα γνωστός στον ευρύτερο παροικιακό χώρο. Όσο για τον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, αφού ο ποιητής γράφει και δημοσιεύει μόνο στην ελληνική γλώσσα. Που σημαίνει ότι κι εκεί παραμένει παντελώς άγνωστος.

Ενώ όμως η κατάσταση για τον γηραιό πλέον Ελληνοαυστραλό ποιητή φαίνεται από κάθε άποψη ζοφερή (καθώς είναι πια 62 ετών, έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί ως εκπαιδευτικός, και όλες οι πόρτες του είναι ερμητικά κλειστές) ξαφνικά γίνεται εν έτει 1983 ένα μεγάλο θαύμα που κανείς (πολύ περισσότερο ο ίδιος) δεν περιμένει: Η μεταφρασμένη στα αγγλικά από τον Philip Grundy ποιητική συλλογή του The Observatory (Το Παρατηρητήριο – που κυκλοφορεί από τον έγκυρο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο Queensland University Press) κερδίζει το μεγάλο κι επίζηλο αυστραλιανό λογοτεχνικό βραβείο Australia Book Council Award, ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς. Η ανακοίνωση αυτής της βράβευσης, που έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, αποτέλεσε ένα αληθινά ιστορικό γεγονός για τον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο, για τους εξής λόγους: Πρώτον, διότι το μεγάλο αυτό βραβείο απέσπασε, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, ένας άγνωστος, μη αγγλόφων μετανάστης ποιητής, ο οποίος δεν έγραφε στα αγγλικά αλλά στη μητρική του γλώσσα. Δεύτερον, διότι το βραβευμένο βιβλίο κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και αγγλικά) από έναν έγκυρο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο – κάτι πρωτοφανές στα αυστραλιανά εκδοτικά και λογοτεχνικά ειωθότα, αφού έσπαγε πολιτισμικές πρακτικές και ρατσιστικά ταμπού δεκαετιών. Τρίτον, διότι το βιβλίο δεν ήταν αγγλόγλωσσο, αλλά μετάφραση από τα ελληνικά. Τέταρτον, διότι το βιβλίο, από άποψη περιεχομένου, δεν ήταν πρωτότυπο (καινούργιο) αλλά παλαιό. Δηλαδή μια επιλογή παλαιότερων ποιημάτων που είχαν δημοσιευθεί σε διάφορες ελληνικές συλλογές του ποιητή (συγκεκριμένα από τις συλλογές Παρατηρήσεις υποχονδριακού, Το βιβλίο των επιγραμμάτων και από τη σύνθεση Μια ραψωδία γερόντων). Που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα βραβευόταν, ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, ένα καθ’ όλα πρωτότυπο ποιητικό, μεταφραστικό κι εκδοτικό εγχείρημα, ως γενικότερη καινοτομία, με πρωταγωνιστή έναν άγνωστο μεν, πλην ταλαντούχο κι «εξωτικό», μετανάστη ποιητή.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι η παράδοξη, για την εποχή της, αυτή βράβευση θα ξεσήκωνε θύελλα διαμαρτυριών, τελικά δεν προκλήθηκε η παραμικρή αντίδραση. Απεναντίας, μετά το αρχικό «μούδιασμα», οι περισσότεροι άρχισαν να μιλούν ενθουσιωδώς για τον άγνωστο Ελληνοαυστραλό ποιητή και το έργο του. Αλλά και για την έναρξη μιας νέας εποχής στην αυστραλιανή ποίηση, που σηματοδοτούσε η βράβευση αυτής της «αλλόκοτης» μεταφρασμένης συλλογής του. Καιρός όμως, μετά από 35 ολόκληρα χρόνια, να εξετάσουμε, όσο πιο νηφάλια γίνεται, πώς και γιατί συνέβησαν όλα αυτά τα παράδοξα, αλλά και ποιες ερμηνείες επιδέχονται εκ των υστέρων.

Προσωπικά ανέκαθεν θεωρούσα πως η ποίηση του Τσαλουμά είχε μια ιδιαιτερότητα, καθότι προσωπική, αξιόλογη και, ενδεχομένως, σημαντική – τουλάχιστον για τα αυστραλιανά λογοτεχνικά δεδομένα. Κυρίως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Αυστραλία δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποιητική παράδοση, όπως άλλες χώρες. (Ήμουνα δε από τους πρώτους μελετητές που ασχολήθηκε εκτεταμένα με τη συλλογή του Το βιβλίο των επιγραμμάτων (βλ. περ. Παροικία και Η νεοελληνική λογοτεχνία της διασποράς: Αυστραλία, Gutenberg, Αθήνα 1997). Ωστόσο, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι, πέραν από την όποια αξία του καθαυτού ποιητικού έργου του Τσαλουμά καθοριστικό ρόλο έπαιξε, αναμφίβολα, και η συγκυρία εμφάνισης και βράβευσής του. Διότι η τελευταία συνέπεσε – τύχη αγαθή – στην καταλληλότερη στιγμή: Στις απαρχές της περίφημης δεκαετίας του ’80 όπου είχε αρχίσει να γονιμοποιείται η όλη ιδέα και φιλοσοφία της πολυπολιτισμικότητας. Το δε έργο του Τσαλουμά έμελλε να εγκαινιάσει και σφραγίσει αυτή τη νέα εποχή στα πολιτιστικά δρώμενα της Πέμπτης Ηπείρου. Εξού και φρονώ ακράδαντα ότι αν το ποιητικό έργο του Τσαλουμά δεν μεταφραζόταν και δεν κυκλοφορούσε στα αγγλικά εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η τύχη του θα ήταν εντελώς διαφορετική. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το καθαυτό έργο δεν είχε να πει κάτι ουσιαστικότερο και βαθύτερο στον αγγλόφωνο αναγνώστη από τον όποιο «εξωτισμό» του. Ωστόσο, αναμφίβολα, η αναγνώριση και καθιέρωση του μεταφρασμένου έργου του Τσαλουμά υπήρξε κατ’εξοχήν αναπόσπαστο προϊόν μιας εποχής που το χρειαζόταν για να την αντιπροσωπεύσει. Απόδειξη είναι και το γεγονός ότι Το Παρατηρητήριο έκανε δύο εκδόσεις μέσα στη δεκαετία του ’80 (1983 και 1984) και μια τρίτη το 1991. Κανένα άλλο βιβλίο του Τσαλουμά στην αγγλική δεν κατάφερε να κάνει τρεις εκδόσεις.

