Στέλλα Δούμου, Δύο ποιήματα

Νύχτα στον Ελαιώνα

Ροζάρια νύχτας.
Αστέρια που κρεμάστηκαν διάπυρα.
Πουκάμισα σιωπής
φορεμένα
στη μικρή αυτή γιονιά του κόσμου
που όλες κι όλες οι αγυρτείες
είναι να στήνεις δόκανα
σε σκιές αλεπούδων
που έρχονται για το έθιμο.
Φεύγουν όπως ήρθαν
ξεκαρδισμένες σε φασματικά γέλια.
Λεχώνες ελιές
φορούν γαλαζωπά τις νύχτες
πίνοντας αψέντι από φεγγάρι.
Το δύστροπο βέλος του εαυτού
ησυχάζει τις νύχτες τούτες
και δεν φορώ
κανένα δαχτυλίδι προδοσίας
στα δάχτυλα
που άρμεξαν
τους μικρούς θεούς
των φυλλωμάτων.
Και
Το ποίημα το ξέρει.
Και γεννιέται ατάραχο.

***

Το λάλημα

Το λάλημα του πετεινού
το σταυρώσαμε εκεί πέρα
στα ομιχλιασμένα χωριά
εκεί που θάψαμε ιστορίες
όσες αλήθειες δεν αντέχαμε.
Εκεί που αφήσαμε μόνο κι έρημο το φεγγάρι,
να ξερογλείφει τα σκελετωμένα σπίτια.
Μόνο αναστάσιμα τα συλλογιόμαστε
εκείνα τα χωριά.
Αναστημένος και ο πετεινός τρις ξανακουδουνίζει.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Χριστόφορος Τριάντης, Εργασία και σίδερα

Vesna Krasnec, The City

Ε, ύμνοι που πέφτουν

για την ανθρώπινη εργασία

(την αξία της βεβαίως).

Ω καλοί μου άνθρωποι

όλοι το γνωρίζουν: είναι το μέτρον το άριστον

της προκοπής και της αυτογνωσίας,

“ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω”!

Κι αν υπάρχουν άνεργοι, πάλι καλά,

θα ’ρθει η σειρά τους στα νταμάρια

της εργατικότητας να διακριθούν (συντόμως).

Δεν μπορεί, η τίμια εργασία τούς πάντες

αποζημιώνει με ειλικρίνεια αριθμητική

(λογαριασμών και πληρωμών).

Ναι, αποκτούν ευεργετήματα

του μόχθου οι στυλοβάτες.

Χιλιάδες χρόνια, χιλιάδες (μα την αλήθεια)

τα χέρια και το μυαλό του εργατικού δυναμικού

σήκωσαν πράγματα σημαντικά:

κάστρα και πυροβόλα,

κοιμητήρια και παλάτια,

βόθρους και κλουβιά
(για ζώα κι ανθρώπους). 

Και τα θαύματα (επτά ή περισσότερα)

της ιστορίας

τα –εργατικά– χέρια τα ύψωσαν στον χρόνο.

Μα ξέχασαν οι αποκοιμισμένοι κύριοι

(που ηλιοθεραπεύονται ανά τις εποχές)

να πουν για τ’ ασήμαντα μνημεία

που στέριωσαν οι δρόμοι της αγίας εργασίας.

Να, για τα σίδερα μιλώ

(αιώνων και αιώνων)

που αλυσοδένουν γενικά

τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια

να μην τα βλέπουνε οι όχλοι

και οπισθοδρομούν,

παρακάμπτοντας των ευνούχων

τις ολοστρόγγυλες διαταγές.

Τα σιδερένια σχοινιά που δένουν τη χαρά,

μέχρι να λιώσει

και πίκρα σαν στέρφα θάλασσα να γίνει.

Τις χρυσές αλυσίδες που σφίγγουν

τις ανάγκες των φτωχών,

μέχρι να γίνουν μακρινές επιθυμίες,

ηδονικά φτιασιδωμένες,

έτοιμες προς πώληση

κι όχι προς αγορά.

Τα σιδερένια μαντίλια που τα μάτια

κλείνουν για να θωρούν το σκοτάδι σαν φως

και τους τυφλοπόντικες

ομορφότερους να βλέπουν απ’ τα χελιδόνια.

