Θ.Δ.Τυπάλδος, Πορτρέτο

Georges Grosz, Demoniac Landscape (1958)

Εκείνος που χάσκει λαμαρίνες

Εκείνος που περπατά κάτω από βροχή
σαπισμένων μορμόνων

Που κάνει κουβαρίστρες από μαλλιά οιωνοσκοπήσεων

Σε διχάλα λάβας ρίχνει τρύπιες κάλτσες
και αρβύλες από κάρβουνο

Εκείνος που κατρακυλά στο πταίσμα της νεύρωσης

και γλυκαίνει την κουβέντα με έκζυμα μαρουλόφυλλων

Εκείνος που αναδύεται από στοίβες κοπριάς

Ηγείται ενός στρατού από τραπεζομάχαιρα

Σταυροφόρος που χτυπά ροζ ελέφαντες

και πούτσες μπλε

Εκείνος ο απροσμέτρητα αειθαλής διώχτης κοσμογονιών

Ο πατέρας μιας φυλλοβόλου κόρης

Την ώρα που η λάμψη των αντικειμένων διαθλάζεται

Εκείνη την ώρα εκείνος πεθαίνει

Επωδός

Καιρός φέρνει τα λάχανα…

Ενώ, ένας πόλεμος στο κελλάρι σας ΤΩΡΑ γεννιέται!

George Grosz collage

Αλέξης Αντωνόπουλος, Όνειρα

Όνειρα: Δώστε μου χέρια να κρατήσω
χέρια που κάποτε είχα κρατήσει.

Δώστε μου τα χέρια που θα έπρεπε να κρατάω απόψε
αν μου τα δώσετε, θα τα κρατάω απόψε.

Αν κάνετε καλά τη δουλειά σας και κρύψετε την ησυχία
αν μου θυμίσετε ποιο δαχτυλίδι ήταν σε ποιο δάχτυλο
και σε ποιο χέρι ήταν το βραχιόλι

αν κάνετε καλά τη δουλειά σας
ποιος θα μπορεί ν’ αρνηθεί ότι απόψε κράτησα τα χέρια
τα χέρια που κάποτε κρατούσα;

θα θυμηθώ το κάθε κόσμημα.
Την ανάσα της όταν ερχόταν ο ύπνος.
και όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που απόψε θα μου δείξετε

όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που θα δω
δεν θα μπορούσε παρά να ομολογήσει πως

Είναι αληθινό. Σας τ’ ορκίζομαι, είναι αληθινό

*Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Τρία ποιήματα

Adriaen van Utrecht, Fruit Still Life

ο Όρκος (νύφη)

Νεκρά φρούτα ζώα
λαδώνουν υπόγεια τη φούστα μου.

Πιστεύουν ακόμα
στον ιερό ποντικό,
ότι θα ξηλώσει όλες τις λέξεις
από το παλτό σου.

Αγάπη μου ιερέ ποντικέ
μπαλωμένη φούστα.

με προτομές μανάβηδων
ξεκίνησε πάλι φέτος το καλοκαίρι.

***

Νο 23

Φτάνω απρόσμενα
στον ερυθρό σου τόπο,
μηχάνημα.
Σπρώχνω με τους αγκώνες για να περάσω.

Δε βρίσκομαι σε κατάσταση
να προσεύχομαι παντού,
σε κάθε γωνία
και όμως επιμελώς τεντώνομαι

πάνω από το πλατύ χαμόγελο
μιας αγέλης λεόντων.

***

ΙΚΑ

την ανάγκη για σύνταξη
δε τη φέρνει ο χρόνος
αλλα η βαρεμάρα που μας κυριεύει
λόγω της ακινησίας της γραμματικής

*Από το βιβλίο “Αποσπάσματα από τα Όνειρα τιυ Ξυλοκόπου”, Εκδ. κακός βηξ.

Μαρία Γερογιάννη, Τα αγόρια

Υπάρχει χώρος για τ΄αγόρια

στα περιθώρια, στις τελευταίες σελίδες

των χιλιοτραγουδισμένων κοριτσιών;

Τα κορίτσια!

Των ερώτων η Κόμη

Των πόνων η Φωλεά

Υπάρχει χώρος για τ΄αγόρια;

Τα αγόρια!

Της Τρικυμίας, 

Των αισθημάτων ο Πρόλογος

Της ανάγκης ο Επίλογος,

Ζορμπάς ή Καρυωτάκης

Στη γωνία

τα ακροδάκτυλά τους

πλέκουν-ξεπλέκουν,

Αναμονή

Αποτέλεσμα

Η δική μου η μάνα | Σταύρος Καρακωνσταντάκης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

Όταν ξεμένει
κι όταν ξεμένω και εγώ
– και δεν είναι λίγες οι φορές
που συμβαίνει κάτι τέτοιο –
με την μάνα μου
καπνίζουμε
από μισό τσιγάρο. Το σπάζει
στη μέση και
καπνίζουμε. Και όπως κάθε
Μάνα
που προσέχει τα παιδιά της
μου δίνει το κομμάτι
που κρατά το φίλτρο.

