Γιάννης Ποταμιάνος, Οι μαίες

=======
Και ξαφνικά άρχισαν οι πόνοι
———— κοιλοπονούσε είπαν η Ιστορία
Και γεννήθηκε το νέο
——————- φορώντας φωτοστέφανο
Είπαν πως ο κόσμος θα γίνει καλύτερος
—— αρκεί ο θεός να γεννηθεί άνθρωπος
Να νοιώσει τον πόνο, το ξύδι
————– και τη λόγχη στα πλευρά του,
— αρκεί να γευτεί την πίκρα του θανάτου
Και ξαφνικά στον ουρανό
——————— φάνηκε ένα νέο αστέρι
Όχι σαν αυτά τα ταπεινά γεννήματα
—————- της σκόνης του σύμπαντος
αλλά ένα αστέρι οδηγός
——————– να υπόσχεται ανάσταση
———- κι ελπίδα στους κατατρεγμένους

Από τότε κάθε χρόνο
οι Μάγοι μας τάζουν ένα καλύτερο κόσμο
Κάθε χρόνο προσμένουμε
———- έναν λυτρωτή ελπίζοντας ειρήνη
Μα οι πόλεμοι επιμένουν
—————————- η φτώχια επιμένει
η προσφυγιά και η απελπισία
——————— κατακλύζουν τα πέλαγα
Η εκμετάλλευση και η αδικία επιμένουν
————————— κηλίδες ανεξίτηλες
——- στο πουκάμισο του μέλλοντός μας

Κι όμως αυτοί μας έταξαν πως ο κόσμος
———————— θα γίνει πιο όμορφος
και πως ο θεός θα καταδεχθεί
————————— να γίνει άνθρωπος
Κι εμείς τους πιστέψαμε
Έτσι κάθε Χριστούγεννα περιμένουμε
———————————— τον άγγελο,
——– τους μάγους και τ’ άστρο οδηγό
Όμως ως πότε;
Μερικές φορές αναρωτιέμαι
——— μήπως και το άστρο της ερήμου
————————– είναι οφθαλμαπάτη
Μήπως ο δρόμος της ελπίδας
——————- είναι υπόθεση δικής μας
Ανασκουμπωθείτε λοιπόν φίλοι μου
Μην ψάχνεται μαίες, μάγους
———– και άστρα φωτεινά για οδηγούς
Οι μάγοι δεν υπάρχουν πια
Έχασαν το δρόμο τους
———————– στα βάθη της ερήμου
Ετοιμάστε ζεστό νερό και καθαρά πανιά
Εμείς είμαστε οι μαίες της ελπίδας
———– εμείς και οι σκαπανείς
————————– του μέλλοντός μας
Εμείς θα ξεγεννήσουμε την ιστορία
Ας γιορτάσουμε λοιπόν την πίστη μας
——————– σε μια αυτόφωτη ελπίδα

=================================
Καλές γιορτές σε όλους
—————— τους φίλους και μη φίλους
σε πιστούς και σε άθεους
σε πρόσφυγες και σε απελπισμένους,
καλές γιορτές
—— σ’ όλους της γης τους κολασμένους
και κυρίως στα παιδιά του πολέμου
———————— με τα θλιμμένα μάτια
που με τα σαπιοκάραβα
————- ψάχνουν για σπίτι και πατρίδα
στις αφιλόξενες τρικυμισμένες θάλασσες

23 Δεκεμβρίου 2017

Gerald Locklin, Ποιήματα

ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ

όλοι οι κριτικοί φαγητού μισούν το μαρούλι iceberg1,
θα νόμιζες ότι το μαρούλι romaine έχει την καταγωγή του
στα στεφάνια της δάφνης του Ορφέα,
θα νόμιζες ότι το ωμό σπανάκι έχει όλα τα θρεπτικά οφέλη
που του αποδίδονται από τον Ποπάυ,
για να μην αναφερθώ σε αισθητική φινέτσα αντάξια
του βερλαίν και του ντεμπισί2.
θα τους τρέξουν τα σάλια πάνω απ’ το κομμένο κόκκινο λάχανο
μόνο για να διασύρουν το καημένο γέρικο μαρούλι iceberg.

θεωρώ πως το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι τόσο
κοινό γι’ αυτούς, δεν παίζει ρόλο που είναι νόστιμο,
που έχει μια ικανοποιητική τριζάτη υφή,
κρατά τη φρεσκάδα του κι έχει σχισμές
για τη γαρνιτούρα,
ενώ οι πιο σκούρες χωρίς φύλλα ποικιλίες
είναι συχνά πιο πικρές, αμμώδεις και ρηχές,
απλά δεν είναι αρκετά διαφορετικό και
είναι τόσο αναθεματισμένα αμερικανικό.

