Βασίλης Βασιλειάδης, από το “συνέβη στην επαρχία”

1

ΕΠΑΡΧΙΑ του κόσμου
χώρος μονήρης κι έμπειρος της αλήθειας παραχαράκτης
μέ ομορφιά λαγνική
γεμάτος τοπία αποστημάτων της ζήσης
εδώ
εχέμυθα διανύουν την καριέρα του ισοβίτη οι άνθρωποι
άλλοι ένδοξοι κι άλλοι ανώνυμοι
ζαβλακωμένοι ταριχευτές του νεκρού ονείρου
αφουγκράζονται μνησίκακα το γίγνεσθαι του χρόνου
Καθημερινή.
Από βραδίς συνωμότες της επιβίωσης
ο καθένας τού οξειδωμένου Έγώ ανάδοχος
προσπαθεί νευρωτικά ν’ αξιοποιηθεί.
Άτρωτοι στη θέα παραλυμένων αξιών
εξαγνίζουν σε όρθρο αγίων τα έμπυα αξιώματα
σ’ αυτόν τον βόρβορο
οι άνθρωποι κρύβουν καλά την αποσύνθεση
κάτω από τό γυαλισμένο δέρμα τους.
Αγαπημένα ζευγάρια, νυμφίοι σε προοπτική μειωμένη
απαστράπτουν ενδυόμενοι τις τήβεννους σκεπτόμενων εραστών
ανέραστοι
αγναντεύουν τον έρωτα βαλσαμωμένο
ερεβικοί κοπρομήκυτες τα συναισθήματα
εισελαύνουν ανόσια σ’ αλλοτριωμένα αιδοία
κι έγώ
με οφθαλμό φαλλό διαστελλόμενο
παρακολουθώ τις σπερματικές πλημμυρίδες στα υπογάστρια.

*”Συνέβη στην επαρχία”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Νοέμβριος 2012.

Μαρία Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

Piergiorgio Branzi, Ο μικρός με ένα ρολόι (Comacchio, Ιταλία, 1955)

Τελευταία Πράξη

Ο κότσος των μαλλιών σου σταθερός
κρυμμένα μέσα όλα τ’ ανεκπλήρωτα
Ο καθρέπτης πίσω απ’ την πόρτα
ανοιγόκλεινε τη ζωή σου

Τόλμησες πριν απ’ το τέλος
Μαλλιά λυμένα, ξανθά, σγουρά
και κόκκινα χείλη
Έτσι να τ’ αγγίξει ο έρωτας
Είπες, να δω τον καθρέπτη

***

Μόνος

Το βάζο στο τραπέζι
και μέσα τα χρυσάνθεμα
Μόνο ένα τραπέζι

Αχ, φίλε μου
σε είχα ποτέ

***

Όπως το χιόνι και η σκιά

Η σκιά φώτισε το μισό βουνό
Το χιόνι έλιωσε και άσπρισε το άλλο μισό

Οι πληγές δεν είχαν φωνή, να μην ξυπνήσουν τη σιωπή
Άνοιξε το παράθυρο στη δύση
Σκορπίσηκε στον Ουρανό της λήθης

***

Η μια όψη

Ανάσημα πέτρινο
Βλέμμα λευκό του πάγου
Το πουκάμισο από μαλακό ύφασμα

Κι έτσι το σώμα ανθρώπινο έγινε

***

Μεσόκοπη Πόλη

Δρόμοι, πλατείες, τοιχία, πλακόστρωτα
στη δίνη της προοπτικής
Τραπέζια και μεσόκοπες κοιλίτσες
Θέα οι κρεμάστρες ιδεών
Γονατισμένα βλέμματα
κουράστηκαν στα μέλλοντα
Το “Νέον-Καφεστιατόρια”, εφημερίδες στα τζάμια
Δεν είναι πλέον νέον
όπως η νέα φυλλωσιά

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.

John Cage, Untitled Anarchist Poem / Αναρχικό ποίημα χωρίς τίτλο

We don’t need government 

We need utilities.
Air, water, energy 

Travel and communication means 

Food and shelter.

We have no need for imaginary mountain ranges 

Between separate nations.

We can make tunnels through the real ones.

Nor do we have any need for the continuing division of people 

Into those who have what they need 

And those who don’t.

Both Fuller and Marshal McLuhan 

Knew, furthermore 
That work is now obsolete. 

We have invented machines to do it for us.

Now that we have no need to do anything 

What shall we do?

Looking at Fuller’s geodesic world map 

We see that the Earth is a single island, Oahu. 

We must give all the people all they need to live 

In any way they wish.

Our present laws protect the rich from the poor.

If there are to be laws, we need ones that 

Begin with the acceptance of poverty as a way of life.

We must make the world safe for poverty 

Without dependence on government.

***

Δεν χρειαζόμαστε κυβέρνηση
Χρειαζόμαστε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
Αέρα, νερό, ενέργεια
Ταξίδια και μέσα επικοινωνίας
Τροφή και καταφύγιο.

