Κι αφού μάθαμε τόσα πολλά
Για το ψύχος, τους φράχτες και το φεγγάρι
Για το καθένα χωριστά μα και για όλα μαζί
Αναγκαστήκαμε, προκειμένου η γνώση αυτή να στεριώσει
Να πιστέψουμε πως κάποιος μας αγαπά
Ακριβώς όπως και μεις μπορούμε να τον αγαπήσουμε
ΕΞΟΧΗ
για τη φωτογραφία και την κριτική

Ο ουρανός είναι από στάχτη,
τα δέντρα είναι λευκά.
Τα καμένα καλάμια
είναι μαύρα κάρβουνα.
Το αίμα πάγωσε
στην πληγωμένη Ανατολή.
Το βουνό άχρωμο χαρτί,
είναι τσαλακωμένο.
Η σκόνη από τις δημοσιές
κρύβεται στα φαράγγια.
Οι πηγές είναι θολές
κι οι βάλτοι ακίνητοι.
Τα κουδούνια των κοπαδιών αντηχούν μέσα σ’ ένα γκρίζο κοκκινωπό,
και το μαγκανοπήγαδο
τέλειωσε το κομπολόι τις προσευχές του.
Ο ουρανός είναι από στάχτη,
τα δέντρα είναι λευκά.
F.G. LORCA
1920
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ Α’
Θεόδωρος Στασινόπουλος, Ζωφόρος
Ι
α
Μέσα μου η Μνήμη της Θάλασσας
μαύρες πλεξούδες και κόκκοι της Άμμου
Ζωή που ζυμώσαμε μα δε γευθήκαμε
β
Μελέτη των Σημείων των Άστρων
στους Καιρούς των Ομοιόμορφων Πινάκων
είμαστε Πρόσφυγες, χωρίς διαπιστευτήρια
ΙΙ
Μέσα στο πλήθος
με τη μαυρομάλλα αγκαλιά
αιρετικά άσματα απαγγείλαμε
προσεγγίζει η ηχώ:
αφορισμών και μετάλλων
ΙΙΙ
Εσύ,
φυλακισμένη Αγιογραφία
σε Άυλον του Νου Ναόν
Ανταύγειες των Λύχνων
από την πλευρά της Κρύπτης
Συσσωρευτές του Χρόνου
πεπέρασαν το Χρόνο.
IV
Αράχνης Ιστοί στους λεπτοδείκτες
των Ενδόξων Σταθμών
στις έρημες Αίθουσες αναμονής
τα σκονισμένα Αμπέχωνα.
πλάθω με τον Νου
τη βοή των χαμένων Ανέμων
V
Στην Ομίχλη κινούμενοι ίσκιοι
θραύσεις Αγγείων Σπονδικών
στοίχισις στίχων εν’ στοίχοις
Έλλειμμα Σίτου
περίσσια Μετάλλου
Τρωάδες!!!
VI
Περιηγούμαι του φθινοπώρου τους κήπους
συλλέγω τα θραύσματα
τα αποκαΐδια των κωδίκων
Γυναικεία Στήθη
και τρίγωνα ηβικά
στο χλευασμό των Ιερόσυλων
VII
Νυχτερινές επισκέψεις
λιπόσαρκων μορφών
οσμές αιθάλης
Πολιορκούμε τις φρουρές
με τους διάφανους λίθους
των Λόγων μας,
την ξηρασία των Τοπίων
καταργήσαμε
VIII
Μετά την καταιγίδα
απομείναμε μόνοι
η αφεντιά μου,
της εξόριστης Αγαπημενης η μορφή
και το Κρανίο του Άμλετ
Κάτω από τα Φώτα της Πόλης
η παράσταση συνεχίζεται
Παραμένω αθώος
IX
Ευωδία των Ροδανθών
κατά το υγρό πρωινό
στο Σχεδιαστήριο
το διάφανο κορμί σου
σημείο Στίξης
μιας αρμονίας συμπαντικής
Λευκά Γλυπτά στα βάθη
των μεγάλων Οριζόντων
X
Συνυγραίνονται
χείλη Ανθρώπων και Προτομών
μεταβολή χρωμάτων στις Λυχνίες
Καταρρέουσες του Αστυάνακτος οι Οπτασίες
διελύθησαν των Τηλεβόων οι μεμβράνες
ΔΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ
Ο ΣΙΣΥΦΟΣ ΑΠΕΔΡΑΣΕ!!!
