Συνέντευξη της Αλήτις Τσαλαχούρη στον Μιχάλη Κατσιγιάννη

Η Αλήτις Τσαλαχούρη γεννιέται στην Καμίνα της Κεντρικής Αφρικής-Από το 1974 ζει στην Ελλάδα-Εργάζεται από δεκαέξι ετών σε εφημερίδες και περιοδικά στο τμήμα της διόρθωσης-Αποχωρεί για λόγους ψυχικής υγείας το 2010-Σπουδάζει στη Σχολή Σταυράκου- Σκηνοθεσία-Αναγκαστικά-Γιατί δεν υπάρχει τμήμα σεναρίου-Που πραγματικά την ενδιαφέρει-Και πραγματοποιεί μία ταινία μικρού μήκους “Οι δρόμοι περνάνε μέσα από τις πόλεις” βασισμένη σε διήγημα του Μπουκόφσκι- Η οποία παίζεται στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας-Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές-Όλες στις εκδόσεις της Οδού Πανός-Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα (2016)-Το Κάθαρμα (2020)- Ο Σάκος του Μποξ (2025)-Τον Φεβρουάριο του 2024-Για πρώτη φορά-παρουσιάζονται στο Θέατρο Τέχνης υπό τον τίτλο ‘’Χάρτινα Τραγούδια’’-Τέσσερα τραγούδια σε στίχους της-Με μουσική του αδερφού της-Συνθέτη- Φίλιππου Τσαλαχούρη και την ηθοποιό Λουκία Μιχαλοπούλου-Η πρώτη εκτέλεση των τραγουδιών είχε γίνει με τη φωνή της Λένας Κιτσοπούλου-Τον Απρίλιο του 2024- Παρουσιάζει για πρώτη φορά στο YouTube τη συλλογή της ‘‘Μια ωραία πεταλούδα’’- Πεζοποιήματα με τη συνοδεία μουσικής-Τη γραφή της την ονομάζει ‘‘πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα’’ και δεν περιέχει σημεία στίξης-Τη στίξη την κατάπιε η ψυχιατρική αγωγή-Αφήνοντας μόνο μία παύλα-


Στη συνέντευξη που ακολουθεί η Αλήτις Τσαλαχούρη δίνει τις απαντήσεις της σχετικά με τη λογοτεχνία και το έργο της. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την ποιήτρια για την απόφασή της να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Τέλος, μία επισήμανση προς τον αναγνώστη. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.
 
Πώς προσεγγίζετε τη γραφή;
-Από παιδί βλέπω τη γραφή ως προσωπική λύτρωση-Αυτό είναι η ποίηση για μένα-Προσωπική λύτρωση-Παρόλο τον επίπονο δρόμο της-Διασώζω με αυτήν το τομάρι μου και την ψυχή μου-Στα ‘’χαρακώματα’’ του απάνθρωπου κόσμου της ανθρωπότητας-Από την πλευρά της τεχνικής και της φόρμας-Η γραφή μου υιοθετεί την τεχνική της πεζοποίησης γραμμένης σαν τηλεγράφημα-Λείπουν εντελώς τα σημεία στίξης-Υπάρχει μόνο μία παύλα-Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της ψυχιατρικής μου αγωγής-Μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ στη στίξη- Που είναι μια πολύ σοβαρή διαδικασία-Παρέμεινε όμως η παύλα-Αυτή μεταφέρει τη σιωπή-Τις παύσεις-Τους κραδασμούς-Και την ένταση της ποίησής μου-Υπάρχει-δηλαδή-Μια εσωτερική στίξη-Που στον σύντομο-Κοφτό-τηλεγραφικό λόγο-Και με έναν κανόνα σχεδόν μουσικό-Μεταφέρει τις ιστορίες της ποίησής μου και τις κραυγές τους- Η ποίησή μου στο μεγαλύτερο μέρος της είναι ιστορίες ανθρώπων-Που ζουν στο σκότος των ψυχιατρείων-Των επειγόντων των νοσοκομείων-Των κρατητηρίων-Των διαμερισμάτων-Που φωτίζει μόνον η τηλεόραση-Των γηροκομείων-Στη Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας-Της βίας και της μοναξιάς- Όπως ονομάζω την Αθήνα-Είναι ιστορίες που μπορείς να βρεις μόνο στα μονόστηλα των εφημερίδων-Στα μονόστηλα-Που βάζουν οι συντάκτες ύλης στις εφημερίδες-Για να ‘’κλείσει’’ όπως όπως η σελίδα.
 
Πώς αντιλαμβάνεστε τη λογοτεχνία;
-Τη λογοτεχνία- Την ποίηση- Τις θεωρώ στον κόσμο της ανθρωπότητας-Όπου καλλιεργείται η απάθεια ως αρετή-Επαναστατική πράξη-Είναι ένας τρόπος να διεκδικηθεί η ελευθερία του λόγου και της σκέψης-Να ειπωθούν όσα δεν ειπώνονται σε δικό τους χωροχρόνο και στο υποσυνείδητο-Να αμφισβητηθούν κάθε μορφής εξουσία και φασισμός-Να εκφραστεί η ομορφιά-Που δυστυχώς- όπως είπε ο Ντοστογιέφσκι- δεν θα σώσει τον κόσμο-Αλλά μπορεί να σώσει μια ανθρώπινη ψυχή-Που μπορεί να βλέπει την Ομορφιά-στον κόσμο των ανθρώπων-Η λογοτεχνία δεν μπορεί να διαπλέκεται με την  εξουσία-Πρέπει να αμφισβητεί την εξουσία-Να είναι πολιορκητικός κριός για να προειδοποιεί- να επισημαίνει-να υπογραμμίζει τον εφιαλτικό κόσμο πριν αυτός ξημερώσει-Να σκιαγραφεί την ανθρώπινη ψυχή στα πάθη και στα όριά της-Που υπάρχει φόβος κι αναστολές να αγγιχτούν-
 
