Βασίλης Βασιλειάδης, Από τις “Ριπές Γραφής”

Οί θεματοφύλακες τών κοινωνικών σημαινόμενων
καί τών χειρόγραφων πού τά φυλάγουν σέ καταπακτές σάν νά είναι μάλαμα,
σπίλωσαν τόν άνθρωπο μέσα μας
βίαια καί αλύπητα
χωρίς νά μάς ρωτήσουν
άν θέλαμε τέτοια βεβήλωση τής ζωής μας,
γιατί νά μάς ρωτήσουν;
ξέρουν αυτοί πού μάς βύζαξαν ανοχή κι αποδοχή
πώς δέν θά αντιδράσουμε,
αξεπέραστοι στή μαστορική τών καλουπιών
μάς έφτιαξαν νά απολαμβάνουμε μέ χαρά
τήν υποταγή μας στίς εξουσίες
κι όταν δυσκολεύουν τά πράγματα
μάς έμαθαν νά προτιμούμε τόν αναπαυτικό ρόλο τού θύματος,
ξενυχτάει ή φροντίδα τους επάνω μας
συρρικνώνουν μέ υπομονή τήν γλώσσα
σέ εργαλείο επικοινωνιακής διεκπεραίωσης
τών αναγκών
πού δημιουργεί καί μάς επιβάλλει
ή κοινωνική καί πολιτισμική διάρθρωση τού χώρου τους,
εκεί μέσα
πού τά βιώματα μάς επικυρώνουν αδιαμφισβήτητα δικούς τους,
στίς είπα χίλιες φορές
πώς όσο κι άν σκανιάζεις
φορτωμένοι μέ τόση ανοχή
αποδοχή
ύποταγή
καί επιπλέον
βολεμένοι σάν θύματα
χωρίς γλώσσα
δέν κάνουν έξοδο αυτοί οί πολιορκημένοι.

*Συμπεριλαμβάνεται στίς “Ριπές Γραφής”, μια ποιητική ενότητα σέ δημιουργία.

Χρίστος Κασσιανής, Στιγμές

Είπαν μεσάνυχτα και ήλθανε
αρπάζοντας το φως μου
ξανανιωμένες και μ΄ απειλή γεμάτες
έπεσαν στο πρόσωπο και στο χορό μου
κι ύστερα, πριν φωτίσει η πρώτη αχτίδα
ρούφηξαν τους όστινους αυλούς και προφητέψαν:

Μη ρίξεις άγκυρα σε θάλασσα που χάνεται

Μάριος Μαρκίδης (1940-2003), Παραγγελιά

Απόψε λοιπόν μου λες να σε ξανατραγουδήσω.

Περίμενε μόνο να στρώσω λιγάκι τα μαλλιά μου

να καθαρίσω λίγο μέσα στη φωνή μου γιατί, ξέρεις, από τότε

σκούπα δεν ξανάπιασα

-θέλω να πω από τότε που μας έκαναν αήθεις προτάσεις η Καίτη
Χωματά κι ο Μπιθικώτσης κι ο Λάκης Παππάς

και μας πρόφταιναν τα χαράματα

εμένα έναν ποιητή κι εσένα μια ποιήτρια, οπότε δεν είχαμε ιδέα

πού ν’ ακουμπήσουμε τις φεγγαρόπετρες που μαζέψαμε το βράδυ, τόσα
φιλιά στις εξώπορτες των πολυκατοικιών, τόσες υπερβολικές
ψυχρότητες

ανάμεσα στο στόμα σου και την Τετάρτη Διεθνή
Πού ταιριάζανε επί πλέον τόσοι στίχοι όταν τραβιόταν η θάλασσα

και το μελτέμι έπρεπε να καθήσει στο σκαμνί και να λογοδοτήσει

για τη μέρα που πέρασε

για τα κεραμίδια που ξερίζωσε

για την αρμυρήθρα που σήκωσε τα φουστάνια της

-κι είδαμε τότε τις δολοπλοκίες που υποστήριζε του μηνός Αυγούστου 1970
Σα να μου φαίνεται βρε αγάπη πως μου έχουν διαφύγει πια τα λόγια

-που κακό χρόνο να ‘χουνε όπως είπε μια χαμένη σήμερα ποιήτρια-

Πώς αρχίζανε τα λόγια να δεις:

Ξύπνα μωρό μου κι άκουσε…

Είχαμε μια φρεγάδα παιδιά…

Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς-

Όχι δα, κανείς μας δεν έπεσε θύμα

ξέραμε μάλιστα πολύ καλά όλοι μας τότε τι κάναμε και τι δεν κάναμε

Ύστερα το τραγούδι που μου ζητάς πήγαινε νομίζω έτσι:

Μικρό κλαδάκι από ρεικιά

πάνω στη γη δεν πρόκειται να ξανασυναντηθούμε πια
Απόψε λοιπόν μου λες να σε ξανατραγουδήσω.

Φόρεσε όμως πρώτα την κορδέλα σου, βάλε λίγο κραγιόν, λίγο ρουζ
στα τραβηγμένα μάγουλά σου

πες μου πάλι πώς κοίταξε η Ίνγκριντ Μπέργκμαν τον Χώμφρεϋ Μπόγκαρτ

Και τι έκανε μετά ζαλισμένος αυτός

Και πώς γύρεψε ο Ξανθόπουλος (αφού απέκρουσε το κακομαθημένο
πλουσιοκόριτσο) από τον φίλο του τσιγάρο

-διάβασέ μου προ παντός μια σελίδα απ’ την Προδομένη Επανάσταση.

