Η Απάτη

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Απάτη,
να εύχεσαι να μην σε διπλαρώσει κανάς φασίστας.

Τους Πασόκους και τους Συριζαίους,
τον άγριο Μητσοτάκη δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι δυσαρέσκεια, με τι λύπη
θα μπαίνεις σε δημόσια κτίρια πρωτοειδωμένα·
να σταματήσεις σε τρικάκια Παμίτικα,
και τες καλές σκοτούρες ν’ αποκτήσεις,
χρέος και ανάπτυξη, ανεργία και πληθωρισμός,
και ηδονικές υποσχέσεις κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονες ηδονικές υποσχέσεις·
σε πόλεις ρημαγμένες πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους κολασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Απάτη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και τσακισμένος πια ν’ αράξεις στην κάλπη,
απηυδισμένος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας…

View original post 51 more words

Γρηγόρης Σακαλής, Με το φως του Ήλιου

Στα ποτάμια του Ήλιου
έλιωσε
ένας έρωτας που γεννήθηκε
στο φως του φεγγαριού
μεσάνυχτα δόθηκε
το πρώτο φιλί
η νύχτα ήταν ατέλειωτη
γεμάτη αριθμούς της αγάπης
και τα σώματα ξεψύχησαν
στον τιτάνιο αγώνα
να κατακτήσει ο ένας τον άλλο
έρωτα πανίσχυρε, εξολοθρευτή
πως χάθηκες στο φως της μέρας
κι έλιωσες στα ποτάμια του Ήλιου
εσύ που φάνταζες αιώνιος
μέσα στα σκοτάδια της νύχτας.

Λουκάς Λιάκος, Τέσσερα ποιήματα

Κρυφτό

Ένα δύο, τρία
μετρώ τα βήματα που τρέχω
ένα, δύο, τρία
στο μέτρημα κλέβω σπαθί
γελώ
με βλέπω παιδί σωβρακάκι
φτου!
και με ξελεφτερώνω

***

Το μυστικό

Έχω ένα μυστικό,
θαμμένο βαθιά, φυλαγμένο χρυσάφι.
Έχω ένα μυστικό, το δικαιούμαι
κρυμμένο απ’ το Θεό και τους ανθρώπους.
Έχω ένα μυστικό,
μη μ’ αγαπήσεις
αυτό έχω να σου πω.

***

Υπάρχεις

Κι εσύ πάντα εμφανίζεσαι
ακανόνιστα εξωπραγματικά σαν σήμα ομίχλης
αν και τα χρόνια που μας μένουν δεν είναι πολλά
αναπνέεις μαζί μου και ‘γω σε έχω ανάγκη. Δυο μάτια!

***

Κόρη του χαμού

Μου χαμογελάς
νιώθω τη μανία του κορμιού σου
να με πνίγει
ότι μου πετάς,
ένα γδαρμένο φιλί
μια ψυχή,
γδαρμένη.
Ξέρω ποιον αγαπάς
εμένα με μισείς
μισείς και τα παιδιά μας
κόρη του χαμού,
της κακιάς γιορτής
ξέρω για πού το ‘βαλες
για πού θέλεις να πας
όπου σε κλαίνε τα σκυλιά
και δε πατούν οι ξένοι.

*Από τη συλλογή “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”.

**Το τραγούδι των “Χωρίς Περιδέραιο” μπαίνει στη μνήμη της ψυχής του συγκροτήματος Νίκου Αγγελή, που μας άφησε.

Antonio Machado, Δύο ποιήματα

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ…

Η πλατεία και οι φλογισμένες πορτοκαλιές
με τους στρογγυλούς και χαρωπούς καρπούς τους.
Φασαρία μικρών σχολιαροπαίδιων
που όταν βγαίνουν ακατάστατα απ’ την τάξη
πλημμυρίζουν τον αέρα της σκιερής πλατείας
με την οχλοβοή από τις νέες φωνές τους.
Μια παιδική χαρά στα σταυροδρόμια
των νεκρών πολιτειών!…
Και κάτι απ’ το δικό μας χτες, κάτι που ακόμα
βλέπουμε να πλανιέται στα παλιά δρομάκια!

***

ΠΕΣ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ…

Πες μου, ευχάριστη αυταπάτη,
πού άφησες τη δίδυμη αδελφή σου
με τα στραφταλιστά της μάτια
θρυμματισμένου ήλιου σε παγωμένη γούρνα;
Ήτανε πιο ξανθή κι απ’ το ξανθό λινάρι,
ήτανε πιο λευκή κι απ’ τα ολόασπρα ρόδα.
Ένα θερμό πρωινό χαμογελούσε στη χιονισμένη σάρκα της
μειλίχια στα απαλά φιλιά.
Πιανίσιμο από μακρινές κιθάρες,
θλιμμένο σαν το στεναγμό του δάσους
όταν στο κρύο απόγεμα περνάει ο άνεμος,
είχε η φωνή της. Και φως ανθού και σκιάς
χρυσής στραφτάλιζε στα ντροπαλά της φρύδια.
Την ερωτεύτηκα σαν όνειρο
κάποιου μακρινού κρίνου·
στ’ αργά τ’ αποσπερνά, όταν σημαίνουν
γλυκύτερα οι καμπάνες,
και λευκά σύννεφα ξαίνουν το μαλλί τους
πάνω στο γαλανό αφρό του βουνού.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado – Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση (Ισπανικά – ελληνικά), μετάφραση: Ρήγας Καππάτος, Εκδόσεις Εκάτη, 2009.