Ποιες είναι οι πιο σημαντικές επιρροές σας (εντός και εκτός λογοτεχνίας);
–Η ποίησή μου είναι επηρεασμένη από τους Αμερικανούς μπιτ ποιητές-Αλλά αγαπώ με πάθος πολλές γραφές-Που σίγουρα η καθεμιά την έχουν επηρεάσει-Ο κατάλογος είναι μακρύς- Υπάρχουν ακόμη επιρροές απ’ τη ραπ μουσική-Ξέρω πως ξενίζει αυτό-Αλλά πεποίθησή μου είναι πως υπάρχουν σπουδαίες ποιητικές φωνές στη ραπ μουσική- Κουβαλάω ακόμη τη μεγάλη μου αγάπη στον κινηματογράφο και στη σεναριακή γραφή-Στις δύο παρουσιάσεις που έκανα στην πρώτη μου συλλογή-Μου επισήμαιναν-Πως τα ποιήματά μου είναι σαν μικρού μήκους ταινίες-Η ποίηση μου όμως- πάνω απ’ όλα-βιώνει την πραγματικότητα Και τη βιώνει με έντονο τρόπο-Κάποιοι μου έχουν πει πως είναι σπαρακτικός-Μπορεί να έχουν δίκιο-Όλα μου τα ποιήματα είναι βιωμένα σε αυτόν τον απάνθρωπο κόσμο-Γράφω σε ένα ποίημα μου- Δανειζόμενη τα λόγια του μονάκριβου Σοπενχάουερ-Πως-‘’Αν τον κόσμο τον έφτιαξε ο Θεός- Δεν θα ήθελα να ήμουν αυτός-Η δυστυχία του θα μου είχε σπαράξει την ψυχή- Όμως τον κόσμο δεν τον έφτιαξε αυτός-Αλλά μια Έκρηξη Μεγάλη στο Κενό-Μία συμπύκνωση της ύλης τρομερή-Νετρόνια και άτομα-Κι ένα παγιδευμένο φως’’.


Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από την ποίησή σας;
-Τη συγκίνηση-Να νιώσει πως η ποίηση που έχει γραφτεί έχει βιωθεί- Πως δεν αποσκοπεί σε εντυπωσιασμούς-Δεν θολώνει τα νερά για να φαίνονται βαθιά-
 
Ποια είναι η σχέση της ποίησης και του ποιητή με την κοινωνία, τον πολιτισμό και την πολιτική;
-Δεν πρέπει να ζει σε φιλολογικούς κύκλους-Ούτε στην ασφάλεια των παρουσιάσεων και του λογοτεχνικού σιναφιού-Ο ποιητής- όπως γράφει ο Ρεμπό στις επιστολές του Ορατικού- είναι κλέφτης φωτιάς-Η ζωή είναι στο δρόμο και στην επιβίωση-Στην κοινωνία που υποφέρει να βγάλει το μήνα-Στον κόσμο των πολέμων-των διακρίσεων και της φτώχειας–Στη γενοκτονία που συντελείται στη Γάζα δύο χρόνια- τώρα-Μπροστά στα μάτια μας- υπό τα απαθή βλέμματα της διεθνούς κοινότητας-Ο πολιτισμός- και ο ποιητής ως φορέας αυτού του πολιτισμού-δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς να είναι ενεργοί στην πολιτική αμφισβήτηση και στον αγώνα κατά κάθε μορφής εξουσίας και φασισμού-Ο πολιτισμός και ο ποιητής πρέπει να κηρύττουν την ελευθερία και την ισότητα για όλους-όλες-ολ@-Μόνο με αυτόν το ρόλο αποκτούν το νόημά τους-Οι συναγελασμοί των ανθρώπων του πολιτισμού με την εξουσία είναι θλιβεροί…..
 
Υπάρχει λογοτεχνία σήμερα;
Βέβαια υπάρχει-Γράφονται σπουδαία βιβλία και στον κόσμο και στην Ελλάδα-Το περασμένο χειμώνα διάβασα τους ‘’Αθέατους’’ του Αλέν Νταμαζιό- ένα βιβλίο-μοναδικό σύμπαν-Πραγματική αποκάλυψη- Και στην Ελλάδα -γράφονται σημαντικά βιβλία και επειδή μου αρέσει πολύ να θαυμάζω Δεν χάνω την ευκαιρία να το εκφράζω διαδικτυακά γιατί μένω μακριά από την Αθήνα-Στις γραφές που με συγκινούν και με συναρπάζουν-Χαίρομαι πραγματικά για τις εκδοτικές επιτυχίες ή βραβεύσεις ομότεχνων- παρόλο που πιστεύω πως τα βραβεία δίνουν μια προσωρινή ακτινοβολία και όλα θα κριθούν από το χρόνο-Υπάρχει όμως ένα μείζων ζήτημα-Προβάλλονται περισσότερο από τα σχετικά λογοτεχνικά μέσα- και όχι μόνο- οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι και τα προβεβλημένα ονόματα ενώ υπάρχει και έντονο το στοιχείο της παρελθοντολαγνείας-Αλλά αυτό είναι το κατεστημένο σύστημα-Και μοιάζει δύσκολο να υπερκεραστεί-Θα πρέπει να αναζητείται και να δίνεται η ευκαιρία- Και στους μικρότερους εκδοτικούς οίκους-Σε αυτοεκδόσεις- Σε διαδικτυακές ποιητικές συλλογές και πεζογραφία- Σε αυτοεκδόσεις της σλαμ ποίησης-Δυστυχώς δεν τρέφω καμιά αισιοδοξία ότι θα αλλάξει ποτέ αυτό το σκηνικό- Αφορά όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής της χώρας-Στην οποία υπάρχει μεγάλη ροπή στη δημιουργία συστημάτων  εξουσίας και νεποτισμού-Ακόμη και σε χώρους που δεν το περιμένεις να συμβαίνει-Κι όμως συμβαίνει-Οι οποίοι ευαγγελίζονται τον πλουραλισμό και την ελεύθερη έκφραση-Ο καθένας δηλαδή και το ‘’μαγαζί’’ του-Και σε αυτό ευθύνονται πολλοί-Όχι μόνο αυτοί που κατέχουν τις θέσεις ευθύνης-Αλλά και αυτοί που επιλέγουν να επιβιώνουν ως δορυφόροι-Ασκώντας καλά την  ‘’τέχνη’’ των δημοσίων σχέσεων-Θέλω τέλος να σημειώσω-Πως με τις αιτιάσεις ότι γράφεται πολλή ποίηση στην Ελλάδα-Δεν συμφωνώ-Είναι προτιμότερο να γράφεται πολλή ποίηση από το να υπάρχουν βία κι ασχήμια-Στο τέλος- όπως ανέφερα και παραπάνω-ο χρόνος θα κρίνει και μόνον ο χρόνος-Ποια ποίηση θα επιβιώσει στις ψυχές των αναγνωστών.
 
Σας ευχαριστώ βαθιά
*Ησυνέντευξη δημοσιεύτηκε εδώ: https://ologramma.art/synenteyxi-tis-alitis-tsalachoyri-ston-michali-katsigianni/?fbclid=IwY2xjawMPxCxleHRuA2FlbQIxMQABHioQUEzOR2ZinvyRK0gGTbl2iJkyzyTsX6jDGsNklA-NGznn-y2u14NVMXX9_aem_qatxAbpUTMK4WC3NmyAACA

Lidija Dimkovska, Emptiness / Κενό

The owner of the house
of glass and bricks has died.
In the yard stand forlorn
the helicopter under the tarpaulin,
the motorbike leaning on the fence,
the two hens curled up,
one here, one there,
and the rooster,
waking up only himself,
(emptiness, emptiness)
wondering
what he’s still doing here.

