Κωνσταντίνος Μούσσας, Ποιήματα

Λ.Ζ΄

Σήμερα ο ήλιος καίει.
Κι ας μην τον άφησε η βροχή να κλείσει μάτι όλη την νύχτα.

Πώς να δικαιολογηθούμε που πάλι σκεφτήκαμε
το κάτασπρο καλοκαίρι στις αυλές και στις πλατείες;
Το κρυφτό στις αγκαλιές και στις αλάνες
το χνούδι του χειλιού και του ροδάκινου;

Πώς να δικαιολογηθούμε που φταίξαμε;

Λ.Η΄

Εξάγγελος και μύστης
στον θόλο της μεγάλης στοάς μπρος το θυσιαστήριο
των ψυχών κήρυκας κι απόστολος
είδα την αλήθεια.
Και πριν προλάβω να φωνάξω
έκρυψα τη φλόγα στην παλάμη μου
σφιχτά, όλο και πιο σφιχτά
ώσπου μ’ ένα ρίγος σαν ανατριχίλα θανάτου
λιγόστεψε και χάθηκε.

Έτσι λοιπόν σβήνουν τα όνειρα!

Λ.Θ΄

Κάποτε θα γυρίσω απ’ το σκοτάδι
πατώντας με τ’ ακράνυχα στα όρια της νύχτας.
Θα’ χω το βλέμμα στυλωμένο στον λαιμό και στη ράχη σου
βλέφαρα μολυβοκάρφια βουτηγμένα στο πρώτο δάκρυ.

Θα τιναχτώ με ορμή και την σκιά λυμένη
βραχνάς και πνιγμονή
μέσα από τοίχους, ξύλα, σίδερα και μνήμες
σαβανωμένος κέρινος και σιωπηλός
σαν τελευταίος πόνος που δεν βρίσκει πια
τίποτα για να πονέσει.
Ψυχοπομπός του κόσμου και λυτρωτής.

Αν ήταν όλα μάταια, θα ήταν τουλάχιστον κάτι.

*Από την ενότητα “Λόγος Τέταρτος” του βιβλίου ‘Αναμνήσεις από τη χώρα των ηττημένων”.

Χ. Π. Σοφίας, Δύο ποιήματα

ΜΑΥΡΗ ΣΗΜΑΙΑ

Στοῦ χρόνου τή λήθη δέ λυγίσαμε δέ σωπάσαμε
Παραμείναμε μέ τόν ἄνεμο τῆς πρώτης νιότης
Μέ τά φτερά του πετάξαμε στίς πράξεις τῆς φωτιᾶς
Στό τέλος τοῦ ἄγνωστου κλέψαμε τόν ἦχο τοῦ κύκλου
Καί ὅλο χαρά τσακίσαμε τή φόρα τοῦ βέλους
Σηκώσαμε ψηλά τή μαύρη σημαία
Ἔτσι φθάσαμε πολύ ψηλά ὡς τά ἄστρα
Δέν ἀφανιστήκαμε μέσα στῆς νύχτας τήν πυκνή βλάστηση.

***

ΑΓΙΑ ΑΝΑΡΧΙΑ

Δαγκώνει τά χείλη της καθώς ἡ ἀστροβροχή συνεχίζει νά πέφτει
Ἀγκαλιάζει τά παιδιά της
Τούς μιλᾶ γιά τήν Ἁγία Ἀναρχία
Τό ὁπλισμένο χέρι της
Τήν νεανική της φλόγα
Τήν περπατησιά της
Τό θάρρος της ὅταν πυροβολεῖ τόν καθρέπτη καί τίς μισές λέξεις
Τήν ἱερή ὀργή της γιά τούς ἀνθρώπους πού σιωποῦν
στό φῶς τῆς ψυχῆς.

*”Αγία Αναρχία” – Ποιητικό Μονόφυλλο, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2016.

