σύντροφοι

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αν κάποιος είναι νεκρός, αυτός είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
πως αυτός είναι νεκρός, κάποιος είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
γιατί κάποιος είναι νεκρός, αυτός είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
Αν αυτός είναι νεκρός, κάποιος είναι νεκρός

View original post

Θωμάς Δ. Τυπάλδος, Πεθαμένοι / Ζωντανοί

Τώρα που οι ποιητές, από τον Όλυμπο για τα καλά έχουν κατεβεί,
τώρα που ο Ορφέας έκανε τον Άδη ερέβινο λημέρι,
ενώ η Ευριδίκη, κλώθει στις αρτηρίες της επωδούς κοντοκουρεμένους.
Τώρα το σώμα ατελέσφορα, με τάφους είναι στρωμένο.
Ουρητήρια που στις τρύπες τους μπεζ πηκτό υγρό μπολιάζει.
Η σύλληψη μιας ιδέας που εξανθήματα σαυροειδή εκθειάζει.

Το μεσημέρι, χτυπούν οι κάργες τα κεφάλια τους στης πυράς
το αυλάκι.
Μετά από πέντε αναστεναγμούς
δυο με έξι δεήσεις,
μια ιερομόναχη στέρηση, μια απέλπιδη ρίμα.

Αν στον παρακείμενο, υπερσυντέλικος χορταριάσει,
το ρήμα θα μείνει άβαφτο,
το ουσιαστικό, θα γυμνωθεί στα πόδια του επιθέτου.

Ένα φάρμακο αναρριχούμενο
– σε άναρχα βυζιά
– σε γυμνοσάλιαγκα σαλιέρα
στωϊκά, ένα σύνδρομο μαζοχιστικό
να βρει και ν’ απανθρακώσει.

Τώρα που τα ποιήματα βρήκαν στουπί,
τώρα που βρήκαν σπίρτα,
τώρα που βρήκαν το σθένος – την ορμή,
τώρα θα γίνει της πουτάνας.

Paul Croucher, Δύο ποιήματα

Μεσάνυχτα στο Λάος

Προσπαθώντας να διαβάσω
Kafka σε μια

καλύβα
στο πόδι

ενός απότομου
βουνού, αυτή

η λάμπα του κρεβατιού
διασχίζει περισσότερα

έντομα
παρά κείμενο.

Midnight in Laos

Trying to read
Kafka in a

hut
at the foot

of a steep
mountain, this

lamp-lit
page more

insect
than text.

***

“Τα συνηθισμένα …”

Τα συνηθισμένα
πράγματα όπως

ένα βουβάλι του νερού
με μια ντουζίνα

πουλιά
στην πλάτη του

“The ordinary …”

The ordinary
things, like

a water buffalo
with a dozen

birds on
it’s back

*Από το βιβλίο “The Landing”, Transit Lounge, Melbourne 2017.
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γεώργιος Σ. Αλεξάνδρου, Ένα ποίημα

Με πόνεσε ο καιρός στα κόκαλα μου.
Κι ας λένε πως γιατρεύει τις πληγές.
Γυρνούσα σα τρελός στη γειτονιά μου.
Να γαληνέψω κάτι από το χθες.
Πετούσα μακριά την πετονιά μου.
Με πνίγανε χαράματα οι κραυγές.

Μα Τώρα βλέπω το σκοτάδι.
Και δεν φοβάμαι πια τον Άδη.
Εγώ κατάφερα να βλέπω δίχως μάτια.
Πέρασα ψέματα κι αλήθεια.
Μου ‘πανε ζήτα τη συνήθεια.
Μα δεν βαδίζουμε στα ίδια μονοπάτια.

*Από τη συλλογή “Ο τοξότης”, Εκδόσεις Όστρια.

Γιάννης Λειβαδάς, από τα “Κενά τεκμαιρόμενα”