An image crosses his mind,
of street prostitutes
warming themselves by a fire
while the clients in cars
drive in circles round them
pushing hard on the gas pedal,
and he and the hens
fly above them towards death.
Emptiness, emptiness.
The owner didn’t get to cut his head off,
but the rooster can no longer feel
his own head.

Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού
από γυαλί και τούβλα έχει πεθάνει.
Στην αυλή στέκονται εγκαταλελειμμένα
το ελικόπτερο κάτω από το μουσαμά,
η μοτοσικλέτα ακουμπισμένη στο φράχτη,
οι δύο κότες κουλουριασμένες,
η μία εδώ, η άλλη εκεί,
και ο κόκορας,
που ξυπνάει μόνος του,
(κενό, κενό)
αναρωτιέται
τι κάνει ακόμα εδώ.

Μια εικόνα περνά από το μυαλό του,
με πόρνες του δρόμου
να ζεσταίνονται δίπλα στη φωτιά,
ενώ οι πελάτες τους με τα αυτοκίνητα
κάνουν κύκλους γύρω τους
πατώντας δυνατά το γκάζι,
και αυτός και οι κότες
πετούν πάνω τους προς το θάνατο.
Κενό, κενό.
Ο ιδιοκτήτης δεν κατάφερε να του κόψει το κεφάλι,
αλλά ο κόκορας δεν μπορεί πλέον να αισθανθεί
το κεφάλι του.

*Μετάφραση από τα Μακεδονικά στα Αγγλικά: by Ljubica Arsovska και Patricia Marsh-Stefanovska. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Σχετικός σύνδεσμος: https://www.benningtonreview.org/twelve-dimkovska

Reading Greece: Viki Katsarou on Narrating the Collective Trauma of Women

Viki Katsarou was born in 1987 and lives in Athens. She is a graduate of the Department of Classics of the National and Kapodistrian University of Athens. She has done post-graduate studies in Greek Language and Literature, in Theater Studies and in the 8th Workshop of Publishing Editors of MIET. She has been working as a translator and editor for several years. She is the editor of The Ascent, the unknown until recently novel of Nikos Kazantzakis as well as of all of his new editions by Dioptra Publishing. She has written two poetry collections, Τα Κεράσια της Εύας [Eve’s Cherries] (Iolkos, 2018) and Παπούσα [Papusza] (Enypnio, 2021). Χαρακίδες [Scarred Women] is her third poetry book.


Your latest writing venture Scarred Women was recently published by Enypnio. Tell us a few things about the book. What about the title?
The title was inspired by a story I read about women in Lefkada during the Venetian rule in the Ionian Islands. It is said that they marked them on the face so that the Franks would not kidnap them. Thus, this myth inspired a collection of 44 poems dealing with the trauma of women. Obviously, the woman in love comes forth sometimes as a goddess, sometimes as an anonymous poetess and sometimes as a maenad; the woman who is constantly consumed by society, the woman who is in a constant internal dialogue about issues like motherhood, existence, value of life, loss, death, politics.


You dedicate the book to the women of your generation, those who died prematurely, were abused, excluded or differed from social norms. Ηοw is gender approached in your poetry? Would you say that there is an increasing focus on gender on contemporary poetic production?
My poetry has always been gendered, since my first book. However, in the last three years I have seen a sharp increase in young poets turning to gender issues, and I can only find this hopeful. Also, yes, I dedicate my book to women who have died prematurely or violently, but also to the women of my generation by including the matrilineal continuity of each of us. Every woman is the sum of the women who came before her, every woman is the sum of her traumas, every woman is the sum of all the women who were oppressed, whether or not they fought against patriarchy. I myself feel that I am standing here today because some other women succeeded and survived before me.


All your three poetry collections seem to draw inspiration from collective myths. How does reality interweave with mythological and historical elements in your books in your poems? Which are the main themes your poetry touches upon?
I draw from collective myth, which is intertwined with personal experience. When I sit down to write I am ready to do so. I will have already read enough, make drafts, I will have collected experiences. I like impersonating women and changing their history. I also find it a form of justice. They live through me and I live through them. I am always interested in the woman, the trapped woman, the enslaved, the caged woman, who ends up a rebel woman, a resurrected woman. In my first book the protagonist was Eva, who was not exiled, but left voluntarily because she refused to submit to an imposed love that was only demanding. Thus, she overturned the balance with the God-Man and wanted to re-establish a new form of relationship between them. My second book is more socially concerned apart from feminist. The same woman is incarnated again and again as a witch, who is constantly burned at the stake because she is disobedient to the rules of her time, and finally she chooses her last incarnation, that of the poetess, Papusza. A poetess cursed and exiled because she writes poems when she is not allowed to because she is a woman, but who in the end will gain not only full acceptance but also the leadership of her tribe.
Υοu are the editor of The Ascent by Nikos Kazantzakis, which was recently published by Dioptra. Tell us a few things about the historical background as well as the plot of the book.


In the mid ‘40s, after Zorba the Greek, Kazantzakis wrote The Ascent, an esoteric text, characterized by deep and liberating melancholy. His action takes place immediately after the war, in Crete and England. Kosmas, after an absence of twenty years and his major offer to the war, returns to his hometown, Megalo Kastro, together with his Jewish wife, Noemi, who carries the universal memory of the Holocaust, a woman who questions the value of life. Only a few days have passed since his father’s death and Crete is counting its wounds recalling personal stories of courage and pain. The man who comes out of World War II is a man who cannot think, a man who has not been saved, who is in danger, and Kosmas goes to post-war England to save this man. The personal cost of his choice is enormous. But this is the debt, this is the burden we all have to live with.


In this work, a number of autobiographical elements and real incidents of the Cretan writer’s life are brought to light that are part of the unpublished novel. Typical examples are (a) his BBC radio talk about Bernard Shaw, (b) his appeal to the intellectuals of the world for the establishment of an “International of the Spirit” and (c) his experience of recording the German cruelty. It is therefore a hybrid prose, between myth and history, which on the one hand assimilates real events, and on the other transforms different types of literary writing, revealing them masterfully in the author’s workshop, which in this case is the exuberant mind of Nikos Kazantzakis, who through his travels gathers images and experiences, and transforms them into art and letters.


Today, the necessity of the publication of The Ascent is especially proven, as it is a socio-political reflection of the post-war era of both Greece and Europe – and especially the English territory – through literature. Thus, a work with a clear anti-war character and a strong political message can consciously awaken its readers. The purpose of the book is to express its concerns both for the Greek and for the global political and social reality.


What is that makes the work of Kazantzakis both timely and timeless?
For Kazantzakis, beyond a formidable narrative ability, this element is the core of his speech. A deeply existential discourse, which confronts the great questions of man: life, death, God, man, freedom as a constant struggle, the ascent towards a life with value. No era can disregard these concerns, no screen can bypass them.