Τους σιδερένιους χαλκάδες που τρομάζουν τις ζωές

και πεσκέσι στον διάβολο τις δίνουν,

έτσι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών

και της φύσης (δευτερευόντως).

Τα σιδερένια αυγά που φυλακίζουν

σάρκες και κανόνια μαζί,

μέχρι μπάλες κρεάτινες να γίνουν

και στην ανθρωπότητα να χιμήξουν (με κραυγές),

για να δειπνήσουν οι οπλουργοί

στα πεδία των μαχών (με κόκαλα και αίμα).

Τα σιδερένια κουτιά

που το ψωμί δηλητήριο το κάνουν,

για να τρωγοπίνουν οι καθωσπρέπει κύριοι

σε εκκλησίες και  ζυθεστιατόρια

κι ύστερα να σκοτώνουν τους τρελούς

που βρίζουν τους εμπόρους (των ψυχών)

σαν σκυλεύουν τους αθώους.

Σίδερα αόρατα που κι εμένα δένουν,

τις λέξεις να ξεχνώ

και τα αφεντικά της χυδαιότητας

να ευλογώ,

παρέα με τους δήμιους

με τα σημαδεμένα πρόσωπα.

Ναι, είναι γεγονός πως τους δήμιους

(και τους εκτελεσμένους)

κάθε μέρα τους δείχνουν στα παιδιά

τον θάνατο και την αισχρότητα

να συνηθίσουν.

Δημήτρης Γκιούλος – Κωνσταντίνος Παπαπρίλης-Πανάτσας, από το “Αντάρτικο”

5.
Ελα να μετρήσουμε απώλειες.
Διάλεξε χρώμα στο μάρμαρο
να δούμε πόσα ονόματα θα γράψει ο καθένας
Ελα να στήσουμε τα μνημεία μας,
να σηκώσουμε σημαίες,
να κρατήσουμε άλλες στη μέση τους,
να γεμίσουμε μάτια,
να φτιάξουμε νεκροταφεία έρωτα,
να διαλέξουμε σύνορα νέα.
Έλα να τραβήξουμε γραμμές από σύρμα να πλέξουμε αγκάθι.
Ελα να λιώσουμε το μέταλλο να δεις τι κράμα
θα γεννήσει η φωτιά κι ο καπνός.
Ελα να σε μάθω πως χτίζεις απ’ την αρχή.
Κι ας μυρίζει η στάχτη.

δύο,
τρεις,
τέσσερις.
«Ταφόπλακες είναι,
δε θα πάνε πουθενά,
τις μετράμε κι αργότερα»,
θα σου πω δήθεν κυνικό,
όταν δήθεν λυγίσεις.
Κι άσε κάτω τις γραμμές,
δε σου έχω πει πως τον κοσμο μας
τον ονειρεύομαι χωρίς σημαίες και σύνορα
Στεφάνια να πλέξεις μονάχα.
όσο εγώ, θα βάζω τη φωτιά.
Θα χρειαστεί αναστημένους ο κόσμος,
πρώτα και κύρια εμάς τους δύο,
γιατί δεν ξέρω αν στο είπα μωρό μου,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε.

Δεν είναι κάτι,
μη μου φοβάσαι.
Ο κέρβερος κοιμάται,
τον εκπαιδεύω χρόνια.
Σ’ το υπόσχομαι,
όσο θ ανεβαίνουμε,
δεν θα κοιτάξω πίσω.
Θα δέσω τις κόρες μου,
θα τις βγάλω αν χρειαστεί
αρκεί να ξέρω
πως έμαθες να μένεις.
Κι αν πάλι φύγεις,
την αθανασία σου θα σπαταλήσεις
κι εγώ
τον Κέρβερο θα κάνω οδηγό,
πίσω να με ττάει,
τυφλό ζητιάνο,
σ’ έναν κόσμο
που θυσιάστηκα,
να μην μπορέσω να δω.

Η επανάσταση,
τζόγος στον έρωτα είναι.

Τις μπλόφες σου όλες
τις έμαθα απ’ έξω.
Μα,
η βασίλισσα
για τον βασιλιά φτιάχτηκε
κι αν οι βαλέδες
κάνουν παρέλαση μπροστά απ’ τα πόδια σου
εγώ θ’ ανακαινίζω τ’ ανάκτορα
να μην κρυώνεις τις νύχτες.

