Γιώργος Γκανέλης, Πέντε ανέκδοτα ποιήματα

ΠΡΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Αυτή εκεί που ολοφύρεται
με τίποτα δε χαμπαριάζει
φοράει τακούνια δεκάποντα
και ξεχύνεται στα σκυλάδικα
είναι μια ολόκληρη αντίφαση
και δώστου να καμώνεται
πως έχει ακόμη πατρίδα

Αλλά μη νομίζεις πως εγώ
διαθέτω πυρασφάλεια
να σβήνω τις ανασφάλειες
κομιστής αβεβαιότητας
ήμουν απ’ τα δεκάξι μου
δεν το κάνω αυτοβούλως

Έχει αντιφάσεις η Ποίηση
γι’ αυτό μην την πιστεύεις

***

ΩΔΙΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Επειδή ο ήλιος συνεπάγεται λύπη
και τα αντικαταθλιπτικά κοστίζουν
επένδυσα σ’ ένα πλαγιαστό σύννεφο
όλοι καταλάβατε ποιο και τι εννοώ
αλλά δεν είναι της ώρας να μιλήσω
γιατί κλωτσάει το παιδί στην κοιλιά
και ο γιατρός απουσιάζει με άδεια

Λυπάμαι που πρέπει να σας αφήσω
δεν υπάρχουν ποιητικά μαιευτήρια
κι άλλα λογοτεχνικά κουραφέξαλα
οι ωδίνες του τοκετού όταν πιάσουν
πηδάνε οι στίχοι από το παράθυρο

***

ΟΛΑ ΣΤΗ ΦΟΡΑ

Είναι που λιγοστεύουν οι λέξεις
δημόσια τροφή για σιωπητήρια
πρώτη φράση δεξιά το ανομολόγητο
και στο βάθος της σκέψης η αφωνία

ή αντίστροφα πληθαίνουν τα ψεύδη
να αγκαλιάζεις παθιασμένα το σκότος
και να σου βγαίνει μια λευκή θύελλα

Τον χρόνο δεν τον συντρίβεις με τρικ
ώσπου να πεις ότι ξεμπερδέψαμε
νάσου τα νεογέννητα δευτερόλεπτα
και μην κοιτάς τα ινστιτούτα ομορφιάς
που βασανίζουν σκληρά τις ρυτίδες

Η αλήθεια δεν είναι σινικό τείχος
να κρύβονται από πίσω οι ατέλειες
εδώ που φτάσαμε όλα στη φόρα

να λες ουρανό και να εννοείς ουρανό

***

ΩΣΕΙ ΠΑΡΩΝ

Ε λοιπόν, επειδή βαρέθηκα
δεν απαντώ πια σε ερωτήσεις
του στυλ ποιος είσαι, υπάρχεις
πόσο απέχεις απ’ τον ουρανό;

Κι ούτε υποδύομαι τον φιλόσοφο
που θεωρεί την ανυπαρξία ζωή
επειδή ερωτοτροπεί με τις σκιές

Κατά βάθος διαθέτω αισθήματα
και μια ποίηση αεροδρόμιο
που απογειώνονται ετοιμοθάνατοι
για να κρυφτούν στο υπερπέραν

Τι άλλο θέλεις πια να μάθεις
δεν καταλαβαίνεις ότι είμαι απών;

***

ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΠΟΙΗΜΑ

Με αρπάζει ο χρόνος
και με βουτάει σε δοχείο
με κάτι μαύρα πουλιά
αυτά συνεχώς τιτιβίζανε
ώσπου πιάνω ένα απ’ τον λαιμό
«με ενοχλείς» του λέω
αυτό άνοιξε την αγκαλιά του
και με κατάπιε

Στο Ειρηνοδικείο
μας περίμενε ο Θεός:
από το πουλί έβγαλε τα φτερά
και μου τα φόρεσε
σ’ αυτό έδωσε τα ποιήματά μου

