Σωτήρης Λυκουργιώτης, Τρία ποιήματα

Ο ΤΟΙΧΟΣ

Ο τοίχος είχε από νωρίς
εκείνη την ήρεμη αποφασιστικότητα
που τον χαρακτήριζε κάτι τέτοιες μέρες

Ήξερε,
πως αρκετοί αδέξιοι δήμιοι θα αστοχούσαν
με αποτέλεσμα να πληγώσουν ξανά
το γερό σώμα του

Δεν έδειχνε θλιμμένος
-κάθε άλλο-
μετά από τόσα χρόνια είχε πλέον συνηθίσει
τις εκτελέσεις

Ένιωθε κομμάτι της τελετουργίας
αναπόσπαστος παράγοντας του σκηνικού
παλαίμαχος σύντροφος των νεαρών στρατιωτών
που εκτελούσαν κάθε φορά τους αντιφρονούντες

Ο τοίχος είχε διαλέξει στρατόπεδο
Ήταν πάντα με τους νικητές
Άσχετο αν η ιστορία είχε έρθει πολλές φορές
τούμπα
και οι παρατάξεις άλλαζαν στην εξουσία σαν
την παλίρροια

Δεν ήταν ότι δεν είχε ηθική
ούτε γιατί λάτρευε το αίμα και τη ζεστή σάρκα
-κάθε άλλο-

Αλλά ο ρόλος του -βλέπετε-
η θέση του
δεν του επέτρεπαν και πολλά

Φτιαγμένος από τσιμέντο
το εύπλαστο υλικό της εξουσίας
δεν ήταν και για τίποτε άλλο

Δε νομίζετε;

***

ΠΩΣ

Πώς να καρφώσεις τις λέξεις ποιητά
τώρα που τα νοήματα εκπέσανε
κι οι λέξεις γίναν έρμαια
στο στόμα κάθε τσαρλατάνου;

πώς να καρφώσεις τις λέξεις
ώρα που μας πήραν φαλάγγι
οι μεταμοντέρνοι
γαμώ τον Ντεριντά σας,
μέσα – σκατιάρηδες

μόνο σιωπή τώρα ποιητά,
βία και ακαμψία,
μπας και πετάξουν
ξανά οι φύτρες
πάνω απ’ τα γράμματα

***

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ

Είναι κάτι βράδια
που καταλήγω σε μπαρ
σε στιλ αμερικάνικο

Πίνω ένα ουίσκι
καπνίζω δυο τσιγάρα
και φεύγω

Ελπίζοντας
στο μέσο διάστημα
να ανοίξει η βαριά πόρτα
και να μπει
εκείνη

*Από τη συλλογή “Η ιερουργία της άνοιξης”, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016.

Μανώλης Κουφάκης, Οι Ώρες

Ώρες
Που ακολουθείτε τη θεία σύμπτωση
Των δεικτών του μεσονυκτίου
Ελάχιστη σχέση σας κρατά
Στην τάξη του εικοσιτετραώρου.
Διασταλμένες κόρες της σχετικότητας
Φορτωμένες τους ήχους της σιωπής
Αντένες ευαίσθητες στραμμένες στο άπειρο
Δέκτες πικροί της αλήθειας του χάους.

Ώρες
Λιβάδια παρθένα κι ανέγγιχτα
Ξέσελο άτι ο νους
Σε κύκλους τριπόδισε και σπείρες ατέρμονες.
Πώς να διαβεί; Πού να στραφεί;
Ότι ο ήλιος αργεί
Κι ο αστέρας θαμπός μες στη σκόνη.

Ώρες
Δικαστές ανελέητοι
Τυλιγμένοι της νύχτας την τήβεννο
Ζωσμένοι της σιωπής το κύρος
Στην κρίση σας αναπότρεπτα προσπέφτω
Με βήματα οικειοθελή, σαν αυτόματα
Χωρίς τη βία ή τα όργανα της τάξης
Σ’ αυτή την περίεργη δίκη προσερχόμενος
Στην αίθουσα μόνος
Να δικαστώ, ενώπιος ενωπίω.