Γιώργος Καλοζώης, Η εξιλέωση

Του Κ. Ρεούση

Πατέρα πλοίο
που σ’ έχω υμνήσει τόσες
φορές μη με ξεχάσεις
όταν έρθει η ώρα
χωρίς συνοδεία άλλων ωρών
όταν έρθει το πονοθραυστικό
άσε με να σου χτυπήσω
λίγο το έρμα είμαι ο μικρός
σου ταπεινός ύφαλος
ή το κήτος που ξέχασες ότι
υπάρχει την ώρα των κοσμικών
βραβεύσεων θα είμαι αποσυρμένος
απλώς σε ρωτώ σε ποια ηλικία
πάντα σκοτώνει ο υιός
τον πατέρα;
Κάποιοι μπορεί να τρομάξουν
και να πουν μα τι λέει ο
μικρός το δέμας
απονενοημένο θα πουν ήταν
το ποίημα το κύμα το σήμα
που πάνω του επιτύμβια στήλη
θα έχει στηθεί με μια μορφή
προεξέχουσα κατά τα τρία
τέταρτα
το ένα τέταρτο το βλέπει
μόνο όποιος μπορεί
να φανταστεί
πως ζει σε άλλη γη και πως
έχει έναν άλλο πατέρα
κάποιοι μπορεί να πουν
τίποτα δεν μπορούν να πουν
γιατί θα μασάνε πέτρες και
θα κάνουν πετρόφουσκες
μικρά κρύσταλλα Σβαρόφσκι
θα τους έχουν μπει στα
μάτια
και θα τα τρίβουν ενώ στοργικά
κάποιος θα τους λέει
σταματήστε να τρίβετε τα
μάτια σας με την οδοντόβουρτσα
σταματήστε να καθαρίζετε τ’
αυτιά σας με τα οδοντικά
νήματα
μη γαργαρίζετε άλλο τη μύτη σας
με διάλυμα
σεβαστείτε με μόνο
όπως ο Λάζαρος έμεινα τέσσερις
μέρες εκείθεν και τώρα
όδε και ώσπερ
Έχει και έναν πατέρα είπε ο
πατέρας την ώρα που ο
Λάζαρος συναντούσε πάλι
σαβανωμένος τον Χριστό

*Από τη συλλογή “Το μάθημα της περίληψης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011.

Θ.Δ.Τυπάλδος, Αίνιγμα

Στέκομαι σ‘ ένα λιβάδι.
Τα κίτρινα στάχυα, παίζουν με τον αέρα
ο ήλιος, μοιάζει με φίλος, μα δεν είναι:
Κλείνει στην αγκαλιά του
τα μυστικά ενός αργού θανάτου.
Ένα παιδί γράφει μ‘ ένα ξύλο στο χώμα.
Δεν μπορώ να δω καθαρά τι γράφει,
μπορώ όμως να φανταστώ.
Κοιτάζω πιο πέρα!… Μια κηδεία!…
Ναι, είναι μια κηδεία…
Τρέχω να δω από κοντά…
Στο φέρετρο τρέχω να δω τον νεκρό…
Απίστευτο!
Ο νεκρός, είναι ίδιος εγώ.
Απίστευτο!
Ο νεκρός, είμαι εγώ…
Στέκομαι σ‘ ένα,λιβάδι,
αλλά, δεν είμαι εκεί.
Είμαι μέσα στο φέρετρο και στην κηδεία μου πάω.
Ας συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου.
Αυτό είναι το τέλος.
Στέκομαι σ‘ ένα λιβάδι, αλλά δεν είμαι εκεί.

Πάτρα 1993

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Δύο ποιήματα

Προπαγάνδα

Τα μπλουζ της εργατικής ελίτ
και τα ζεϊμπέκικα στη φέξη,
ο κούκος στα σαλόνια
και τα reggae πάρτυ,
οι κόλακες στη Σταδίου
και τα χασίσια στο λαό,
οι λούστροι με τις βούρτσες τους
και τα κακέκτυπα βραβεία στα σχολεία της αποχής,
οι δούρειοι ίπποι,
τα τιμαλφή και μια σκελίδα σκόρδο για ένα δηνάριο,
και έχεις ό,τι θες.