Χαμένος μέσα σ’ αυτό που απουσιάζει,
αυτή είναι η άπταιστη κουβέντα.
Όχι δα απών μέσα στης άγνοιας την τάξη.
Μεσολάβηση τελεολογίας που σαφρακιάζει
την παραμέληση των θεωριών.
Το άπειρο να προσκυνηθεί στο πέρασμά του,
απ’ το μηδενικό’
υποδεκτικός ο ένας που ανεγείρει τον παλμό του,
αποσβολωμένος στη δημιουργία που τον κατατρώει.
Φρονώ πως θέλησα να δημιουργήσω ετούτο
να εμφανιστεί πραγματοποιημένο μετά από πενήντα
επτά χρόνια συνειδητοποιώντας φημολογίες σχετικά με το
εκδιδόμενο ρεύμα της προφητικής του
περιπετειογραφίας. Ένα τικ. Μία σύσπαση.
Έτσι, εντελώς συνθλίβεται αυτή
τη στιγμή εκείνο που θεωρώ πως υφίσταται.
Ακόμη και αν στον χρόνο της ερχόμενης στιγμής μπορώ
να είμαι πολύ σίγουρος, αφού είμαι στιχόθεν
εκδιωγμένος, ότι ο πολιτισμός που αντιμετωπίστηκε
με τέχνες υπήρξε αξιολύπητος.
Τα ενδεδειγμένα δεν είναι για το μεγαλείο
των περιστάσεων, για όσα σμίγουν βελτιωμένα
από τέτοιο έργο φυσικών καθηκόντων.
Προς το παρόν, ωστόσο, εκεί που ζει η μέρα κι
εκεί που επισημαίνεται η νύχτα,
κείται η τόσο στενή σχέση με το χθες.
Ενεργητικό που μετριέται ως επιρροή.
Είχα ένα θέλημα, συσπειρωμένος αμυδρά, προβλέποντας
όσα αναπόφευκτα συντήρησα
σε επόμενη μαθητεία μου,
ώστε μαζί τους να ασχοληθώ:
επιχείρηση κατανόησης συμφερόντων.
Τέτοια είναι η γονιμότητα της μελέτης ενος
εντυπωσιακού φαινομένου για μία περίοδο τελειότητας
που μαρτυρά την ηλικία της μέσω αυτονομίας.
Η κενότητα που με διέπει δεν καταπεφτει σε ερημιά.
Μ’ έκανε ο εαυτός εξοικειωμένο
με τη λιγούρα του τίποτα.
Αυτό που εντόπισα, τα κίβδηλα το μιλούν
απερίφραστα.
Και το διαβάζω τώρα λεκιασμένος απ’ τα τόσα τσιγάρα.
το πρώτο και τελευταίο χειρόγραφο του πρώτου
και τελευταίου ποιήματος ανεξαρτήτως ενδιαφεροντος που,
σκέψου να, έγκειται σε αποθεραπεία υποκειμένων.
Λες κι έχει σημασία να καταρρέεις με σπινθήρες.
Υλικώς ευημερών, έχει γούστο’ αναφανδόν αφιλόδοξος,
λίαν παραστρατημένος ως εκδορά
κακοφορμισμένου ύφους.
Παντελώς μοναχικός κατα μήκος της γραμμής
αφηρημένων ιδεών.
Λέω στον κόσμο πράγματα που δεν αποδεικνύονται
από κόσμο,
τα οποία είναι αδύνατον να πω.
Δύσκολο τη σήμερον να βρω κάποιον
που δεν υποκύπτει σε επιπλοκές.
Σημειωτέον, ας όψονται κι ας ήδονται οι γνωμοποιήσεις
της νευρικής κατάπτωσης.
Βάλε τον δείνα να αντεξει τις κλίσεις του.
Τον βάζω με το παραπάνω.
Ουδέποτε θεωρώ αξιοσημείωτη την απεικόνιση μιας
ασυνήθιστης κατάστασης του νου.
Δες που τους είναι τόσο πολύτιμο εκείνο το φιάσκο,
το πρόστυχο εκείνο χαχανητό,
στο οποίο στηρίζονται οι μερικές τους ολισθήσεις.

* “Κενά τεκμαιρόμενα” (Παρίσι 2013-2015), Εκδόσεις Κουκούτσι 2017.

John P. Portelli, Δύο ποιήματα

Είδα

Είδα τριαντάφυλλα ν’ ανθίζουν και να μαραίνονται,
ένα προς ένα
Είδα τους γλάρους να πετούν ψηλά και να πεθαίνουν,
έναν προς έναν

Είδα κι εσένα ν’ ανθίζεις σαν τριαντάφυλλο
και χαμογέλασα
Είδα κι εσένα που φτερούγιζες σαν γλάρος
κι ήμουν ευτυχισμένος

Σ’ είδα, επίσης, να επιμένεις ακολουθώντας το παράδειγμά τους.

I saw

I saw roses bloom and wither,

one by one
I saw seagulls hover and die,

one by one.

I saw you blossom like rose

and I smiled,

I saw you flutter like a seagull

and I rejoiced.
I saw you also persevere following their example.