Γι’ αυτό κι οι λέξεις μου ίπτανται
σ’ έναν θεοσκότεινο ουρανό

Γεωργία Τρούλη, Ε9 και τα πολλαπλάσια του 3

Έχω μια στεναχώρια μεταφρασμένη στην πλάτη μου
Έχω μια φυγή κρεμασμένη στο στήθος
Έχω αποφάσεις με χέννα σ’ όλες τις φύτρες των μαλλιών
Κάθε μέρα κάνω ζύμη την χαρά στα χέρια μου
Την απλώνω στους δικούς και στους χώρους
Κάποια στιγμή απολαμβάνω τη συνήθεια να στηρίζομαι στα δύο ποδια
Κι εκεί κάτω κάτω βρίσκω τις ρόδες της κόρης μου
Με κρατά απ’ το χέρι για να ρυθμίσει δύναμη στην κοιλιά και στα μάτια της

Έχω μια διπλή τομή στο τέλος του κορμού
Μαζί κάνουμε βόλτα και κάθε τρεις μήνες την βλέπω να μεγαλώνει
Κόβει το νήμα το μεταξωτό
το τοποθετεί στα μαλλιά στα πλευρά και στα γόνατα

Έχω μια αντίδραση κάθε μέρα από τον γιο
Μαζί συζητάμε και κάθε τρεις μήνες φτύνει τις λέξεις
που του ‘μαθα να μιλά και να γράφει

Όπως τώρα το καλοκαίρι δεν καταπίνει από το καρπούζι κουκούτσια
Έχω ένα κιλό νεκταρίνια σε κάθε μια από τις έξι μασχάλες μου
και φτιάχνω μούστο από σύκα με εννιά πατούσες
Κάθε 3 του μήνα βγάζω τα ε από τις τροφές
Έχω ένα τηλέφωνο κι ένα αγκίστρι στο αυτί και στη μύτη μου
Αλλάζω φωνή θέση και ύψος κατά βούληση
Κυρίως ακροατή και ψαρά
Έχω μια περόνη περασμένη στην κνήμη μου και μια κλείδα στον κάθε σύντροφο
Έχω ένα τέλος παρτίδας σε κάθε παιχνίδι κι ένα παιχνίδι χωρίς τέλος

Έχω μια γάτα που με κάνει να κλαίω. Και με κάνει να γελώ ενώ νευριάζω
Έχω δύο νησιά και δύο πόλεις γεμάτες φραγκόσυκα
Είμαι η κτήση της διαδρομής μου
Κι έχω ένα πρόστιμο αστικό που δεν πλήρωσα
Είπα -σε αγαπώ Κι άλλαξε ο χώρος στα μάτια μου
Εκεί κουβαλούσα θυμό όταν πασάλειψα με φόβο τα νύχια
Τώρα δεν βάφω τίποτα. Παρά μόνο έναν τοίχο που Είναι_
Η επιμέλεια μιας μορφής που αντιστοιχεί στις φορολογικές δηλώσεις
και σε όλα τα πολλαπλάσια του τρία

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ένα φεγγάρι μικρό περιπολεί στον ύπνο μας

Φτάνει να δεις μια χαραμάδα
μια χαρακιά στην ομίχλη
τη σπίθα στη χόβολη.

Θυμάσαι
όταν κολλούσαμε τα μάτια στο τζάμι
μες στο λευκό Γενάρη
και χιόνιζε ο νους;

Εκείνο το ρίγος
ποτάμι που κυλούσε αφανέρωτο
καθώς μπαίναμε σ’ άλλους ουρανούς
περνούσαμε σε θάλασσες άλλες
ψιθυρίζοντας τρυφερά
ανοίγοντας την αγκαλιά μας στα φιλιά των ονείρων;

Θυμάσαι το κρακ από μέσα;

Τίποτα δεν τέλειωσε Λυδία
κι ας γέρνουμε
όσο γέρνει η λιανισμένη ψυχή μας
στο ξεριζωμένο χορτάρι

κι ας βαδίζουμε
κυκλωμένα αγρίμια
επί ποδός θανάτου.

Τίποτα δεν τέλειωσε
δεν μπορεί να τελειώσει

ένα μικρό παράξενο σύννεφο
στροβιλίζει στην άπνοια
κρατώντας ζωντανή τη βροχή

ένα φεγγάρι μικρό
μικρό φεγγαράκι
περιπολεί στον ύπνο μας
μην αφήνοντας τη φλόγα να σβήσει.

