Τάσος Σαγρής, Αστυνομική επιθεώρηση ληστείας και φόνου

Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να αντιμετωπίσω τη θλίψη
που τυλίγει τον ουρανό της πόλης, τους δρόμους, τα σπίτια,
τα κλειστά παράθυρα, τις νεκρές πλατείες.

Οι παλιοί προφήτες και οι μάγοι
είχανε τρόπους
να νικάνε τους εχθρούς, να υπερασπίζονται την πόλη.
να δίνουν ελπίδες και δύναμη,
να κάνουν τις προσευχές των απλών ανθρώπων
να μοιάζουν εφικτές,
να κοιτάζουν στα μάτια τον ασθενή που αργοπεθαίνει
και να του δίνουν χαρά και προσμονή και αγαλλίαση
και μια φωνή που να προσφέρει απαντήσεις.

Τώρα εδώ δεν έμεινε κανένας ζωντανός
να έχει τη δύναμη να διώξει αυτή τη θλίψη.
Τώρα οι μέρες περνάνε ίδιες και απαράλλακτες,
οι εποχές δεν έχουνε καμία διαφορά μεταξύ τους,
τη νύχτα κρύβεσαι κλειδωμένος πίσω από μια πόρτα ασφαλείας,
το πρωί τριγυρνάς στους δρόμους αναζητώντας
μια χούφτα κέρματα, φτηνή τροφή και μεταχειρισμένα ρούχα.
Οι άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια
φοβούνται τους αστυνομικούς και τις καλοντυμένες κυρίες,
τα ζώα που τριγυρνάνε υπνωτισμένα στο κέντρο της πόλης,
μπορούν να γίνουν ξαφνικά πολύ επικίνδυνα.
Μικροαστοί που εξαθλιώθηκαν και φτωχοδιαβόλοι.
Υπάρχει ένα σημείο στην ανθρώπινη κατάσταση
που κανείς δεν μπορεί να το ελέγξει:
Ο άνθρωπος είναι το πιο απάνθρωπο ζώο.

Κομματιασμένα έντερα από δολοφονημένες γριές,
τυλίγονται γύρω από τους καναπέδες και τα σκρίνια,
οι ασημένιοι καθρέφτες μπαίνουν γρήγορα σε σακούλες
καθώς αντανακλούν τα φρικαρισμένα μάτια
της γυναίκας που αργοπεθαίνει σε μια γωνία πεταμένη
με ένα μαχαίρι καρφωμένο στα σωθικά της.
Τα μαχαιροπίρουνα, οι πιατέλες, το ακριβό σερβίτσιο,
οι παλιές κορνίζες, λίγα χρυσά δαχτυλίδια,
οι πίνακες ζωγραφικής
μέσα στη νύχτα
στοιβάζονται με γρήγορες κινήσεις στο φορτηγό που είναι
παρκαρισμένο στην πίσω αυλή.
Σκοτεινές φιγούρες αδειάζουν το αστικό διαμέρισμα,
οι αυταπάτες διαλύονται, τα όνειρα καίγονται,
οι ελπίδες τελειώνουν, όλα όσα πίστεψες ήτανε ψέμα,
ο άνθρωπος είναι το πιο απάνθρωπο ζώο.

Και εσύ βρίσκεσαι εκεί, με ανοιγμένη την κοιλιά,
με τα έντερα σου πεταμένα στο πάτωμα,
μια γριά, ένα τίποτα, ξεχασμένη από όλους,
χωρίς κανέναν δίπλα σου,
που όλοι άλλωστε βαριούνται να ακούσουνε τί έχεις να πεις,
που τα έχεις άλλωστε πει τόσες φορές ξανά τα ίδια και τα ίδια,
τα ίδια αστεία, τις ίδιες τραγωδίες, τις ίδιες ανησυχίες,
τους ίδιους φόβους.
Και εσύ εκεί, βουτηγμένη μέσα στο αίμα σου και
κατουριέσαι επάνω σου, βογγάς τις τελευταίες σου ανάσες
χαράζουνε το σαπισμένο σου δέρμα
και δεν νοιάζεται κανένας για εσένα
και δεν ξέρει κανείς το όνομα σου
και τα παιδιά σου σε παράτησαν πριν χρόνια,
οι γείτονες σε ξέχασαν, οι συγγενείς σου πέθαναν
και οι κλέφτες κουβαλάνε τα πράγματα σου στο φορτηγό,
ενώ εσύ πεθαίνεις, έτσι τυχαία,
έτσι χωρίς νόημα,
έτσι επειδή έτσι γίνονται τα πράγματα,
γιατί κάποιες φορές αποδεικνύεται ξαφνικά
ότι ο άνθρωπος
Είναι το πιο απάνθρωπο ζώο.