*”Ζωφόρος”, Εκδόσεις Κέλωρ, Καλαμάτα 2013.
Ερίνα Εσπιρίτου, Τέσσερα ποιήματα
Με πέντε φωτογραφίες του Άγγελου Μπαράι
Ο Έρωτας
Ο έρωτας δεν ρωτά
Δεν ζητά το λόγο ευγενικά
Δεν αναγνωρίζει απαγορευτικά
Δεν υπολογίζει λογικές
Ζει κάτω από χόρτα ξερά
Έτοιμα να προκαλέσουν πυρκαγιά
Μέρα μεσημέρι στο τελείωμα του Αυγούστου
Ο έρωτας έρχεται
Σκαρφαλώνει στα πόδια σου
Τρυπά το στέρνο σου και μπαίνει μέσα σου
Κατακτά τα φρούρια
Σπάει τις πανοπλίες
Σε γυμνώνει
Σε αποτελειώνει
Σε συνθλίβει
Σε αφήνει μόνο
***
Λευκές κόλλες χαρτιού
λόγια χιλιοειπωμένα
για την αγάπη, τον έρωτα, το πρώτο φιλί
τις σταγόνες και τον ήχο της βροχής
την αλμύρα της μάγισσας θάλασσας
του ποταμιού την αδιάκοπη ροή
το γυναικείο κορμί που διψά
το λάγνο βλέμμα που σε μεθά
το άρωμα στα τσαλακωμένα σεντόνια
κι ένα κενό μαξιλάρι
το τυχαίο άγγιγμα
την πείνα της σάρκας
τις μύχιες σκέψεις
τα υγρά μάτια
τις κομμένες ανάσες
την απουσία
την σκέψη που οργιάζει
τα αδάμαστα όνειρα
το νου που ταξιδεύει
το σημαδεμένο χαμόγελο που στάζει γλύκα
το παιδί, που ζει ακόμα μες τα χαλάσματα της τύχης του
την παλιά γειτονιά
τους άγνωστους περαστικούς που βουίζουν σα μελίσσι
τους αδικοχαμένους φίλους που προσμένουν το δάκρυ
τις χαμένες πατρίδες να στέκουν γυμνές
κάτω από αχόρταγα βλέμματα
τα ξεθωριασμένα ιδανικά
το άγνωστο μέλλον που τρέχει πάντα ένα βήμα
πιο γρήγορα από σένα
το προκαθορισμένο τέλος
πώς να γεμίσεις μια σελίδα με φως
πώς να γιατρέψεις μια πονεμένη ψυχή
πώς να δαμάσεις έναν ανήσυχο νου
πώς να χορτάσεις τις ορμές
***
Ένα ματσάκι άρωμα
αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο
θα το έκανα σήμερα για να σου φέρω ζεστό καφέ
και να σου πω από κοντά μια καλημέρα,
ύστερα θα περπατούσα στην πόλη σου
στους δρόμους σου
θα άγγιζα τις εικόνες των ματιών σου
και θα ’κλεβα από μια γλάστρα
ένα ματσάκι άρωμα
για να θυμάμαι στην επιστροφή
αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο
θα ’μουν τώρα μια ανάσα από τα χείλη σου
***
Απώλεια Συχνότητας
Εσύ στρώνεις το κρεβάτι του πάθους
Και εγώ το καλό τραπεζομάντιλο
Απλώνεις τις επιθυμίες σου
Εγώ τα πιάτα από πορσελάνη
Είναι αγορασμένα με αγάπη
Θυμώνεις με τις αρνήσεις μου
Εγώ με τα θέλω σου
Βουτώ και βγάζω κοχύλια
Εσύ θησαυρούς
Φτιάχνω χαρταετούς
Πετάς με τα φτερά σου
Κι όταν κοιτώ τα άστρα
Έχεις στην αγκαλιά σου μια σελήνη
Ευτυχώς ακούμε μουσική
και ονειρευόμαστε σε διαφορετικές συχνότητες
*Από εδώ: https://meanoihtavivlia.blogspot.com.au/2018/02/blog-post_22.html?spref=fb