Η δεύτερη (αγγλόφωνη) περίοδος του Τσαλουμά: Παραδόξως, η καταλυτική δεκαετία του ’80 αποτέλεσε ένα επαμφοτερίζον ορόσημο: Το τέλος μιας εποχής και το ξεκίνημα μιας άλλης στη δημιουργία του ποιητή. Συγκεκριμένα, το έτος 1981 σηματοδοτεί το τέλος της ελληνόγλωσσης δημιουργίας του, καθώς Το βιβλίο των επιγραμμάτων είναι η τελευταία ποιητική του συλλογή στα ελληνικά. Δυο χρόνια αργότερα (1983) σηματοδοτεί την έναρξη της αγγλόγλωσσης ποιητικής περιόδου του (με τη μετάφραση και βράβευση του Παρατηρητηρίου). Για την ακρίβεια όμως αυτό συμβαίνει πέντε χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική συλλογή του γραμμένη απευθείας στα αγγλικά (UQP, 1988). Συμβολικά αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεκινά το 1983, με το μεγάλο θόρυβο που προκαλεί η δίγλωσση έκδοση του Παρατηρητηρίου.

Κατά την επόμενη δεκαετία του ’90, ο Τσαλουμάς γράφει στα αγγλικά κι εκδίδει 8 ποιητικές συλλογές. Όταν εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή του, γραμμένη απευθείας στα αγγλικά το 1988, ο ποιητής πλησιάζει την έβδομη δεκαετία της ζωής του (για την ακρίβεια είναι 67 ετών). Αλλά πώς και γιατί αποφάσισε σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία να εγκαταλείψει τη μητρική του γλώσσα και να υιοθετήσει την αγγλική; Τι ακριβώς ήταν αυτό που τον ώθησε σε μια, προφανώς, καθόλου ανώδυνη απόφαση; Ο ίδιος, βέβαια, έχει δώσει διάφορες εξηγήσεις – απόλυτα κατανοητές και σεβαστές – σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα. Ωστόσο, η ταπεινή μου άποψη είναι η εξής: Ο Τσαλουμάς είχε διαπιστώσει προ πολλού – δικαίως άλλωστε – ότι είχε οριστικά και αμετάκλητα αγνοηθεί και αποκλεισθεί από τη μητέρα Ελλάδα – ακόμη και μετά την επίσημη αναγνώρισή του από την υιοθετημένη πατρίδα του την Αυστραλία. Κι αυτή η στάση δεν υπήρχε πιθανότητα να αλλάξει. Συνεπώς, το να επιμένει να γράφει ελληνικά (ιδιαίτερα μετά τη βράβευση και αναγνώρισή του) σε μια αγγλόφωνη χώρα, όχι μόνο δεν είχε κανένα νόημα αλλά ίσως να ήταν κι επιζήμιο γι’ αυτόν. Αλλά ούτε και η μετάφραση αποτελούσε μια πραγματικά ικανοποιητική λύση, παρόλο που μέσω αυτής είχε αναδειχθεί. Ίσως και να φοβόταν ότι η συνέχεια δεν θα ήταν το ίδιο επιτυχής όσο την πρώτη φορά.

Υποψιάζομαι βάσιμα ότι η απόφαση του Τσαλουμά να υιοθετήσει την αγγλική ως εργαλείο της δουλειάς του, ήταν πρωτίστως μια διπλά συμβολική πράξη: Σηματοδοτούσε μια ενσυνείδητη αποσκίρτηση («διαζύγιο») από τη μητρική του γλώσσα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συμπεριφορά της πατρίδας απέναντί του. Ταυτόχρονα, επισημοποιούσε τη νέα σχέση που είχε συνάψει με τη γλώσσα της δεύτερης πατρίδας του – ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για όλα όσα γενναιόδωρα του είχε προσφέρει: ευκαιρίες μόρφωσης, καριέρας, οικογένειας, κυρίως όμως λογοτεχνικής αναγνώρισης. Επρόκειτο λοιπόν για μια συναισθηματική αντίδραση η οποία, ωστόσο, δεν ήταν απαλλαγμένη και από κάποιες εμφανείς σκοπιμότητες: Ότι από τη βράβευσή του κι εντεύθεν, μόνο ως αγγλόφων-Αυστραλός ποιητής είχε νόημα και όφειλε να συνεχίσει. Προφανώς αυτό δύσκολα θα συνέβαινε αν δεν είχε μεσολαβήσει η επίσημη αναγνώρισή του. Αμφιβάλλω σοβαρά ότι ο Τσαλουμάς ερωτεύτηκε τόσο ξαφνικά και… παράφορα την αγγλική γλώσσα, και μάλιστα σε ηλικία 70 ετών! Άλλωστε, έως τη βράβευσή του δεν είχε εκδηλώσει τέτοια τάση, ούτε είχε γράψει ή μεταφράσει τίποτα στα αγγλικά. Το σημαντικότερο: Εάν ένιωθε τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση με την αγγλική, τότε γιατί δεν ασχολήθηκε νωρίτερα μ’ αυτήν όταν ήταν νεότερος; Κι ακόμη: Γιατί δεν μετέφρασε ο ίδιος τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του (Το Παρατηρητήριο και Το βιβλίο των επιγραμμάτων) αλλά ανάθεσε σε άλλον αυτό το δύσκολο εγχείρημα; Προβληματισμό, επίσης, δημιουργεί και η μετάφραση της ανθολογίας των Αυστραλών ποιητών στα ελληνικά (Contemporary Australian Verse, η οποία κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Νέα Πορερία το 1986). Το γεγονός δηλαδή ότι οι όποιες «αγάπες» του Τσαλουμά για την αγγλική γλώσσα και την αυστραλιανή ποίηση δεν εκδηλώνονται πριν, αλλά μετά το 1983 (ημερομηνία βράβευσης και αναγνώρισής του από την Αυστραλία). Έτσι, και αυτό το εγχείρημα μπορεί εύλογα να ερμηνευθεί ως μια ακόμη απτή ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη δεύτερη πατρίδα του.

