Λίνα Βαταντζή, Αποχωρισμός

Στης ζωής τη ρευστότητα
μια σταθερά η αλήθεια.
Μια μέρα σε ξύλα θα μεταφερθώ
αρωματικοί καπνοί θα με καλύπτουν
φιλιά που έδωσα θα επιστραφούν
το λευκό κορμί θα σκεπάζουν
άνθη ιεροί προσκυνητές
στολισμός της ψυχρής ομορφιάς μου.
Μα όλα τα δάκρυα σπονδές
δεν είναι κάθαρση ικανή
για το φιλί που δεν χάρηκα
για την αγάπη που αποχωρισμός
γεννήθηκε και ήταν.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Παραθαλάσσιο οικόπεδο

Τις νύχτες που μεγαλώνουνε οι φεγγαράδες / παίζουμε τις
παντρειές της ξέρας με τη θάλασσα / είναι καλό παιχνίδι /
παίζεται βουβά / κι όποιον τον πάρει το σκοτάδι / καίγεται

Πρώτα ο άνεμος
Ύστερα το λιμάνι
λεπτομερέστατο κάτω απ’ τον ήλιο
τη λογική των πραγμάτων

Μονορούφι καπνίζουμε τις αντοχές
Σκεπάζουμε το στήθος σημαίες καταστρώματος
Τη μνήμη τη φυλάμε στα πιο χλωρά τριφύλλια
δίχως κουκούτσι ελιάς
Είναι φορές η νύχτα βρεγμένη αλισίβα
Πρώτα ο άνεμος
Ύστερα ο άνεμος

Γυρίζω εδώ λιγότερο πουλί.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.

Ιουλία Τολιά, Από τις “Περιπέτειες ενός τυφλού”

Το κορίτσι κάθεται στο παγκάκι.
Δίπλα στον τυφλό.
Τον ρώτησε κάτι.
Δεν θυμάται τι.
Περισσότερο θυμάται το χρώμα της φωνής της.
Σαν να μην τον απασχολούν πια τα νοήματα,
οι συγκεκριμένες διατυπώσεις.
Αυτός
ζει σε έναν κόσμο ασαφών αισθημάτων
με την ανάμνηση μόνο των σχημάτων.
Το κορίτσι
φάνηκε να θέλει να εμπλακεί σε μια συνομιλία μαζί του.
Εκείνος
το μόνο που ήθελε
ήταν να ψηλαφήσει το πρόσωπό της.
Ο τυφλός
έχει εμμονή με τα σχήματα.
Όμως
το μόνο που μπορεί
είναι να τα υποθέτει.
Πώς να ήταν άραγε το πρόσωπό της;

Προχωρά τώρα στη μεγάλη αλέα της γειτονιάς του.
Έμαθε να προσανατολίζεται.
Ίσως πιο καλά κι από πριν.
Τότε συνήθως ήταν αφηρημένος
Σαν να ήταν η αφηρημάδα η αιτία της τύφλωσής του.
περπατά στην αλέα
ακούγοντας τον μονότονο ήχο της βακτηρίας του.
Ο πλέον οικείος ήχος.
Σαν προέκταση της φωνής του.

*“Περιπέτειες ενός τυφλού”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΚΙ ΗΡΘΕΣ

Κι ήρθες
Κι ήρθες όπως το παιδί που χαμογελάει
όταν κάνει σκανταλιά
Κι ήρθες
Κι ήρθες όπως η λέξη στο ποίημα
πληγωμένη από το ξημέρωμα
Κι ήρθες
Κι ήρθες με μια αγκαλιά σαν άνθρωπος
Κι ήρθες
Κι ήρθες από ένα ταξίδι μακρινό
Κι ήρθες
Κι ήρθες κι ήρθες αργά
Κι ήρθες
Ήρθες τώρα που οι λέξεις σε είχαν ξεχάσει
Τι κρίμα

ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Παραφυλάω να δε δω να φεύγεις
Και τότε μπαίνω κρυφά στο σπίτι σου
Και με τα δάκρα μου ποτίζω τα λουλούδια σου
Γι’ αυτό όταν γυρίζεις τα βλ΄πεις θλιμμένα

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Αυτή η πεταλούδα στο δωμάτιό μου
που ανασαίνει τρομαγμένη μοναξιά
θα τη βαλσαμώσω και θα στη στείλω
με το ταχυδρομείο

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, Εκδόσεις Κουκίδα, 2018.

