Γιώργος Λίλλης, Τέσσερα ποιήματα

KAPAOKE

φοράω τα τακούνια της μαμάς
ξέρεις, η μαμά έφυγε κι ο μπαμπάς
έρχεται πάντα σπίτι όταν έχει σκοτεινιάσει
του βάζω να φάει, δε μιλάμε
κουνάμε τα χέρια μας συγκαταβατικά
χειρονομούμε για την αγάπη
το δέντρο της αυλής το έκοψαν
ο παππούς και η γιαγιά δε ζουν πια
ο αδελφός μου έφυγε μετανάστης στη Γερμανία
κι εγώ προβάρω τον ρόλο μου
—ένας μονόλογος που θα διασύρει τον Μπέκετ
μασάω την κασέτα του Κραπ
στριμώχνω τον ήρωα
στην γωνία των παράξενων φθόγγων
και κλαίω
είμαι ο ήρωας που αγαπώ

***

ΚΛΟΥΒΙ

Λυπάμαι, τον παπαγάλο μου.
αυτό το περήφανο πουλί
στριμωγμένο στο κλουβί
να έχει ξεχάσει τα βροχερά
δάση του Αμαζονίου
και να προσπαθεί απελπισμένα
για μια φέτα πεπόνι
να μάθει να μιλά
την ανθρώπινη λαλιά.

Θαυμάζω τον παπαγάλο μου.
φαίνεται πως με τον καιρό
αποφάσισε να υποχωρήσει
έχει πια συνηθίσει το κλουβί
παριστάνοντας καθημερινά
τον ρουφιάνο
για μια φέτα πεπόνι
ναι. για μια φέτα πεπόνι ρε αδελφέ

***

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

ο γερο-Τζίμης γύρισε από τον πόλεμο
με μια σφαίρα στον δεξιό ώμο
αλλά δεν το έβαλε κάτω
παντρεύτηκε, έκανε παιδιά
όργωνε και έσπερνε κάθε χρονιά
κι όταν είδε πως τίποτα δε βγήκε απ’ αυτό
έφυγε μετανάστης στο Αμβούργο
να ξεφορτώνει στο λιμάνι μπανάνες
δώδεκα ώρες την ημέρα
κι ας πονούσε ο ώμος του
και τις νύχτες βογκούσε
ο γερο-Τζίμης ήταν σκληρό καρύδι
δεν το έβαζε κάτω
και με τα λεφτά που έστελνε
έθρεψε τη φαμίλια του
σπούδασε τα παιδιά του
χρόνια τώρα τον βλέπω στο καφενείο
με το ίδιο πάντα φθαρμένο σακάκι και τη μαγκούρα
τον γερο-Τζίμη που σπατάλησε
τα καλύτερα χρόνια της ζωής του
να κουβαλά μπανάνες
για να μεγαλώσει αυτά τα παιδιά
που ούτε ένα τηλέφωνο δεν τον παίρνουν
και με τη γυναίκα του οχτώ χρόνια πεθαμένη
τον γερο-Τζίμη που ονειρεύεται λιβάδια
ναι, λιβάδια
γεμάτα παπαρούνες

***

THE TANK MAN

λίγο πριν το μεσημέρι, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο
και κρατώντας μια σακούλα παντοπωλείου στα χέρια
στέκεται μπροστά σε μια σειρά από άρματα μάχης
στην πλατεία Τιεν Αν μεν της Κίνας

“υψώνοντας τη γυμνή γροθιά του μπροστά σε ένα Τανκ”
όπως έγραψε κάποτε ο Καμύ

το προηγούμενο βράδυ είχε προηγηθεί η εν ψυχρώ
δολοφονία χιλιάδων διαδηλωτών στην πλατεία
κι εκείνος, ένας σύγχρονος Δαβίδ ενάντια στον Γολιάθ

κανέις δεν έμαθε ποτέ το όνομά του

*Από τη συλλογή “Ο άνθρωπος τανκ”, Εκδόσεις Θράκα, Απρίλης 2017.