Η τύχη των αγγλόγλωσσων έργων του: Ο Τσαλουμάς, όπως προαναφέρθηκε, δημοσίευσε συνολικά 8 αγγλόγλωσσες ποιητικές συλλογές. Απ’ αυτές, διαπιστώνουμε ότι μόνο μία γνώρισε δεύτερη έκδοση (The Stoneland and Harvest: New & Selected Poems, 1999, 2004) η οποία κυκλοφόρησε στο Λονδίνο από τον εκδοτικό οίκο Shoestring Press. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο ποιητής Matt Simpson, στην Αγγλία, ο Τσαλουμάς αντιμετώπισε μεγάλα προβήματα στο να βρει εκδότη, αλλά και όταν βρήκε [σημ.: μετά από μεγάλη προσπάθεια του Matt Simpson], οι πωλήσεις των βιβλίων του δεν ήταν ικανοποιητικές. Επιπλέον, οι κριτικοί δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι με το έργο του (βλ. “The Poetry of Dimitris Tsaloumas: a British Perspective” στο Dimitris Tsaloumas: a voluntary exile – selected writings on his life and work, 1999, σ. 224-225). Οι υπόλοιπες αγγλόγλωσσες συλλογές του από αυστραλιανούς εκδοτικούς οίκους δεν ευτύχησαν να κάνουν δεύτερη έκδοση. Ούτε καν γνωρίζουμε αν εξάντλησαν την πρώτη τους έκδοση. (Ίσως όχι, γιατί, λογικά, θα ακολουθούσε δεύτερη έκδοση). Επίσης, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ προαναγγέλλεται (βιαστικά, και κάπως ανεύθυνα – αφού ουδέποτε ανακοινώθηκε αυτό επίσημα από τον Αυστραλό εκδότη του) η συγκεντρωτική έκδοση των έργων του Τσαλουμά από τον εκδοτικό οίκο UQP (βλ. Dimitris Tsaloumas: a voluntary exile – selected writings on his life and work, 1999, σ. 291) αυτή τελικά δεν πραγματοποιείται. Μια ακόμη ένδειξη ότι η αντίστροφη μέτρηση στην ποιητική τροχιά του Τσαλουμά είχε ήδη αρχίσει. Προφανώς η λανθασμένη επιλογή του να στραφεί στην αγγλόγλωσση ποιητική δημιουργία, τελικά αποδείχτηκε μπούμερανγκ. Πρώτον, διότι γενικά (εκτός κάποιων εξαιρέσεων) δεν κατάφερε να πείσει πως ως αγγλόγλωσσος ποιητής ήταν εξίσου αυθεντικός και πρωτότυπος όσο με τα ελληνόγλωσσα ποιήματά του. Δεύτερον, διότι, μοιραία, είχε αρχίσει να αυτοεπαναλαμβάνεται, όσον αφορά τις πηγές, τη θεματολογία, τα μοτίβα, την τεχνοτροπία, κτλ, έτσι που στην ουσία επρόκειτο για μετεγγραφή – ένα μπόλιασμα του ελληνικού DNA των ποιημάτων του στην αγγλική γλώσσα.

Μια ακόμη απόδειξη ότι ο Τσαλουμάς είχε αρχίσει να χάνει πλέον την αρχική λάμψη του ως ποιητής, είναι και το εξής γεγονός: Από τις 65 αγγλόγλωσσες κριτικές που επισκόπησα κάπως πρόχειρα, οι 45 δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του ’80 (όπου αναδύθηκε κι έλαμψε το άστρο του κατά την περίοδο ακμής του πολυπολιτισμού) και οι υπόλοιπες 20 (λιγότερες και από τις μισές) τη δεκαετία του ’90. Για τη δεκαετία του 2000 δεν μπόρεσα να εντοπίσω κριτικές, παρόλο που κυκλοφόρησαν δύο αγγλόγλωσσα βιβλία του. (Αυτό όμως δεν σημαίνει κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχουν, αφού η δική μου βιβλιογραφική επισκόπηση δεν ήταν συστηματική ή εξαντλητική).

Η (ποιητική) κληρονομιά του Τσαλουμά: Δύο χρόνια μετά το θάνατό του, τα καίρια ερωτήματα που προκύπτουν είναι: Ποιες ακριβώς ποιητικές παρακαταθήκες (ελληνικές; αγγλικές;) μας κληροδοτεί, και πόσο σημαντικές και ανθεκτικές είναι αυτές; Οι απαντήσεις, προφανώς, δεν είναι εύκολες, καθώς η αυστραλιανή κριτική παραμένει αναποφάσιστη και διχασμένη. Ή, σωστότερα, μάλλον αδιάφορη. Η πλειοψηφία των Ελληνοαυστραλών μελετητών, για ευνόητους λόγους, διάκειται άκρως εγκωμιαστικά προς το έργο του (βλ. π.χ., το άρθρο του Βρασίδα Καραλή «Dimitris Tsaloumas and the Music of the Unseen”, Sydney Review of Books, 12.02.2016), ενώ ορισμένοι μελετητές μη ελληνικής καταγωγής παραμένουν επιφυλακτικοί, αμφίρροποι, ακόμη και επικριτικοί (βλ. π.χ. τη βιβλιοκριτική “Ali Alizadeh Reviews Dimitris Tsaloumas” στο περ. Cordite Poetry Review, 13.02.2008).

Ακόμη πιο παράδοξο είναι το γεγονός ότι παρ’ όλα τα λογοτεχνικά βραβεία/διακρίσεις που του απενεμήθησαν στην Αυστραλία, ο Τσαλουμάς ποτέ δεν κατάφερε να μπει επίσημα στον ‘κανόνα’ της αυστραλιανής ποίησης ως «μεγάλος» ποιητής. Έγκυροι ιστορικοί της αυστραλιανής λογοτεχνίας, όπως ο Laurie Hergenhan, τον αντιμετωπίζουν ως Έλληνα ποιητή, του οποίου η ποίηση «έχει παραμείνει σταθερά ριζωμένη στην ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τα έθιμα, παρόλο που έφυγε από τη γενέθλια Λέρο του για να έρθει στην Μελβούρνη το 1952. Στην πρώτη δίγλωσση ελληνο-αγγλική επιλογή των ποιημάτων του Το παρατηρητήριο (1983) – μετά απ’ το οποίο ακολούθησαν επτά τόμοι ελληνικών εκδόσεων, δημοσιευμένων κυρίως στην Αθήνα – ο μεταφραστής του Τσαλουμά Philip Grundy, ισχυρίζεται ότι η ποίησή του ενσαρκώνει μια πεισματάρικη εμμονή του Ελληνισμού όσον αφορά τη συναισθηματική του ένταση, την αίσθηση του απόμακρου από το παρόν περιβάλλον και την υποδόρια νοσταλγία για τη ‘μακρινή πατρίδα που θυμάται.’ Λίγα ποιήματα ασχολούνται άμεσα με την Αυστραλία» (βλ. Penguin New Literary History of Australia, 1988, μετάφραση δική μου).