σίγουρα ένας κριτικός πρέπει να κριτικάρει ■
ένας κριτικός πρέπει να έχει κάτι να πει.
ίσως γι’ αυτό οι κριτικοί λογοτεχνίας
εννοούν να βρίσκουν τόσο ενδιαφέρουσα
τη σύγχρονη ποίηση,
η οποία τόσο πολύ με κουράζει.

εν πόση περιπτώσει, στ’ αλήθεια απολαμβάνω μια σαλάτα
με πολύ γρομπιασμένο μαρούλι iceberg,
όσο πιο πολύ τόσο το καλύτερο,
το μουσκεύω σε μια ιταλική ή με ροκφόρ γαρνιτούρα.
και τα ποιήματα που απολαμβάνω είναι εκείνα για τα οποία
δεν πρέπει να προσποιούμαι ότι τα απολαμβάνω.

1.Iceberg/Romaine· ποικιλίες μαρουλιού, η πρώτη διαδεδομένη περισσότερο στις ΗΠΑ, η δεύτερη είναι από τις αρχικές καλλιεργημένες ποικιλίες.
2.Achille-Claude Debussy (1862-1918)· σπουδαίος Γάλλος συνθέτης.

***

ΝΗΣΙΔΑ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Είναι κείνο το είδος των εμπορικών κέντρων
που σε κάνει να συνειδητοποιείς
ότι, ακόμα κι αν μια πλούσια θεία σου πέθαινε
και σε θυμόταν στη διαθήκη της,
και πάλι δεν θα ήταν
αρκετά πλούσια στ’ αλήθεια.

*0 Gerald Locklin γεννήθηκε στο Ρότσεστερ της Ν. Υόρκης το 1941. Ένας ποιητής «Stand-Up», ποιητής που δημιουργεί την ποίησή του για να την παρουσιάσει μπροστά σε κοινό, συγγραφέας πάνω από 125 βιβλίων ποίησης και κριτικής, είδε πάνω από 3.000 ποιήματα, διηγήματα, αρθρα και συνεντεύξεις του να δημοσιεύονται σε περιοδικά. Υπήρξε επιμελητής ποίησης σε διάφορα περιοδικά και, έχοντας διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια μεταξύ 1965 και 2007 σήμερα περιστασιακά εργάζεται ως λέκτορας. Ο προσωπικός του φίλος Τσαρλς Μπουκόφσκι τον αποκάλεσε «ένα από τα σπουδαιότερα ανεξερεύνητα ταλέντα των καιρών μας».

**Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβριος 2013.

Παναγιώτης Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

στον δρόμο με τα παλιά σπίτια

ενοικιάζονται ερείπια
στην Άγνωστη οδό
όσο-όσο

εδώ, οι πόρτες τρίζουν
κλάμα πείνας
ρίξε λάδι και ψωμί
και πάρ’ το

ουράνια θέα
όσο μπορείς μαστόρεψε
μ’ αγάπη κι αίμα σάλιου
της στέγης την ορφάνια

τρώγλης πρόσοψη
μισοσβησμένη πόρνης
άσε στο κατώφλι ένα φιλί
ντύσ’ το κορμί με πέτρα

σ’ αυτό, με χρώμα χήρας
πιες μόνο παρηγόρα
τα δάκρυα στον τοίχο
κι αγκάλιασε το με λευκό

ρυτιδιασμένος σκελετός
μα ταπεινός συνάμα
άχνα δεν βγάζει μήνες τώρα
μείνε λιγάκι συντροφιά
και θα το πάρεις έτσι

έμεινε κείνο το λιτό
με σκιάχτρο
ανάσκελα να ορίζει
ανατολή και δύση

αυτό είναι το στερνό
ξένε πεζοπόρε
χρόνια τη λησμόνησες
και δεν το δίνει πια

***

κατάνυξις

με μια πνοή θηλάζοντας τη μέθη του ανέμου
η πεταλούδα απάντησε με το κεντρί της σφίγγας
υψώθηκε ανάποδα χορεύοντας
στων κοχυλιών τη σβούρα
το νου σου Αλίκη στον νοθευμένο βάλτο
άκου τα κλαδιά ακύμα πώς τρικλίζουν
τον χαμύ των δούλων επιύρκων
που τρεμύπαιζαν στα χέρια
μελάνι για τροφή
μόνον η βροχή κομματιάστηκε σε δάκρυα
για τάφους-τρύπες, μαζικούς
που απλώς ρυτίδωσαν το χώμα