Δεν υπάρχει τρόπος να σώσεις την πόλη
από τον πόνο του τρόμου και τη θλίψη που
την σκεπάζει σαν σκοτεινό πέπλο.

Οι αστυνομικοί περιφρουρούν της πλούσιες αυλές
και τα ακριβά καταστήματα.
Οι φτωχοί σκοτώνονται μεταξύ τους για λίγες δεκάρες
και μερικά παλιά αντικείμενα.
Τα λουλούδια της νεκρής ζώνης μυρίζουν δηλητήριο.
Απανθρακωμένες στιγμές στέκονται ακίνητες
στις άκρες των δρόμων, άνθρωποι κοιτούν με μάτια απλανή,
τα σύννεφα περιλούζουνε την πόλη βενζίνη,
η μυρωδιά του θανάτου
μου τρυπάει το κεφάλι, οι σκέψεις χύνονται
και χάνονται για πάντα.

Όλα όσα ήξερα, όλα όσα ήθελα, όλα όσα κατάφερα
χάθηκαν όταν κατάλαβα
ότι ο άνθρωπος είναι το πιο απάνθρωπο ζώο.

Είδα τα ανοιχτά μάτια μιας νεκρής γριάς να με κοιτάνε
σε ένα τρίλεπτο βίντεο στο ίντερνετ από
αστυνομική επιθεώρηση ληστείας και φόνου
και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

Είδα τα μάτια μια γριάς να με κοιτάνε
και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

*Από τη συλλογή «Φαινομενολογία της Γκιλοτίνας», Εκδόσεις Κενότητα, 2018.

μια τρίχα από την γάμπα του Κορτάσαρ

Υπάρχω υπακούοντας τη μόνιμη αλλαγή που με δαπανά στο ισάξιο σφρίγος  θανάτου και έρωτα. Στην διαύγεια ενός θαλερού απογεύματος πυροδοτείται η ζωή μου πέρα από κάθε νομοτέλεια. Παλινδρομώντας μεταξύ ιδέας και συναισθήματος μαθαίνω να επιβιώνω με τον σαφή τρόπο του μέλλοντος. Ο πόνος απαλύνεται μονάχα για να διεκδικήσει ξανά το σωτήριο μερίδιό του στην διήγησή μου. Γεμάτος αναίσχυντους τόνους στην πρωτοκαθεδρία των φωνήεντων. Ήσυχη απόκλιση, αδαής μεμψιμοιρία, όλα διατυπώνονται με την εγγύτητα του μεσημεριού, με τον ήλιο ακριβώς δοξασμένο να συγχωρεί και να εκπληρώνει τις εκάστοτε ερμηνείες. Απαράβατος ο νόμος της εξάρθρωσης της γνάθου από τις ανεκμετάλλευτες λέξεις. Σιωπή ικανή να συγκεκριμενοποιήσει το απαράθετο. Χρόνια κομψευόμενη ανοησία. Μνημείο που λοξοδρομεί από την γνώση. Αγχόνη εντολοδόχος της πρόνοιας. Η μόνη επαναφορά έγκειται στο σημείο του πόθου, είτε χαίρεις καθοδηγητή. Πριν από κάθε επινόηση εξάλλου υπάρχει ένας οργανισμός συμφερόντων.

*Από το “ένα έτσι” εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/04/06/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B3%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%81/

**Φωτογραφία από τον “συντάκτη αρθρογράφου”.

Σταύρος Μίχας, Δύο ποιήματα

Γυμνή στιγμή

Γυμνή στιγμή
η μυρωδιά του ήλιου στα χαλίκια

Στο σκιερό ρυάκι
θροΐζουν λαμπυρίζουν τα νερά

Ένα φτερό ηχεί στον άνεμο

Μύρισε την αύρα του σύννεφου
τις μέρες που έρχονται ησύχασε
μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο μήτρα
όπου τρομάζει το δέρμα σου στον ήλιο
και τρίζει ο πάγος μες στα χόρτα.