Εν κατακλείδι: Δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά επιφυλάσσει το μέλλον για το ποιητικό έργο του Τσαλουμά. Οι ενδείξεις πάντως δεν είναι ενθαρρυντικές. Ο θάνατός του, για παράδειγμα, πέρασε σχεδόν απαρατήρητος από τα αυστραλιανά ΜΜΕ. Αν δημοσιεύτηκε κάτι (ουσιαστικά ψιλοπράγματα), αυτό έγινε με πρωτοβουλία Ελληνοαυστραλών – ελάχιστα από ξένους. (Στην Αθήνα όπου πέθανε κι έζησε αναγκαστικά, λόγω γήρατος και προβλημάτων υγείας τα τελευταία χρόνια, κοντά στην κόρη του που τον φρόντιζε, δεν ανακοινώθηκε το παραμικρό, ούτε και γράφτηκε μισή λέξη! Προφανώς επειδή, στην ελληνική πρωτεύουσα, ήταν παντελώς άγνωστος). Επιπλέον: Οι Αυστραλοί ή Βρετανοί εκδότες δεν έχουν επανεκδώσει καθόλου έργα του, ενώ ούτε στα αυστραλιανά βιβλιοπωλεία και τις δημόσιες βιβλιοθήκες βρίσκεις πλέον βιβλία του – εκτός σπανίων περιπτώσεων. Γεγονός ωστόσο παραμένει πως, με μία και μόνο ποιητική συλλογή, αυτός ο ιδιότυπος και αρχικά περιθωριακός Ελληνοαυστραλός ποιητής, κατάφερε να βάλει στο χάρτη όχι μόνο την Ελληνοαυστραλιανή αλλά και γενικότερα τη μεταναστευτική/πολυπολιτισμική ποίηση, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην αυστραλιανή λογοτεχνία, η οποία έως τότε ήταν κατ’ εξοχήν αγγλο-κελτική. Και μόνο το γεγονός ότι το έργο του αναγνωρίστηκε επίσημα από το λογοτεχνικό κατεστημένο και, παράλληλα, αγκαλιάστηκε από τους Αυστραλούς αναγνώστες (τουλάχιστον στο αρχικό του στάδιο), κάθε άλλο παρά μικρό επίτευγμα είναι.

*Ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής) και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε, τιτλοφορείται: «Η περιπέτεια της γραφής: καταθέσεις/μαρτυρίες 27 Ελλήνων πρωταγωνιστών», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2018.

Βασίλης Βασιλειάδης, δύο ποιήματα από τη “Ριπή Γραφής”

Από τήν Πράγα στό ξενοδοχείο μέ αιτία έμπνευσης τήν έκπληξη μου γιά τό πόσο βάρβαρα καί ωμά λειτουργεί ό καπιταλισμός καί ή πρακτική τής παγκοσμιοποίησης στά κράτη τού πρώην κομμουνιταρισμού μέ συνεργούς συνειδητούς καί συμμετέχοντες ενθουσιώδεις τούς ανθρώπους.