Χρήστος Μαρτίνης, από το “ξένο φως”

3.
/ να γράψουμε / πριν μας τελειώσει η εποχή / όσο οι πόρτες στο
μετρό ανοιγοκλείνουν / όσο τσακώνονται για τα σκουπίδια οι
γείτονες / θα πουν ότι δεν είχαμε ιδέα / ότι δε βλέπαμε / όμως
/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου / πώς να δεθεί ο
χείμαρρος με το σχοινί / το φως πώς να κλειδώσεις / ξυπνήσαμε
/ στο τέλος του καλοκαιριού / και ζούμε απ’ τα σπαράγματα /
του ρόδου / να γράψουμε / ακόμη τα φανάρια λειτουργούν /
και έχουν τα περίπτερα ορθάνοιχτα ρολά / τώρα να γράψουμε /
τώρα που η πανσέληνος βουλιάζει στο κρασί μας / που ο χώρος
για τις πινακίδες δεν μας φτάνει / και η τηλεόραση μπορεί να
μένει ανοιχτή / όμως / μάθαμε / ο χρόνος δεν έχει άλλη αξία /
παρά τη δύση του / θέλαμε / όμως / πώς κρατάς τα σύννεφα /
πώς φυλακίζεις τον καπνό / όλοι το βλέπαμε / και γράφαμε / με
τη μανία του σεισμού / ορδές γραμμάτων στίχων εννοιών / με
τον ρυθμό της αποκάλυψης / για όσα χάνονταν / να κρατηθούν
οι κλειδαριές / στη θέση τους / κι αυτή μας την ψευδαίσθηση /
κρατήστε / για το μέλλον /

*“το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.

Γρηγόρης Σακαλής, Ταξίδι

Χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα.
Πήγα στη Νέα Υόρκη
στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν
έψαξα να βρω την παρέα των μπητ
μου είπαν πως μετακόμισε δυτικά
στην Καλιφόρνια
πήγα λοιπόν στο Σαν Φρανσίσκο
συνάντησα ένα τεράστιο φεστιβάλ Ποίησης
κάθισα και κοιτούσα μαγεμένος
πήγα στο City Lights
βρήκα τον γέρο – Λώρενς
χωμένο στα βιβλία του
μου είπε πως ο Τζακ
είναι στα τελευταία του
κατεστραμένος απ΄το πιοτό
και οι άλλοι κάνουν ταξίδια
σε εξωτικά μέρη
μερικοί με το μυαλό τους
βουτηγμένοι στις ουσίες
μου έδωσε μερικά βιβλία
και μου είπε “καλή τύχη”
θα τη χρειαστώ, σκέφτηκα
και πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Jean Baptiste Clément «Η εποχή των κερασιών»

yorona's avatarShades online

Την επιμέλεια έκανε η Χρ

«Η εποχή των κερασιών», είναι ένα τραγούδι που γράφτηκε στη Γαλλία το 1866, με λόγια του Jean Baptiste Clément και μουσική του Antoine Renard. Εξαιρετικά δημοφιλές στις γαλλόφωνες χώρες. Είναι συνδεδεμένο με την Κομμούνα του Παρισιού το 1871.

Ο Clément κομμουνάρος και ο ίδιος, πιστεύεται πως το αφιέρωσε το 1882 στη γενναία νοσοκόμα Louise που πολέμησε και σκοτώθηκε στη Semaine Sanglante «αιματηρή εβδομάδα»

Έχει περάσει στην ιστορία σαν επαναστατικό τραγούδι και αφηγείται πως θα είναι η ζωή όταν το σύστημα θα έχει αλλάξει και οι συνθήκες της ζωής θα είναι ανθρώπινες και δεν θα υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.

Έχει γνωρίσει πολλές εκδοχές και έχει τραγουδηθεί από πολλούς, μεταξύ των οποίων και ο Yves Montand.