Για να υπάρξεις αληθινός εαυτός
να βλέπεις σιωπηλός
ποτέ το ίδιο δυο φορές.

Σώμα γυμνό
πλυμένο στους καταρράχτες του γαλαξία
στη μουσική της καρδιάς
καθώς τραγουδάς από μέσα σου
μη σκέπτεσαι
τι να κάνεις τι να μην κάνεις

Στα όρια της φωτιάς σου
βγάλε το τίποτα
διαπέρασε με μιας όλα τα πράγματα

να καείς στο απόλυτο μηδέν

για να ’σαι ολοζώντανος στο φως
στο κέντρο παντού τ’ ουρανού.

***

Πιο πέρα

Μες στη διάφανη σιωπή
αναπαύεται ο χρόνος

Η σιωπή ανταλλάσσεται με σιωπή

Αν κλείσεις τα μάτια σου
ένας πελώριος ήλιος
σε πλημμυρίζει από μέσα
μουσκεύει τις μέσα όχθες σου

Αν τ’ ανοίξεις
τα νερένια μάτια σου πνίγουν
τον κοιμισμένο κόσμο.

Πιο πέρα απ’ τον εαυτό μας
η σιωπή μας διεκδικεί

Πιο πέρα απ’ τη νύχτα
καθρέφτες του νου παλεύουν.

Προσεύχομαι για τη συντριβή
κάθε μου σκέψης
μια ολοσχερή συντριβή
μέσα στο κενό
μες στη διάφανη σιωπή.

Στολισμένος με αδιαφορία
σε μια αιθέρια ελευθερία
να διαπερνά το αυγινό μου δέρμα

Ανοίγομαι στον εαυτό μου
κι αφουγκράζομαι
το φως στο άυπνο αίμα.

*Από τη συλλογή “Το άπειρο της σιωπής”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 1998.

Μαρία Πανούτσου, Το μαύρο είναι το χρώμα μου

το μαύρο είναι το χρώμα μου,
το χρώμα της καρδιάς μου,
το πιο χρωματιστό πλουμίδι,
το καύχημα, ο περουζές,
πρώτα, σε περιβραχιόνιο,
θείου, πάππου, πατέρα
στις αλλαξιές, μαμάς
γιαγιάς και θείας,
χωρίς αιδώ,
και στις λεξούλες μου
τις πρώτες,
αυθάδικες και θλιβερές
τις βρίσκαν τα παιδιά,
κι αργότερα με κραύγαζαν
Μαρία η κατηφής,

το μαύρο κύλησε απότομα
με βρήκε, στα όνειρά μου
το φόρεσα κατάσαρκα
στα έτη τα δεκάξι,
μόλις το πένθος της γιαγιάς,
με έντυσε κοπέλα,
και τότε είδα το ένδυμα,
ως ένδυμα δικό μου,
με ρώταγαν, αν είμαι
σε πένθος από τότε,
και εγώ τους απαντούσα,
μα όχι, είναι το φόρεμά μου
μέσα και έξω μαύρα,

και μια χαρά στα χείλη
ν’ αργοσαλεύει πονηρά,
στα μάτια η λάμψη,
να φανερώνει πεθυμιές
και να με ζευγαρώνει,
μα εγώ πενθούσα πράγματι
τούτη τη ζήση την τραχιά,
τούτη την παραζάλη,
τούτον τον κόσμο, το σαθρό
σαν μήλο σαπισμένο, σαν κραταιό
φλεγόμενο, θηρίο, οργισμένο,
ο πύργος της Βαβέλ σε καρτ ποστάλ
με αποχρώσεις γκρι
σαν στάχτη που εξανεμίζεται

*Ανέκδοτο ποίημα από την ενότητα προσωπογραφίες.
**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ:
http://ithaque.gr/to-mayro-einai-to-xrwma-mou/

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αν κι όταν πια έρθει η ώρα
να μάθεις το όνομά μου
αυτό που έχω ή αυτό
που θα αποκτήσω
μην τολμήσεις να
πιστέψεις πως
τ’ όνομα αυτό
είναι δικό μου
όπως ίσως το
δικό σου
όνομα
σου
ανήκει.

