Visual poetry by Collective Effort Press & Friends

Visual poetry by Collective Effort Press & Friends is currently on show as part of ‘RingWORD’ an exhibition celebrating the power of creative exploration with language. The exhibition is open daily until March 26th at REALM’s ArtSpace which is the exciting new Maroondah City Council gallery and performance space in Ringwood Town Square (opposite the station). The exhibition features visual poetry by TT.O, Jeltje Fanoy, Peter Murphy, Sandy Caldow, thalia, Arjun Von Caemmerer & Tom Samek. Here are a few photos. Hope you come to see the exhibition.

Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα

κόκκινα μάτια

κόκκινα τα μάτια μας
όχι από την αγρύπνια
όχι από τον φόβο του θανάτου
αλλά γιατί πάνω στα τραγούδια μας
σκοποβολή παίζουν
στρατιωτικοί και ταγματασφαλίτες 
μαζί με αυτούς που τα μελοποίησαν
και μπιρ παρά τα ξεπουλούν
σε ανίερες συναλλαγές κι επικοινωνίες, 
όχι σύντροφε, μην ανησυχείς
κόκκινα δεν είναι τα μάτια μας
από τον φόβο του θανάτου
έτσι κι αλλιώς, όλοι κάποτε θα πεθάνουμε
και οι βασανισμένοι και οι βασανιστές,
κόκκινα είναι απ’ την ντροπή
που δεν τα προστατέψαμε
από τους νοσταλγούς της Μακρονήσου

***

αντιεθνικιστικό

πρωί Κυριακής στην πλατεία

κουλούρι Θεσσαλονίκης, τσιγάρο, καφές ελληνικός

φωτίζει ο ήλιος τα σκοτεινά πρόσωπα

ψάχνοντας σε μέρες πονηρές

μια δόση ελευθερίας,

στρίβω το βλέμμα, λίγο πιο ‘κει

μεγαλέξανδροι, παπάδες, σοβαροί καθηγητές

λόγους βγάζουν πύρινους, χριστιανικούς

για πόλεμο μιλούν και για αίμα,

α, κι εγώ που κάποτε νόμιζα

πως όλα αυτά ήταν πια μόνο ιστορία

στα κρυφά λαδώνω το περίστροφο

-ποτέ δεν ξέρεις που θα χρειαστεί-

κι ευθύς πάω περιφρούρηση

στην απεργία

***

αποκαθήλωση

η ζωή τραβάει την ανηφόρα

σε εθνικιστικά συλλαλητήρια 

χέρι χέρι με απογόνους ταγματασφαλιτών 

πάνω από τα πτώματα των εξόριστων 

πάνω απ’ τους βασανισμένους

φτύνοντας εκεί που κάποτε προσκυνούσε 

στη Γυάρο, στη Μακρόνησο, στην Ικαριά, 

ας είμαστε όμως ειλικρινείς, αδερφέ μου 

όταν μια ολόκληρη ζωή

υμνείς το λαϊκοπατριωτικό έναντι του ταξικού

στο τέλος πάντα καταλήγεις

ουρά του φασισμού

***

πλατεία Βικτωρίας

ο καπνός σου ανεβαίνει στο φεγγάρι
με λίγα κέρματα στην τσέπη
ανάλαφρα να κουδουνίζουν
αναρωτιέσαι αν σ’ αγαπά, αν σε θυμάται,
ο Νικ Κέιβ στο ραδιόφωνο αναπαράγει τη σκέψη σου
ή μήπως εσύ αντιγράφεις αλλότρια συναισθήματα
αναρωτιέσαι, αέρας σηκώνεται βαρύς, αφρικάνικος
σαρώνει υπόστεγα και σκηνές μεταναστών στην πλατεία
τρέχουν να κρυφτούν οι άνθρωποι
αλλά δεν έχουν τόπο
βρέχει, αργά, σιγά και βασανιστικά, σβήνει το τσιγάρο
χάνεται ο καπνός, υγρή σκόνη γίνεται
στους ώμους των φτωχών
χλωμό το φεγγάρι, ένα ροκ κομμάτι
σε βυθίζει περισσότερο στη μελαγχολία σου
τρέχεις, βοήθεια δίνεις όσο μπορείς, ένα παιδί αγκαλιάζεις
το παιγνίδι του χαμένο στη λάσπη
σαν νεκρός στρατιώτης στα χαρακώματα
σαν γεροντική ανάμνηση, σαν αγνοούμενος πολέμου
κλαίει το παιδί, ξαπλώνει στην αγκαλιά σου, κρυώνει
τραγικές φιγούρες μέσα στη βροχή,
δυο σώματα σ’ ένα, τρέχετε
η φωτογραφία σας αύριο πρωτοσέλιδο θα είναι
στα διεθνή πρακτορεία
κι εσύ, με τσιγάρο και πάλι,
σε κάποια συνέλευση αλληλέγγυων
μόνη θα σκέφτεσαι πως αν αντέξει το παιδί
τότε υπάρχει ελπίδα