Κι εγώ τότε θα δω.

*Από την ενότητα “Παραγγελιά”, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, τεύχος 42, Δεκέμβρης 1993. Εμείς το πήραμε από τον ‘Χαρτοκόπτη” του Γιώργου Χ. Θεοχάρη.

η οντολογία των Ταρκόφσκι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Βλέπεις ότι το ποίημα
γεννήθηκε από μια γέννα
οδυνηρή,
εκεί όπου γλιστρώντας
στ’ ανάποδο πηγάδι,
αντί να κατακρημνίζεσαι
ανάλαφρα αιθεροβατείς,
ή όταν
του Αι Λάζαρου ανήμερα,
περνώντας απ’ το
γκρεμισμένο κουρείο,
ακούς τα ψαλίδια να χτυπούν
μ’ ακρίβεια χιλιοστού και τα μαλλιά σου ιδρώνουν
ένα πηχτό λάδι
που μυρίζει περγαμόντο•
τότε συνηθως
το τέλος υπόκειται στην ανάκριση
του χρόνου
κι ας λαχταρά να παραμένει
μια εκδοχή της αρχής
κι αντί
οι λέξεις να σκορπίζονται
για να χαϊδέψουν τη σαχλή ύπαρξη
ή τις χαδιάρες γάτες,
αρχίζουν να υπερασπίζονται
την απόγνωση
των ποιητών
ενόσω η Άρκτος περιστρέφεται γύρω απ’ τον πολικό αστέρα
καθ’ όλη τη διάρκεια
του αιώνα
τρίζοντας•
τότε
ακόμη και σαν ξυπνάς,
δε σταματάς να ονειρεύεσαι,
με την απλότητα ενός παιδιού,
όλες τις τούρτες γενεθλίων
να είναι φτιαγμένες με λέγκο τουβλάκια,
και τα κεριά να ακροβατούν στις φλόγες τους
σα σινικοί εναερίτες
που επισκευάζουν την ίδια τη ζωή•
παύεις πλέον…

View original post 43 more words

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Τέσσερα ποιήματα


ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

τα ποιήματα που (δεν) διαβάζονται
είναι εκείνα που γράφτηκαν ακριβώς έτσι

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟΥ

Πάντα με ερέθιζε
η γοητεία των μισοτελειωμένων φράσεων
που αφήνουν διπλά απρόβλεπτο
και μετεωρισμένο
το αδύναμο του οριστικού νοήματος

ΓΡΑΦΩ…

Σημαίνει, εναντιώνομαι
στη νομοτέλεια του αναπόδραστου

ΕΚΔΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Μια πτώση
από δεκαπεντασύλλαβο
μια παραφωνία ομοιοκαταληξίας
το ποίημα γυρνάει μόνο του
δεν ξέρει να διαβάζεται, ούτε να θυμάται
αναδίνει την πενικιλίνη του εαυτού
ένα σχήμα στο χαρτί
και τίποτ’ άλλο

Παρά ταύτα
το ποίημα δεν έχει καμίαν εκδοχή
πάρεξ τη λιποταξία του ανέκδοτου
την αυτοδικία του ανυπόγραφου
την τυφλή δικαιοσύνη
του αναπόδραστου
την ανημπόρια να στέκει
και να κοιτάζεται μόνο
στον αδειανό
καθρέφτη του

*Από τη συλλογή “Εκδοχές ενός ποιήματος”, Εκδόσεις Φαρφυλάς, Ιούλος 2016.

No 127 (έρχεται με την ώρα του)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Σε
μια κρίση φτερνίσματος
την είδα,
κατάπια πρώτα
την αναπνοή,
κοκκίνισα,
μα πως κατεβαίνει έτσι το αίμα αναρωτήθηκα,
είπα δεν μπορεί,
τότε
θυμήθηκα πως πρέπει να πάρω ψωμί,
ήμουν στη γωνία προς
Τσιμισκή,
κοινή η

σκέψη μας:
με προσπέρασε,
την
προσπέρασα.
Κάπως έτσι,
μετά έβαλα τον ανεμιστήρα στο τρία,
στο
σπίτι,
υπήρχε στον αέρα κάτι
που με ήθελε,
με έτρωγε.
~

(alexmil)

View original post

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

Υπνωτιστικά
Επέρχεται η φθορά
Ανεπαισθήτως!

Ξυπνάς μια μέρα
Χωρίς να αισθάνεσαι
Αυτός που ήσουν.

***

Από τ’ ακροθαλάσσι

Γεμάτος κόσμο
και πάλι τόσο άδειος
Ο πεζόδρομος

Εκείν’ η κλήση
Μέχρι τέλους θα μείνει
Αναπάντητη

***

Tanka

Μπάλες κανονιών
Πέφτουν γύρω οι μέρες
Εκδικούμενες.

Τέτοια πολιορκία
Θέλει γερό στομάχι.

*Από τη συλλογή “Περίπολος για τους εναπομείναντες”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, Θεσσαλονίκη 2016.