Όταν τράβηξα αυτή την φωτογραφία, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν εκεί. Τα κόκκινα, γλυκά δροσερά κεράσια που μας μεταφέρουν σε μια εποχή που θα είναι γλυκιά κι ανθρώπινη.

Τους στίχους…

View original post 419 more words

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ

Απεκδύεσαι εαυτούς,
όπως τα ρούχα κάθε βράδυ

κι ό,τι απομένει εσύ
σαν την εκπνοή

Σκέψη και αέρας και γράμματα
μίλια μακριά σε ένα
συρτάρι

Όλα τα μικροατυχήματα οδήγησαν εδώ
εφτά το πρωί να ακούς τις καμπάνες του Σαν Λαζάρ

Πρωινά λυτρωτικά
γεμάτα σχέδια, προγράμματα
και οδηγίες χρήσεως

Καπέλα που αγόρασες
και ποτέ δε φόρεσες
οι μέρες που θα ζούσες αν

***

ΕΞΟΔΟΣ

Άσε με να σε φιλήσω μου είπες
να χαϊδέψω τα μαλλιά σου
να βυθιστώ στα μάτια και στο σώμα σου
άσε με, μου είπες, να σε αγαπήσω όσο
το έχω ανάγκη – είσαι η γέφυρα προς τον εαυτό μου
Μόνο μέσα από το σώμα σου μπορώ να με αγαπήσω
έλεγες και ξανάλεγες, μέσα σε αναφιλητά, κλάματα
βρισιές και παρακάλια
Άσε με να σε φιλήσω φώναζες
κάτω από τη βροχή, κάτω από τον ήλιο
άσε με ούρλιαζες και με κοίταζες με αυτή
τη μισοάγρια μισοήμερη ματιά

Κι εγώ στεκόμουν με το βλέμμα αυτού
που έχει ήδη φύγει
αυτού που έχει ένα μόνο εισιτήριο
στην τσέπη
και κανέναν πια εαυτό για να χαρίσει.

*Από τη συλλογή “Ιχθυόφωνο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Nicola Vacca, Πέντε ποιήματα (Μτφρ: Κρεσέντσιο Σαντζίλιο)        

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

38267299_2074252989285515_6546287782745079808_n

  Ο καθένας προχωράει στο σκοτάδι που αισθάνεται

Μια σκοτεινή πλευρά για κάθε τι υπάρχει

για κάθε στιγμή και μια τυφλότητα.

Τον θρόμβο πόνου που διαλύεται μέσα

στη ζωή να μετατρέψουμε

στην ευτυχία αυτών των ημερών

μέσα στο πάταγο μιας πίκρας παγιδευμένων.

Οι πεθαμένοι δεν επιστρέφουν απ΄τον πέρα κόσμο

θα πρέπει να το μάθουμε οι ζωντανοί εμείς

που να ζούμε δεν ξέρουμε στον εδώ κόσμο.

Ο καθένας εισχωρεί στο σκοτάδι που αισθάνεται

κι όμως το φως δεν απαρνιέται τη ρεβάνς.

 

Μια ήσυχη παρακμή

 

Περπατώ σε πλαγιές με την ελπίδα

να πετύχω ένα ευπρεπές τέλος.

Η αποσύνθεση

είναι μια όψη που δηλητηριάζει.

Αυτός είναι νένας πολιτισμός

που προϊδεάζει την αγωνία του

μέσα στην ήσυχη παρακμή

ενός κενού που ξεχειλίζει

με διογκωμένες νέες μορφές χάους.

Οι λέξεις έχουν ανάγκη από μια φωνή

για να αφοπλίσουν τις εκκλήσεις του τίποτα.

 

Δάκρυα, βλαστήμιες  και άγιοι

 

Κολάσεις μέσα σε λαβύρινθους άλλων…

View original post 781 more words

Βύρων Λεοντάρης, Είμαι φτωχός

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου
Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ’ το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες
Γέμισαν απ’ τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη
Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου
Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

*Από το βιβλίο “Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976”, Εκδόσεις Ύψιλον.