***

παρακμή

έγινε η Ποίηση

ντεκόρ

στις νεοφιλελεύθερες ανησυχίες σας

έχασε την ψυχή της

παιγνίδι έγινε 
θυσία στους ισολογισμούς

προϊόν προς πώληση 

και ανταλλαγή 

με νέους ποιητές 

που με το παλιό συντάσσονται 

με την παρακμή 

λίγα ψίχουλα αναγνώρισης 

ζητιανεύοντας 

απ’ τους καταξιωμένους 

που ποντάρουνε 

στον θάνατο 

μήπως και το έργο τους 

αποκτήσει αξία 

για να διδάσκεται 

αύριο στα σχολεία 

ως έργο εθνικό 

ως έργο αναγκαίο 

για τις επόμενες γενιές, 

έγινε η Ποίηση 

παρηγοριά του εγωισμού σας 

έχασε την φωνή της 

στα μονοπάτια του κόσμου 

ξυπόλυτη, με σημαία της

μια φούστα γαλανόλευκη 

ψάχνει να βρει 

τον άνθρωπο

αλλά άνθρωπος πια 
δεν υπάρχει

Λεωνίδας Πανόπουλος / Σωτήρης Λυκουργιώτης, Τρία ποιήματα

ΟΔΟΣ ΤΡΙΩΝ ΝΑΥΑΡΧΩΝ

αυτό το μελαγχολικό κορίτσι που βαδίζει
πάνω στις ασφάλτινες κοίτες των αστικών φαραγγιών
σημαδεμένη από έρωτες ατάκτως
τετριμμένους
μπλεγμένη στα γενικά αδιέξοδα
μιας γενικής αφασίας
είναι η πατρίδα μας

στα χαϊμαλιά της σέρνει
τα απομεινάρια της παλίρροιας
και το ναυάγιο βλέμμα του Άμλετ
την ακολουθεί
ώσπου να γίνει πάλι νεκρή — στιγμή
στο αδιαχώριστο του χρόνου καρναβάλι

για ό,τι ακόμα εξαγγέλλεται
θα αρκεστούμε στη σιωπή
αφού το κορίτσι αυτό
είναι το μόνο που απομένει

***

ΠΑΡΑΔΡΟΜΗ

το στενό
που οδηγούσε τη φαντασία μας
στο σπίτι με το κόκκινο το φως
έγινε τώρα πεζόδρομος εμπορικός
γεμάτος καφέ και καταστήματα
καριέρες, πόζες και σαχλά ενσταντανέ

και μας αφήσανε τον έρωτα αμανάτι
να παίζει σα φάλτσα νότα, ντεμοντέ

αυτό θα πει: επικρατήσανε
σα ζόμπι
οι μπλαζέ

***

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

να πνίγεσαι απ’ τον ήλιο,
να μουρμουράς
σαν τα τζιτζίκια
τον καημό του καλοκαιριού
ντάλα μεσημέρι•

ύστερα
να ενώνεις δύο φέτες καρπούζι
αντικριστά και
ιδού να φτιάχνεις μία ωραία πανσέληνο

μένει τώρα
κάποιος θαρραλέος
να την κρεμάσει το βράδυ
μπουγάδα στην ταράτσα

*Από τη συλλογή ‘Αστικά λήμματα”, Εκδόσεις Anima Libri, Πάτρα 2017.

«Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις…»

(Αφιέρωμα: στη Διεθνή Ημέρα Ποίησης, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και την Εθνική Παλιγγενεσία)

«Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες / Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε / Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ / Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας // Το θέμα είναι τώρα τις λες» («Ο Στόχος»)

ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Τριπλό το σημερινό αφιέρωμα για: (α) για την Διεθνή Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου), (β) τον μεγάλο μας ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη (τον οποίο τιμά φέτος Η Βουλή των Ελλήνων)* και (γ) την επέτειο της εθνικής παλιγγενεσίας (25 Μαρτίου 1821). Λόγω αυτής της συγκυρίας, θεωρήσαμε ότι ο ουσιαστικότερος τρόπος για να αποτίσουμε φόρο τιμής σ’ αυτές τις επετείους, είναι μέσω των βαρυσήμαντων όσο και διαχρονικών στίχων του τιμώμενου ποιητή. Σε μια εποχή που η πολλαπλώς καθημαγμένη Ελλάδα περικυκλώνεται (για μια ακόμα φορά) από απειλητικά μαύρα σύννεφα («Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;» αναρωτιέται ο ποιητής στο ποίημα «Η αγάπη είναι ο φόβος…»), ο ωμός ποιητικός λόγος του Αναγνωστάκη (κατ’ εξοχήν «ποιητή της ήττας» της Αριστεράς – τι ειρωνεία!) παραμένει όσο ποτέ άλλοτε καίριος, προφητικός και αφυπνιστικός για όλους. Πρωτίστως όμως για την ελληνική πολιτική ηγεσία (τον Ηγεμόνα και τον… προαλειφόμενο Ηγεμόνα). Κι επειδή ο πολυάσχολος και πολυπράγμων Ηγεμών μάλλον δεν διαβάζει ποίηση, (όχι μόνο λόγω έλλειψης χρόνου αλλά, κυρίως επειδή, όπως επισημαίνει ο Αναγνωστάκης «“Γιατί”, όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος / μου ο Τίτος, / “Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μά- / ζες / Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώ- / τα» // Έστω. / Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κρι- / θείς» [«Επίλογος»]), για να τον διευκολύνουμε, σταχυολογήσαμε εμείς κάποιους ζωτικούς στίχους, τους οποίους επείγει να μελετήσει πρώτα προσεκτικά, πριν αναρωτηθεί: «Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση / (Αυτή εδώ η ποίηση, λέω) / Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους / Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό / Στις συνθήκες της ελευθερίας; («Σε τι βοηθά λοιπόν…»). Δεν είναι μια πολυτέλεια που οφείλει στον εαυτό του, αλλά μια αναγκαιότητα. Δηλαδή να στοχαστεί, να προβληματιστεί, και (ψυχολογικά τουλάχιστον) να αντιδράσει ποικιλοτρόπως, ταυτιζόμενος ίσως με αυτούς. Οι παρακάτω στίχοι δεν είναι παρά ένα κάτοπτρο για να δει ο Ηγεμών τον εαυτό του και την κατάστασή του (ατομική κι εθνική) στις σωστές τους διαστάσεις. Ή, αν προτιμά την αντίθετη εκδοχή του ποιητή, «[…] η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, / Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσω- / πό μας.) («Εκεί…»). Αυτό μπορεί να είναι το σημαντικότερο μάθημα αυτογνωσίας που ίσως παρέλειψε να κάνει ποτέ στη ζωή του.
Καλή ανάγνωση και περισυλλογή!…