*Το ποίημα το πήραμε από τον Συντάκτη Αρθρογράφου.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Εξαγγελία

θα καταργήσω
τις στάσεις
των λεωφορείων

θα τις κάνω
κρυψώνες

ενάντια
στους χάρτινους πύργους
των εμμονών μας

γιατί η ποίηση
ή θα γίνει επανάσταση
εδώ και τώρα
ή δεν θα υπάρξει ποτέ

Gregory Corso, Τρία ποιήματα

The Whole Mess … Almost

Έτρεξα έξι πατώματα μέχρι το μικρό επιπλωμένο δωμάτιο μου.
Άνοιξα το παράθυρο κι άρχισα να πετάω έξω αυτά τα πράγματα που είναι πιο
σημαντικά στη ζωή.
Πρώτη η Αλήθεια, να στριγκλίζει σαν απεργοσπάστης:
«Μη! Θα πω απαίσια πράγματα για σένα!»
«Α ναι; Λοιπόν δεν έχω τίποτα να κρύψω … Έξω!»
Μετά ήταν η σειρά του Θεού, κλαψούριζε λαμπερός και έκπληκτος
«Δεν φταίω εγώ! Δεν είμαι εγώ η αιτία για όλα αυτά!»
«Έξω!»
Μετά η Αγάπη, να με δωροδοκεί με ερωτόλογα: «Δεν θα γνωρίσεις ποτέ την
σεξουαλική ανικανότητα! Όλα τα κορίτσια στα εξώφυλλα της Vogue, όλα δικά σου!»
Έσπρωξα τον χοντρό της κώλο έξω ουρλιάζοντας: «Πάντα τέλειωνες μ’ ένα παράπονο!»
Σήκωσα πάνω την Πίστη, την Ελπίδα, την Ελεημοσύνη … κι οι τρεις κολλημένες μαζί: «Χωρίς εμάς σίγουρα θα πεθάνεις!»
«Με εσάς θα μουρλαθώ. Αντίο!»
Μετά η Ομορφιά … αχ η Ομορφιά, καθώς την οδηγούσα προς το παράθυρο της είπα: «Ήσουν ό,τι αγαπούσα περισσότερο στη ζωή αλλά είσαι φονιάς … η Ομορφιά σκοτώνει!»
Πραγματικά δεν είχα σκοπό να την ρίξω. Έτρεξα κάτω αμέσως φτάνοντας ακριβώς στην στιγμή για να την πιάσω «Με έσωσες!» κλαψούρισε. Την άφησα κάτω και είπα: «Δρόμο!»
Πήγα πίσω στον έκτο όροφο, πήγα για τα Λεφτά, αλλά δεν υπήρχαν καθόλου Λεφτά για να πετάξω.
Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει στο δωμάτιο ήταν ο Θάνατος και κρυβόταν κάτω απ’ το νεροχύτη.
«Δεν είμαι αληθινός!» είπε κλαίγοντας. «Είμαι απλά μια φήμη που διαδίδεται απ’ τη ζωή …»
Γελώντας τον πέταξα έξω, μαζί το νεροχύτη κι όλα αυτά και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το Χιούμορ ήταν το μόνο που είχε απομείνει.

Το μόνο που μπορούσα να κάνω με το Χιούμορ ήταν να πω : «Έξω απ’ το παράθυρο με το παράθυρο!».