Βασίλης Βασιλειάδης, μία γυναίκα καθόταν δίπλα μου

Σήμερα στό μπάρ
μία γυναίκα καθόταν δίπλα μου
όσο μιλούσαμε γελούσε κάπου κάπου δυνατά
αλλά τό γέλιο της δέν μπορούσε νά κρύψει
τίς βαθιές ουλές πού άφησαν οί ματαιώσεις στό βλέμμα της
ή απελπισία ονομάτιζε περιγελαστικά τά όνειρα της ψευδαισθήσεις
εσύ τί ψάχνεις; μέ ρώτησε
λίγα πράγματα χωρίς εκζήτηση, απλά, τής χαμογέλασα
όπως
μία απροσποίητη δόνηση ζωής
μία πηγαία ανυπομονησία
μία άρνηση αδιαμεσολάβητη
ίσως μία απαίτηση νά σταματήσει ή φαιδρότητα τής λογικής νά υποδύεται τήν αυθεντία
ή
έστω κι ένα βήμα αντικοινωνικό
ένα χλευαστικό γέλιο
ό,τι μού τύχει από αυτά
γιά κοίτα τό βλέμμα, μου είπε
βλέπεις τά σημάδια πού άφησαν οί ματαιώσεις τών ονείρων μου;
ή αυτογνωσία της μέ ακύρωσε
δέν ήμουν εγώ ό έμπειρος εκτιμητής τής ζωής της
θά τ’ αποκτήσεις κι εσύ,συνέχισε
μόνο πού τά δικά σου σημάδια
γιατί είσαι απονήρευτος
θά χαράξουν τό βλέμμα τού μυαλού σου βαθύτερα
αλλά σού εύχομαι νά μήν καταντήσεις σάν κι εμένα
απαυδισμένη
πού κοροϊδεύω τά όνειρα μου μέ τό παρατσούκλι τους “ψευδαισθήσεις”
ακόμη κι αν σέ τυφλώσουν οί χαρακιές τών ματαιώσεων
πείσμωσε
καί συνέχισε νά όνειρεύεσαι μέσα στό σκοτάδι
γιατί τό όνειρο
είναι λίγες στιγμές τρελού ερωτισμού
ενός μεγάλου έρωτα γιά τή ζωή
κέρασε τό ποτό μου
κι έφυγε.

*Ημερομηνία δημιουργίας 1989, τόπος Μιλάνο /Γκαλέρια, 29 χρόνια πρίν, τώρα ενταγμένο στήν ενότητα “Ριπές Γραφής”.

Πέτρος Σκυθιώτης, Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς

ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΟ



Ο Αλμπέρτο είχε μία τσάντα, όπου έλεγε πως κουβαλούσε

όλο το Παρίσι.

Όταν πίναμε καφέ στη βεράντα, την άνοιγε, τα άπλωνε

στο τραπέζι κι έδειχνε: τώρα έπρεπε να ήμασταν εδώ, μετά

θα πηγαίναμε εκεί, στις έντεκα θα τριγυρνούσαμε εκεί.

Δεν είχα δει ως τότε άνθρωπο να χωράει τρεις γειτονιές

σε μια τσάντα, πόσω μάλλον μια πόλη.

Μόνο που η τσάντα δεν περιείχε τίποτα άλλο εκτός από

κουδούνια. Συνδεδεμένα με καλώδια χτυπούσαν το ένα

μετά το άλλο· πάντα με την ίδια ακριβώς σειρά.

Η ζωή είναι η ακολουθία κουδουνιών που χτύπησες,

είπε. Κι η μνήμη το Παρίσι, αλλά μπορεί

και όχι.
​

*Ο Πέτρος Σκυθιώτης γεννήθηκε το 1992 στη Λάρισα. Σπούδασε Παιδαγωγικά. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή, τη Συνθήκη Ισορροπίας (Εκδόσεις Θράκα, 2014). Το 2015 συμμετείχε στο 2ο Φεστιβάλ Νέων
Λογοτεχνών, στο πλαίσιο της 12ης Δ.Ε.Β.Θ. και στην ανθολογία “New Voices of Greece” που εκδόθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού και παρουσιάστηκε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης.