Ο κήπος.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_4688

Le jardin 

Des milliers et des milliers d’années 
Ne sauraient suffire 
Pour dire 
La petite seconde d’éternité 
Où tu m’as embrassé 
Où je t’ai embrassèe 
Un matin dans la lumière de l’hiver 
Au parc Montsouris à Paris 
A Paris 
Sur la terre 
La terre qui est un astre. 

(Extrait de “Paroles”, Jacques Prévert)

Paroles 1945

Χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια

δεν θα ήταν αρκετά

για να μιλήσω

για το μικρό δευτερόλεπτο της αιωνιότητας

που με φίλησες

που σε φίλησα

ένα πρωινό μες το χειμωνιάτικο φως

στο πάρκο  Montsouris στο Παρίσι

Στο Παρίσι

Στη γη

στη γη που είναι ένα άστρο.

View original post

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Τρία ποιήματα

τοστ στις 6:45

Και να ‘μαι
εξήμιση το πρωί
αγουροξυπνημένος
κάνοντας αυτές τις ηλίθιες σκέψεις
για τη χειραφετημένη γυναίκα
έχοντας κάψει
τις δύο σπανακόπιτες που μούφερε
η μάνα μου από το χωριό
που μάλλον τις έφτιαξε η θεία μου.

Ξύπνησα καπως άσχημα
ανάμεσα σε καπνούς
έχοντας πάλι δει
το όνειρο με το έντομο
που περπατάει στο ταβάνι
και εγώ
απ΄ ό,τι φαίνεται
έχω όλη την καλή διάθεση
να κρυφτώ σε ένα κομοδίνο

***

Νο 29

μικρά ζώα στα παπούτσια μου
ανακατανέμουν τα χρόνια

αναμένουν μικρές αλλαγές
σε ελάχιστα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα

τις νύχτες
πιάνουν τα δόντια τους και φωνάζουν ουώου

***

το ποτήρι τη νύχτα

Ήρθε ένα κίτρινο πουλί
και με το ράμφος του
μου έκλεψε μια ιδέα

Ε! εσύ, κίτρινο πουλί
είπα εγώ

μαζί θα χτίζουμε ξανά τη Ρώμη

*Από τα “Αποσπάσματα από τα Όνειρα του Ξυλοκόπου”

Απορίες.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_4629

Τι νιώθει η έρημος

όταν μακρινός άνεμος

αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο

ονειρεύεται άραγε τις μακρινές αποστάσεις;

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε

ότι υπάρχει μόνο ένα μέγεθος θανάτου;

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα

ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια

ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει

ξέρει ότι είναι δυο γλάροι που ζυγιάζονται

πάνω από το κενό της έλλειψης;

Πως νοιώθει τάχα η νύχτα

μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί τη;

ωραία ή σημαδεμένη;

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ το προσκέφαλό του

περίστροφο ή όνειρα;

Τα πούπουλα του μαξιλαριού

ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

Πως πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος

πως τρίζει η ψυχή του ερημίτη

όταν  την αγγίζει ο θάνατος

τι κρότο κάνει…

View original post 28 more words

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Γιατί το φεγγάρι είναι κόκκινο

Να βλέπεις την αιωνιότητα ανάσκελα
ξαπλωμένος, στην ταράτσα

Γύρω το σκοτάδι
και οι ανάσες των αυτοκινήτων

Αστέρια πέφτουν
σαν αποτυχημένα άλματα

Δαιμονισμένοι άγγελοι χορεύουν γυμνοί
χορούς μακρόσυρτους

Και η Σελήνη κοκκινίζει
απ’ την ντροπή της

***

Τα φεγγάρια

Όπου μαζεύονται πολλά φεγγάρια
αργεί να ξημερώσει

Γέμισε φεγγάρια ο γαλαξίας
Να δεις πώς στριμώχνονται
σαν αυτοκίνητα τις ώρες αιχμής στο ποτάμι

Όταν γράφεις συνεχώς το ίδιο όμορφο ποίημα
θα λαχανιάσει
και αυτό και εσύ
Δες πώς την πάτησε ο Γανυμήδης
Κατάντησε πρώτα γκαρσόνι, μετά φεγγάρι

Όταν μαζεύονται πολλά φεγγάρια
πέφτουν και σε πλακώνουνε

*Από τη συλλογή “Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξιπτωτο στην πόλη”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2018.

κώνειο

ένα έτσι's avatarένα έτσι

και παρά τις όποιες προβλέψεις
και την μακρά ιστορία των αγώνων
η επανάσταση ήδη μεταδίδεται
σε ζωντανή σύνδεση
με τις οθόνες μας.
πες « ζήτω η επανάσταση »
μην φοβάσαι ρε

ποτέ μου δεν περίμενα ότι θα νικήσουμε
ανεργία με ταμείο, άφθονο πιε
και κάνα ιδανικό να μας συγκεντρώνει που και που
συμβασούλες για το χειμώνα και πάλι ήλιος. Όλε
ζούμε σαν τους ήρωες που διαβάζαμε
μπορεί και καλύτερα
οι άλλοι εξάλλου είναι στις τρύπες τους

ευτυχώς κατά την διάρκεια των αιώνων
υπήρξαν ευλογημένοι άνθρωποι
που δεν κατάφεραν ποτέ
να σηκώσουν κεφάλι
από τον μόχθο τους
γλυτώνοντας μας
από ακόμα περισσότερη ποίηση

View original post