***

Η αμφισβήτηση της αλήθειας

Όντας Ποιητής
εστία ησυχασμού δεν βρίσκεις
Και το μπαούλο της ματαιότητάς μου
το πέταξαν στο πεζοδρόμιο
– ο καθρέφτης έσπασε
Κοιτάζω και βλέπω
έναν παλιωμένο ποιητή
– πόσο γλυκό-θλιμμένο
ερείπιο είναι ο ποιητής
Λέει η καλή καρδιά μου:
«Ανοησίες, όχι, φταίει ο καθρέφτης
που ‘χει σπάσει»
Αν και η αλήθεια δεν είναι πια αφέντης μου
ψέματα για αλήθεια δεν θα πω
Παράτησα για πάντα το μπαούλο
με τα ποιήματά μου
με γύρισα την άλλη μέρα
και είδα έναν Κινέζο
να κλαίει κάτω απ’ τον ήλιο.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

***

Γραμμένο στα σκαλοπάτια του Πορτορικάνικου Χάρλεμ

Υπάρχει μια αλήθεια που βάζει όρια στον άνθρωπο
Μια αλήθεια που τον εμποδίζει να πάει μπροστά
Ο κόσμος αλλάζει
Ο κόσμος το ξ έ ρ ε ι πως αλλάζει
Βαριά είναι η λύπη της μέρας
Οι γέροι έχουν όψη καταδίκης
Οι νέοι παραγνωρίζουν τη μοίρα τους στην όψη αυτή
Αυτό είναι αλήθεια
Μα δεν είναι αλήθεια ολότελα.
Η ζωή έχει νόημα
Και δεν ξέρω το νόημα
Ακόμα κι όταν την ένιωσα δίχως νόημα
Είχα ελπίδα και προσευχήθηκα και ξεστόμισα ένα νόημα
Δεν ήταν όλα ποίηση παιχνιδιάρα
Υπήρχαν χρέη να ξεπληρωθούν
Καλώντας Θεό και Θάνατο
Είχα μια άγρια επιθυμία μαζί τους να τα βάλω
Ο Θάνατος αποδείχτηκε νόημα να μην έχει δίχως τη Ζωή
Ναι ο κόσμος αλλάζει
Ο Θάνατος όμως μένει ίδιος
Τον άνθρωπο παίρνει μακριά απ’ τη Ζωή
Αυτό είν’ το μόνο νόημα που κατέχει
Και συνήθως είναι μια θλιβερή υπόθεση
Τούτος ο Θάνατος
Είχα μια αθωότητα είχα μια σοβαρότητα
Είχα ένα χιούμορ να με γλιτώνει από την αδαή φιλοσοφία
Μπορώ να ψευδίζω τα πιστεύω μου
Μπορώ μπορώ
Γιατί θέλω να ξέρω το νόημα των πάντων
Μα κάθομαι σαν κάτι τσακισμένο
Βογκώντας! Ω, τι ευθύνη
Σου αναθέτω Γκρέγκορυ
Θάνατο και Θεό
Σκληρό σκληρό είναι σκληρό
Έμαθα πως η ζωή δεν ήταν όνειρο
Έμαθα πως η αλήθεια εξαπατούσε
Ο άνθρωπος δεν είναι θεός
Η Ζωή είναι ένας αιώνας
Ο Θάνατος στιγμή μία.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

Έλλη Γρίβα,Τρία ποιήματα

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Υγρασια/
Κρεοπωλειο/
Μπαλτας + Μαχαιρια/
Παντζουρια κλειστα/

Οι εννοιες αλλα-Ζουν/
Χερια/

Τα χερια/
Μας
+
Εγω
Σ’ ερωτευομαι/

Με τις Νυχτες
Στην κοιλια σου-

Αγαπη μου/

Κοιμησου
Μεσα
Μου

***

ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ

Δεν ξερω πως να Το πω/

– Πες το : Ομικρον
– Δηλαδη : Στρογγυλο _Τι;…

– Το να Ζω
Ειναι
Μια Σκαλα/
Ελαστικη/

– Η Σχισμη του Χρονου
Ανοιγοκλεινει/

– Ειμαι-
– Ο Παρατηρητης
– Το Σωματιδιο
– Ο Εξωγηινος
– Μότσαρτ

***

BAUHAUS

Η Αρχιτεκτονικη
Σου-
Των Μεγατονων
+
Των
Σκληρων Φτερων Σου/

Θα τα σπασω
Μ ενα καλεμι

Η Αγκαλια ειναι Ξεφωτο
Το.