νεκρόφιλε με το πομπώδες βλέμμα
τι συγκίνηση να είσαι ξαπλωμένος
καταμεσής στο μάτι του τυφώνα
να κόβει βόλτες τριγύρω ο οίστρος να ρεμβάζεις
ακούγοντας κονσέρτο το δέος των θανάτων

όχι για χρυσό, ούτε για δόξα
μα για το κρίμα των καιρών
ψιθύρισα ‘Αλίκη’, να σε φυλάξω εδώ
στον θαυμαστό τον βάλτο
τον άνεμο θηλάζοντας με μια πνοή
την τελευταία

νύσσοντας τας χείρας με όπιο κώνειου
πόσες άραγε λέξεις θα γραφτούν
πόσες έκπτωτες πνοές
θα γίνουν πάλι λέξεις

*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017

Μανώλης Αναγνωστάκης. Θά ’ρθει μια μέρα

Θά ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τί να πούμε

Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια

Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να σ’ το πω

Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.

Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.

Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη·

είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ

—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.
Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θά ’ρθεις και θα με ζητήσεις

Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς ποτέ μοναχός του.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Θυμητικό

Την παιδική εκείνη απλή
χριστουγεννιάτικη γιορτή
θυμάσαι ακόμα,
που το παιδάκι είσ’ εσύ
οι ρόλοι έχουν μοιραστεί―
δασκάλου στόμα.

Η φορεσιά σου είναι λευκή
και τα φτερά σου χρυσαφί,
γυρτό το σώμα.
Ψηλά, σ’ αχλή δοξαστική
χάρτινο άστρο σ’ οδηγεί·
σε πάει ακόμα.

Δήμητρα Κατιώνη, Δύο ποιήματα

επιτύμβια

αυτή η ελιά αγαπήθηκε πολύ
από ανθρώπους που δεν είχαν ησυχία

εδώ βρίσκεται μία λίμνη
λίμνη είναι επειδή δεν σκέφτηκε ποτέ

εδώ βρίσκεται ένα δέντρο
δέντρο σημαίνει «μόνο του»

για τα ποτάμια δεν υπάρχουν επιτύμβιες στήλες
η φρίκη τους είναι δική μου

επιθυμία καδραρισμένη αn’ τον ορίζοντα
μόλις κολύμπησα

αχνά υγρά σκοτεινά η
ακτή σε κοιτά
αλλά
τι θα σε κυματίζει
ναυαγέ
όταν εκπληρωθεί η υπόσχεση;

τόσο που κοιτούν τη θάλασσα
θα γαληνέψουν και την προκυμαία
οι ψαράδες της
σκέφτηκα
και σπαρτάρησα

***

τα χρώματα είναι

μπλε είναι
η θάλασσα
τα ματόχαντρα
η επιθυμία
το ξημέρωμα
κόκκινο είναι
το αίμα
η μητέρα
το κόκκινο χώμα όταν το λέει κοκκινόχωμα
το ξαναμμένο κίτρινο
μαύρο είναι
οι ψαράδες
οι πενθούντες
οι νεκροί
λευκό είναι
όχι το χαρτί
όχι

το μάτι
χρόνια θαυμάζοντας το μπλε
ξανοιγόταν ήδη μ’ εκείνο το καράβι
σε χρώμα που δε θα έβλεπα ποτέ

η εκθαμβωτική λευκότητα του χαρτιού
είναι προϊόν γραφής
είναι της νύχτας μου η λευκή στιγμή
όταν έξω
αστράφτει ποίημα

*Από τη συλλογή “Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Χρήστος Ντάλιας, Κάποιες ξαστεριές

Όταν με ρώτησες «γιατί τόσο σκοτεινός
ο κήπος;», έλπιζα να βρεις κάποτε
τη φωτεινή μουσική της αγάπης μου.
Και κάθε χρόνο με ξαναρωτούσες, ώσπου
βαρέθηκες. Ήταν φανερό ότι βαρέθηκες
κι ότι δεν είχα πια χαμόγελο αγωνίας
για σένα.
Τώρα μας κοροϊδεύει ο χειμώνας
και μερικές ξαστεριές.