View original post

Matsuo Basho, Ο κόσμος της πάχνης

1
Μαύρο κοράκι
στο νεκρό κλαδί: βράδυ
του φθινοπώρου

2
Στον άδειο δρόμο
μόνος το φθινόπωρο
καθώς βραδιάζει.

3
Το φθινόπωρο
βαθαίνει – κι ο γείτονας
πώς άραγε ζει.

4
Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου

5
Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει το βράχο

6
Η τρικυμία –
μέχρι πέρα στο Σαντό,
ο γαλαξίας.

7
Νωρίς το πρωί
με καινούργιο κιμονό:
άλλος άνθρωπος.

8
Άδειο κέλυφος:
κι η ψυχή του τζίτζικα
τραγουδημένη.

9
Χόρτα του θέρους:
ό,τι μένει απ’ τ’ όνειρο
των πολεμιστών.

10
Αγριόχηνες
χαμένες στα σύννεφα:
κάποιοι χωρίζουν

11
Μη λησμονήσεις
τη δαμασκηνιά που ανθεί
μες στη συστάδα.

12
Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

13
Σεληνόφωτη
δαμασκηνιά, κρατήσου:
θα ‘ρθει η άνοιξη.

14
Χωρισμός: σφιχτά
τα δάχτυλα στην ψάθα
για παρηγοριά.

15
Ξανάρθε λοιπόν
το χιόνι που βγήκαμε
να δούμε μαζί.

16
Το πρώτο χιόνι:
τα φύλλα του νάρκισσου
γέρνουν, λυγίζουν.

17
Χωρίς φεγγάρι,
χωρίς λουλούδια ή φίλους,
και πίνει σάκε.

18
Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθαίνει.

19
Αστροπελέκι:
η κραυγή του ερωδιού
τρυπά το σκότος.

20
Όταν αστράφτει,
ο φωτισμένος άνθρωπος
κι αυτός θαυμάζει.

21
Εκεί που ο κούκος
φεύγει και χάνεται, να:
ένα νησάκι.

22
Μέρες βροχής:
οι μεταξοσκώληκες
γέρνουν στα μούρα.

23
Στο πρωτοβρόχι
κι η μαϊμού θα ήθελε
ψάθινο παλτό.

24
Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

25
Τελειώνει ο χρόνος –
με το ψαθί μου ακόμα
και τα σανδάλια.

26
Χωρίς πρόσωπο:
σπαρμένα οστά κι ο αγέρας
κόβει τη σάρκα.

*Από το βιβλίο “Ο κόσμος της πάχνης – Σαραντατρία χαϊκού του Μασούο Μπασό και του Κομπαγιάσι Ίσσα”, σε απόδοση Διονύση Καψάλη, Εκδόσεις Άγρα, 2008.

Γιώργος Δάγλας, Τέσσερα ποιήματα

Στο γήπεδο
κι ύστερα στα σεντόνια του νεκροτομείου
να κυλιόμαστε.
και να ‘ρχονται απ’ ολούθε φορτηγά
παροξυσμοί και τα παιδικά μας χρόνια
μ’ ακανόνιστα βήματα, με ντροπή
κρατώντας το πιο αγαπημένο
να μας προσφέρουν στα κρυφά
την ώρα που
θα μας ξεσκίζουν μ’ ένα ήρεμο μίσος
σίγουροι πως θα βρουν την αιτία.
Αν είναι ποτέ δυνατό
οι μπακάληδες του έρωτα
να μπορέσουν να λογαριάσουν.
Αν είναι ποτέ δυνατό τα επικηρυγμένα μάτια
να κολάσουν απόσπασμα.
Αν είναι ποτέ δυνατό.
Αν είναι

***

Α! Αυτή η κλασική μουική
και τα τεντωμένα σκοινιά παν’ απ’ το γήπεδο.
Α! Αυτά τα τριαντάφυλλα
πλάι στις αμαζόνες και τα ποδήλατα.
Με τα νυχτερινά shows
που ξεχύνοντ’ απ’ τις μπετονιέρες
και τη φρίκη των διδασκάλων Α!
Είναι η εικόνα που μάταια
ζητάει στα πέλματά μου
να μην ελπίζω.
ΞΕΡΩ ΠΙΑ.