Which are the main challenges new writers face nowadays in order to have their work published? What role do social media play in the way people read and write? How is language affected in this respect?
One difficulty is that there are huge numbers of books being published that you can’t keep track of. Also, another difficulty focused on poetry is the small number of readers. An additional difficulty is being an unintegrated and lonely person, who does not easily join circles. I am not against social media. I at least know how poets of my generation use them: as emotional outbursts against injustice, existential crisis, social commentary, political positioning, as a means of making my struggle heard. But, on the other hand, I recognize that all this distraction they have brought has a negative effect on writing and reading by impoverishing the language.


How do young writers relate to world literature? Where does the local and the national meet the global and the universal?
We read translated literature enough, while access to translated literature is now easier than ever and it is up to us to indulge in this osmosis. In addition to this, I think that crucial steps have been taken in this direction in recent years on the part of many publishing houses.


*Interview by Athina Rossoglou. Teken from https://www.greeknewsagenda.gr/reading-greece-viki-katsarou-on-narrating-the-collective-trauma-of-women/?fbclid=IwY2xjawJRPH1leHRuA2FlbQIxMQABHdqpzgyzC0lrWCHTRwWJP7cwFYkdWBvQ_m6UTd6lPZszLwvA5JHsvdmV5Q_aem_rDk2Q9o9EEo986xgLf1XSw

Diane Di Prima, Revolutionary Letter #75 / Επαναστατική Επιστολή #75

RANT


You cannot write a single line w/out a cosmology
a cosmogony
laid out, before all eyes
there is no part of yourself you can separate out
saying, this is memory, this is sensation
this is the work I care about, this is how I
make a living
it is whole, it is a whole, it always was whole
you do not ‘make’ it so
there is nothing to integrate, you are a presence
you are an appendage of the work, the work stems from
hangs from the heaven you create
every man / every woman carries a firmament inside
& the stars in it are not the stars in the sky
w/out imagination there is no memory
w/out imagination there is no sensation
w/out imagination there is no will, desire
history is a living weapon in yr hand
& you have imagined it, it is thus that you
‘find out for yourself’
history is the dream of what can be, it is
the relation between things in a continuum
of imagination
what you find out for yourself is what you select
out of an infinite sea of possibility
no one can inhabit yr world
yet it is not lonely,
the ground of imagination is fearlessness
discourse is video tape of a movie of a shadow play
but the puppets are in yr hand
your counters in a multidimensional chess
which is divination
& strategy
the war that matters is the war against the imagination
all other wars are subsumed in it.
the ultimate famine is the starvation
of the imagination
it is death to be sure, but the undead
seek to inhabit someone else’s world
the ultimate claustrophobia is the syllogism
the ultimate claustrophobia is ‘it all adds up’
nothing adds up & nothing stands in for
anything else
THE ONLY WAR THAT MATTERS IS THE WAR AGAINST
THE IMAGINATION
THE ONLY WAR THAT MATTERS IS THE WAR AGAINST
THE IMAGINATION
THE ONLY WAR THAT MATTERS IS THE WAR AGAINST
THE IMAGINATION
ALL OTHER WARS ARE SUBSUMED IN IT
There is no way out of the spiritual battle
There is no way you can avoid taking sides
There is no way you can not have a poetics
no matter what you do : plumber, baker, teacher
you do it in the consciousness of making
or not making yr world
you have a poetics : you step into the world
like a suit of readymade clothes
or you etch in light
your firmament spills into the shape of your room
the shape of the poem, of yr body, of yr loves
A woman’s life / a man’s life is an allegory
Dig it
There is no way out of the spiritual battle
the war is the war against the imagination
you can’t sign up as a conscientious objector
the war of the worlds hangs here, right now, in the balance
it is a war for this world, to keep it
a vale of soul-making
the taste in all our mouths is the taste of our power
and it is bitter as death
bring yr self home to yrself, enter the garden
the guy at the gate w/the flaming sword is yrself
the war is the war for the human imagination
and no one can fight it but you / & no one can fight it for you
The imagination is not only holy, it is precise
it is not only fierce, it is practical
men die everyday for the lack of it,
it is vast & elegant
intellectus means ‘light of the mind’
it is not discourse it is not even language
the inner sun
the polis is constellated around the sun
the fire is central