Στρατής Φάβρος, κι έπειτα η ζωή
Δεν έχει τίποτα νόημα μόνον το ηθικό χρέος στα παιδιά
κι έπειτα η ζωή, η ζωή μοναχά, μέσα στην ποίηση
Απεχθάνομαι τις μικρές και τις μεγάλες δουλειές
τις αποτυχίες και τις επιτυχίες
μια μελισσούλα σε ένα λιβάδι με μαργαρίτες
να μην υπάρχει αυτή η ανάγκη για νόημα
ή για εργασία ή θρησκεία ή θάνατο
θυμάμαι την εντύπωση του χειμερινού
θαλασσινού νερού
στα μάτια και στα ρουθούνια
αυτό ακριβώς είναι ζωή
Η λησμονημένη.
για τη φωτογραφία και την κριτική
VI
H λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε
η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε
η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε
η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε
η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε
η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε
η λησμονημένη είναι η πληγή που ανατρίχιασε
η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε
η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε
η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε
η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ 1945
Δημήτρης Βούλγαρης, Σημείωση 1
Επιστροφή.
Στην πόλη με το θλιμμένο πρόσωπο.
Αυτή τη φορά μόνος.
Το ίδιο τρένο. Το ίδιο δρομολόγιο. Τα ίδια τοπία.
Μόνο που τώρα πια χειμώνιασε και το σκοτάδι απλώνεται νωρίς. Σκεπάζει τις εικόνες και δοκιμάζει τη φαντασία και τις μνήμες.
Ο καπνός ζεσταίνει το μέσα μου, καθώς βαδίζω στον κρύο σταθμό με το σακίδιό μου στην πλάτη. Κοιτώ την ταμπέλα που γράφει Θεσσαλονίκη. Ρίχνω ένα βλέφαρο στον ουρανό και σκέφτομαι με μπερδεμένα συναισθήματα.
Πάλι στα ίδια. Πάλι εδώ. Αυτή τη φορά με άλλα δεδομένα. Λειψός. Εσύ κάπου ξεχάστηκες. Έστριψες σε λάθος γωνία. Πήρες λάθος τρένο/ίσως πάλι να χάθηκες στο χρόνο αναζητώντας μια μάσκα ή μια προσωπικότητα. Μπορεί να είναι το ίδιο.
Περίπου πριν ένα χρόνο υπήρχαν όνειρα. Τώρα υπάρχει η ανάμνηση εκείνου του χειμώνα.
Θα αγοράζω σαλέπι και θα περιφέρομαι μόνος στην πόλη όταν το κρύο πιάσει για τα καλά.
Θα χαζεύω τη θάλασσα και θα ζεσταίνω τα χέρια μου με τσιγάρα και χνότα.
Θα συνεχίσω να πηγαίνω στα βιβλιοπωλεία και να μαντεύω τι θα έπαιρνες. Πολλές φορές στη φαντασία μου θα σου τα χαρίζω. Ίσως να τα αγοράζω και για μένα.
Θα συχνάζω στα ίδια στέκια κι εσύ θα κάθεσαι στο απέναντι τραπέζι, αλλά δεν θα σε φτάνω.
Θα βουλιάζω και θα πνίγομαι στο φλιτζάνι μου.
Θα με επαναφέρουν και θα είμαι τόσο μικρός.