Ο πονηρός διαχειριστής τού status quo
μαζί μέ τήν λίγκα τών εγωμανών συμβούλων του
καυχιέται γιά τή ζυγοστάθμιση τών πραγμάτων εκεί έξω
στή ζωή τής μάζας τής ανώνυμης καί άναλώσιμης
έχοντας καταργήσει αμετάκλητα τά τανύσματα τών δυναμικών της
γιατί γίνονται ανεπίτρεπτα υπερβατικά
και περπατούν έξω από τίς χαραγμένες πορείες αναζητώντας κόσμο καλύτερο
κι όχι τίποτε άλλο
αλλά ή χαοσύνη πού προκύπτει σάν αθωότητα ατυχήματος
είναι μεταδοτική
κι όσο κι άν τρέχεις ξοπίσω της δέν τήν προφταίνεις ,
υπάρχει κινητικότητα στή μάζα;ρώτησε ή εμπειρία τού διαχειριστή τού status quo,
όλοι ετοιμάζουν τήν ευτυχία τους,απάντησε ή εγωμανία τών συμβούλων,
εργάζονται σκληρά καί μέ ζήλο γι αυτήν
σπουδάζουν σχεδιαστές, μηχανουργοί, χειριστές τής τεχνολογίας
γιά νά συντηρούν τόν βιοπορισμό τους
καί μέ επιμέλεια μεγάλη καί διακριτική τούς εθίζουμε στά παυσίπονα
τούς πολύ απλούς τρόπους καθημερινού πολιτισμού πού συνοδεύουν τήν ξεκούραση τους,
νά τούς ενδιαφέρουν πολύ απλές ιστορίες ανθρώπων
ίδιες μέ τίς δικές τους
νά ακούν πολύ απλή μουσική
νά καυλώνουν μέ πολύ απλούς ερωτισμούς
καί νά αγαπιούνται μέ ορμονικούς ενθουσιασμούς
πού τούς καταλαβαίνουν σάν έρωτες καί συναισθήματα,
ό σαδισμός τους νά διασκεδάζει μέ τά πολύ απλά ρεάλιτυ σόου τής τηλεόρασης
τίς αρένες όπου οί άνθρωποι βρίζονται μεταξύ τους, βασανίζουν ό ένας τόν άλλον, σκοτώνονται
κι άλλα τέτοια πολύ απλά πράγματα
μά κυρίως διασκεδάζουν πολύ μέ τό παιχνίδι
πατείς με πατώ σε,
προσοχή, τόνισε ό λαρυγγισμός τού διαχειριστή τού status quo
χρειάζεται μεγάλη προσοχή
μήπως τούς δοθεί από λάθος ή αμέλεια δική μας παιδεία
κρατήστε τους μορφωμένους καί ειδικευμένους,
αλλά μέχρι εκεί
απαγορεύεται αυστηρά καί είναι αδίκημα ιδιώνυμο ή παιδεία ή ή αναζήτηση της,
γιατί άν τυχόν περάσουν απέναντι καί γνωρίσουν τήν ευτυχία αυτή πού γεννάει ή παιδεία
θά χαθεί ή συστημική ευρυθμία κι εμείς μαζί ,
προσοχή,επανέλαβε
είναι διαπίστωση επικυρωμένη
πώς ή παιδεία είναι δυναμίτης αιρετικός σέ χέρια ανθρώπινα
πού σακατεύει γιά τά καλά κάθε κραταιότητα καί τά σημαινόμενα της
τό χειρότερο είναι
οί ανατινάξεις της αποκαλύπτουν τή στυγερότητα τών προθέσεων πού λιμνάζοντα στή κρυψίνοια μας,
γιά όλα αυτά
είναι φροντίδα δική μας
νά ξυπνούν τό πρωί ευδιάθετοι
έτοιμοι γιά μέρα παραγωγική,
επικαλούμενοι εχθρό, κι άν δέν υπάρχει τόν επινοούν,νά κακοποιούν ανθρώπους
χαρούμενοι νά περιφέρουν τή νίκη τους επάνω στούς άλλους,
νά τρέχουν από τόν ένα τόπο στόν άλλον γιά νά περισώσουν επιβίωση
να απολαμβάνουν τόν έλεγχο επάνω στούς άλλους,
πρέπει νά έλκονται από τήν ηδονή όταν οί ίδιοι είναι ή αιτία πού οί άλλοι υποφέρουν,
νά λικνίζονται βακχευόμενοι από τόν θάνατο τού άλλου
νά είναι πρόθυμοι μέ τρυπάνια γίγαντες,εκρήξεις,βομβαρδισμούς καί δηλητήρια
νά τραυματίζουν τή γή
αδιαφορώντας γιά τόν επιθανάτιο ρόγχο της
τόν ανατριχιαστικό
καί ή ανακύκλωση, συνέχισε
μεγάλη προσοχή στήν ανακύκλωση τής ανθρώπινης μάζας,
αυτό τό σπουδαίας χρησιμότητας εργαλείο
πρέπει νά τό φυλάγουμε σάν τά μάτια μας
πού πάει νά πεί
πώς μέ αυτόν τόν μηχανισμό διαχειρίζεται ή πανουργία μας τά περισσεύματα τής συγκυρίας,
όποτε χρειαστεί
στό όνομα τής επικινδυνότητας τους γιά εμάς
τούς δολοφονούμε μαζικά μέ τό γιατί σαστισμένο στά μάτια τους στόν τομέα τών θαλάμων αερίου,
άλλους τού αφήνουμε νά πέφτουν σέ στημένες παγίδες θανατηφόρες,
στό όνομα τής ορθολογικής διαχείρησης τού υπερπληθυσμού καί γιά τήν προστασία τών υπολοίπων από αυτούς
τού ανακυκλώνουμε καθημερινά καί εντατικά στούς τομείς τής πείνας καί τής φτώχειας
κι άλλους πολλούς, πάρα πολλούς,στό όνομα τών ιερών καί οσίων πού κατασκευάζουμε κάθε φορά πού χρειάζεται
τούς δολοφονούμε στέλνοντας τους στόν πόλεμο,
πάνω από όλα κι από όλους βρίσκεται ή διατήρηση τού status quo, είπε ό διαχειρηστής χαμογελώντας
έτσι κι αλλοιώς είναι τρέλα νά τό εμπιστευθείς τέτοιο πού είναι τό ανθρώπινο είδος,πολύ επικίνδυνο,μουρμούρισε φεύγοντας από τή σύσκεψη.