***

Συναρμολόγηση

Υπομένεις την ύπαρξή σου διαλεκτικά.
Ταραντέλες και λικέρ βερίκοκο,
ιαχή στο σούρουπο ως ψεύτικο σινιάλο.
Γράφεις συνθήματα και αποδομείς
γνώμες, καταθέσεις πάνω σε λαδόκολλα.
Λογοτεχνικό σφαγείο στην ερημιά
τα δάκρυα των τυφλών που φωτίζουν τους φταίχτες,
τα θέλω του τρελού της γειτονιάς,
του ελάχιστου εαυτού.
Γολγοθάς χιλίων χριστιανών
τα αρώματα της πλάνης,
τα δηλητηριασμένα σουαρέ
Γράσα κάτω από τα νύχια και ιδιοκατασκευή.
Ντουέτα και ασημένιες κασετίνες.
Βερνίκι και άσπρο νήμα να πνίγει τις αλήθειες,
σε λιμάνι δεμένο με καραβόπανα το σκυλί,
λάμπες πολύχρωμες παρουσιάζουν τους κυματοθραύστες,
το ξερό κεφάλι του Μιχάλη
και οι φούντες που εκλάπησαν,
φουσκωμένα μπαλόνια
και άδεια κρασοπότηρα.
Ύστερα η περιπλάνηση.
Ο κουτσός των υπογείων να δημιουργεί σύμπαντα και εντυπώσεις,
για το τέλος ένα σεντούκι γεμάτο ευχές γα τους πολεμιστές
και ένα σκασμό τσιφτετέλια.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.

Michel Menache, Δύο ποιήματα

0 χορευτής στα χαλάσματα

Χορεύεις ή πεθαίνεις
Ahmad Joudeh

Θα πρέπει το χάος να φέρουμε εντός
για να γεννήσουμε το άστρο που χορεύει

Friedrich Nietzsche

Με τον φόβο στα σωθικά
και το κεφάλι ψηλά
ορθώνεται στο στρατόπεδο της Γιαρμούκ
στοχάζεται τη ρημαγμένη Δαμασκό
πέτρες που αιμορραγούν
και το σκυρόδεμα να καταρρέει
και τη βαρύτητα προκαλεί
και τις βόμβες
και τους ελεύθερους σκοπευτές
πρηνηδόν στο σκοτάδι
αγνοεί

Η Χομς αγωνιά
και το Χαλέπι μήνες
τη μανία των τρελών του Θεού υπομένει
τη λύσσα των μισθοφόρων και των αεροπλάνων
του Αλ Ασάντ
Στην Παλμύρα ο χορευτής στα χαλάσματα
τις πέτρες ξυπνά
ζωντανεύει
τον Τιβέριο
να δούμε
αφήνει το όνειρο του Αδριανού
ριγούν της Ζηνοβίας τα κοσμήματα
της αστραποβόλας σφετερίστριας
των αιώνων είναι η δόξα
το θάρρος των κατασκευαστών
ανορθώνει τους ναούς
σε τέσσερα βήματα
και το κορμί του το μέλλον σχεδιάζει
με τέσσερις πήδους
στον χώρο του θανάτου
οι μυώνες του είναι οι στήλες
κι οι ώμοι του κιονόκρανα

Απλώνεται, κι άλλο ορθώνεται
μ’ ένα πήδο τις προκλήσεις της Ιστορίας αποκαλύπτει

Ελπίδα στα όρια της χαράς
γυρίζει την πλάτη στην κοιλάδα
των τάφων είναι η χάρις και η ζωή
τα παιδιάτικά μας χρόνια
στη γη που ο θάνατος βίασε

Η Συρία στην καρδιά του χορευτή στα χαλάσματα
χορογραφία της ειρήνης
πορεύεται στο φως
ανοίγοντας πλήρως και ανεπαίσθητα τα βήματά του

Κάθε μετέωρη ανάσα
τον χαμένο κόσμο ξαναφτιάχνει
άδει ξανά το χάος που καπνίζει
στα χαλάσματα
Ο χορευτής στα χαλάσματα
αέρινος ισορροπιστής
στου χρόνου το σχοινί
ατελεύτητη γραμμή διανομής
του αίματος και της στάχτης…