ΠΑΡΑΠΟΝΟ


Δεν μπορείς να γράψεις ούτε μια γραμμή χωρίς μια κοσμολογία,
μια κοσμογονία,
απλωμένη μπροστά στα μάτια όλων.
Δεν υπάρχει κανένα μέρος του εαυτού σου που να μπορείς να διαχωρίσεις,
λέγοντας: αυτό είναι μνήμη, αυτό είναι αίσθηση,
αυτό είναι το έργο που με ενδιαφέρει, έτσι
βγάζω τα προς το ζην.
είναι ολόκληρο, είναι ένα σύνολο, πάντα ήταν ολόκληρο
δεν το «κάνεις» έτσι
δεν υπάρχει τίποτα να ενσωματώσεις, είσαι μια παρουσία
είσαι ένα παράρτημα του έργου, το έργο πηγάζει από
κρεμάμενα είδη από τον ουρανό που δημιουργείς
κάθε άντρας / κάθε γυναίκα κουβαλάει ένα στερέωμα μέσα του
και τα αστέρια σε αυτό δεν είναι τα αστέρια στον ουρανό
χωρίς φαντασία δεν υπάρχει μνήμη
χωρίς φαντασία δεν υπάρχει αίσθηση
χωρίς φαντασία δεν υπάρχει θέληση, επιθυμία
η ιστορία είναι ένα ζωντανό όπλο στο χέρι σου
και εσύ την έχεις φανταστεί, έτσι είναι που
«ανακαλύπτεις μόνος σου»
η ιστορία είναι το όνειρο του τι μπορεί να είναι, είναι
η σχέση μεταξύ των πραγμάτων σε ένα συνεχές
φαντασίας
αυτό που ανακαλύπτεις μόνος σου είναι αυτό που επιλέγεις
από μια άπειρη θάλασσα δυνατοτήτων
κανείς δεν μπορεί να κατοικήσει στον κόσμο σου
αλλά δεν είναι μοναχικός,
η βάση της φαντασίας είναι η ατρόμητη διάθεση
ο λόγος είναι η βιντεοκασέτα μιας ταινίας με σκιές
αλλά οι μαριονέτες είναι στα χέρια σου
οι πιόνια σου σε ένα πολυδιάστατο σκάκι
που είναι μαντεία
και στρατηγική
ο πόλεμος που έχει σημασία είναι ο πόλεμος ενάντια στη φαντασία
όλοι οι άλλοι πόλεμοι υποτάσσονται σε αυτόν.
η απόλυτη πείνα είναι η πείνα
της φαντασίας
είναι σίγουρα θάνατος, αλλά οι ζωντανοί νεκροί
επιδιώκουν να κατοικήσουν στον κόσμο κάποιου άλλου
η απόλυτη κλειστοφοβία είναι ο συλλογισμός
η απόλυτη κλειστοφοβία είναι «όλα ταιριάζουν»
τίποτα δεν ταιριάζει και τίποτα δεν αντικαθιστά
οτιδήποτε άλλο
Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ
ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ
ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ
ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΕΝΣΩΜΑΤΩΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟΝ
Δεν υπάρχει διέξοδος από την πνευματική μάχη
Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγεις να πάρεις θέση
Δεν υπάρχει τρόπος να μην έχεις μια ποιητική
ανεξάρτητα από το τι κάνεις: υδραυλικός, φούρναρης, δάσκαλος
το κάνεις με τη συνείδηση ότι δημιουργείς
ή δεν δημιουργείς τον κόσμο σου
έχεις μια ποιητική: μπαίνεις στον κόσμο
σαν ένα έτοιμο κοστούμι
ή χαράζεις στο φως
το στερέωμα σου χύνεται στο σχήμα του δωματίου σου
στο σχήμα του ποιήματος, του σώματός σου, αυτών που αγαπάς
Η ζωή μιας γυναίκας / η ζωή ενός άνδρα είναι μια αλληγορία
Καταλάβετέ το
Δεν υπάρχει διέξοδος από την πνευματική μάχη
ο πόλεμος είναι ο πόλεμος ενάντια στη φαντασία
δεν μπορείτε να δηλώσετε αντιρρησίες συνείδησης
ο πόλεμος των κόσμων κρέμεται εδώ, αυτή τη στιγμή, σε ισορροπία
είναι ένας πόλεμος για αυτόν τον κόσμο, για να τον διατηρήσουμε
μια κοιλάδα δημιουργίας ψυχής
η γεύση στο στόμα όλων μας είναι η γεύση της δύναμής μας
και είναι πικρή σαν τον θάνατο
φέρε τον εαυτό σου σπίτι στον εαυτό σου, μπες στον κήπο
ο τύπος στην πύλη με το φλεγόμενο σπαθί είναι ο εαυτός σου
ο πόλεμος είναι ο πόλεμος για την ανθρώπινη φαντασία
και κανείς δεν μπορεί να τον πολεμήσει εκτός από σένα / & κανείς δεν μπορεί να τον πολεμήσει για σένα
Η φαντασία δεν είναι μόνο ιερή, είναι και ακριβής.
Δεν είναι μόνο έντονη, είναι και πρακτική.
Άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα από την έλλειψή της.
Είναι απέραντη και κομψή.
Intellectus σημαίνει «φως του νου».
Δεν είναι λόγος, δεν είναι καν γλώσσα.
Είναι ο εσωτερικός ήλιος.
Η πόλη είναι συγκεντρωμένη γύρω από τον ήλιο.
Η φωτιά είναι κεντρική.


*Από το βιβλίο Diane Di Prima’s Revolutionary Letters, Silver Press, 2021. Αρχικά εκδόθηκε από το City Lights Books το 1971. Ακολούθησαν επανεκδόσεις το 1974, 1979,2007 και 2021.
**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Dina Kafiris (Ντίνα Καφίρη), Ωσάν Θεός

για τον Νάνο Βαλαωρίτη


Στιγμή μνημειώδης/ αυτή η κενή οθόνη/


συναντιέστε ξανά σαν παλιοί φίλοι/ κατά πρόσωπο/ χωρίς ίχνος απόρριψης/ χωρίς τεχνάσματα/ ατόφιο μυθιστόρημα χωρίς περικοπές/ παραμένεις πιστός/ ευελπιστείς πως οι λέξεις θα ξεπηδήσουν χωρίς τη συμβολή σου/ θα ξετυλίξουν μια ιστορία μπρος στα μάτια σου/ καλωσορίζεις τη σκέψη/ σταθμίζεις τις πιθανότητες/ οραματίζεσαι τη διασκευή/ αναρριγείς στην προοπτική/ την περίπτωση να επιβιώσει/ απελευθερωμένος από το αβάσταχτο ιδροκόπημα και τις άυπνες βραδιές/ ιδέες που ανακύπτουν όσο διαρκεί το πρωινό ρόφημα/ ή όσο μουλιάζεις μες στην μπανιέρα προσπαθώντας να σβήσεις τις έγνοιες της ημέρας/


μύτη χωμένη μες στην εφημερίδα/ κρύβεις το τσιγάρο που σε κατέστησε απόκληρο/ αναπολείς την εποχή που το μουτζουρωμένο σου τετράδιο βρισκόταν πλάι στην κούπα του καφέ κι εκείνο το πιστό πακέτο/ γιατί άραγε όλα πρέπει να αλλάζουν αναρωτιέσαι/ εκείνες ήταν οι ημέρες οι ευοίωνες/ οι ημέρες που έγραφες έπη/ προσμένοντας/ ξανά/ να αποπνεύσεις ένα μυθιστόρημα με την ίδια ευκολία που οι συγγραφείς υπερέβαλλαν στο πίσω μέρος μίας παμπ ή ενός καφέ/


η σιωπή σε ενοχλεί/ αθεράπευτα νοσταλγός του ήχου της παλιάς σου γραφομηχανής/ ο υπολογιστής ξέρει μόνο να ψιθυρίζει/ τaπ-ταπ τaπ-ταπ/ πιστεύεις ότι οι λέξεις κερδίζονται μόνο όταν τα δάχτυλα πονούν/ ανέλπιστα αυτό σε ευχαριστεί/ ούτε αρθρίτιδες ούτε επισκέψεις σε γιατρούς πια/ παρ’ όλ’ αυτά/ μελαγχολείς/ η οικειότητα έχει χαθεί/ οι λέξεις δεν φέρουν πια το βάρος τους/ παλιά η αόριστη λέξη είχε λόγο/ παλιά σκεφτόσουν την κάθε μία σχολαστικά/ παλιά το μελάνι τις τύπωνε στο χαρτί/ το ένα πλήκτρο μετά το άλλο/ τώρα είναι πολλές/ σειρές γεμάτες λέξεις/ που σβήνεις αβίαστα/ αντιγράφεις/ αποκόβεις κι επικολλάς/ θέλεις να νιώθεις τις λέξεις σου/ ένα βουβό πληκτρολόγιο υπαινίσσεται μυστικά/ γράφεις για να διαβαστούν δυνατά/ να ακουστούν φωναχτά πάνω από τον Τάμεση/ δεν έχεις τίποτε να κρύψεις/ κι έτσι επιθυμείς ο φορητός υπολογιστής σου να ξεφωνίζει αισχρολογίες/ γιατί η γραφή πρέπει να αποκτήσει κίνηση/ οι χαρακτήρες να διατρέχουν την ιστορία/ ευάλωτος γίνεσαι στα καπρίτσια τους/ δεν ξέρεις να προδίδεις/ (όχι ακόμα)/ θύμα των ελαττωμάτων των χαρακτήρων σου/ επινοείς ξανά τον εαυτό σου μέσα από το σώμα του κειμένου/