*

Περί μοναξιάς της εξουσίας: «Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμο- / νημένοι / -Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; / […] Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθού- / με / Μες στις πολύβουες πολιτείες και στις έρημες θά- / λασσες…» («13.12.43»).
Περί πολέμου: «Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φαν- / φάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις ά- / ναρθρες κραυγές / […] Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλε- / μος! // Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα. / Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!» («Ο πόλεμος»).
Περί ναυαγισμένων ονείρων: «“Το καθετί τελειώνει μια μέρα,” “Τώρα είναι πια / πολύ αργά” // […] –Σωστά το καθετί τελειώνει είναι τόσο απλό και / φυσικό σαν το λες – / Μετρώντας ακόμη μια φορά ένα ένα τα ναυαγι- / σμένα μας όνειρα. / Πως ζήσαμε κι άλλο ένα βράδι την ίδια πάντα α- / ναμονή» («Εποχές 2, ΙΙ»).
Περί γκαντεμιάς: «Είπαν πως ό,τι αγγίζαμε ράγιζε. (Έπρεπε πια κι εμείς να το πιστέψουμε.) / Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκο- / πό στον ίδιο τόπο; / […] Κοιτάζαμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη και / μια άλλη συνηθίσαμε μορφή» (ό.π.).
Περί απαξίωσης: «(Και ποιος να μας προσέξει, ποιος / και να μας λογαριάσει / στη θέση που καθόμαστε;)» (ό.π., «V»).
Περί αλαζονείας: «Παίζουμε τη φυγή την ανεπίστρεπτη πίσω από / χάρτινες κουρελιασμένες πανοπλίες […] Δε μάθαμε, ήταν αλήθεια, καμία ποτέ μας προσευ- / χή, το μεγαλείο της ταπείνωσης» (ό.π., «VI»).
Περί αδιεξόδου: «Τα σύννεφα πέφτουν σωρός το ’να πάνω στ’ άλλο / Μια στιγμή θα φωνάξεις “βοήθεια!” κι ύστερα / πάλι σιωπή / –“Πάντα είναι αργά για καθετί” – μάλιστα τώρα / Που νιώθεις πως κοιτάζεις πια με δυο γυαλένια / μάτια» (ό.π., «VIII»).
Περί παρακμής: «Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φευγε μια μέρα από / κοντά μας / Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε απο- / τυχία / Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο – ολέθριος επίλογος – / Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής» («Επιτύμβιον»).
Περί αναπότρεπτου τέλους: «Φεύγουμε κι ίσως γελαστήκαμε στο τέλος / Ίσως να μείνουμε στο τέλος πάλι μόνοι / Τώρα που πια δε θέλεις δρόμο να γυρίσεις» («Τώρα…»).
Περί μη παραδοχής της ήττας: «Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως / εγώ / Δεν παραδέχτηκα την ήττα. […] Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω» («Κι ήθελε ακόμη…»).
Περί παλιμπαιδισμού: «Στ’ αστεία παίζαμε! / […] Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολο- / ένα / Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας / δεχτεί; // Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα / χαρτιά μας / Κλέφτες! / Στα ψέματα παίζαμε!» («Στ’ αστεία παίζαμε…»).
Περί κλεφτών: «΄Ενας κλέφτης / Κι άλλος κλέφτης / “Πιάστε τους κλέφτες” / (Ποιους κυνηγούσαν και ποιοι;) // Στεκόμουν στη θέση μου ακίνητος / Ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος / Στις φοβερές κραυγές / Κανείς δε μ’ ακούμπησε / Άναψα κι άλλο τσιγάρο // Ήταν για μένα μια ξένη ιστορία / Εγώ δε φοβόμουνα / Δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν / Δε με φοβόταν κανείς / Δεν είχα τίποτα να κλέψω απ’ αυτούς» («Ένας κλέφτης…»).
Περί καθίζησης: «Εσύ μόνο το ξέρεις / Πώς χάνεσαι τώρα πώς βουλιάζεις / Μέσα στα ωραία χρόνια στ’ άσπρα πουκάμισα // […] Εσύ μόνο το ξέρεις πώς βουλιάζεις / […] Στα χειροκροτήματα όταν περνάς / Στους ευγενείς ψιθύρους που πληθαίνουν μπρος / σου. // («Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύαν την πτώ- / ση σου») // Ενέδρες από χειροκροτήματα σαν κούφιες ριπές» («Εσύ μόνο το ξέρεις…»).
Περί αυτογνωσίας: «Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής / Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος / Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός / Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται. // (Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς.)» («Τώρα είναι απλός θεατής…»).