Χριστόφορος Τριάντης, Ποιήματα και μη

Πολλοί γράφουν ποιήματα
και πολλοί είναι που δεν γράφουν.
Ετούτοι στέλνουν μηνύματα και γράμματα,
εντυπώσεις από διακοπές και συνάφειες,
διακηρύξεις κι εξομολογήσεις
(συν τις διασκεδάσεις),
πιστεύουν ότι κάποτε θα γίνουνε ποιήματα
κι οι ρίμες θα συνταιριάξουν
με την αθανασία.
Μα κι οι γράφοντες ποίηση
παρακαλούν τους αναγνώστες
για συνδρομή.
Εκλιπαρούν για αποδοχή,
είναι οι νηστευτές μέσα σε άδειους λάκκους.
Μα δεν μένει ούτε μια προσευχή
άγραφη και νοερά,
καταντούν όλα ηθικολογίες,
κινήσεις στους δρόμους
με τα σκοτωμένα δελφίνια.
Οι περιπτώσεις των ονείρων
εξοβελίζονται απ’ τα γραπτά.
Η ομήγυρη αντιπαθεί
ότι δεν της ανήκει σαρκικά
και αποκλειστικά.

φωτογραφία – Ηλίας Θ. Παππάς

F.'s avatarΜονοπάτια

download (4)
Είμαστε εμείς τα παιδιά του νότου, ηλιοκαμένα
χαμογελώντας πλατιά κόντρα στα ρέλια και στον άνεμο
με βερμούδες λουλουδάτες, καπέλα ψάθινα
έρμαια θα ‘λεγες μες στο αιώνιο καλοκαίρι.

Δίπλα μας συστάδες από καρέκλες, τραπεζάκια
ποτήρια με καφέ στο άσπρο πλαστικό και τσιγάρα
προσεκτικά ακουμπισμένα στην άκρη του σκαμπό,
να μην αρπάξει το κάδρο από την κάφτρα.

Αγκαλιασμένους μας χάραξε τυχαία αυτή η στιγμή
ώμο με ώμο λάμποντας μες στο αλάτι
όπως μπλεγμένοι ο ένας μες στον άλλον
δοσμένοι ο ένας μες στον άλλον
αχώριστοι και μαρμαρωμένοι στην ευτυχία.

Είμαστε εμείς τα παιδιά του νότου, δίχως αρμούς
πατάμε πάνω στο κατάστρωμα και αναριγούμε
θιασώτες τούτης της μνήμης, της απαθανατισμένης
που δεν διέσχισε ποτέ τα κιτρινισμένα σύνορα
το γκριζαρισμένο περίγραμμα
μιας ζωής που έμεινε ως έχει εγκλωβισμένη.

Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Ανατάσεις».

Ο Ηλίας Θ. Παππάς έχει εκδόσει 2 ακόμη ποιητικές συλλογές:
– Λυρική Αρχή και Τέλος, εκδόσεις Εριφύλη, 1997
–…

View original post 7 more words

Αντιγόνη Ηλιάδη, Χωρίς θέα (Χ-ΧVII)

Χ.
όχι καινούργιο
όχι ανείπωτο
όχι ανανεωμένο

κατάρα στους συνήθεις υπόπτους
κουταλάκι έρωτα
δεν αφήσανε
στον νέο αιώνα

μείναμε με τις καταστροφές

ΧΙ.
βλέπεις οπίσθια
βλέπω ήχους
βλέπεις στήθια
βλέπω βοήθεια
βλέπεις μαλλιά
βλέπω γατιά
βλέπεις χρόνια
βλέπω λεπτά
βλέπεις λεφτά
βλέπω σκατά

πάραυτα η καύλα μας ενώνει
μικρή ωδή στον Αργύρη Χιόνη

ΧΙΙ.
το χιούμορ σου
ή εμάς θα στραβώσει
ή εσένα θα σταυρώσει

ΧΙΙΙ.
μιλάμε για ευτοπία
δεν ακούς
μιλάμε για δυστυχία
απουσιάζεις
μιλάμε για εξουσία
παρανοείς

συζήτηση ουσίας
ψάχνουμε μαλάκα

XΙV.
γκέτο το βλέμμα σου
μας χωράει
δεν μας χωράει

μεταναστεύουμε
σε ολονύκτιες
μπάρες

XV.
παθαίνω
ξηρασία
όταν
γυμνή
σου
θυμίζω
μόνο
τηλεόραση

ΧVI.
ο Κάφκα
δεν ήταν μόνο
κατσαρίδα

έγραφε και
γράμματα
στη Μίλενα


ΧVII.