Κι όταν τελειώσω,
φωτιά θα βάλω,
φωνάζοντας στους χωρικούς για εξέγερση.
Αυτή που φοβήθηκες να κάνεις.

Όλους θα τους κάψω,
μαζί και σένα
κι ίσως
αν είμαι πολύ τυχερός,
στη λαμπερή σουθ θράκα,
να μπορέσω να δω τα όνειρά σου
να παίρνουν σχήμα.

Κι αν σχήμα δεν παίρνουν τα μπάσταρδα
θα μείνω επάνω τους,
και με τη μασιά
θα φτιάξω όνειρα καινούρια,
θα τα πλάσω,
σε κορμιά που θα θυμίζουν το δικό σου,
να με κυνηγά η εικόνα σου,
με φτιάχνει να σε κάνω στοιχειό,
γουστάρω να παίρνεις θέση
στο ταβάνι μου.

Η μοναδική μου αντίσταση:
Εκείνες οι ώρες
που κοιτάζω το ταβάνι
και δίνω σχήμα στο μέσα μου.
Τι κι αν δεν μπορώ πια όνειρα να βλέπω,
μου φτάνει να τα φτιάχνω.

*Από τη συλλογή “Αντάρτικο”, Εκδόσεις Κουρσάλ, Νοέμβρης 2016.

Κώστας Ρεούσης, Ένας υπερπραγματιστής στο νησί της εταίρας

φυσάει γεράκια στον κόλπο της Αυδήμου εμφανίζοντας νερολέοντες στ’ άσπιλο μάτι ξημερώνει ο φλοίσβος ηχοκράτορας η σελήνη δύεται θαλάσσια έναν κρυφό της έρωτα ένας ψαράς κι οι γλάροι του τοποθετούνται στην όραση η μάνα μ’ όλα της τα μποφόρ χαϊδεύει τα ματοτσίνορα σύνορα τα φρύδια της τεθλασμένες βεβαιότητες καταγράφουν στην κόρη βογκητά χαλαμάντουρων σέρνουν άβγαλτες ψυχές στο τσίρκο του σύμπαντος ό,τι ορίζει ο άνθρωπος τρέφεται τοκογλυφικά από τους πράκτορες του Άδη η οχιράνια επικοινωνία δεν χολοσκάζει με δήθεν χαφιέδες δορυφόρους καγχάζει γλιστρώντας αυστηρά στον ύπνο ποιητών που άνεργοι ζητιάνοι γυρίζουν τις τσαρλατάνικες μαντείες τα βερίκοκα σκαλοπάτια τσιμεντώνουν τον καρπό μιας πυρωμένης κατασκευής ασιατικές προφορές χωνεύουν παράφωνα ακατάληπτες προσευχές κατεβασμένες σιδεριές εγκυμονούν μολύβι μία ξυσμένη στρατιά αφαιρεί το ουρλιαχτό του ωκεανού ταφικά υλικά λαξεύουν την άνοδο της αναπόφευκτης πτώσης αχερούσιες πλεύσεις φανερώνουν απρόσμενα μια μέγκενη κλειτορίδα όπως η συκιά αγκαλιάζει το φοίνικα κι οι γάτες χαριεντίζονται στα γόνατά του η θηλυκή κίνηση των δαχτύλων επιτρέπει στον άνεμο να σαυρώνει την πλάτη αποφεύγοντας καλοτοπιές ή αντωνυμίες

*Από τη συλλογή “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009.

Γεωργία Τρούλη, Ένα διάστημα γαλάζιο

Ν΄αφήναμε ένα διάστημα ουρανό
Ανάμεσα στους ανθρώπους,
Ανάμεσα στα λόγια
Και στο ζευγάρι τους,
ανάμεσα στα πόδια
Ανάμεσα στην εικόνα και στον καθρέφτη
Ν΄ανασαίνουν,
Να μπαίνουν εκεί μέσα ακούσια ή άθελα
Να βλέπουν την κλωνοποίηση
Του ίδιου τους του προσώπου,
Να βλέπουν το τρεχιό,
Τις συναντήσεις,
Τις εγκαταταλείψεις,
Την αυταπάτη
Και κάπου να συνέρχονται και να λένε
Πώς μοιάζω σ΄ εκείνον, σ΄ εκείνον
Στον παραδίπλα
Σε αυτόν,σε αυτόν, σε αυτόν
Σ΄εαυτόν
Και πάλι να γλιστρούν, να ξεφεύγουν
Ν΄ αναλαμβάνουν ρόλους
Και να λένε
Δεν χρειάζομαι ούτε αναπνοή,
Ούτε γαλάζιο