***

Όταν θα γυρίσει
(τα παιδιά να λείπουν)
τσιγάρο αναμμένο θα κρατάει
(τα χέρια καμμένα)
όταν
(Αυτός ο βιαστής κι εγώ ο υιός)
όταν γυρίσει
θα τον σχωρέσω.

***

Μ’ άνεργους ηθοποιούς
κι αλκοόλ
θα τη βρω.
Κι έτσι νομίζω
χωρίς άγχος
με κουβέντες καλές
θα πεθάνω.

*Από τη συλλογή “Η μέρα των φωταγωγών”, β’ έκδοση, Εκδόσεις Φίλντισι 2017.

Νίκος Σταμπάκης, Τέσσερα ποιήματα

TEA-SHELLS

Η νυφική μπαλλάντα ακόμη λάμπει το πρωί
Στον παιγνιδότοπο όπου τ’ άστρα
Είναι μικρά χοιρολοΰλουδα με
Το χρώμα του χρόνου
Και τα γελαστά τραγούδια
Των δασών
Οδηγούν σε παραδείσους
Ιερής τσίκνας

Στην ετικέττα του ρουμιού
Ζωγραφισμένα λείψανα
Στα βλέφαρά μου το γέρικο πλοίο
Των καταδίκων

Το ματωμένο πρόσωπο
Της αγάπης
Έρπει
Στο εσωτερικό της κάννης
Του ψεύτικου τουφεκιού

Στο ποταμόπλοιο Skyriver
Τα χείλη του θεού
Είναι μαξιλαράκια
Για τ’ αλογάκια
Της παναγιάς

Χιονόφυλλα
Υδραργυρική αφή
Πού οδηγούμαι;
Πού έχω αφεθεί;
Ποιος είναι κείνος που πεθαίνει
Σε πράσινες λίμνες;

1988

***

ΑΦΟΣΙΩΣΗ

Οταν το μάτι αγάλματος π’ απαθανατίζει τον κολοσσό της Ρόδου σε στάση προσοχής
Μπρος στο διάβα τριών παρθένων με ρόδια
Ραντίσει το βάθρο με δάκρυα και ξερό χαλάζι
Θα σου μηνύσω αγάπη μου καθώς ο ουρανός μηνύει στ’ αναστάσιμα βεγγαλικά
Την διαρκή του αφοσίωση
Καθώς και την τακτοποίηση εκκρεμότητος π’ αφορούσε το μέγεθος κεραμιδιών
Θα σου μηνύσω μ’ εντεταλμένο δικολάβο
Την οριστική νίκη των ασμάτων μου απέναντι στα τρομερά κύμβαλα του θανάτου
Την επικράτηση του υπερφυσικού βύσσινου απέναντι στις φαβορίτες π’ εστήριζαν κατακόμβες
Όπ’ αντηχεί αδιάκοπα η φράση, «Τα πάντα είναι χαμένα,
«Χαμένα όπως φαντάρος σ’ εμποροπανήγυρη
«Χαμένα όπως αηδόνι στο σεντούκι
«Χαμένα όπως ρολόι μες σε πηγάδι
«Χαμένα όπως αστέρι σ’ έναν κουμπαρά
«Χαμένα όπως πυξίδα σε νεκροταφείο
«Χαμένα όπως φιλί μες σε βαγόνι
«Χαμένα όπως γραμματοκιβώτιο στην ομίχλη
«Χαμένα όπως ζαχαρωτό σε υπηρεσιακή τσάντα
«Χαμένα όπως μια γυναίκα μες σε σύννεφο από κιμωλία
«Κτλ.».