Περί προδοσίας: «–Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις / Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια, / Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας / Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια / Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς / αφτιά / Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλά- / τε. /Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε; // Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις // Να μην τις παίρνει ο άνεμος» («Ποιητική»).
Περί παραμυθιών: «Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια // […] Τώρα, τα βράδια κάθομαι και του μιλώ / Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι / σκοτάδι, […] Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα / παιδιά» («Στο παιδί μου»).
Περί της δυστυχίας τού να είσαι Έλληνας: «Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις / καλύτερες μέρες / Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λέ- / νε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους / Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η / αλυσίδα / Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά / των παιδιών των παιδιών τους. / Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υ- / ψώνεται η Τράπεζα Συναλλαγών / –εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυ- / τος συναλλάσσεται– / Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύ- / σεως / –εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, / αυτοί μετανστεύουν– / Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, / έλεγε κι ο Ποιητής / Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, / τις ωραίες εκκλησιές // Η Ελλάς των Ελλήνων» (Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ»).
Περί λογοκρισίας: «Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες / τις λογοκρισίες / Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σα- / πίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι / Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέ- / ξη / Αυτή που λέμε “ποιητική”: στιλπνή, παρθενική, / ιδεατώς ωραία. // Γράφω ποιήματα που δεν στρέφονται κατά της / καθεστηκυίας τάξεως» («Απολογία νομοταγούς»).
Περί πολιτικής αγωγής: «Οι τσαγκαράδες να φτιάνουν όπως πάντα γερά πα- / πούτσια / Οι εκπαιδευτικοί να συμμορφώνονται με το ανα- / λυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου / Οι τροχονόμοι να σημειώνουν με σχολαστικότη- / τα τις παραβάσεις / Οι εφοπλιστές να καθελκύουν διαρκώς νέα σκάφη / Οι καταστηματάρχες ν’ ανοίγουν και να κλείνουν / σύμφωνα με το εκάστοτε ωράριο / Οι εργάτες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην ά- / νοδο του επιπέδου παραγωγής / Οι αγρότες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην κά- / θοδο του επιπέδου καταναλώσεως / Οι φοιτητές να μιμούνται τους δασκάλους τους / και να μην πολιτικολογούν / Οι ποπδοσφαιριστές να μη δωροδοκούνται πέραν / ενός λογικού ορίου / Οι δικαστές να κρίνουν κατά συνείδησιν και εκ- / τάκτως μόνον, κατ’ επιταγήν / Ο τύπος να μη γράφει ό,τι πιθανόν να εμβάλλει εις / ανησυχίαν τους φορτοεκφορτωτάς / Οι ποιητές όπως πάντα να γράφουν ωραία ποιή- / ματα» («Προσχέδιο δοκιμίου πολιτικής αγωγής»).
Περί δημιουργικής ασάφειας: «…Και βασικά, λείπουν οι προεκτάσεις // Αυτή η γοητευτική ασάφεια που υποβάλλει / Δεύτερα πλάνα και απρόσμενες προοπτικές / Που θέτει θέματα ερμηνείας, συζητήσεων, / Υποδηλώνει δομές και αποκαλύπτει ουσίες / Λείπει η παρθενικότητα στην έκφραση, το άλλο / Εν τέλει η πρισματικότης των πραγμάτων – λες / Κι έχετε στο χέρι ένα σφυρί και σαν τους γύφτους / Σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι. // –Σαν τους γύφτους / σφυροκοπάμε / αδιάκοπα / στο ίδιο αμόνι» («Κριτική»).