Γιώργος Βασιλείου, από τις “Επτά Ελεγείες για την Ελλάδα”

Ελεγεία πρώτη

ΘΡΗΝΟΣ

Ο δρόμος προς το νεκροταφείο είναι φραγμένος με δύο
σειρές βαθυπράσινα ψηλά κυπαρίσσια…
Η νεκροφόρα με το σαρκοφάγο φέρετρο
κυλά επάνω στο άρμα αργά, με τελετουργικό ρυθμό.

Οι ιερείς ψάλλουν τις θλιβερές
και μακάβριες ευλογίες
που αρμόζουν στην τιμή και
την υπόληψη του νεκρού.

Η πύλη του νεκροταφείου είναι ανοιχτή —
το άρμα μπαίνει με τον νεκρό στη τελευταία του
επίγεια κατοικία, ακολουθούμενο από το λαό

Κάθομαι στο πρεβάζι του παραθύρου
και τους κοιτώ, καθώς μια άλλη πομπή κηδείας
αρχίζει να κυλά από την αριστερή μεριά μακριά στον κάμπο.

Διαφορετική κατεύθυνση,
ίδιος προορισμός…

Όμως αυτή η κηδεία δεν έχει επισημότητα.
Δεν υπάρχει ιερέας.
Και λίγοι οι ακόλουθοι.

Είναι το αποτέλεσμα της αυτοκτονίας
μιας θλιβερής ύπαρξης.
Οι ιερείς αρνούνται να ευλογήσουν δημόσια
να συμμετάσχουν στο θρήνο —

Αυτός ο αυτόχειρας
δεν είναι ιδανικός —
είναι η πατρίδα που πεθαίνει…
Όχι για την τιμή της λευτεριάς
όχι από ήθος και περηφάνια
αλλά από αυτοκαταστροφή
στην ίδια της την εξαθλίωση

Και ο χορός)
— « Ω μπόρα, κατεβαίνεις από την κορφή τού Ολύμπου
και συντρίβεις τη δόλια πατρίδα σε χαλάσματα ».

Οι Άβαροι μπαίνουν στην Πόλη
σκορπούν αίμα και κλέβουν τους θησαυρούς
της Αγίας Σοφίας και του παλατιού

— Οπως όταν οι δολοφόνοι κλέφτες τής
περσικής στρατιάς
λυμαίνονταν τη χώρα.
Οι βάρβαροι δεν ικανοποιούνται με τον Λεωνίδα.
Θέλουν τον Παρθενώνα,
την Αγορά και το Θέατρο,
τους θησαυρούς της γνώσης

Γιατί τ’ αστραφτερά τους άρματα
δεν μπορούν να τους
ικανοποιήσουν, σαν τη ζωή αυτών που ήξεραν τι είναι να ζεις…

— Ο Απόστολος Παύλος
στο βωμό του Αγνώστου Θεού
βρίσκει μπροστά του τους σοφιστές
κι αδυνατεί να τους πείσει.

Η κατάρα πέφτει
στην όμορφη στεφανωμένη γη της Ελλάδας
σαν την πανούκλα μέσα στα ξύλινα τείχη —

Το ήθος χάνεται —
Το πνεύμα της ευθύνης απωλέσθη κι αυτό.
Η θυσία στην ελευθερία
χάνεται στη δίψα του φτηνού εκσυγχρονισμού
και των μάταιων και εύκολων αγαθών.

Οι υποκριτές κυβερνούν
και οι μέτριοι γίνονται πρώτοι.

*Από τη συλλογή “Επτά Ελεγείες για την Ελλαδα”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2016.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Σε κοιτώ και σκέφτομαι ένα στίχο
Έναν ακόμη στίχο σαν όλους αυτούς
Που σκέφτομαι όταν σε κοιτάζω
Και ξέρω πως δεν σε ενδιαφέρει
Αν φτιάξω ένα ή χίλια ποιήματα
Αρκεί να μην πάρω τα μάτια μου
Από πάνω σου. Ξέρω ακόμη πως
Αυτό που θες πραγματικά είναι
Να μην πάρω τα μάτια μου από
Πάνω σου μέχρι να ξεχάσω πως
Φτιάχνονται τα ποιήματα.