*Το έργο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Δήμητρα Γερογιάννη, ποιήματα

την επόμενη φορά που θα βρέχει
θα δοκιμάσω
να παγώσω τη βαρύτητα
να παγώσω τις σταγόνες
και θα ζωγραφίσω μικροσκοπικά
σύμπαντα μέσα τους
ύστερα θα ξαπλώσω στην άσφαλτο
μ’ ένα μεγεθυντικό
φακό για να παρακολουθήσω
εκατομμύρια ιστορίες να πάλλονται
μπροστά στα μάτια μου
θ’ αποκοιμηθώ
και θα ξυπνήσω κάτω από έναν
πορτοκαλί ουρανό
και τότε θα βρέξει
και θα ποτίσουν τα ρούχα και
το δέρμα μου
με τα χρώματα

θα με πιάσεις από το χέρι
σε λίγα μέτρα θα έχεις χαθεί
δεν είναι τόσο άσχημα να πετάς μέσα
σ’ ένα πηγάδι ή
να βυθίζεσαι σε λευκή άμμο
δεν είναι και τόσο μοναχικά μέσα στο
κεφάλι μου
βεγγαλικά
υγροποιημένα αστέρια
και πλανήτες
μετά σιωπή και παγωμένες μπλε
αναπνοές
αμέτρητα θαμπά δευτερόλεπτα
μέχρι την επόμενη
έκρηξη

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, Εκδόσεις Θράκα, Ιούνιος 2016.

Dylan Thomas, Όταν κάποτε τα λυκόφωτα κλείθρα

Όταν κάποτε τα λυκόφωτα κλείθρα
Δεν σφάλισαν πια στο μακρύ
Του δακτύλου μου σκουλήκι
Μήτε τη θάλασσα που ορμούσε
Γύρω στο γρόνθο μου καταραστήκαν.
Του χρόνου το στόμα ρούφηξε, σαν το σφουγγάρι.
Από την κάθε στρόφιγκα οξύ γαλακτερό
Και στράγγιξε τα ύδατα του στήθους.

Όταν στράγγιξε η γαλακτική
Θάλασσα και ξεσφαλίσαν οι άνυδροι πυθμένες,
Απέστειλα την πλάση μου κατάσκοπο στη σφαίρα,
Κείνη τη σφαίρα κόκκαλο μονάχη και μαλί
Που ταιριασμένη μου από νεύρο και μυαλό
Είχε τανύσει το υλικό φλασκί μου στο πλευρό της.
Οι θρυαλίδες μου ορισμένες ν’ απαιτήσουν
την καρδιά της,
Εκείνη έπνευσε στο φως σαν σκόνη
Και πέρασε ένα Σάββατο με τον ήλιο,
Όταν όμως τ’ αστέρια, σχήμα απαιτώντας.
Έφεραν μπρος στα μάτια της τ’ άχυρα του ύπνου
Βύθισε τις μαγείες του πατέρα της σ’ ένα όνειρο.

Θωρακισμένη η έξοδος του τάφου,
Ο κοκκινομάλης καρκίνος ακόμη ζωντανός,
Των ματιών που φωτογράφησαν τα ρούχα τους
Κάποιοι νεκροί ξεπάτωσαν τα θαμνερά σαγώνια τους,
Κι αίμα σακούλια αμμόλυσαν τα έντομά τους”
Εκείνη έχει στην καρδιά
την Σταυρική Αίρεση του θανάτου.

Ο ύπνος περιπλέει τις παλίρροιες του χρόνου
Το ξερό φύκι του τάφου
Προσφέρει το κεφάλι του
σε τέτοια θάλασσα δουλευταρού
Κι ο ύπνος γυρίζει βουβός τα κρεβάτια
‘Οπου τροφή ψαριών ταΐστηκαν οι σκιές
Που εποπτεύουν τον ουρανό μεσ’ απ’ άνθη.

Όταν κάποτε οι λυκόφωτες βίδες γύριζαν
Και το γάλα της μάνας ήταν σαν άμμος σκληρό,
‘Έστειλα το δικό μου πρεσβευτή στο φως
Από τέχνασμα ή τύχη απεκοιμήθη
Κι έλαβε ψοφιμιού μορφή
Να μου στερήσει τα υγρά μου στην καρδιά του.