Θα έχω μαζέψει τόσο που θα χάνομαι στις τσέπες του παντελονιού μου. Θα χρησιμοποιώ τα μανίκια μου για πετσέτα, να στεγνώνω τον βρεγμένο μου εαυτό.
Μετά θα φεύγω σκυφτός για να κρυφτώ ανάμεσα στις λέξεις και τα χρώματα. Βλέπεις η σχέση μου μαζί τους είναι αμοιβαία. Είναι επιλογή μου να με προδώσουν γιατί είναι εγώ. Όσο μπορώ εγώ να είμαι εγώ.
Ο χειμώνας προβλέπεται κρύος, χωρίς δέρμα.
Μόνος.
Τουλάχιστον πήρα ζεστά παπούτσια.
Τα πόδια μου με οδηγούν γοργά από τις σκάλες τουσταθμού στο δρόμο.
Ψιλά για εισιτήριο κι έφυγα.
*Από το βιβλίο “Κονστάνς”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2015.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πιο ρηχό ποίημα στην ιστορία της ποίησης
Αυτό είναι το πιο ρηχό ποίημα στην ιστορία της ποίησης.
Κανένα νόημα κρυμμένο από πίσω.
Και δεν προσπαθεί να διεκδικήσει τίποτα από σένα – ούτε απάντηση, ούτε πράξη.
Δεν προσπαθεί να διεκδικήσει τίποτα από σένα – ούτε καν από εκείνη.
Είναι το ίδιο άχρηστο με μια αγκαλιά.
Είναι μια κραυγή ενώ κοιμάσαι.
Είναι άλλο ένα ποίημα που μιλάει για εκείνο το κλισέ.
Άλλο ένα ποίημα που μιλάει για την αγάπη.
Για μια αγάπη τόσο δυνατή που θα έπρεπε ν’ αλλάξει τον κόσμο,
και δεν ξέρω γιατί δεν το έχει κάνει. Κάθε βράδυ αναρωτιέμαι γιατί δεν το κάνει.
Είναι μια κραυγή ενώ κοιμάσαι.
Είναι μια απάντηση στην ανυπαρξία που μας υπόσχονται,
είναι η μόνη επανάσταση που μπορώ ν’ αγγίξω.
Είναι το πιο ρηχό ποίημα στην ιστορία της ποίησης. Αλλά κάνε υπομονή.
Μένουν 27 λέξεις, μένουν 3 στίχοι.
Είμαι εδώ. Είμαι αληθινός. Γιατί αγαπάω. Την αγαπάω.
Και δεν ξέρω γιατί ο κόσμος παραμένει ίδιος.
Υποτίθεται πως είμαι ποιητής. Τι θα τους πω όταν με ρωτήσουν;
*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com
Ηλίας Ν. Μέλιος, Σχήμα όγδοο
1
αριθμός
αριθμός
αριθμός
αριθμός
αριθμός
αριθμός
αριθμός
αριθμός
αριθμός
ρητώς
2
έρωτας
έρωτας
έρωτας
έρωτας
έρωτας
έρωτας
έρωτας
έρωτας
rito
ερωτώ
3
θεωρία
θεωρία
θεωρία
θεωρία
θεωρία
θεωρία
θεωρία
θεωρία
θεώρημα
μυθιστόρημα
4
λογαριασμός
λογαριασμός
λογαριασμός
λογαριασμός
λογαριασμός
λογαριασμός
λογαριασμός
λογαριασμός
λογάριθμος
άρρυθμος
***
5
εκτός-εντός
εντός-εκτός
εκτός-εντός
εντός-εκτός
εκτός-εντός
εντός-εκτός
εκτός-εντός
εντός-εκτός
εξ όντος
ών
***
6
μηδενικό υπόλοιπο
μηδενικό υπόλοιπο
μηδενικό υπόλοιπο