ο συγγραφέας λαχταρά να ανασάνει/ παλεύει να διαχωρίσει τη ζωή του από την άλλη τη φανταστική/ η πραγματικότητα δεν μοιάζει και τόσο ικανοποιητική/ αναρωτιέται ποιος έκλεψε ποιανού τη ζωή/ εσύ ή ο πρωταγωνιστής σου/ τι σημασία έχει/ είσαι το δίχως άλλο ζωντανός/ γεννήτορας φιλοδοξιών/ άπιστος με όσους πάνε κι έρχονται στο γραφείο σου/ δυστυχώς/ δεν μετατοπίζεσαι/ δεν μπορείς/ αφού μπροστά σου έχεις ένα δώρο πολύ μεγαλύτερο/ το πιο αυθεντικό δώρο/ την ταραχώδη περιπέτεια μίας ψυχής/ το δημιούργημά σου/ τι χαρά/ να τους πλάθεις έτσι χωρίς να τους αφήνεις περιθώρια να προσδοκούν μα μόνο να φοβούνται/ εσύ/ ο άρχοντας των γραμμάτων/ τους αφήνεις τρωτούς/ να αναζητούν τον εαυτό τους μες στο άδετο χειρόγραφο/ με το φόβο πως οι αδυναμίες τους καταγράφονται/ εσύ ο πανόπτης της ύπαρξής τους/ αν και η γοητεία για σένα κρύβεται πέρα από το οικείο/ δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον/ αρέσκεσαι στις συμφορές των ξένων/ ακολουθείς πιστά τις σκιές τους/ τις πατημασιές τους/ όσα τα χέρια τους αγγίζουν/ σε οδηγεί η διακριτικότητά τους/ τα τρωτά τους σημεία/ συλλέγεις κίνητρα για τις πράξεις τους/


οι εβδομάδες κι οι μήνες κυλούν/ το τελικό σου γραπτό είναι έτοιμο να βγει από το δωμάτιο/ να αντιμετωπίσει τους κριτικούς/ στα ξένα χέρια/ μοιάζει διαφορετικό/ περιστασιακά δεν εκτιμάται/ υποτιμάται/ πείσμονες άνδρες υπαγορεύουν τι μπορείς και τι δεν μπορείς να πεις/ και πώς να το πεις/ με άλλα λόγια/ τον τρόπο να εκφράζεσαι/ αμφισβητούν τους πειραματισμούς στο αφηγηματικό ύφος/ το έντονο ύφος/ το πατριωτικό συναίσθημα/ τη δογματική σου προσέγγιση/ παραμένουν πεπεισμένοι/ οι τάσεις παρέρχονται/ χαμογελάς σαρκαστικά/ καθώς περνάς από τις κλειστές λέσχες όπου στο όνομά σου γίνεται μνεία/ κι όμως υπακούς/


Γίνεσαι εμπορικό σήμα/ επιχείρηση/ αποκαλείσαι ο επόμενος Μπέκετ/ Τζόυς/ όλα γίνονται απρόσωπα/ τι απέγινε το λογοτεχνικό εγχείρημα άραγε/ πότε η πένα σου άρχισε να μιμείται τους σύγχρονούς σου/ πότε μελετητές από ιδιωτικά σχολεία άρχισαν να μπερδεύονται με τους αναρχικούς των μυθιστορηματικών σελίδων/ δεν ήταν άραγε οι προκάτοχοί τους που μεροληπτούσαν στο παρελθόν/ όταν αριστουργήματα αυτόκλητα παραγκωνίζονταν άγνωστα μεταξύ άγνωστων/ όταν οι μικροί εκδοτικοί οίκοι ήταν πιο τολμηροί/ τότε που τα κινήματα εξελίσσονταν/ και σχολές συγγραφέων ιδρύονταν/ σίγουρα/ πώς γνωρίζουν άραγε όσα οι ίδιοι δεν επιτέλεσαν/ τόσο αδέκαστοι να κρίνουν το ανοίκειο/ διαβάστε λένε/ όλα είναι στο διάβασμα/ τους αποκαλείς παράσιτα/ οι απ’ έξω/ όλοι εκείνοι που ποτέ δεν θα συγγράψουν ολοκληρωμένο μυθιστόρημα/ λάμποντας ανυπόμονα να αμαυρώσουν όσους τόλμησαν/ και πέτυχαν/ πανηγυρίζοντας την εξουσία τους δίχως ίχνος δισταγμού ή ενοχής/


αδιαφορείς/ η σωτηρία είναι στα χέρια των αναγνωστών/ το έγραψες για Εκείνους/ εσύ/ ο αφηγητής σε διαρκή αναζήτηση του ‘κοινού’/ έπρεπε να ειπωθεί/ για αυτό/ ανυπόμονα/ προσμένεις/ ευγνώμων για όποια ανατροφοδότηση/ να επιβεβαιώσεις αν έκανες το σωστό/ αν έθεσες κάποιο είδος δικαίου/ για τον βασικό σου χαρακτήρα/ για σένα/ ώστε όταν φεύγεις από το σπίτι κάθε πρωί να νιώθεις σίγουρος πως η επιλογή σου ήταν η σωστή/ πως άφησες τον πρωταγωνιστή σου να προχωρήσει δίχως τύψεις/ κι εσύ να απελευθερωθείς από την ευθύνη/ να επιστρέψεις εν τέλει στη ζωή του ερημίτη/ έτοιμος να αντιμετωπίσεις μια νέα ιδέα που προσμένει μια αρχή.


Αθήνα, 12 Φεβρουαρίου 2008


*Από τη συλλογή ‹‹Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα, σε μια πράξη››. Μετάφραση: Ελένη [Νέλλη] Μπουραντάνη. Εκδόσεις Γκοβόστη, 2024.