1990

***

ΟΔΟΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ

Η ζωή
Δεν θυμάται
Όσους ζουν κάτω
Απ’ το τραυλό φως

Και όλες
Οι απελπισμένες
Δεήσεις
Κι οι εκλεπτυσμένες κινήσεις
Δεν θα τους σώσουν

Όταν κοιμούνται
Θυμούνται τον έρωτα που χάθηκε
Στην λεωφόρο των σκοτεινών
Μπλε κυμβάλων
Που την λικνίζουν
Οι τσιμπίδες των καστανάδων

(Τσέλλο τον Δεκέμβρη
Τα μελοροδάκινα
Ή σαν κηλίδες αίματος
Στα νύχια του St. Paul’s)

Κι όταν ξυπνούν
Βλέπουν τον κόσμο
Να περιμένει
Κάτω από τον ήλιο
Οπου φαίνονται όλα
Τα σημάδια
Της κληρονομικής
Ασθενείας

Η ζωή
Δεν λυπάται
Οσους ζουν κάτω
Απ’ το τραυλό φως.

1988

***

ΜΑΤΑΙΟ

Τι θέλεις
Τι περιμένεις
Μες στα ψυχρά
Τοιχώματα
Στα
Ακονισμένα
Βροντερά
Μαχαίρια
Στα πιθάρια
Με τα φίδια
Που οι συριγμοί τους
Βουίζουν
Στο μυαλό σου
Όπως κάποτες
Ο ύμνος
Των φοιτητών—
Μια νύχτα
Πεντακάθαρη

Στο βάθος
Η εκκεντρική
Πανοπλία
Παρίστανε
Τον άγιο
Γεώργιο.

1988


*Από το βιβλίο ‘Το μπαούλο με τις μπίλιες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2007.

Μαργαρίτα Μηλιώνη, η νύχτα των δορκάδων

τη νύχτα που πέρασε εντοπίστηκαν
ζαρκάδια να τρέχουν στους δρόμους του Παρισιού
οι τεντωμένοι μυς
τα λιγνά πόδια
τα δυνατά τους λαγόνια
μα δες τα πώς τρέχουμν μέσα στις tuilleries
πώς διασχίζουν τα ηλύσια πεδία
πώς καλπάζουν ελεύθερα
δες τα πώς διαφεύγουν
τον κλοιό των πάνοπλων στρατιωτών
μα πώς;
δεν έμαθαν για το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που έχει κυρυχθεί η χώρα;
δες τα στην γέφυρα των εραστών να μοιράζονται με το
ζευγάρι το δείπνο του,
τώρα τρέχουν ξοπίσω τους οι νέοι,
τι θα κάνουν τώρα οι ζαντάρμ;
ο στρατός;
θα χτυπήσουν;
τα ζαρκάδια κατέλυσαν την τάξη
μια ομάδα νέων τα ακολουθεί
κι όλο το πλήθος μεγαλώνει
νέα συνθήματα κάθε στιγμή απλώνονται στην πόλη
το φάντασμα του μάη του 68;
αναρωτιούνται δειλά οι πρώτοι αναλυτές που κλήθηκαν
στο ραδιόφωνο,
ο πρόεδρος προχώρησε σε διάγγελμα,
κάλεσε τους πολίτες να αραμείνουν στα σπίτια τους,
η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο μας καθησύχασε.
οι τηλεοράσεις βουβάθηκαν, πριν λίγο είδα μια γυναίκα να φοράει τα αθλητικά της
και να τρέχει ξοπίσω τους.

*Από τη συλλογή “Ο Ζωολογικός Κήπος του Ile Saint-Louis”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Κριτές

Κόντρα στο ρεύμα
μπορούν να πάνε
μόνο οι σολομοί
κι οι ποιητές που ξεχωρίζουν
όλους τους άλλους
τους παρασύρει ο ποταμός
στη θάλασσα της ανυπαρξίας
σαν αστεράκια τρεμοσβήνουν
τα ποιήματα των πολλών
κι ύστερα σβήνουν για πάντα
μένει ο Καβάφης και οι λοιποί
ξεχωριστοί και λίγοι
όλοι αυτοί
που κάνουν θόρυβο μεγάλο
γύρω απ΄ τ΄ όνομά τους
κατακρημνίζονται
μαζί με τους άλλους
γιατί η Ιστορία
μισεί τον θόρυβο
και κρίνει αυστηρά
μαζί με τον αδερφό της
τον Χρόνο.