(*Πρόκειται για έκθεση με τίτλο: «Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες. Η ζωή και το έργο του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη», που διοργανώνει το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία. Η έκθεση φιλοδοξεί να αναδείξει το αποτύπωμα της ζωής και του έργου του ποιητή. Δηλαδή την ποιητική και πολιτική ηθική του, σύμφωνα με τους διοργανωτές. Η έκθεση (12 Φεβρουαρίου έως τέλη Οκτωβρίου 2018) εντάσσεται στο πρόγραμμα της διοργάνωσης «Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου 2018» της UNESCO και η είσοδος είναι ελεύθερη στο κοινό. (Βασιλίσσης Σοφίας 11, είσοδος από οδό Σέκερη).

*Ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής) και συγγραφέας.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Από το “Έκαστος εφ’ ώ ετάφη”

1.

στον φιλόσοφο δεκανέα Ν.Τ.

Δεν ήξερα πια
Δεν ήξερα πια τι να πω
Δεν ήξερα πια τι να σκεφτώ

Αν η σιδεριά του οπλοβαστού
ήταν μια άλλη φυλακή
Αν ο σχοινοβελός ήταν ένα οδοντικό νήμα
που χάιδευε τα αποφάγια
Αν η υπερυψωμένη σκοπιά καυσίμων
με τον χαλασμένο προβολέα
ήταν ένα καμένο σπίρτο

Μου αρκούσαν
το κρύο
και κάποιοι εσωτερικοί διάλογοι
με τον αυτοκτόνο δεκανέα

Στο γερμανικό απόψε ίσως έρθει
εφοδεύων
Αλτ! Τις ει;
θα τον αναγνωρίσω
από τις πατερίτσες
θα ανταλλάξουμε
κάτι απορίες
λίγη οργή
και θα υπογράψει καλώς

2.

Τώρα ούτε δικηγόρος του διαβόλου
ούτε σύμβουλος σωματείου
ούτε λογιστής κάποιας επιχείρησης
απλός υπάλληλος γραφικής ύλης
κόψτε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή
για φιλανθρωπικά ιδρύματα
για οίκους ευγηρίας
κόκκινη πρόσοψη ή κίτρινο της απουσίας
για τα απαραίτητα τα τυπικά τάχα
κάντε μια έρευνα στο υποθηκοφυλακείο
της γειτονιάς όχι υποθήκες όχι προ-
σημειώσεις αυτά δύουν στο προαύλιο
ενός μονοθέσιου δημοτικού
για μια μεταγραφή ακίνητων ματιών
ρωτήστε τα υπόλοιπα δανεικά και
γυρισμένα με την πλάτη στο χώμα

έκαστος εφ’ ω ετάφη

3.

Κι όταν θα λείψουν οι εικόνες
θα αρχίσει η δουλειά

με τα δυο τα χέρια
με τα δυο τα πόδια

τα μονόστηλα τα ψιλά γράμματα
δε θα ηχούν τίποτε

στον ήχο κάποιας μηχανής
θα ψάχνεις ποίηση

Επιστρέφω σημαίνει βάζω καφέ
στο μπρίκι
ετοιμάζομαι για τη δουλειά

Δουλεύω σημαίνει επιστρέφω
τις εικόνες που δανείστηκα

Επιστρέφω σημαίνει χάνω
το πρώτο φως μου

Μάνα που με γέννησες
σκότωσέ με τώρα

*“Έκαστος εφ’ ώ ετάφη”, επανέκδοση Θράκα 2017.

Στράτος Κοσσιώρης, Τρία ποιήματα

Βιβλιοπωλεία

Όποτε τύχει να περνάω έξω
από την προθήκη κάποιου βιβλιοπωλείου
σαν κάτι να με μαγνητίζει
ρίχνω έστω και στιγμιαία το βλέμμα μου –
σκέφτομαι, δεν μπορεί κάπου θα ‘ναι γραμμένο
κάπου θα ‘χει γραφτεί αυτό που νιώθω τόσα χρόνια
αυτό το σφίξιμο σήμερα το πρωί

***

Για ένα ξεροκόμματο

Είχε κι αυτός τη θέση του
μέσα στον στίβο της ζωής
όταν το φαρμακείο άνοιγε τα ρολά του
κι η μυρωδιά του ζεστού ψωμιού
ταξίδευε στα γύρω στενά
έπαιρνε τον κουβά με το βρομόνερα
και υπέμενε ώρες όρθιος δίπλα στο φανάρι
για να εξασφαλίσει κι αυτός ένα ξεροκόμματο,
μια ασπιρίνη
έστω και ληγμένη.