μηδενικό υπόλοιπο
μηδενικό υπόλοιπο
μηδενικό υπόλοιπο
μηδενικό υπόλοιπο
μηδενικό υπόλοιπο
υπό το μηδέν
μηδέν υπέρ
***
7
praxis
praxis
praxis
praxis
praxis
praxis
praxis
praxis
praxi-τέλος
***
8
θάνατος
θάνατος
θάνατος
θάνατος
θάνατος
θάνατος
θάνατος
θάνατος
ζω – ζης – ζη –
ζω – ζεις – ζει
***
9
εντύπωση
εντύπωση
εντύπωση
εντύπωση
εντύπωση
εντύπωση
εντύπωση
εντύπωση
έτυμον
τύποις
10
υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμός
“περ’ ρεαλισμός
nadrealismus
hayer theology
he ken media
prat henyp
Oli Ahem
Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα
Ύμνος είς την Ερατώ
Χαΐρε ωραία ’Ερατώ
Που τούς σπόρους σου σκορπίζεις
στούς 4 άνεμους
Πού σε χέρσα γης ανθίζεις
όμορφο λουλούδι τού ρυθμού
Πού τό φέγγος σου όδηγεΐ μαναχικούς
ταξιδιώτες ποτιστάδες
Χαΐρε
Τά μυστικά σου δίδαξε με
Για να σου τραγουδώ
Τον έρωτα
Χαΐρε ώ Χαΐρε ’Ερατώ
Πού στά πορσελάνινα εργαστήρια τής
γλώσσας είσαι σμίλη
Πού στο γλέντι ωραίων Κούρων καί Κορών
μεθυστικό κρασί
Πού στο νεκροκρέββατό τους
προσκέφαλο
Χαίρε ωραία ’Ερατώ
Τ’ ολοκαύτωμα τού έρωτά μας
”Ας γίνει χορός γεννέθλιος
Τής ποίησής μου
Χαίρε ώ Χαΐρε ’Ερατώ
Πού μπαινοβγαίνεις στούς καθρέφτες
σαν στό σπίτι σου
Πού άπ’ το πλευρό σου πλάθεις
Όρφέες
Πού μέ τό φιλί σου
τούς σκοτώνεις
***
Ένα κοχύλι σφύριξε’ κ’ ευθύς
Ένα κοχΰλι σφύριξε κ’ ευθύς παντοτινό ήσύχασμα.
Στις κατακόμβες τής Ρώμης τρελλάθηκαν τρελλάθηκαν
“Οσοι καταφύγιο έκεί ζητήσαν.
Οι απολλωλότες έλεος ζητούν, από τον άγιο Αυγουστίνο,
Απλώνοντας γκριζοπράσινα χέρια, ν’ αγγίξουν
Τά κουρέλια καί τό ραβδί τοϋ αγίου.
Μ’ αυτός γνήσιος ποιητής, από φίλντισι καί μάλαμα,
Ρουφά τό μεδούλι άπ τό μηρό μιας νεαρής ζαρκάδας
Μέ τ άλλο τραβώντας τό τσεμπέρι του.
Δαχτυλοδείχνει τις ουράνιες κοινότητες.
Αλλοίμονο ’Αλλοίμονο, λέει. Ή απάνω — πόλη παραδέρνει
Στην άκόπαστη φουρτούνα των ανέμων.
Εκατόμβες αίματος στην απάνω — πόλη- καί πέφτει σ έκσταση.
0ι κλέφτες κυνηγούν τό αιολικό στοιχείο.
Τ άγρια θηρία σπάσαν τα κλουβιά.
Θάνατος σαρκαστής, αδύναμος ο άνθρωπος. Βλέπω βλέπω
Γυναικόπαιδα πέφτουν στη θάλασσα, γυρεύοντας σωτηρία,
Καί πνίγονται στ’ άγρια κύματα.
Τή μέρα η νύχτα διαδέχθη, τό χαλασμό γαλήνη.
Ό γκιώνης άκούγιεται μονάχα- κάπου κάπου, μια γάτα
Πού ψάχνει στα σκουπίδια για φαΐ.
*Από τη συλλογή “22 ποιήματα”, Αθήνα 1982.