Ξύπνα υπνωτή μου, με τον ήλιο,
Εργάτης σε πόλη αυγινή
Κι άσε τις εγκώμιες παπαρούνες όπου αν κείνται
Πέσαν οι φράχτες του φωτός
Σκόρπισαν όλοι εκτός από του στήθους τους ιππείς
Και λέξεις κρέμονται στα δέντρα.

*Από το βιβλίο “Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει ποτέ εξουσία”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, στη σειρά Ξένη Ποίηση Νο 1 (χωρίς χρόονο έκδοσης).

Launch of Unusual Work No 24

You are invited to the magazine launch of

UNUSUAL WORK

!!!!!!!!!!!!!! No.24 !!!!!!!!!!!!!!!!

on Thursday the 21 of June

7pm onwards

at a new venue

the TERMINUS HOTEL

492 Queens Parade North Fitzroy

[inside, towards the toilets, and upstairs]

commonly known as the Clifton Hill interchange

just before the Northcote Bridge

near Clifton Hill Station

plenty of buses + trams go thru there also

eg the 86 Tram, and the bus to LaTrobe Uni etc

ENTRY: $10 + FREE COPY of magazine

(SUBSCRIBERS FREE ENTRY)

PERFORMANCES BY

Sean O’Callaghan, Jeltje, Sjaak de Jong,

Patrick Boyle, Albert Rotstein, David Francis

Grant Caldwell, TT.O.

———————

small magazines

— the life blood of a great literature

MAKE AN EFFORT

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, Τρία ποιήματα

Στεφάνι

Πήρα τα φύκια κι έφτιαξα ένα στεφάνι
Σε στόλισα σαν βασίλισσα

Πήρα τα φύκια από το βυθό μου

Έχω ένα βυθό μέσα μου

***

Θάνατος και ζωή

Χαμογελούν των πανσέδων
οι νεκροκεφαλές

Οι μέλισσες
λούζονται στη γύρη

***

Χελιδόνι

Είναι ένα αφηρημένο χελιδόνι
που δεν φεύγει με τα άλλα πουλιά
Κουρνιάζει μέσα στη χούφτα μου
όλο το χειμώνα

Είμαι η φωλιά του

*Από τη συλλογή “Μυστικός Άτλας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Δεκέμβριος 2017. Έργο εξωφύλλου: Haley Cavotta.

Τα ρόδα της Οδού Ρόδων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΙΟΥΛΟΣ

Γιώργος Πρεβεδουράκης
Οδός Ρόδων
Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2018

Είμαστε στο 2013 και ο Πρεβεδουράκης κυκλοφορεί το “Κλέφτικο”. Έχει ήδη κυκλοφορήσει το “Στιγμιόγραφο” το 2011, οπότε η παρουσία του, δεν μοιάζει κεραυνός εν αιθρία. Εδώ όμως, έχουμε μιαν άλλη ιστορία και με μιας, κάνει ένα επίτευγμα, τόσο συγγραφικά όσο και με τους νόμους και τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς που ορίζει τι είναι επιτυχία. Τα νούμερα δεν μπορούν να πουν ψέματα. Τρεις εκδόσεις (αν δεν απατώμαι), σε μια χώρα που πολλοί γράφουν, αλλά λίγοι διαβάζουν ποίηση. Το “Κλέφτικο” γίνεται θεατρικό και μελοποιείται, από τους Regressverbot, ενώ ετοιμάζεται και η αγγλική μετάφρασή του. Βρίσκει περισσότερα αυτιά, ανοίγει κι άλλες πόρτες. Γίνεται τρόπο τινά “ποπ”,για έναν κόσμο ο οποίος διασκεδάζει διαφορετικά, γυρνάει την πλάτη στο κυρίαρχο, διαβάζει διαφορετικά, εκτονώνεται διαφορετικά. Το ομώνυμο δε ποίημα της συλλογής (μεταγραφή του “Ουρλιαχτού” σε “Κλέφτικο”) , γίνεται ίσως και μια τρόπο τινά τοτέμ, για μια γενιά που ακολουθεί χρονικά τη γενιά του ίδιου του Πρεβεδουράκη και που λίγο ως πολύ το έχει για βραδινή προσευχή, κομμάτι της αυτοκριτικής της και θέμα συζήτησης με τον ψυχαναλυτή της.