Εντάξει… νοιώθω λίγο ριγμένος
με τη μοιρασιά
αλλά απ’ την άλλη
Τί να πεις; μάνα μου
είναι.

Πάλι καλά
που δεν
καπνίζει και η αδερφή μου
να λέω!

[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

View original post

Κατερίνα Ζησάκη, της απεργιακής κινητοποίησης

βρέχει
συνέχεια βρέχει
και δε μπορούμε μια απεργία της προκοπής
χωρίς ομπρέλες και βραχνούς τηλεβόες
συνέχεια βρέχει
σκυφτοί να μην μπαίνουν σταγόνες στα μάτια
μην πουν πως δακρύσαμε
λυγίσαμε κι ακόμα δεν άρχισε το πάρτυ
στους δρόμους κάθε μέρα πιο πολλοί
μ’ ότι έχουμε από σκεπάσματα
χαρτόκουτα κι ένα ποτήρι για ψιλά
όπως και να γραφτεί το ΠΕΙΝΑΟ φοβόμαστε
κι ούτε μια απεργία

η μάνα λέει μας κοστίζει φαΐ για τρεις μέρες
ο πατέρας παλιός δεξιός πού να τρέχει
συνέχεια βρέχει
πονάει η φωνή μας
τη χρωματίσαμε να δυναμώσει
μα εκείνη τίποτα
ψελλίζει μόνο
τελευταία φωνήεντα σε συνθήματα έτοιμα
ούτε που τα πιστεύει πια
έτσι για τη συνήθεια
για την εκτόνωση και πάλι μέσα
σαν τελετουργικό παλιό
εκκλησιασμός την κυριακή
άοπλοι δον κιχώτες και προφανώς
ο βασιλιάς είναι γυμνός και ΠΕΙΝΑΟ
τόσο αλήθεια που άγονη πια
και βρέχει συνέχεια βρέχει
αν είχε ήλιο τουλάχιστο θα κάναμε τη βόλτα μας
θα βλέπαμε και φίλους
τα εργοστάσια έκλεισαν
ποια απεργία
η πόλη κοιμάται
σιγά με τους κρότους σας
τώρα που συνηθίσαμε τους πόνους
απεργούμε απ’ τη ζωή
κι όλο βρέχει

*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το Ονειροσφαγείο” εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.

Σπύρος Μαρούλης, Η μέρα προσπαθεί να γυρίσει τη σελίδα της

Η μέρα προσπαθεί να γυρίσει τη σελίδα της
-υπάρχουν όρκοι στον πρόλογο-
…
Αυτή η ιστορία είναι θλιβερή, αλλά για να την πω είναι όμορφη.
…
Τη νύχτα, η αγάπη θα βρίσκεται κάτω από ένα σάλι.
που θα κρατά τα αρώματα καλυμμένα 
σε άνθιση.
Και η ομορφιά θα λιώνει τα χρυσά λόγια.
…
Αλλά αύριο το πρωί…
ακόμα κι αν το φεγγάρι αρνηθεί να πεθάνει,
η σελίδα που μόλις γύρισε…
μόλις σκίστηκε.

Τρόπαια από τα χρόνια της μητρός | Γιώργος Κοζίας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

sarg

Κι αυτές που αγάπησαν στα Κύθηρα
Κι αυτές που κοιλοπόνεσαν στις Θήβες
Κι αυτές που γέννησαν στα λαϊκά νοσοκομεία
μίσχο, φύλλο, ανθό και πέταλο
την άλογη
την εξαυλωμένη
την καβαλημένη φύση

τρόπαια φέρνουν ματωμένα
τρόπαια σωμάτων θεσπεσίων
τρόπαια ανθρώπων λυγισμένων
τρόπαια εραστών
τρόπαια ξένων
τρόπαια αρραβώνων ξεχασμένων

View original post 68 more words

Χρήστος Τουμανίδης, από τις “Ελεγείες της Ανατολής”

1

Ένα ποίημα να γράψω μου ζήτησαν
για την επίγεια Κόλαση.
Που την είπαν: Λωρίδα της Γάζας.
Που την λένε: Ναχάλ, Ερέζ και Τζενίν.

(Έχει και η Κόλαση τα άγνωστα χωριά της!)

Ένα ποίημα-κραυγή προσπάθησα να γράψω
και ύπνο από τότε δεν έχω.
Δεν έχω δάκρυα. Μήτε φωνή.

«Αρκεί, με της ψυχής τα μάτια, μια στιγμή,
ανατολικά της Εδέμ, να κοιτάξεις», είπε.

Κι άρχισε αμέσως να βρέχει,
μια βροχή από μαύρες ειδήσεις.