Abdellatif El Ouarari, Είμαι απλώς ένας κλέφτης

Δεν είμαι ποιητής.
Είμαι ένας δύστροπος.
Μαλώνω με όλους γύρω μου για τους πιο ασήμαντους λόγους.
Και μου έρχεται να τους επιτεθώ και να τους κατηγορήσω άδικα.
Ανάμεσα στους καγχασμούς των ηλιθίων, των κατά συρροή εγκληματιών και όσων πεθαίνουν για ωραία λόγια.
Δείχνω την αχαριστία μου ακόμη και σ’ εκείνους που οφείλω τα πάντα
και περιφρονώ τις χάρες τους.
Δεν ξέρω ποιος οδήγησε κάποιον σαν εμένα στην ποίηση,
έλεγα ψέματα όλο αυτό το διάστημα χρησιμοποιώντας κουφές λέξεις.
Η ποίηση είναι ένα φτωχό, χαζό πράγμα.
Δεν είναι σε θέση να απαλλαγεί από ληστές,
Τι μπορούν να κάνουν οι μεταφορές
Εναντίον ενός λακέ με κλεμμένα μετάλλια.
Είμαι απλώς ένας κλέφτης
Λεηλάτησα την κληρονομιά των πιο καλών ποιητών της γης που εργάστηκαν τόσο σκληρά
Για να αγκαλιάσουν το δέντρο της ζωής και να πουν
«Καλημέρα, ω κόσμε»
Στα πουλιά, στα λουλούδια και στις αναμνήσεις που ανθίζουν το ξημέρωμα.
Δωροδόκησα την Ιντερπόλ
Και παζάρεψα με τις ενώσεις των κριτικών που φορούν χοντρά γυαλιά
Αντάλλαξα τα μεταμοντέρνα εργαλεία αποδόμησης τους
Με έσοδα πωλήσεων από ιδρύματα για άτομα με αναπηρία
Και έθεσα τους πιθανούς εχθρούς μου σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Είμαι απλώς ένας κλέφτης,
Ένας πολύ επικίνδυνος κλέφτης και συνεργός των αραβικών καθεστώτων
Είμαι απειλή για την ασφάλεια του κόσμου. Διαταράσσω τον ύπνο του με τις κραυγές των αποκαλυπτικών ισχυρισμών μου.
Δεν νιώθω λύπη ή ντροπή για όσα έχω κάνει μέχρι τώρα.
Δεν κατανοώ τι λένε η ηθική και οι νόμοι όλη μέρα
Για να μετανοήσω και να σταματήσω να δείχνω το μεσαίο δάχτυλο·
Γιατί δεν έχω συνείδηση.
Μόλις πέσει η σκοτεινή, άναστρη νύχτα
Τα νύχια μου, τα αποστήματα και τα μαλλιά μου απλώνονται
Επίσης το ρούχο μου μακραίνει σέρνοντας τις αμαρτίες μου ξοπίσω.
Να ‘μαι ένας ποιητής που πεινάει για την κάτωχρη ώρα
Χαμένος σε εφιάλτες
Νομίζοντας τον ουρανό έναν κινητήρα αερίου
Όπου μέσα καίγονται οντότητες που δεν λέγονται
ενώ χιλιάδες τραχιά ποιήματα
Και σμήνη από λευκά θαλασσοπούλια
Σφαδάζουν κάτω από σκουριασμένες λόγχες.
Είμαι απλώς ένας κλέφτης,
Απλώς ένα βλακώδες και ζοφερό λεξικό
Προσπαθώντας να ξεφύγω με καταραμένες λέξεις
Και τη θλίψη του κόσμου.


*Abdellatif El Ouarari (γεν. 1972)


**Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου (από την αγγλική μετάφραση του Norddine Zouitni).


***Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/

Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, ΜΑΛΙΝΑ – Mετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης – Γλωσσική Επιμέλεια: Σταύρος Καραγιώργης – Εκδόσεις πότλατς

Θα σας μαρτυρήσω ένα τρομερό μυστικό: η γλώσσα είναι η τιμωρία.
Το Μάλινα, ένα μυθιστόρημα με αντιπατριαρχικό λόγο και ποιητική γλώσσα, κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις πότλατς σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη. Το 2026 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία δικαίως θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες γερμανόφωνες δημιουργούς του 20ού αιώνα. Το μυθιστόρημα Μάλινα εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1971, δύο χρόνια πριν απ’ τον τραγικό και άδικο θάνατο της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν έπειτα από πυρκαγιά στο διαμέρισμα της στη Ρώμη. Αυτό ήταν και το μοναδικό μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε κατά τη διάρκεια της ζωής της η από πολύ νωρίς βραβευμένη ποιήτρια, το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας υπό τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου».


Πάνω από μισό αιώνα μετά τη συγγραφή και την πρώτη έκδοση του Μάλινα, είναι πλέον φανερό γιατί αυτό το έργο ριζοσπαστικής σύλληψης, ενορχήστρωσης και εκτέλεσης μιας γυναίκας δημιουργού δεν ήταν δυνατόν να τύχει εν γένει θερμής υποδοχής από το ανδροκρατούμενο, ούτως ή άλλως, λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του. Η τύχη του πρώτου μεγάλου μυθιστορήματος μιας σπουδαίας ποιήτριας, το οποίο θα άνοιγε μια τριλογία, ήταν προδιαγεγραμμένη: απαξιώθηκε ουσιαστικά ως αυτοαναφορικό έργο και μάλιστα ως «ψυχόγραμμα κάποιας βαριάς πάθησης». Η απαξίωση αυτή, που τεχνηέντως στέρησε από το μυθιστόρημα την όποια λογοτεχνική αξία του και συρρίκνωσε την καθολικότητά του, παροπλίζοντάς το ως μεμονωμένη προσωπική υπόθεση –μιας συγκεκριμένης γερασμένης γυναίκας–, δεν οφειλόταν σε κάποια συνειδητά οργανωμένη συνωμοσία του ανδροκρατούμενου κατεστημένου. Αντιθέτως, η απαξίωση αυτή αποτελούσε εκπεφρασμένο σύμπτωμα της πατριαρχικής φύσης του, η οποία αδυνατούσε να συλλάβει και να κατανοήσει τη γλώσσα του.


Το Μάλινα υπερβαίνει ως δημιούργημα τα όποια στενά προσωπικά βιώματα της δημιουργού του· κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, βέβαια, ακριβώς επειδή η Μπάχμαν διέθετε την ευφυΐα να εντάσσει τα προσωπικά βιώματά της σε ευρύτερο πλαίσιο. Και φαίνεται ότι σήμερα είμαστε σε θέση –κάπως περισσότερο απ’ ό,τι πριν από μισό αιώνα και κάτι– να αντιληφθούμε την επίκαιρη ριζοσπαστικότητα του Μάλινα και να αφουγκραστούμε τον αντιπατριαρχικό λόγο που δημιούργησε η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν με το έργο της.


Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν


Μία από τις σημαντικότερες γερμανόφωνες ποιήτριες και συγγραφείς του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας, κοντά στα σλοβενικά σύνορα. Μεγάλωσε στη σκιά του ναζισμού και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εμπειρία που σημάδεψε βαθιά το έργο της. Εκτός από ποίηση, έγραψε διηγήματα, ραδιοφωνικά έργα, λιμπρέτα όπερας, δοκίμια και κριτικά κείμενα. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της στράφηκε συστηματικά στο μυθιστόρημα σχεδιάζοντας μία τριλογία με θέμα τη βία, την πατριαρχία και τα τραύματα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Το μόνο μυθιστόρημα αυτής της σειράς που πρόλαβε να ολοκληρώσει είναι το Μάλινα (1971), το οποίο σήμερα θεωρείται κλασικό φεμινιστικό κείμενο. Έζησε για μεγάλα διαστήματα στην Ιταλία. Πέθανε το 1973 σε ηλικία 47 χρόνων έπειτα από πυρκαγιά στο διαμέρισμά της στη Ρώμη.