Σιχαίνομαι νά είμαι ό κριτής
ό δήθεν αδιακόρευτος από ανομίες
πού επωάζει απόκρυφα στό μυαλό του επιβολές καθαρμών
επάνω στόν καθένα
στό οτιδήποτε
κι αν τό έχω κάνει
ζητώ συγνώμη αληθινή
αλλά προσπαθώ
καί θά προσπαθώ πάντα
ή στάση μου νά είναι κριτική
απέναντι στόν καθένα
πρός τό οτιδήποτε
χωρίς ό ναρκισσισμός λιγωμένος νά δασκαλεύει
γιά τό πώς θά πρέπει νά είναι τά πράγματα
δέν πιστεύω στό καλό
ούτε στό κακό
ή κάθε φορά πραγματικότητα
τών ανθρώπων
τής ζωής
τού έρωτα
είναι τέλεια όπως είναι
μέ όλες της τίς αντιθέσεις
γιά τούς ανθρώπους
τή ζωή
τόν έρωτα
τό μόνο πού μπορώ νά φιλοδοξώ
μέ πολλές τίς πιθανότητες νά κάνω λάθος
είναι νά σχηματίζω κάθε φορά
μία προσωπική άποψη
γιά τούς ανθρώπους
τή ζωή τους
τούς έρωτες τους
βασισμένη στή δική μου εμπειρία
νά υπερασπίζομαι τή μόνη μου ιδιοκτησία
αυτή τή μικρή μου ελευθερία
όση μού απέμεινε στή χούφτα μου
από αυτή τήν μεγάλη πού ονειρεύτηκα καί πάλεψα
κρατώντας στά χέρια μου πέτρες καί ρόπαλα
τίς αξίες τής νιότης μου
καί στήνοντας οδοφράγματα μέ τά νοήματα τής ιδεολογίας μου
τόν καιρό πρίν ωριμάσω
καί καταντήσω έμπειρος
βιασμένος από τήν λογική
τότε πού ήμουνα
λιγότερο φιλόδοξος
ακόμη λιγότερο εγωκεντρικός
πολύ αυθόρμητα ελεύθερος
καί πολύ περισσότερο αθώος
ναί
πάλεψα πολύ γι αυτή τήν μεγάλη ελευθερία
πού χωρίς νά τό καταλάβω
-όπως γίνεται μέ κάθε τι μεγάλο άλλωστε-
μού γλύστρισε ανάμεσα από τά δάχτυλα
τώρα
σωπαίνω περισσότερο από πρίν
αλλά ή σιωπή μου αυτή
μοιάζει μέ τή σιωπή τού έρωτα
είναι γεμάτη από λέξεις
τήν φροντίζω τή σιωπή μου
τήν θρέφω πάντα μέ περιεχόμενο
προκειμένου νά ακυρώσω τήν πιθανότητα
νά τήν θρέψουν άλλοι αντί γιά μένα
μέ τό δικό τους
τώρα
φοβάμαι τό άγνωστο
καί τί πιό άγνωστο
από τήν αιτία γιά τήν οποία υπάρχω
αυτό τό αίνιγμα προσπαθώ νά λύσω
λίγες φορές
τανύζοντας τά συναισθήματα να αγαπήσουν κι άλλους
αναγκάζοντας το μυαλό νά είναι τουλάχιστον περίεργο γιά τούς άλλους
καί τίς περισσότερες φορές
αγκυλωμένος ευχάριστα στούς φόβους μου
απρρίπτωντας κάθε τι πού είναι άγνωστο σ’αυτούς
αυτούς τούς γαμημένους φόβους
πού ευθύνονται
γιά τήν βία
τήν ομοφοβία
τόν ρατσισμό
τόν σεξισμό
τόν πόλεμο
τού πλανήτη τήν καταστροφή
είναι οί φόβοι
πού δέν μέ αφήνουν νά αποδεχτώ
πώς τό αγαπημένο μου Εγώ
είναι μόνο
ένα όνειρο συνειδητό
πού μαζί μέ τόν θάνατο μου θά εξαφανιστεί στό λεπτό
τώρα
τό έμαθα καλά
στόν καπιταλισμό δύο πράγματα απαγορεύονται αυστηρά
κανένας δεν μπορεί νά προσφέρει κάτι χωρίς λεφτά
καί διώκεται ή βαρεμάρα” γιά τά καλά ”
τό εμπέδωσα επιτέλους αναλυτικά
πώς
τό κάθε τι
είναι
Just Business
και Fun
επάνω σ’αυτά οί άνθρωποι πρέπει νά συγκεντρώνονται αποκλειστικά
μόνο έτσι δέν ζούν γιά τό σύστημα ενοχλητικά
ναί
τήν νέα παρώτρυνση τήν έμαθα καλά
άν δέν σού αρέσει αυτό πού βλέπεις
άνοιξε τό κινητό σου
καί αγόρασε μερικά καινούργια likes
τόσο εύκολα κι απλά
τώρα πιά
τήν υποψιάζομαι τήν εξέλιξη τής ζωής μου
αυτή ακριβώς τή στιγμή πού σού τά λέω όλα αυτά
ένα μεγάλο παγόβουνο γίνεται νερό
ένα μεγαλοστέλεχος στή Σαγκάη τρώει αληθινή χελιδονοφωλιά μαγειρεμένη μέ τρόπο εκλεκτό
ένας δυστυχισμένος ανώνυμος δέν μπορεί νά επιστρέψει στό σπίτι του τό βράδυ αυτό
μόλις βγήκε στήν αγορά ένα καινούργιο κινητό
ένας νεαρός νευριασμένος γιατί κάποιος τόν έκανε tagged στό fb σέ μιά μαλακισμένη φωτογραφία
βρίζει συνεχώς
τώρα
υποψιάζομαι τήν πιθανότητα
πώς ή ανθρωπότητα κινδυνεύει νά χαθεί
καί τό σύμπαν γιά τό χαμό της καθόλου δέν θά λυπηθεί
γι αυτό βιάστηκα νά σέ βρώ
νά αποσυνδεθούμε μαζί όπως -όπως από τό Εγώ
νά κλείσουμε τό κινητό
ναί
νά ξεκινήσουμε νά είμαστε ευτυχισμένοι κοιτώντας τά αστέρια στόν ουρανό
νά χορέψουμε στούς δρόμους τού Bronx τσάρλεστον καί ταγκό
σταματώντας έτσι νά φοβόμαστε γιά τού θάνατου τόν ερχομό
ποιός ξέρει
ερωτευμένοι οί δυό μαζί
ίσως είμαστε ή αρχή
γιά νά κάνουμε ξανά μιά όμορφη ιστορία
ανθρώπινη
τή ζωή.

*”Ριπές Γραφής”, μια ποιητική ενότητα σέ δημιουργία.

Με γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο – Δημήτρης Τρωαδίτης «Δίοδος Διαφυγής», Εκδόσεις Κύμα

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος*

Πριν από λίγο καιρό είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε το πιο πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Τρωαδίτη με τίτλο: «Δίοδος διαφυγής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κύμα».

Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή και καθώς έχουμε διαβάσει και τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του, εκ των οποίων έχουμε αναφερθεί στην τρίτη σε προηγούμενο άρθρο, διαπιστώσαμε ότι ο Δημήτρης Τρωαδίτης βελτιώνει ακόμα περισσότερο την ποίησή του. Θα λέγαμε, ότι γίνεται ποιοτικά και ποιητικά ανατρεπτικός, καθώς, καταφέρνει να τιθασεύσει την οργή του για την κοινωνική αδικία και να την οδηγήσει σε ποιητικά μονοπάτια, χωρίς να την αποκρύψει από τον αναγνώστη.

Η σύγχρονη κοινωνία στηρίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο Δημήτρης Τρωαδίτης με την ποίησή του ανοίγει μια «Δίοδο διαφυγής» από «τα χορταριασμένα διάσελα της σκέψης», από «το γλοιώδες υγρό / που λέγεται πραγματικότητα» και «σε πεθαίνει». Η «Δίοδος διαφυγής» είναι η διαλεκτική του ποιητή ενάντια στην «καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου».

Πως αντιμετωπίζεται η κοινωνική εκμετάλλευση σύμφωνα με τον ποιητή; Με καθημερινές εξεγέρσεις. Με «γραφές κόκκινες σε μαύρο φόντο». Με τραγούδια, που εκτελούνται «με τονισμούς εξέγερσης». Το σπάσιμο των στερεοτύπων, οι καθημερινές μικρές ανατροπές, φέρνουν την «ώρα της ανατροπής», όπου ο ποιητής προσβλέπει «στην ανάσταση των άστρων.»

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Δίοδος διαφυγής» χωρίζεται σε τρία μέρη, που έχουν τίτλους: «Εξεγέρσεις», «Ηλιοβασιλέματα» και «Δίοδος διαφυγής». Και τα τρία μέρη περιλαμβάνουν ποιήματα ολιγόστιχα, που παρά την οικονομία των στίχων τους, είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένα, έτσι ώστε ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διάβασε έναν χείμαρρο οργής, αγανάκτησης, αλλά και ελπίδας για έναν καλύτερο κόσμο. Έτσι, ο ποιητής μπορεί να κοινωνήσει στον αναγνώστη όσα ξεχειλίζουν μέσα του, χωρίς να τον κουράσει. Στα θετικά στοιχεία της συλλογής, είναι και το ότι ο στίχος του Δημήτρη Τρωαδίτη είναι απλός, λιτός και κατανοητός.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Δίοδος διαφυγής» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ποιητικό έργο και μπορεί να αποτελέσει μια καλή αντιμετώπιση «ενάντια στο ρεύμα» των καιρών.

*Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα βουλγάρικα, στα αγγλικά, στα αλβανικά και στα πακιστανικά. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό http://www.vakxikon.gr. Διαχειρίζεται τα blog: http://www.poihtikostayrodromi.blogspot.gr, http://www.theoharispapadopoulos.blogspot.com

**Από εδώ: http://fractalart.gr/diodos-diafygis/

Κωστής Ανθάς, Δύο ποιήματα

ΜΕ λάσπες στα πόδια τα στίφη πιλάλησαν,
παίρνοντας ένα ψεύτικο
κατάδικό του σπίτι,
πού ‘γλεπε στη λίμνη με τους άσπρους κύκνους.
Τα ψευδίσματα βγαίναν σα σκρόπια μαργαριτάρια,
κι η λάμψη τους χάνονταν μαζί με τις ορδές.
Το ανέκφραστο λερωμένο παιδί,
δειλό απ’ της αστοργιάς του θρήνου πσρτραίτο,
άρχισε να λογιάζεται με τσιμπλιασμένα βλέφαρα
κείνα τ’ αμέρωτα ελάφια,
να τα κανακεύει με της ζωγραφιάς το μάτι
και το κατοπινό πήδημα να θέλει νά ‘ναι δικό του,
ξέγνοιαστο και παντοτινό,
να ξυπνάει μ’ ένα δροοαύγιντο κόκκινο φίλημα
κι ύστερα να χάνεται απ’ το κουραστάρι του κορφολόγου
στου γανωτή τη μέρα.
Βοερό ποταμάκι, βλόγα το κεφαλάρι σου,
τους σπίνους και τις ποταμίδες μίλα,
τριγύρω σου παίζει ένα φωτοάστερο,
Βάλε του μια τήβεννο,
μια σιγαλή προσλαλιά στο χνουδωτό του στόμα,
να ειπεί, γιατί κονταίνει η σκέψη του
όταν το τέλμα σου μακραίνει
ώς του αυλόγυρου τα χαμηλά τα ράμνα.

***

ΣΤΗΝ αύρα γρίλλιες
άνοιξαν οι αμμουδιές.
Τους πειρασμούς των γερανιών
στο κάψιμό τους κάνανε παιχνίδι.
Ειρήνη τό ‘πανε τα βότσαλα,
πόλεμο τ’ ανεμοσούρια
κι ένα μικρό
μιας αγκαλιάς τάξιμο
τό ‘πε ευκή.
Πυρόξανθο σκίρτημα,
φεγγαροτυλιγμένο του ύπνου
αγάπημα
κρέμασε στα μαλλιά του.
Το βάφτισε μ’ εμπάθεια
σ’ επίγεια νερά
κι από μηρύματα λυμένα
έκαμε κορδέλες
να διχοτομήσει μιας ακτής
καμένες σπιθαμές.
Του φλοίσβου τα μαγεμένα
ακούσματα
έσυρε ώς την καλύβα
το πεπρωμένο πλάνεμα
του αχαμνού προσώπου,
που αποκάλυψε το μέτρημα
μιας ξένης ευτυχίας.
Γρίλλιες και πειρασμοί καιγόμενοι
μελωδίας λύρας γίνηκαν,
νερωνικές περιπλανήσεις.
Ένα φωτοστέφανο, εγκώμιο της δόξας, αγάπησε
στο μάκρεμα της αμμουδιάς.

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983. Εξώφυλλο: Ποσειδώνας Καρανικόλας.

Χριστόφορος Τριάντης, Σωτηρία

Οι λέξεις σου δεν σώζουν
ούτε διασώζουν (κανέναν).
Δεν είναι ενθύμια
και συλλογές για βιβλιοθήκες
(και προθήκες).
Είναι έξω από κάθε σωτήριον
έργον.
Η σωτηρία είναι έργο
των (επισήμων) ποιητών και λογάδων.
Παραδίδουν μαθήματα
και οδηγίες
σε μειράκια, νοικοκυρές
και άρτι σωσμένους.
Αλλά οι εκκρίσεις
συντηρούν
την επιφάνεια (και τα βάθη)
και τον φθόνο
γιατί η απελπισία
είναι έξω απ’ τη διάσωση.

Στρατής Φάβρος, Χάνω το χρόνο μου…

Χάνω το χρόνο μου εργατικός σαν τη μέλισσα 

μ’ ενδιαφέρει μια δημοκρατία του συναισθήματος

μ’ ενδιαφέρει αυτό που αφαιρετικά λέμε αλήθεια

και που πάντα χάνεται ώσπου να μικρύνει τόσο
στις προτάσεις του ορθολογισμού

μ’ ενδιαφέρει η ακροαματικότητα της γλώσσας 

το ίδιο με την αφηγηματικότητα της

μ’ ενδιαφέρει η ευδαιμονία όπως αν ήμουν μέλισσα

θα με ενδιέφερε το νέκταρ

μ’ ενδιαφέρει η μαγεία που δεν είναι μαγεία

και τα μύχια της αρμονίας μυστικά 

μ’ ενδιαφέρει η σύνταξη που κρύβει τα μυστικά της παντού

μ’ ενδιαφέρουν τα κείμενα, οι παύσεις τους, η στίξη 

οι εκθλίψεις, οι αποκοπές, οι αφαιρέσεις,

οι ασκήσεις γραμματικής στο δημοτικό

αναζητώ εντατικά μιαν αισθητική δημοκρατία της ανάγνωσης

αναζητώ τις πολλαπλές ερμηνείες στις γραμμές των κειμένων

τις υπερκείμενες τις υποκείμενες και τις ενδιάμεσες 

μ’ ενδιαφέρει η απαγγελία ως φορέας συνθετικού νοήματος

η κρυμμένη μουσική του κόσμου 

η αρμονία που λέμε μέτρο κι η στον στίχο επανάληψη 

μ’ ενδιαφέρει η διαμόρφωση του βιώματος 

μ’ οδηγό τις ας πούμε παραπάνω αρχές

——————————————

H τέχνη δεν αποτελεί πανάκεια ούτε βέλος 
επομένως δεν προωθεί τις πεποιθήσεις αλλά τις

αποδιαρθρώνει, είναι η διαρκής υπενθύμιση του ερωτήματος

μαζί με μια αγωγή στη δημοκρατία του συναισθήματος.