***

Πακιστανοί

Είναι πράγματι εντυπωσιακό
το πώς συναθροίζονται την κατάλληλη στιγμή
λίγο πριν το ξέσπασμα της μπόρας Πακιστανοί
πουλώντας ομπρέλες
έξω από τους σταθμούς του Ηλεκτρικού.
Γι’ αυτό αν τύχει κι έχω ξεχάσει
την ομπρέλα μου στο σπίτι δεν ανησυχώ.

την άλλη μπόρα είναι που φοβάμαι –
κι απ’ αυτήν τρόπο δεν έχεις για να κρυφτείς.

*Από τη συλλογή “Τα κάρβουνα”, (.poema) εκδόσεις, Νοέμβρης 2014.

Παρουσίαση Χρήστου Αντισθένη Ζάχου εφ’ όλης της ύλης

Την Παρασκευή 23/3, εκθέτουμε την τέχνη μας, την ψυχή και το σώμα μας γυμνά και δίχως προστασία καμιά. Μοναδική μας άμυνα, οι αιχμηρές μας λέξεις. Απόσταση ασφαλείας, 2 μέτρα. Η παρακολούθηση γίνεται καθαρά με δική σας ευθύνη.

Παρουσίαση
του Χρήστου Αντισθένη Ζάχου
εφ’ όλης της ύλης
με εκδοθέντα κι ανέκδοτα ποιήματα
θα διαβάσουν οι ηθοποιοί
Χάρης Λογγαράκης &
Μαρία Ειρήνη Φλουτσάκου
Την εκδήλωση θα συνοδέψει μουσικά
ο Πάνος Γεωργαλής με την κιθάρα του
Θα προλογίσει η Μαρία Γεωργίου

Παρασκευή 23/3 στις 8:00μμ.
Ιδιώνυμο – Κοραή 11Α Κορυδαλλός
(Πλατεία Αγ Γεωργίου)

Βασίλης Ζηλάκος, Από το “Νερά γελούνε”

Άποκοιμιέται
μέ μιά μαύρη πινελιά
ή παπαρούνα.

Τον Οίκο ποθεί
κρυμμένο σεληνόφως.
“Αχαρη τύχη.

Τα δάκρυά μου
καρφώνουν τά άστέρια.
’Αχ, τό παρελθόν.

Σαν πορσελάνη.
Καί πηγαίνω στην μάχη
μέ τό άλογο.

Βουνά συννέφων.
Ό Βασιλιάς Ούρανός
μες στα ξέφτια του!

Ήρθε τό μαΰρο
ξεχτένιστο κοράκι.
Ό κτηματίας.

Τον μέγα Κόσμο
άδεια κελύφη τηρούν,
νωθρό ψαρόνι.

Δεν έχει στόμα
μάτια, αυτιά και μύτη.
Τραγουδά πάντως.

Σύννεφα-παιδιά
χτυπάνε παλαμάκια.
«’Αντίο, φίλοι.»

’Ώ δυστυχίες!
’Ώ των στητών λειψάνων
τρεμουλιάσματα!

Καλώς τήν μπόρα!
Πλέον οί μουγκοί έραστές
μόνο θά σωθούν.

Άδειο μέταλλο.
Κτυπώντας το σκέφτομαι
τό μοναστήρι.

Ή βροχή σιωπά.
Γράφει το χωρίς μέλλον
διήγημά της.

Τό κύμα σπρώχνει
ελάχιστο μυρμήγκι.
Γιατί γυρίζει;

Χθινοπώριασε.
Τό κρέας τής θάλασσας
ή μικρή άκτή.

Τό πυκνό πουλί…
Μέσα στο νερό
γυμνώθηκε τελικά.

’Ονείρων χλόες οί άστεφάνωτοι
παράλυτοι νεκροί

*Από τη συλλογή “Νερά Γελούνε”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2017.