**Από το βιβλίο “ΜΑΖΕΙ ή ΠΟΤΕ = ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ”, 2016.

Νίκος Σφαμένος, Από την “Η Άνοιξη που έρχεται θα είναι παγωμένη”

Η άνοιξη που έρχεται θα είναι παγωμένη

με τις ώρες μπροστά σ’ ένα κομμάτι
χαρτί
χαμογελάς
ω ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα
μα γράψε κάτι για τούτη τη νύχτα
-ειδικά ετούτη-
και μετά πέτα τις λέξεις στον αέρα
άστες να στριφογυρίζουν και
άπλωσε τα χέρια σου
άγγιξε τες
μα ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα
και εγώ
τι να σας πω
τι να σας πω
για τούτη τη πένθιμη νύχτα του
ακροβάτη
δεν ξέρω
οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο νεκροί
από ποτέ
και οι γάτες τριγυρνάνε στις σκεπές
και οι γέροι κλαίνε στα λιμάνια
τα χέρια να αιωρούνται στο σκοτάδι
οι ψυχές να διαβαίνουν τα σοκάκια
και εγώ
μα τι να σας πω
δεν ξέρω
περπατάω σε ετοιμόρροπες
γέφυρες
ξενυχτάω σε μια άδεια άγνωστη
πολιτεία
οι μεθυσμένοι θα κοιμούνται στα
βρώμικα παγκάκια
τα παιδιά θα ονειρεύονται παρέα
με τ αστέρια
εγώ
καίγομαι
τα βράδια
εκτοξεύομαι
-μα οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα-
οι καμπάνες τις πόλης χτυπάνε
κάποιοι τούτη την ώρα έρχονται
κάποιοι τούτη την ώρα φεύγουν
τι να πει ένας μοναχικός καθώς
οι πόλεις ερημώνουν
οι ζωές χάνονται
τι να πει στις μέρες που φεύγουν ή
στα σκυλιά που κλαίνε στους δρόμους
-μάλλον τίποτα-
μόνο θα πάρει στη χούφτα του
δυο τρεις λέξεις
θα μυρίσει τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσει και όλα χαθούν
θα τις κρύψει στη μασχάλη του
θα μοιραστεί μαζί τους τη γαλήνη
απόψε δε φυσά αέρας και ούτε
ο ουρανός έχει
αστέρια
λέξεις μαχαίρια
άγιες
ανέγγιχτες
ταξιδεύουν στον ορίζοντα
ελεύθερες
όμως εγώ θα τις κρύψω στη μασχάλη μου
θα μυρίσω τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσω και όλα χαθούν

***

Τύχη

ω
τα ταλέντα είναι παντού
γεμίζουν τις οθόνες μας
μας κρατάν συντροφιά
λαμπερά χαμόγελα
χειροκροτήματα
φώτα
το κοινό παραληρεί
ουρλιάζει
και εκείνοι
τραγουδάνε
χορεύουν
διαβάζουν ποιήματα
ακροβατούν
κάνουν στριπτίζ
τυχερή χώρα!
σκέφτομαι
λίγο πριν σηκωθώ και
κοιτάω ένα τελειωμένο
η περίπου τελειωμένο ποίημα