Ακολουθούν τα “χαρτάκια”, που θυμίζουν τις αναζητήσεις του ποιητή στην πρώτη του συλλογή. Μικρές βραδυφλεγείς βόμβες, μα για μένα, όχι στο επίπεδο του “Κλέφτικου”., ακόμα κι αν ίσως συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Καθώς λοιπόν περιμέναμε την “Οδό Ρόδων”, είχα μια συζήτηση με μια φίλη, της οποίας τη γνώμη εκτιμώ πολύ και παίρνω πολύ στα σοβαρά. “Δύσκολα θα επαναλάβει ένα νέο “Κλέφτικο”, είναι κάτι που τον στιγμάτισε”. Από την άλλη, δεν μπορείς παρά να ονειρεύεσαι πως οι ποιητές γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, πως οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, έστω και αν οι διαψεύσεις παραμένουν συντριπτικά περισσότερες από τις όποιες επιβεβαιώσεις.

Ήρθε λοιπόν η “Οδός Ρόδων” και όπως λέει κι ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εκδοτικό του σημείωμα για το βιβλίο, ο Πρεβεδουράκης έκανε ένα επίτευγμα. Ξεπέρασε θα πω εγώ το “Κλέφτικο” που τον όριζε και πήγε ακόμα παραπέρα ακόμα κι αν το ομώνυμο ποίημα θα μένει να πλανάται σαν ουρλιαχτό στ’ αυτιά όσων μπορούν ακόμα να ακούσουν.

“Οδός Ρόδων” λοιπόν και με ένα γρήγορο ψάξιμο στις μηχανές αναζήτησης, η πιο διάσημη, βρίσκεται στην Εκάλη. Από κει, ο Πρεβεδουράκης θα μιλήσει για όλους. Τους από δω και τους από κει, για εμάς (αν και το “εμείς” έχει πολλούς πατεράδες, όπως θα πει ο ίδιος) και για τους άλλους, για τις γενιές που φεύγουν, για τις γενιές που ήρθαν και για κείνες ακόμα που σε καροτσάκια κυκλοφορούν. Για τα μωρά των “άλλων” και για τον “δικό του” Μανώλη. Τα ποιήματα της “Οδού Ρόδων” δε θα γίνουν εύκολα συνθήματα στον τοίχο. Τα ποιήματα αυτά μοιάζουν να κατασκευάστηκαν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κι ύστερα, σαν παζλ, κομμάτια τα έκανε και σε προκαλεί να τα συναρμολογήσεις. Για όλων τη γούνα έχει ράματα, μα πρωτίστως για τη δική του (χαμένη υπόθεση ο ποιητής Πρεβεδουράκης).

Ειρωνία, νταβάδες κι άγιοι, εικόνες, πολλές εικόνες, ένα σωρό “easter eggs”, όρεξη να ‘χεις να ψάχνεις και να περιπλανιέσαι στους δρόμους του ποιήματος, κι εκεί, σαν πινακίδες να χάσκουν τα πιο μικρά ποιήματα, βοηθήματα να μη χαθείς, ανάσες.

Η Ελλάδα που κουβαλάει ως βαρίδι την παράδοση, η Ελλάδα που ισορροπεί μεταξύ των Βαλκανίων και του να είναι ένας κράτος πλυντήριο, μα ευρωπαία καμώνεται πως είναι. Το συνάφι που κάνει κλίκες, οι άνθρωποι που ζουν λες και έχουν δεύτερη ζωή καβάτζα, οι άνθρωποι που ποτέ δεν έζησαν, οι σχέσεις μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φιλίες που διαλύθηκαν στο ζόφο που ζούμε.

“Πικρά τα ρόδα του Πρεβεδουράκη”, θα αποφανθεί άνθρωπός μου που το διάβασε. Γεμάτα αίμα, θα προσθέσω εγώ. Και θα κλείσω με τον ίδιο τον ποιητή και το καταληκτικό του ποίημα, μιαν ωδή στο γίγαντα Λεοντάρη (εδώ, θα πει η ξεναγός, στέγνωσε κάποτε το αίμα των ρόδων). Κι αν απαισιόδοξο σου μοιάζει τούτο δα, σκέψου πως υπάρχει κάποιος, να πει την Ιστορία.