τότε πράματα
πού πράματα
τώρα πράματα
πάλι πράματα

όλο στα πράματα
επιστρέφουμε

θαρρείς και σώματα
δεν είμαστε
σκέψη θαρρείς
δεν έχουμε

Vladimir Martinovski, Δύο ποιήματα

Το αληθινό νερό

Χαμένος σε λαβύρινθο με ράφια
μιας αχανούς αγοράς στο Πεκίνο
τα λόγια του ταξιτζή θυμήθηκα:

Δεν υπάρχει αμφιβολία: ο Θεός
έφτιαξε τον κόσμο αλλά τα υπόλοιπα
γίνονται στην Κίνα

“Και εδώ τα πουλάν”, σκέφτηκα
αντικρύζοντας τα όρη
με τα ομοιώματα ακριβών προϊόντων

που για λίγα γουάν
μπορείς να αγοράσεις. Έπεσα
έτσι τυχαία σ’ ένα

άνορακ στο χρώμα πράσινο ελιάς
μάρκας γνωστής. Για να με πείσει
φθηνά να τ’ αγοράσω

και ν’ αποδείξει πως ήταν αδιάβροχο
η πωλήτρια το έβρεξε
με το νερό του ποτηριού της

Κάποιες σταγόνες στο μέτωπο με βρήκαν
κι άλλες έπεσαν κάτω.
Το νερό είναι αληθινό, μου είπε

Αγόρασα το άνορακ και το φορώ
– κι όχι μονάχα στο βουνό. Το φορώ επίσης
όπου υπάρχουν βουνά

από κούφιες κολακείες και χτυπήματα στους ώμους.
Το φορώ ανάμεσα σε ψευτοπροφήτες
και τους φαφλατάδες με τις ατέρμονες δημηγορίες:

να μισείτε τον κόσμο όλο, τους γείτονες
ιδιαίτερα, γιατί αυτοί
πιότερο σας μισούν!

Φορώ το ψεύτικο άνορακ
ασπίδα στον χείμαρρο του ψεύδους
και το φορώ βλέποντας ειδήσεις

και το φορώ σαν κινητή υπενθύμιση
πως αληθινά πολλά ψέματα είναι
αλλά εσύ αλήθεια είσαι
σαν το νεράκι που πίνω

***

Η πόλη μάς ακολουθεί

Η πόλη θα σ’ ακολουθεί
Κωνσταντίνος Καβάφης

καταλάβαμε τελικά πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την πόλη.
Όταν φύγαμε για τα χωριά κολημμένα,
ραμμένα, στριμωγμένα το ένα στο άλλο
λιωμένα με την πόλη τα βρήκαμε
κι όταν φύγαμε για το βουνό
εκατοντάδες νέα σπίτια και διαμερίσματα
στα πόδια του ξεφύτρωσαν.

και την ορειβασία εγκαταλείψαμε
ξέραμε πια πως η πόλη θα μας προφτάσει
στον δρόμο προς την κορυφή, διάβολε, ήδη τα δάση
βρίσκονται στα μουσεία τις αργίες κλειστά.

Κι όταν πήγαμε στο αεροδρόμιο καταλάβαμε
ότι ο διάδρομος από το κέντρο της πόλης περνούσε
καθιστώντας μάταιη την πτήση: το εισιτήριο είναι μετ’ επιστροφής
κι όπου κι αν πάμε τα ίδια καταστήματα μας υποδέχονται
όπου πολλοί συμπατριώτες μας έχουν δουλειά.

Κι αν όλα τ’ άλλα μοιάζουν άλλα
το φεγγάρι στους ουρανοξύστες ίδιο θα ‘ναι.
Αναμφίβολα ο ταξιτζής της παλιάς μας γειτονιάς
από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο θα μας πάει,
ο κόσμος ένα μεγάλο χωριό είναι, θα μας πει.