*Από τη συλλογή Τα επόμενα (1986)

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2017/12/20/kapies-xasteries-christos-ntalias/

Γεωργία Τρούλη, Χλοοτάπητας

Υπήρξε μια φριχτή διαπίστωση της απουσίας
Κι ο χρόνος μεγάλωσε
Κι έφυγαν οι δυο τρεις στιγμές
Δεν ακολούθησαν ούτε βήμα-
Ούτε προορισμό είχαν.
Κι η ανάμνηση μένει στιλπνή
Εκείνη
Οι στιγμές
Που τα χέρια της δένουν τον λαιμό του
Κι εκείνος να μοιάζει με κορμό εκατόχρονου δέντρου
Που ποτέ δεν τού ‘λαχε να δει καφενείο στη σκιά του
Ν’ ακούει συζητήσεις άλυτων θεμάτων
Από ανθρώπους που ζουν στο μεταίχμιο μας κρίσιμης αναπνοής
Μικρή συμπύκνωση στα χείλη της που δεν ένιωσε ποτέ αρκετά
Τις σχισμές των δικών του

Έτσι αποφάσισαν να κουρέψουν το γρασίδι
Να δημιουργήσουν γκαζόν
Κι έπειτα πάνω να αφήσουν
Χλοοτάπητα ιστορίας
Έγιναν δύο σεισμοί
Οι ρωγμές σχηματίστηκαν
Κρακελάρει το σώμα μιας γης
Χαμόγελα θλιβερού κλόουν
Έδαφος που από μέσα λάβα καμιά δεν δημιουργεί
Και καμιά δυνατότητα να ενωθεί το ένα χάσμα με το άλλο

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Νίκο Σφαμένος, Τρία ποιήματα

ε!

ποιητή!
τόση ώρα σε
παρατηρώ
-κάτι τρέχει με σένα ε;-
ίσως η νύχτα;
οι μοναχικοί περίπατοι;
οι μακρινές μελωδίες;
ξεκίνα λοιπόν
πες μου λίγη απ΄την
ιστορία σου
ποιητή!
κλόουν του ανέφικτου

***

άγιοι

δε θα ξεχαστούν ποτέ τα
λερωμένα όμορφα
πρόσωπα τους
οι γεμάτες αγωνία
ματιές
τα αιωρούμενα χέρια
και οι φωνές τους
καθώς καιγόντουσαν:
«πάρτε μας γρήγορα από εδώ!
Αυτός ο κόσμος είναι
για τους πετυχημένους!»

***

μια μικρή ιστορία

«δε μου βγαίνει πια»
του είπε
εκείνος πήγε να τρελαθεί
εκείνη έκλεισε το τηλέφωνο
εκείνος θυμήθηκε τις στιγμές τους
εκείνη μπήκε στο μπάνιο
εκείνος έπινε όλο το βράδυ
όλα τα άνθη
οι μέλισσες
οι θηλιές
τα κλειδιά
του κόσμου
εισέβαλαν στο κεφάλι
του
ούρλιαξε μα η πόλη είχε
ήδη κοιμηθεί
το επόμενο πρωί
οι φωνές του μανάβη
τον ξύπνησαν
σηκώθηκε
πλύθηκε
έγραψε άλλο ένα ποίημα
δάκρυσε λίγο
και η μικρή ιστορία
αυτού του κόσμου
συνεχιζόταν

*Από το “Αντιηρωικό”, Γενάρης 2016. Τα σκίτσα της ανάρτησης περιλαμβάνονται στην έκδοση του ποιητή

Dimitris Troaditis, Regards de côté

Regards de côté
aux doigts jaunis
apeurés
énigmatiques,
comme une petite lampe à huile
qui s’éteint lentement
comme une perte définitive
qui atteint les lèvres
comme une nuit noire
désilluminée
qui se siège
au large du silence
ombres, drapeaux en berne
parfums des plantes qui s’égarent
ruptures à l’arrière-plan de la brume
où des reptiles
d’oiseaux
des rêves se nichent
rayons de clair de lune
voix qui supplient
sanglots qui apitoient
les tuiles incompatibles
sur des toits usés
sourires foncés
aux vibrations caressantes
supposées…

*Η μετάφραση στη Γαλλική είναι της Έρμας Βασιλείου.

**Το ποίημα στα ελληνικά είναι εδώ: https://tokoskino.me/2017/04/21/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%81%CF%89%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CE%BF%CE%BE%CE%AD%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%AD%CF%82-2/

***Η φωτογραφία της ανάρτησης έχει χρησιμοποιηθεί στο ελληνικό ποίημα.