2

Εκεί,
στη Μέση Ανατολή των δακρύων
διαρκώς.
Η καρδιά και τα μάτια μου.
Εκεί όπου καίγονται δάση και βλοσυροί θεοί!
Που καίγονται πολιτείες. Που καίγονται
τα όνειρα των παιδιών μας.
«Τάχα γιατί; Για τι;»

Τι ποίημα να γράψω λοιπόν,
για έναν ανειρήνευτο κόσμο.
Για μιαν Ασία. που αιώνες τώρα,
δεν λέει να γαληνέψει.

Έπαψαν να αγαπούν οι άνθρωποι εκεί!
Ή μήπως δεν έμαθαν ποτέ. Κύριε, τι είναι η ΑΓΑΠΗ;

Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν,
ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην…

(Εκεί. στην πορφυρή Ανατολή,
σαν φοίνικες, θα ξαναγεννηθούμε!)

3

Και τι παραμύθια να πω στα παιδιά,
Στα παιδιά, που απ’ τα σπάργανα κιόλας,
αγγίζουν σκανδάλες.
Κι απ’ το βυζί της μάνας τους ρουφάνε μαύρο γάλα
Και γίνονται άνδρες ξαφνικά.
Μάρτυρες. Μνήμη γίνονται.

(Μέσα σε λάμψεις και κρότους πολέμου, τα λόγια,
σαν βόμβες σκοτώνουν κι αυτά.)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο ήλιος…
Ήταν οι ελαιώνες και τ’ αμπέλια μας.
Τα αρώματα των κήπων.
Ηταν το αεράκι του Ερμών που άνοιγε τις ψυχές!

Χίλιες και μία νύχτες δίχως ουρανό.
Η Σεχραζάτ κι ο Αλαντίν δεν ζούνε πια.
Αλλά. μέσα στο χαλασμό εμείς
-στα καταφύγια, στις άναστρες νύχτες-
πρέπει να ψιθυρίσουμε,
τα νέα παραμύθια στα παιδιά.

Πρέπει να γίνει πάλι ήλιος. Και άνεμος.
Παραμυθένιος ουρανός με γήινα φτερά.

* “Οι Ελεγείες της Ανατολής”, Εκδόσεις Κουκκίδα (δεύτερη έκδοση), Αθήνα 2014.

Κωνσταντίνος Μούσσας, Δύο ποιήματα


Λ.Α΄

Μας έμαθαν να κλαίμε ήρεμα.

Μπροστά σε κυπαρίσσια και κάτω από άμβωνες
στους διαδρόμους πολιτικών γραφείων
σε αίθουσες δικαστηρίων και πλατείες θεάτρων.

Με τα χέρια σταυρωμένα, όρθιοι
μα μέσα μας γονατιστοί ή έρποντας
με τους αγκώνες ν’ ανασηκώνουν λίγο το κορμί
πάνω από την λάσπη των ηττημένων
ψιθυρίζοντας ακολουθίες κι εμβατήρια πένθιμα
χλωμοί και κουρασμένοι.

Όχι. Το κλάμα θέλει σήμαντρα αναστάσιμα
σάλπιγγες κι αναμμένους πυρσούς στις κορφές
και στα φτερά της σφίγγας και του αετού.
Είναι βοή πριν τον μεγάλο σεισμό
ξέσπασμα της άνοιξης που δεν είναι ποτέ μάταιο
στα ηφαίστεια της θάλασσας και της καρδιάς.

Θέλει Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Εκάβη
είναι το σπίθισμα σ’ όλες τις γωνιές του νου
πριν η συνήθεια σαρώσει την σκέψη
κι ανάγκη μέχρι να γίνει γιορτή
του Έρωτα και του Θανάτου.

***

Λ.Β΄

Δεν νικηθήκαμε ακόμη.

Οι φωνές μας χτυπούν, οι πέτρες αντέχουν.
Μπροστά στις πορείες χίλια βουνά
μεστωμένα αμπέλια στους κάμπους, μέσα σε βάτους καιόμενους
πράσινο σπαθωτό στάχυ, μάραθο και χαμομήλι.
Κι ύστερα η θάλασσα που καλπάζει μ’ αμέτρητα αφρισμένα άλογα
κύματα ριγμένα στις πυρκαγιές των πόλεων.

Ο ουρανός μας καθαρός, Κυριακάτικος κι όλα τα ποτάμια
των αθώων χάρτινα δάκρυα στις φλέβες μας.

Οι καρδιές μας ακόμα γελούν.
Ακόμα διψάνε κι ελπίζουν
όπως τότε που περιμέναμε τ’ αγιοπούλια
στ’ Ανάφη και στο Τρίκερι
ριζωμένοι στους βράχους.

Όλα τα μνήματα της μνήμης, ανοίγουν ακόμα μέσα μας.

Μόνον ο ήλιος μας πρόδωσε Γεράγγελε
αυτός, ο πιο πιστός μας σύντροφος.

*Από τη συλλογή “Αναμνήσεις από τη χώρα των ηττημένων”, Damnatio Memoriae – Λόγος Πρώτος