***

Αγκάλιασέ με

Αγκάλιασέ με
στο χιόνι
τόσο που ίσως ξεχάσω
αυτή τη μάσκα
της λευκότητας
που σκεπάζει
και στεγνώνει
την καρδιά,
δίδαξέ με
την υπομονή
μες στην τραχύτητα
μιας γης
τρελής
για κέρδος
σπρώχνοντας πέρα μακριά
το κλάμα
των φτωχών
καταπιεσμένων·
πάνω απ’ όλα
παράσυρέ με
να ενωθώ
με την οργή
τόσο που να σπάσουμε
την αρρωστημένη
μάσκα
παλεύοντας όπως πάντα
μέσα στην ατελεύτητη
πάλη.

Cradle me

Cradle me

in the snow

that I may forget

this mask

of whitnes
s
which conceals

and dries up

the heart,
teach me

to be patient

in the bitterness

of an earth
crazy
for gain

shoving aside

the cry

of the poor

oppressed;

above all

entice me 

to be united

with wrath

that we may bust

the diseased

mask

struggling as always

in the eternal

struggle.

*Μετάφραση Ματίνα Τσιμοπούλου από την δίγλωσση συλλογή του Luggage/Bagage των εκδόσεων Word and Deed Publishing (2016). Η μετάφραση των αγγλικών ποιημάτων του στα γαλλικά έγινε από την Elizabeth Grech.

Vladimir Mayakovsky:Επίκαιροι Αμίλητοι

yorona's avatarShades online

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,

ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,

οι ηγεμόνες δυναμώνουν,

ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,

των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,

περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο

κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,

και που το παράπονό τους να πούνε;

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,

πώς να αποχωριστούνε;

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,

μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,

άλλο δε μας μένει

http://anarxes-skepseis.blogspot.com/2013/07/blog-post_8.html

View original post

Αργύρης Χιόνης, Τέρατα (αποσπάσματα)

α’

Τα κόκαλά μας είναι κάτι
Πίφερα φλάουτα φλογέρες που ένας
Κακός Θεός τά ’φραξε με μεδούλι
Τά ‘θαψε κάτω από στρώματα πολλά
Σάρκας και λίπους κι είναι
Μια θλίψη τώρα τ’ άκουσμα των ήχων
Που βγαίνουν απ ‘ τα πλαδαρά κορμιά μας
Μια θλίψη ανυπόφορη όταν ξέρεις
Πώς μέσα μας βαθιά υπάρχει τόση
Πνιγμένη μουσική

β’

Βλέφαρα δεν έχουνε τα μάτια μας
Κοιτάμε κοιτάμε αδιάκοπα κοιτάμε
Ακόμα κι όταν τίποτα δε βλέπουμε

Ήχο δεν έχουν τα λαρύγγια μας
Μιλάμε αδιάκοπα τα χείλια μας κουνάμε
Λαλιά καμιά δε βγαίνει απ’ το στόμα μας

Είμαστε ψάρια δίποδα σε τούτο τον επίγειο βυθό

γ’

Μονάχα ένα κελύφι διαχωρίζει
Το μέσα μας κενό από το έξω
Ένα διάφανο κελύφι μια μεμβράνη

Για να μας ξεχωρίσεις πρέπει
Το μάτι σου πολύ ασκημένο νά ‘ναι

ι’

Μέσα στο έγκλημα νιώθω όπως το ψάρι στο νερό
Όπως ο αστός μες στο κοστούμι του
Σκοτώνω αδιάκοπα σκοτώνω μόνο και μόνο
Για τη χαρά του σκοτωμού χωρίς αιτία
Χωρίς λογική μίσος εκδίκηση η πείνα
Σφαγές παράλογες όπως της χορτασμένης τίγρης

Τα πτώματα τα παραχώνω βέβαια σε μέρος σίγουρο
Μες στο κεφάλι μες στο στήθος μου είμ’ ένα
Νεκροταφείο κινητό θυμάτων
Ένας ‘Αδης σκοτεινός την είσοδό μου
Φυλάει ακοίμητο ένα γέλιο-Κέρβερος

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης “Τραμ – Ένα Όχημα”, τεύχος 8, Μάρτης 1978, Δεύτερη Διαδρομή.

**Άλλα αποσπάσματα από το ποίημα αυτό εδώ: https://tokoskino.me/2012/02/03/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B1/

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

ΠΑΤΗΜΕΝΑ ΓΑΤΙΑ

Μιλιά τ’ Αφγάνι για την Πάτρα – Και των φυλλάδων τα ρεσάλτα – Για τας Ευρώπας με νταλίκα – Καθώς τραβάνε για τα πλοία -Τσαμπιά που κρέμονται στις ρόδες – Μες σε ψυγεία και καρότσες – Είχε μαζέψει με κουτάλι πολλά συντρόφια απ’ το καζάνι – Καμπούλ—Βαγδάτης—Παλαιστίνης— Της προσφυγιάς — Και της οδύνης – Αν τον ρωτήσεις για καθένα “Σαν τα γατιά τα πατημένα” – Σου λέει και χάνεται για λίγο – Για να συνέλθει από το κρύο – Μιλιά τ’ Αφγάνι για την Πάτρα –