Για τις εκδόσεις πότλατς


Oι εκδόσεις πότλατς δημιουργήθηκαν με σκοπό να συνδυάσουν κείμενα πολιτικής θεωρίας και φεμινιστικής κριτικής, καθώς και ψυχαναλυτικά δοκίμια.


Πληροφορίες
Μάλινα
Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν
Εισαγωγή, Μετάφραση, Επίμετρο, Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης
Γλωσσική Επιμέλεια: Σταύρος Καραγιώργης
ISBN: 978-618-86767-8-7
Σελίδες: 338
Tιμή: 20 ευρώ
Εmail επικοινωνίας: editions.potlatch@gmail.com
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6980960529

Richard Brautigan, Πέντε ποιήματα

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

Μια ζεστή βροντή και καταιγίδα με αστραπές
απόψε στο Τόκιο με πολλή βροχή και ομπρέλες
γύρω στις 10 το βράδυ.
Προς το παρόν αυτή είναι μια μικρή λεπτομέρεια
αλλά θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ σημαντική
μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια όταν αρχαιολόγοι
θα ψάχνουν στα ερείπιά μας, προσπαθώντας
να μας κατανοήσουν.
.
Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976


*


ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΜΕ ΣΤΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ

Σταματήσαμε στις υπέροχες μέρες
και βγήκαμε από το αυτοκίνητο.
Ο αέρας έριξε μια γρήγορη ματιά στα μαλλιά της.
Ήταν τόσο απλό.
Γύρισα να πω κάτι-


*


ΖΩ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ

Ζω στον εικοστό αιώνα
και ξαπλώνεις δίπλα μου. Ήσουν
θλιμμένη όταν ξάπλωσες.
Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για
αυτό. Ένιωσα απελπισία. Το πρόσωπό σου
είναι τόσο όμορφο που δεν μπορώ να σταματήσω
να το περιγράφω, και δεν μπορεί τίποτα
να γίνει για να σε κάνω ευτυχισμένη ενώ
κοιμάσαι.


*


ΣΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ


Δεν με νοιάζει πόσο γαμημένα έξυπνοι
είναι αυτοί οι τύποι: βαριέμαι.
Όλη μέρα βρέχει απαίσια
και δεν έχω τίποτα να κάνω.


*


Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ


Μ’ αρέσει αυτός ο ταξιτζής,
τρέχει στους σκοτεινούς δρόμους του Τόκιο
λες κι η ζωή δεν έχει νόημα.
Νιώθω, ακριβώς, το ίδιο.
Τόκιο, 17 Ιουνίου 1976, 10μμ.
.
*Μετάφραση: Σ.Θ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Οι μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι

Απεκρίθησαν Σιδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «… γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας, ου προσκυνούμεν». Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμου… και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδάχ, Μισάχ και Αβδεναγώ εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην… Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου… Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα∙ και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου… ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον Θεόν εν τη καμίνω…
ΔΑΝΙΗΛ=
Ο Αζαρίας, ο Ανανίας και ο Μισαήλ, ο Κερουάκ, ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse, ο Arthur Rimbaud, ο Raymond Roussel, ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι, ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες, όπως
Ο William Blake
Ο Shelley
Ο Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ
Ο David Thoreau
Ο Henry Miller
Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman
Ο Έγελος
Ο Κίρκεγκαρντ
Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων
Ο Sigmund Freud
Ο Άγγελος Σικελιανός
Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ. Π. Καβάφης
Ο Μαρξ
Ο Λένιν
Ο Κροπότκιν
Ο Μπακούνιν
Ο Böhme
Ο Νίτσε
Ο Victor Hugo
Ο Μωάμεθ
Ο Ιησούς Χριστός
Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω -έκαστος στην ιδική του γλώσσα- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των, άπαντες, εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν, με λόγια που μεθερμηνευόμενα -όχι από τους ορθολογιστάς- το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές -τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα- φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.
Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα, (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.
Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Άρκ! ω Αθανάση Διάκο!), με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez suz les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των δοχείων που τα δυσώδη απορρίμματα περιέχουν (lâchez tout, partez suz les routes), απ’ τις κραυγές του γλυκασμού των συνουσιαζομένων και από τους στεναγμούς της ηδονής των αυνανιζομένων, απ’ των τρελών τις άναρθρες φωνές και απ’ των βαρέων καημών τις στοναχές, ως λάβα ζεστή, ή ως σάλπιγξ μιας αενάου παρουσίας, μα προ παντός ως σπέρμα, ως σπέρμα ορμητικόν εν ευφροσύνη αναβλύζον, αναπηδούν και ανέρχονται στον ουρανόν (Αλληλούια! Αλληλούια!) με μάτια εστραμμένα προς τα επάνω, άκαυτοι και άφθαρτοι εις τον αιώνα, μπεάτοι και προφητικοί (Αλληλούια! Αλληλούια!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και τώρα και πάντα (Αλληλούια! Αλληλούια!) με συνοδείαν των αγγέλων, και τώρα και πάντα, τον ερχομό και την ανάγκη (Αλληλούια! Αλληλούια!) τον ερχομό και την ανάγκη νέων Παραδείσων ψάλλουν!

Γραμμένο στη Γλυφάδα την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού, 17.8.1963.

Νάνος Βαλαωρίτης, Δειπνοσοφιστές

Σώματα χωρίς πρόσωπα συγκεκριμένα
Πρόσωπα χωρίς σώματα σχηματισμένα
Που σβήνουν μόλις σβήσει ο ήλιος
Με το θόρυβο μιας γραφομηχανής
Με μπράτσα γυμνά ρωμαλέα στο πλάι τους
Αντρειωμένοι ροχαλίζουν στον ύπνο τους
Και βλέπουν πως το χάος τούς νίκησε
Στα σιδερένια σαλόνια του ύπνου
Εξαϋλωμένα αισθήματα στην παραλία
Των υπνοδοχείων της Μέσης Κατηγορίας
Καμωμένη από χρώματα και αρώματα
Η ωραία Ελένη ντυμένη της μόδας
Ρεμβάζει κι αναρωτιέται τί κάνει
Καθισμένη σ’ ένα τραπέζι με άλλους
Κοιτώντας νωχελικά το αργόσχολο
Πλήθος της ζέστης της άσπρης σεζόν
Κι εγώ προσπαθώ να την πείσω
Να κάνουμε μπάνιο τη νύχτα οι δυο μας γυμνοί
Αφήνοντας στην παραλία τα ρούχα μας
Και με ρωτάει αν το νερό θα’ ναι κρύο