View original post

Τι είναι ο Ντανταϊσμός και τι θέλει στη Γερμανία

(Δεκέμβριος 1919)

Ι. Ο ντανταϊσμός απαιτεί:

1. Τη διεθνή επαναστατική ένωση όλων των δημιουργικών και πνευματικών αντρών και γυναικών στη βάση του ριζοσπαστικού κομμουνισμού.

2. Τη σταδιακή εισαγωγή της ανεργίας δια του συστηματικού εκμηχανισμού κάθε δραστηριότητας. Μόνο δια της ανεργίας το άτομο θα κατακτήσει τη δυνατότητα να αυτοπραγματωθεί και να κατακτήσει την αλήθεια της ζωής. Μόνο δια της ανεργίας θα καταφέρει να εξοικειωθεί με το βίωμα.

3. Την άμεση απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας (κοινωνικοποίηση) και τη δημόσια σίτιση όλων• ακόμη, την ανέγερση πόλεων του φωτός και κηπουπόλεων που θα ανήκουν σε όλους, και θα προάγουν την ανθρώπινη ελευθερία.

ΙΙ. Τo κεντρικό συμβούλιο προτάσσει τα ακόλουθα:
α) Καθημερινά γεύματα που θα γίνονται δημοσία δαπάνη για όλους τους δημιουργικούς και πνευματικούς άντρες και γυναίκες στο Ποτσνταμερ Πλατς (Βερολίνο).

β) Κατήχηση των κληρικών και των εκπαιδευτικών στα άρθρα πίστεως του ντανταϊσμού.

γ) Αμείλικτο αγώνα ενάντια σε όλες τις τάσεις των λεγόμενων “εργατών του πνεύματος” (Χίλερ, Άντλερ), ενάντια στο συγκαλυμμένο τους αστισμό, ενάντια στον εξπρεσσιονισμό και την μετακλασική παιδεία όπως αυτή προτάσσεται από την ομάδα “Στουρμ”.

δ) την άμεση ανέγερση ενός κρατικού κέντρου τέχνης, την εξάλειψη της έννοιας της ιδιοκτησίας από τη νέα τέχνη (εξπρεσσιονισμός)• η έννοια της ιδιοκτησίας αποκλείεται παντελώς από το υπερ-ατομικό κίνημα του ντανταϊσμού που απελευθερώνει το σύνολο της ανθρωπότητας.

ε) Εισαγωγή του αυτοματικού ποιήματος ως κομμουνιστικής κρατικής προσευχής.

στ) Επίταξη των ναών για την παρουσίαση μπρουϊτιστικών, αυτοματικών και ντανταϊστικών ποιημάτων.

ζ) Εγκαθίδρυση ενός ντανταϊστικού συμβουλίου σε κάθε πόλη της οποίας ο πληθυσμός υπερβαίνει τους 50.000 κατοίκους, με σκοπό την αναδιαμόρφωση της ζωής.

η) Άμεση διοργάνωση μιας μεγάλης κλίμακας ντανταϊστικής καμπάνιας προπαγάνδισης από 150 πλανόδια τσίρκα, με σκοπό τη διαφώτιση του προλεταριάτου.

θ) Έλεγχο κάθε νόμου και κάθε διατάγματος από το κεντρικό ντανταϊστικό συμβούλιο.

ι) Άμεση ρύθμιση όλων των σεξουαλικών σχέσεων –με τη διεθνή ντανταϊστική έννοια–, δια της ίδρυσης ενός Ντανταϊστικού Κέντρου Σεξουαλικότητας.

Το Nτανταϊστικό Eπαναστατικό Kεντρικό Συμβούλιο Γερμανίας

Hausmann, Huelsebech, Golyscheff

*Πηγή: Manifeste und Proklamationen der europäischen Avantgarde (1909 – 1938). Από το https://coghnorti.wordpress.com/txts/dadaismus-1919/