*Ο Vladimir Martinovski είναι ποιητλης,μ πεζογράφος, δικιιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Διδάσκει Συγκριτική Ποίηση στη Φιλοσοφική Σχολή του Πενεπιστημίου Κύριλλος και Μεθόδιος των Σκοπίων. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.
**Τα ποιήματα αυτά, σε μετάφραση Γιώργου Γιαννόπουλου, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017.

William Carlos Williams, Tραγούδι Αγάπης

Ξαπλώνω εδώ και σε σκέφτομαι-

η κηλίδα της αγάπης
έχει απλωθεί στον κόσμο!
Κίτρινη, κίτρινη, κίτρινη
τρέφεται στα φύλλα,
χρωματίζει βαθυκίτρινα
τους κεράτινους κλώνους που γέρνουν
βαριά
προς ένα απαλό πορφυρό ουρανό!
Εκεί δεν υπάρχει φως
μια μόνο κηλίδα πυκνή σαν το μέλι
που πέφτει από φύλλο σε φύλλο
κι από κλώνο σε κλώνο
λερώνοντας τα χρώματα
όλου του κόσμου-

κι εσύ μακριά από εκεί
κάτω απ’ το κράσπεδο
(σαν το κόκκινο κρασί) της δύσης.

*Μετάφραση:Τάσος Κόρφης, εκδ. Πρόσπερος, 1979.

Τάσος Δενέγρης, Ιερά Οδός

Συνοικίες στα νοτιοδυτικά
Συνοικίες ντυμένες κουρέλια
Σχήματα καπνού σου κλείνουμε τις πύλες του ουρανού
Συνοικίες στα νοτιοδυτικά
Σουρούπωσε και σκίζονται
Στα στήθη της σιωπής σου
Σεληνιακά πετρώματα
Σεντόνια δίχως πτώματα
Σοβάδες πλίνθοι χώματα
Στην πόρτα της ντροπής σου.

Δημήτρης Τρωαδίτης, σου ζητώ να νιώσεις…

χάνεσαι στο μονοδιάστατο
σε συνηθισμένες πλοκές
και παρωχημένες ιστορίες

δεν σου ζητώ να θυμηθείς
σου ζητώ να νιώσεις

ο χρόνος δεν είναι αλγόριθμος

το παρελθόν ακολουθήθηκε από το παρόν
κι αυτό θα ακολουθηθεί από το μέλλον

και τανάπαλιν

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Από τις «Επιγραφές στην άσφαλτο»

κάθε

μορφή που στριγγλίζει σα σφαγμένο γουρούνι
σε πετάει από δω κι από κει
όπως οι αέρηδες τα άνθη του γιασεμιού·
σε ρημάζει.

εικόνες

συλούν παραστάσεις και καμώματα,
ασύγχρονοι κούκοι κηδεμόνες
ποντάρουν κάθε φορά στο ραντεβού με την τύχη τους
και συνεχίζουν στο κρίμα του ενός
να τραγουδάνε ψαλμωδίες.

Οι φρονούντες με τα μπρούτζινα αξιώματα
νηστεύουν την παρηγοριά σε πορφυρές νύχτες
και σαν αγρίμια ξεχύνονται
στης ανατολής το χάραμα, στο Χαρπούτ.

υποχρέωση

της άνοιξης,
μου λες, είναι
οι αδιέξοδες καληνύχτες,
οι ραγάδες της ακροποταμιάς,
τα χιλιοποτισμένα νυχτολούλουδα
που μπερδεύουν τους υδροχόους,
και οι γκροτέσκ επιγραφές στην άσφαλτο.

*Έκδοση Ανεξάρτητο Περιοδικό Τέχνης & Γραμμάτων Palinodiae
Eπιμέλεια έκδοσης: Γιάννης Καφούρος | Σχέδια, βινιέτες & κοσμήματα του βιβλίου: Víctor Alegría, Barbara Alan, Τάνια Καραμάνου, Hans Wechtlin, Jacques de Vaucanson. Πορτραίτο Ανδρέα Ελ Σαέρ: Ροδάνθη Κόλλια Ρίζου | Αυτοέκδοση Παλινωδίαι 2018 |

Διαβάστε περισσότερα: https://www.palinodiae.com/andreas-el-saer/