Η τέχνη συνεπώς δεν στρατεύεται αλλά μαθαίνει στην αντίσταση

Ο άξιος θάνατος του Τεχνίτη είναι ο θάνατος του ηττημένου.

Αφήστε μας λοιπόν Πατριδοκάπηλοι να πορευτούμε

την ειρήνη της ήττας μας.

Ως σύνθημα, θα τραγουδούμε την Τέχνη μας

πάντα στο δρόμο για τα κρεματόρια.

Χ. Π. Σοφίας, Μαύρη Σημαία

Στου χρόνου τη λήθη δε λυγίσαμε, δε σωπάσαμε,
Παραμείναμε με τον άνεμο της πρώτης νιότης
Με τα φτερά του πετάξαμε στις πράξεις της φωτιάς
Στο τέλος του αγνώστου κλέψαμε τον ήχο του κύκλου
Και όλο χαρά τσακίσαμε τη φορά του βέλους
Σηκώσαμε ψηλά τη μαύρη σημαία
Έτσι φτάσαμε πολύ ψηλά ως τ’ άστρα
Δεν αφανιστήκαμε μέσα στις νύχτας την πυκνή βλάστηση.

Νόπη Φουντουκίδου, Αυτόνομοι, Αυτόμονοι κι Αυτόμολοι

Ποιητές…
ας ξεθάψουμε από συρτάρια

χυλόπιτες, κενά, αδιέξοδα,
χάρτινες ρινικές αλλεργίες,
μπούκλες, πολυσύλλαβες λέξεις,
αγαμία, βαθιά πολύ βαθιά νοήματα και ιλαρά,
η μαμά μου δεν μ’ αγαπάει και ο μπαμπάς μου δεν μ’ αγόρασε ποδήλατο,
βροχή, αστραπόβροντα, ηλίαση,
θάλασσα, πολύ θάλασσα ακόμη περισσότερη θάλασσα
και λίγο κρασί λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου ου ου ου
επανάσταση, ναρκισσισμούς και καριοφίλια,
ματαιώσεις, φόβους και διάρροιες,
αγάπες με σπέρμα, αγάπες χωρίς σπέρμα
λογοκλοπές επιτυχείς και θλιβερές,
αυθεντίες, ζόμπι έννοιες και πρόωρη τριχόπτωση,
Βιάγκρα, κυτταρίτιδα και μπουκ-ιν στην αθανασία,
κλάψα, ναφθαλίνη κι αυτισμούς,
μυξούλες, καφέδες χωρίς καϊμάκι, αλκοολισμούς
αιμορροΐδες, κρυφούς έρωτες και σπανακόπιτες
ποδολαγνίες, γαστροοισοφαγικές παλινδρομήσεις και μελισσούλες
καράβια που φύγαν, καράβια που πάτε;
αυνανισμούς με θείες ξαδέρφες ξαδέρφους
αίματα, ρολόγια, σκύλους κι απορρίμματα
μπήχτες, μύστες και τελωνειακούς,
νεράιδες, χρυσόψαρα, κολπίτιδες,
ρακένδυτους, παρένδυτους και κεφτεδάκια
Παρίσια, ποδάγρα, καπρίτσια
ροζ άχλες, βρεγμένα χώματα κι αρχαίο κάλος

κι ας ταΐσουμε τα πεινασμένα πνεύματα
που δεν θα ξεράσουνε ποτέ
το γάλα που βύζαξαν
από το διπολικό βυζί Δημουλίδου – Δημουλά.
Δεν θα χορτάσουνε ποτέ.

Νίκος Βουτυρόπουλος, Τρία ποιήματα

Ι
ΑΝΤΙΕΡΩΣ

Όταν πια δε θα υπάρχει τίποτα
ανάμεσα σε σένα και μένα,
παρά το τραγούδι της σάρκας,
οι δρόμοι σα γλώσσες θα κρέμονται,
αγγίζοντας το μέλλον της θάλασσας.
Του κόσμου η βουή θα σωπάσει
στη δίψα ενός χρόνου ασήμαντου,
και το φως θα μας ξεχάσει
στ’ απομεινάρια της διάρκειας.
Τα φιλιά μας θα επιστρέφουν οι άνεμοι
σε μέτωπα που ρήμαξε η μνήμη.
Σαν πεπρωμένο θα ηχήσουν οι λέξεις
στο άδειο στόμα της μέρας που φεύγει,
δίχως να νιώσει τον σκοπό μας.
Τα μεσημέρια του κόσμου,
σε μάγουλα μεθυσμένα
απ’ της νύχτας την έμφαση,
χέρια θα γίνουν μιας άρνησης
του υπερενικού αριθμού.

ΙΙ
ΝΕΚΡΑΥΓΕΣ

Απ’ τις παλάμες ενός τρελού θεού
κρέμονται τα όνειρα της νύχτας.

Η πίκρα της απόλαυσης
μας ταξιδεύει ως τη σκληρότητα
του ήλιου,
κάθε που στη λήθη σκύβουν
οι πρωινές ανθοφορίες.
Όταν χλωμιάζουν τ’ αστέρια,
μοιάζει ο κόσμος με προσκύνημα
στη σκιά τ’ αγνώστου.

Ένα ακόμη καρδιάς φτερούγισμα,
στιγμών ελάχιστο χάδι,
ίσως δάκρυ αόρατο,
να ’ναι άραγε αυτό που κρατά
τα μάτια μακριά,
σφιχτές τις γροθιές,
τη ζωή μέσα
σ’ ανεπίστρεπτα λόγια;


ΙΙΙ

Στην Εύα

Νέκυιες λέξεις στης αυγής το συνάντημα
όταν άδηλοι στόχοι οι φωνές μας.
Κι είναι μια οπτασία,
μωρό μου σαν χιόνι απέραντο,
την ώρα που λάμπει τ’ ανθόφως,
συμβαίνει τότε να ξυπνά
ξεχασμένο το αίμα.

Ας προκόψει λοιπόν το κοντινότερο βήμα!
Να υποφέρει η αφή σαν ηλιοτρόπιο
σκυμμένο από ένα φιλί.
Οι νότες ελπίδες
αγκαλιές στεναγμών,
όσο μας μοιράζεται ο έρωτας
χωρίς προθεσμία
στης τρικυμίας τα σύνορα.

*Από τη συλλογή “μικρά κερωτικά”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012.