***

ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΣ

Σε μπαρ για τραβέλια – Με τις πληγές του στην αυλαία – Κατακτά ντυμένος ως Πλοίαρχος Σκοτωμένος – Τον Διαγωνισμό Αποκριάτικης Στολής — Με αλαζονεία — Λες και περίμενε τη νίκη -Στο λόγο του βραβείου μας απευθύνει – Ότι φοράει επιτέλους -Του πατέρα τη στολή στη δική του ναυμαχία – Αφήνοντάς του τον πόλεμο στο σπίτι – Αφήνοντας τη μάνα με δαγκωμένες τις χορδές της απ’ τη θλίψη — Κι ανακαλώ πάντα στη μνήμη την ευκολία – Που ως Πλοίαρχος Σκοτωμένος χορεύει δίπλα μας ως τέλους – Και με το έπαθλο της νίκης πάει χαράματα στο σπίτι – Με το χαμόγελο στα χείλη –

*Από το βιβλίο “ΤΟ ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.

Γιώργος Δάγλας, Από τη συλλογή “Η μέρα των φωταγωγών”

Το δωμάτιο
γέμισ’ αίματα.
Τα κρανία των συντρόφων με μάτια να τρέχουν
εκδίκηση
έρχονται και ζητάνε τ’ αδύνατο.
Ο χρόνος κατ’ απ’ τη λάμπα
σα λυσσασμένο σκυλί εποπτεύει το χώρο
που θα σημειωθούν τα ονόματα
και δίπλα τους προσεχτικά
μικροί μαύροι σταυροί.
Δεν υπάρχει πια καιρός για λογοτεχνικές περιγραφές.
Άλλωστε, οι φυλακισμένοι κι η μητέρα
χωρίς όρια και χωρίς κανένα φόβο
έχουν κιόλας ξεκινήσει.

Σαν βουνά που καταλήγουνε τη νύχτα άνθρωποι
γραμμές ορισμένες κι επικίνδυνες μ’ αντίβαρο τα μακρινά
πλοιάρια
που ποτέ δεν έρχονται…
ανοίγουν τον χορό των διαδρομών, αμετανόητοι
εγκληματίες
με ψηλά το κεφάλι, ψιλό στριμμένο μουστάκι
ανοίγουν τις φυλακές και τα σύνορα,
ανοίγουν τα παράθυρα οι πουτάνες και τοπ<
με μια όμορφη λύπη βόμβες,
και κοιτάζουν τελευταία φορά
τους φωτισμένους, μελαγχολικούς εραστές της πρώτης
αμαξοστοιχίας
που με μάτια μαχαιριές
βυθίζοντ’ ολοένα στην αγάπη και στην ουτοπία.

Πέφτοντας το γκρίζο στα προάστια
στα ψηλά σπίτια με τους φαγωμένους σοβάδες
και τους κάθετους δρόμους
στρατιές σκυφτών ανθρώπων κατεβαίνουν το σαράκι
της νύχτας
μπαίνουν στο ξύλο
αποβιβάζονται σε ρημαγμένες παραλίες
φαγωμένοι απ’ την αγρυπνία που ξημέρωσε οργή
– χωρίς αρχηγό
με τα χέρια στις τσέπες χοντρών παλτών
χαϊδεύουν το παράπονο
και τοποθετούν παντού, ήρεμα κι αθόρυβα
βόμβες, βόμβες στις φτηνές επιθεωρήσεις
βόμβες στα βρώμικα σουβλατζίδικα
βόμβες στα συνδικάτα ηθοποιών
βόμβες στην ημερήσια διαταγή του κόμματος
βόμβες παντού βόμβες γι’ άπειρα χρόνια μέχρι την ανάσταση.

Καθε πρωί
βγαίνω ήρεμα στο δρόμο
και κολλάω τ’ αυτί μου στις εξατμίσεις.
Αγοράζω ό,τι πιο άχρηστο βρω
και μπαίνω σ’ όλα τα καφενεία.
Δεν βρίσκεται κανείς να μ’ ακούσει.
Ανάμεσα στους κόσμους των αμαρτωλών
και των πανηγυριών
μπαίνω και βγαίνω χτυπώντας τυφλά
το σφυράκι του ψυχίατρου.
Δεν είναι ζωή ετούτη.

* “Η μέρα των φωταγωγών”, Εκδόσεις Φίλντισι, Άνοιξη 2017.