***

Φαντάσματα του Τζιακομέτι

Η διάβρωση του αιώνα
σκάλισε το πρόσωπό του
με τα μπουρίνια
της βαρβαρότητας

Ο άνθρωπος που βαδίζει
δεν υποχώρησε
στους παράφρονες νεκροθάφτες του φωτός
αλλά η μορφή του
άπλωσε
με όλη τη σφοδρότητα
σαν το κόκκαλο
κάτω από το δέρας
της θλίψης
απ’ την πείνα
σπαραγμένο

Τον σκελετό ο Τζιακομέτι
στον άνθρωπο
ψάχνει
βλέπει εντός
αντικρίζει τον εαυτό του
στη δοκιμασία της ύπαρξης
αντίσταση των μυώνων
σε τροχιά γύρω από το μάτι
Όλο αυτό που το ψαλίδι
του καλλιτέχνη αποσπά
από την ύλη
είναι τα κύτταρα
οι νευρώνες
που στον χρόνο
το κορμί αλαφρύνει

Η ηλικία προσμετράιαι
μ’ ό,τι λείπει
μόνον η εμπειρία
παραμένει
θυσία
στις σάρκες

Ο άνθρωπος που βαδίζει
βήμα το βήμα σκάβει
τον μέσα του τάφο
με τη μανία
που τα ρίγη
κάτω απ’ το
δέρμα χαράζουν

II

Ένα σκυλί του τέλους του κόσμου
ένα σκυλί της αποκάλυψης
ένα σκυλί που βαδίζει ίσα μπροστά
μετά την εκατόμβη
ένα σκελετωμένο σκυλί
άδειο απ’ τη λύσσα του
μια σκυλίσια δυστυχία
χαμένη στο μηδέν
των ίσκιων
που άλλοτε
αποκαλούσαμε
οι άνθρωποι…

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”.

Gjoko Zdraveski, Δύο ποιήματα

Άστεγα βλέμματα

δεν ξέρουμε τίποτε ο ένας για τον άλλο
δεν ξέρουμε τίποτε για προαίσθημα του κακού και το έλλειμμα
που στη ρυτίδα κρύβεται
από το γέλιο που πέτρωσε

αυτού απ’ την άλλη πλευρά, στον ιδρώτα της παλάμης
δεν μπορούμε να πούμε
τον φόβο του θανάτου
και όλους τους άλλους
προσωρινούς αποχαιρετισμούς

στο «πώς είστε;», λέμε
«καλά, ευχαριστώ»
και εντός μας συνεχίζουμε
να λέμε την ιστορία

που μας ξερίζωσε απ’ τ’ όνειρο,
άστεγα τα όνειρά μας, απ’ τους περαστικούς
ψωμί
εκλιπαρούν.

***

Aς δραπετεύσουμε απ’ τον χρόνο

Ας δραπετεύσουμε απ’ τον χρόνο
που μας απειλεί με το τέντωμα του τόξου
και με το μικρό του βέλος μας στοχεύει

Αυτό θέλω να σου πω:
Αν το χέρι μου πάνω απ’ τον χάρτη περάσω
δεν θ’ αγγίζω τα βουνά ούτε τις κορφές

Δεν θα βραχώ κι ούτε τα χέρια μου θα σκονίζω
έτσι απόψε όταν το χέρι σου μέσα απ’ το σώμα μου περνά
δεν θα ’βρεις σκόνη ή άνεμο
ούτε τ’ όνομά μου
που πάντα ξαναγεννιέται

γιατί δεν ξέρω πόσος χρόνος
πέρασε απόψε
λεπτά, ώρες, χρόνια, ολάκαιρη ζωή
μπορεί

Μερικές φορές
όταν ψηλά κοιτώ και χάμω
δεν ξέρω ποια αυλακιά μοιάζει μακρύτερη
των αεροπλάνων στους αιθέρες
ή του σαλιγκαριού η γραμμή

* Ο Gjoko Zdraveski γεννήθηκε το 1985 στα Σκόπια και είναι ποιητής, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος. Διδάσκει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Νις. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Palindrome with Double Ν» (2010) και «House For Migratory Birds» (2013). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλές ανθολογίες και μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Τα δυο ποιήματα (ανα)δημοσιεύονται εδώ από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017.