να και κάτι που γράφτηκε χωρίς
ταλέντο

***

Μικρές νίκες

υποσχέθηκες να μη γράψεις ξανά εκείνα τα
ποιήματα
όμως βλέπετε είναι τόσες οι χαμένες νύχτες
σε κρατάει που τούτη τη νύχτα κάποιοι θα
βρίσκονται στην ίδια θέση με τη δική σου
-ελπίζεις να βρούνε τις λέξεις σου
και να τους δώσουν λίγο κουράγιο-
όμως εσύ να
το υποσχέθηκες
μάταιο όμως
οι φάροι δεν άναψαν ποτέ στο
σκοτάδι για εμάς
ούτε ζεστό χέρι μας απλώθηκε
κατεβάζεις μια γουλιά για όλους τους
ξεχασμένους
την ώρα που έξω
οι τηλεοράσεις θα τρεμοπαίζουν
τα νυχτερινά κέντρα θα γεμίζουν ασφυκτικά
οι περιπολίες θα αυξάνονται και
τα ζευγάρια θα τσακώνονται

το μπουκάλι αδειάζει και ένας μοναχικός
γελά δυνατά
στη μέση της νύχτας:
κέρδισες

***

Γλυκό βύσσινο

πίνει σκυφτή τον
καφέ της
μαζί με γλυκό βύσσινο
ρυτίδες και ένα
παλιό φόρεμα
ενώ δίπλα στη παραλία
νέοι πάνε κι έρχονται
παίζουν στο νερό
τραγουδάνε χαρούμενα τραγούδια
και η μουσική πάντα εύθυμη
εκείνη εκεί
να μετρά τα λεπτά
τις ώρες που φεύγουν
κανείς δεν της μιλά
κανείς δεν τη προσέχει

και καθώς γυρίζω σπίτι
τούτη την αποπνικτική
καλοκαιριάτικη μέρα
σκέπτομαι μόνο εκείνη
και τα κρύα
νεκρά
βράδια της

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, Ιδιωτική έκδοση, 2009.

Περιοδικό ‘Κύμα’ τεύχος 3ο

Το τρίτο τεύχος του περιοδικού κύμα κυκλοφορεί σε λίγες μέρες με πλούσια ύλη. Ο ηθοποιός Άρης Ρέτσος σε μια συνέντευξη με τον Γιώργο Δάγλα μιλάει για την Αρχαία Τραγωδία και την τέχνη.

Η Ζωγράφος και σύντροφος του ποιητή Καρούζου Εύα Μπέη κουβεντιάζει με την Λουκία Πλυτά Ένα εκτεταμένο αφιέρωμα στον Αργείο ποιητή και εκδότη Γιάννη Ρηγόπουλο Μεταφράσεις ποιημάτων, και όπως πάντα το κύμα είναι το βήμα των σύγχρονων ποιητών.

Περισσότεροι από 15 σύγχρονοι ποιητές παρουσιάζουν αδημοσίευτα έργα τους σε ένα contemporary γραφιστικό περιβάλλον σχεδιασμένο από τον Άκανθο.