Ματίνα Τσιμοπούλου, Τρία ποιήματα

Αντί προλόγου

Το ποίημα αυτό
θα αυτοκταστραφεί.
Σου απομένουν
τόσα λεπτά
όσο διαρκεί
μία διαδρομή από τη γη στον Άρη
μία περιστροφή γύρω απ’ τον άξονά σου
ή μία τηλεοπτική διαφήμιση.
Η αντίστροφη μέτρηση
είναι πάντα εδώ
κι ενεργοποιείται
όταν προφέρεις το όνομά μου
και κάθε που σκύβεις
να με δεις
μέσα απ’ την κελιδαρότρυπα

***

Αυτό το σπίτι

Αυτό το σπίτι είναι στοιχειωμένο.
Η ματιά σου
με ακολουθεί στον καθρέφτη.
Οι κουρτίνες
πήραν το χρώμα των μαλλιών σου.
Στα γυαλικά
αστράφτει ένα σαρδόνιο χαμόγελο.
Ώρες ώρες βρίσκω το μπάνιο
κατειλημμένο
και αποτσίγαρα στο πάτωμα.
Καλή η προσπάθεια.
Όμως,
μακάρι να ‘παιρνες
και το στεγαστικό στ’ όνομά σου.

***

Ας συστηθούμε

Δε με ξέρεις καλά.
Στο όνειρό μου είμαι παιδικός ήρωας,
περνάω τις νύχτες στο ντιβάνι με τον Φρόυντ
ή στην πλατεία Χρηματιστηρίου.
Βρέχω συχνά το μαξιλάρι μου
και τρέφομαι με happy end.
Γίνομαι Ρομπέν των Δασών και Μητέρα Τερέζα,
ενώ, βαθιά μέσα μου,
θα ‘θελα να μαδάω επιστολές
ως άλλη
σύγχρονη
Φερμίνα Δάσα.

*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.

Amy Lowell, Σεπτέμβριος, 1918

bty

Αυτό το απόγευμα το χρώμα του νερού
———————-έπεφτε μέσα από το ηλιόφωτο·
Τα δέντρα έλαμπαν με το σώριασμα των φύλλων·
Τα πεζοδρόμια γυάλιζαν σαν αλέες
———————-με πεσμένα φύλλα σφενταμιού,
Και τα σπίτια έφευγαν μακριά τους, γελώντας
μέσα από τετράγωνα ανοικτά παράθυρα.
Κάτω από ένα δέντρο στο πάρκο,
Δυο μικρά αγόρια, ξαπλωμένα μπρούμυτα,
Μάζευαν προσεχτικά κόκκινα μούρα
Για να τα βάλουν στο χαρτονένιο κουτί.
Κάποια μέρα δε θα υπάρχει πια πόλεμος,
Τότε θα αφαιρέσω εκείνο το απόγευμα
Και θα το παραδώσω στα δάχτυλά μου,
Θα σχολιάσω τη γλυκιά του γεύση στον ουρανίσκο μου,
Και θα προσέξω την ζωηρή παράσταση
———————————από τις πτήσεις των φύλλων.
Σήμερα μπορώ μόνο να το μαζέψω
Και να το βάλω στο κουτί του κολατσιού μου,(*)
Γιατί δεν έχω χρόνο για τίποτε παρά
Για να πασχίσω να ισορροπήσω τον εαυτό μου
Σε έναν σπασμένο κόσμο.
________________________________________

(*) η έκφραση lunch-box που χρησιμοποιεί σε αυτό το σημείο η ποιήτρια, στη σλάνγκ σημαίνει και αχαμνά, επομένως ίσως να δικαιολογούσε εδώ μια μετάφραση όπως: και να το αγνοήσω, αν θελήσουμε να δώσουμε μια πιο σκληρή εκδοχή του στίχου.
***
[Amy Lowell (1874-1925): αμερικανίδα ποιήτρια, βιογράφος και κριτικός, εκπρόσωπος της ποιητικής κίνησης του εικονισμού. Γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Μασαχουσέτης]

#Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου

##Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2018/03/16/%CF%83%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-1918-amy-lowell-%CE%BC%CF%84%CF%86%CF%81-%CE%B1%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BA/