Στάθης Ιντζές, από το Gadium

Τo σχέδιο πόλεως της Μιλήτου, που έμοιαζε με σχάρα.
έγινε το βασικό σχέδιο για τις Ρωμαϊκές πόλεις.

Στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Καισαρα και τον Πομπήιο.
ο Κικέρωνας πήγε με το μέρος του Πομπήιου.
Όμως ο Καίσαρας αφού νίκησε, του έδωσε αμνηστία.

(Κικέρωνος 1ος και 2ος κατά Κατιλίνα λόγοι.
μετάφραση: Ευστράτιος Τσουρέας)

Η Μίλητος που πλούτισε
εις βάρος της Λυδίας,
στην Κόρινθο που χτίσανε
τα τείχη
τ’ α π ρ ο σ π έ λ α σ τ α
κι οι μισακάρηδες
ελεύθεροι do joure
μα και de facto δούλοι.

Ο δεξιός τοίχος δεν τελείωνε,
κι ο αριστερός δεν έμοιαζε
με π α ρ α σ τ ά δ α.
Και το καθήκον να σφυρηλατείς
δύο σελίδες σαχλαμάρες
την ημέρα…
και να ’χεις τον Σκαύρο πρόθυμο
στα λόγια των Ισαύρων.
την ομοσκηνία στη Fidena για μήνες,
τα φίδια ίσα με τις λόγχες,
και το διάταγμα —ανήμερα Λουπερκαλίων—
ben veggio
or si come al popol tutto?

Κι αυτός ο Καίσαρας!
δεν του καίγεται καρφί
για των Γετών τις πανουργίες
και τα καμώματα των ισοπολιτών
δεν τον απασχολούν διόλου.
«Με βία και βρισιές
δε γίνεται επανάσταση…»
«…τους κυβευτές!
τους κυβευτές
να πάρετε από μπροστά μου»
διέταξε.
«Εκείνος ο Ελβίδιος κι η ευμένεια του υπάρχου»,
είπα με τρεμμάμενη φωνή.
«Καταραμένε Σύρα! Εσύ,
και το κρασί που μου ‘φερες».
«Οι οινοχόοι αφέντη μου
χειροκροτούσαν με τις γλώσσες».

Τι κι αν ο Πούλχερ
τα ’ψελνε στους ύπατους;
τι κι αν δεν εφαρμόζονταν
οι νόμοι του Πορκίου;
Η σύγκλητος χωλαίνει
και οι dcsignato
είναι προ των π υ λ ώ ν.

*Στάθης Ιντζές “Gadium”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Κινούμενη άμμος.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_7832

Sables mouvants

Démons et merveilles
Vents et marées
Au loin déjà la mer s’est retirée
Démons et merveilles
Vents et marées
Et toi
Comme une algue doucement carressée par le vent
Dans les sables du lit tu remues en rêvant
Démons et merveilles
Vents et marées
Au loin déjà la mer s’est retirée
Mais dans tes yeux entrouverts
Deux petites vagues sont restées
Démons et merveilles
Vents et marées
Deux petites vagues pour me noyer.

Jacques Prévert

Extrait de “Paroles

Paroles 1945

Δαίμονες και θαύματα

άνεμοι και παλίρροιες

μακριά ήδη τραβήχτηκε η θάλασσα

Δαίμονες και θαύματα

άνεμοι και παλίρροιες

Κι εσύ

Όπως ένα γλυκά χαϊδεμένο φύκι

στην άμμο του κρεβατιού κινείσαι ονειρευάμενη

Δαίμονες και θαύματα

άνεμοι και παλίρροιες

μακριά ήδη τραβήχτηκε η θάλασσα

Αλλά μες τα μισάνοιχτα μάτια σου

δυο μικρά παρέμεινα κύματα

Δαίμονες και θαύματα

άνεμοι και παλίρροιες

Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

View original post