Νίκος Παϊζης, Ντόρτια

9789607280183

Θέλω να σου μιλήσω ρε γαμώτο,
αλήθεια πριν να σε φτάσω να με πάρεις στο ψιλό,
να γελάσουμε
Πριν να μην… Όχι γιατί δεν βρήκαμε.
Όχι γιατί δεν είχαμε.
Όχι γιατί μας κάνει κακό.
Όχι γιατί τους κάνει καλό.
Όχι για τα κούφια λόγια.
Όχι για την αλήθεια.
Όχι για τίποτα… Έτσι για να ρίξω τα ζάρια.
Θέλω να σου μιλήσω, το στόμα μου να κάνω λιώμα στο δικό σου,
δόντια και αίμα να φτύνουμε, να μη μιλάμε. Θέλω ένα φλας που
να μην τελειώνει ποτέ και να μην το ντιλάρει κανείς.
Δεν ξέρω όμως. Θυμάμαι. Η μνήμη μόνο παγίδες. Μια για τα
φράγκα δυο για το σόου και εάν είσαι έτοιμος πάμε, πάμε τώρα.
Αγαπημένες παγίδες, συντρόφισσες όταν σπάσαμε τον κλοιό.
Το Παρίσι στα οδοφράγματα, στο Μεξικό, τι καλοκαίρι,
το τσεκούρι, τα τσεκούρια παντού, στο Σικάγο η ρουλέτα,
οι Μαύροι Πάνθηρες, τα σοβιέτ των αγγέλων, η νομιμοποίηση του μαύρου,
το δικαίωμα των κουνουπιών στην ηχορύπανση.
Τι να σου πω… Να ρίξω τα ζάρια.
Θάνατος στους τυράννους. Σ’ όλες τις τυραννίες.
Μας γλίστρησε το περίστροφο πριν εκπυρσοκροτήσει,
πριν καν είναι περίστροφο.
Εγώ φταίω. Αλλά εσύ πριν θυμήσου.
Τους μπάτσους όταν το σκάγανε. Τότε που σε κέρασε ένας τους
ένα τσιγάρο (τα μάτια του γαλάζια κι ωραία).
Τις βόλτες στου Στρέφη. Το γέλιο που κάναμε στο αεροδρόμιο. Τον Σιντ Βίσιους να μαρσάρει και πώς να σου πω δεν έχει σημασία το πώς τελικά στην Κροστάνδη ξεπεράσανε τον Ρούμπιν αγιοβασιλιάτικα τριπάκια στη Γουώλ Στρητ και τον Κον Μπεντίτ υπουργό εργασίας. Δεν έχει σημασία. Απόσπασμα από τη συλλογή «Η Γενιά της Ηπατίτιδας». Ιδιωτική έκδοση της δεκαετίας του ’80 – χωρίς ημερομηνία – την οποία κυκλοφορούσε ο ίδιος. Μέσα από το βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη «Τα Εξάρχεια δεν υπάρχουν στην ιστορία στο χάρτη στη ζωή», εκδ Τυφλόμυγα 2008.

Χρήστος Κοτρώτσιος, έκπτωτου τύψεις

Στην αμμουδιά εκείνο το κόκκινο απόγευμα
χαμένο το μυαλό στην ώχρα της ανάμνησης
σκεπτόμενος τον θάνατο του πρώτου έρωτα
ξεκίνημα στο ταξίδι μιας φριχτής ενηλικίωσης
Πόσα δάκρυα, πόσος πόνος, πόση αναζήτηση απομίμησης αγάπης
τα χρόνια που πέρασαν
Ανάγκη βρώμικης ψυχής για βρώση σάρκας
ματωμένης, έτοιμης για λαμπρό θάνατο καρδιάς
Την φαντάστηκα εκεί ξαπλωμένη δίπλα μου
με γερμένο το κεφάλι να με κοιτά με αυτά τα δυο αστέρια
που φώτιζαν το σκοτάδι μου
με το χέρι της αφημένο σαν λάφυρο στην κίτρινη άμμο
με τα δάχτυλά της διψασμένα για άγγιγμα πόθου
τυφλά δάχτυλα ερωτευμένα με τα δικά μου σκουλήκια
και εγώ σαν κλέφτης να γεύομαι τις χάρες της αφής
γεμίζοντας το βρωμερό εσωτερικό κελί
με αγνό φως
που φώτιζε τη δυστυχία μου
Να τιμωρούμαι με τον πόθο μου για την εικόνα
και την άρνηση της υποταγής στην ομορφιά.

Τώρα κοιτώντας τον κόκκινο ήλιο
θυμάμαι το κόκκινο της λατρείας της
θυμάμαι το γκρι της ανοησίας μου
της σάπιας αλαζονείας
τον θάνατο ενός αγγέλου
την φυγή μου από την αγάπη
και την πτώση μου
Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τη θάλασσα
όπως κρύφτηκα εγώ απ’ τη ζωή
αυτός θα ξαναγεννηθεί
και εγώ θα συνεχίσω το μονοπάτι του μαύρου.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάτησης είναι από το βιβλίο “Ι συλλογή”, Τρίκαλα 2013.