Δεν έχουμε ανάγκη από φανταστικές οροσειρές.
Ανάμεσα σε διαφορετικά έθνη

Μπορούμε να κάνουμε σήραγγες μέσω των πραγματικών.

Ούτε έχουμε ανάγκη τη συνεχή κατανομή των ανθρώπων
Ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν ό,τι χρειάζονται.
Και σ’ αυτούς που δεν έχουν.

Τόσο ο Fuller όσο και ο Marshall McLuhan
Γνώριζαν, περαιτέρω.
Ότι η εργασία είναι πλέον ξεπερασμένη.
Έχουμε εφεύρει μηχανές να την κάνουν για μας.

Τώρα που δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα
Τι μπορούμε να κάνουμε;

Κοιτάζοντας τον γεωδαιτικό παγκόσμιο χάρτη του Fuller
Βλέπουμε ότι η Γη είναι ένα μόνο νησί, το Oahu.
Πρέπει να δώσουμε σε όλους τους ανθρώπους ό,τι χρειάζονται για να ζήσουν
Με κάθε τρόπο που επιθυμούν.

Οι ισχύοντες νόμοι προστατεύουν τους πλούσιους από τους φτωχούς.

Εάν πρέπει να υπάρχουν νόμοι, τότε πρέπει να ξεκινήσουμε
Με την αποδοχή της φτώχειας ως τρόπο ζωής.

Πρέπει να κάνουμε τον κόσμο χωρίς φτώχεια
Χωρίς εξάρτηση από την κυβέρνηση.

Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Γκανέλης, Λήμνος

Και τώρα μπορούμε να σβήσουμε τη φλόγα της χαράς
χαρίζοντας τα σπάνια όνειρα στους τυμβωρύχους των καιρών
σαν δωρεά μιας ανεκτίμητης αντίκας
καθώς οι εκπρόσωποι της Τέχνης θ’ αμείβονται με χρυσάφι
κι εμείς, έχοντας φορέσει τ’ απομεινάρια του χειμώνα
θα ναυαγούμε μέσα στις φυλλωσιές των δύσκολων δρόμων
ακολουθώντας τα βήματα μιας αγάπης που στένεψε –
ούτε πια φεγγάρι μυτερό, ούτε οι σταγόνες του ιδρώτα σου.

Βλέπω τις φωτιές να εξουσιάζουν τα χόρτα των χωραφιών
πινέλα και μπογιές που φτιάχνουν το πορτρέτο αυτού του κόσμου
κι οι ζωγράφοι να γράφουν μυθιστορήματα
κι οι ποιητές να γίνονται αθλητές στο μαραθώνιο μιας ολυμπιάδας
έξω απ΄ τη γη, μακριά απ’ τους στίβους και τις κερκίδες
εκεί πάνω στ’ απόκρυφα κρησφύγετα του σώματός σου
που κατάφερα να τ’ αγγίξω μόνο με την πένα μου
όχι με τα χέρια μου, ούτε με τα χείλια μου·
κι εσύ κοίταζες απ’ το παράθυρο του σύμπαντος
αυτό το νησί που ξόδεψε τα δέντρα του
για να μπορέσω να γίνω δροσερός, να μασήσω οξυγόνο
και ν’ αφεθώ στην αυταπάτη της αγκαλιάς σου.

Μόνος πάλι σ’ αυτή τη σκοπιά
τώρα που τα χρωματιστά λαμπιόνια καθυστέρησαν να σβήσουν
σήμερα που νιώθω τον τροχό της άνοιξης να δυναμώνει
αυτό το βράδυ, παρατηρώντας τα ανοιχτά δωμάτια των κάμπων
μην ξέροντας πού να μιλήσω – στα σύννεφα ή στο κενό.

Μια νύχτα που στροβιλίζεται πάνω στις αντιθέσεις της
ένα νησί άδειο, έτοιμο να συμμαχήσει με τη σιωπή
μα κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει, ούτε κι εσύ
γιατί οι σκιές των άστρων σε κύκλωσαν
κι εγώ που δε σε είδα ποτέ να κλαις
σου γνέφω πίσω απ’ το περιθώριο του τετραδίου
σκυφτός και κουρασμένος να περιμένω
το θάνατο του χιονάνθρωπου κι αυτό το χειμώνα
και πάλι του χρόνου ίσως ξέρουμε περισσότερα
για το ταξίδι του κορμιού σου μέσα στα χαρτιά μου.

(1989)

*Από τη συλλογή “Ο σκοπευτής της μνήμης”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2013.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

Οι λέξεις

Όμορφες λέξεις
χάιδεψαν τ΄ αυτιά σου,
καρφώθηκαν στον νου σου.
Η καρδιά σου τις αγάπησε.
Απόρησες,
όταν οι ίδιες λέξεις
ειπωμένες από άλλα στόματα
οδήγησαν στον θάνατο.

***

Η κιθάρα

Παίζει η κιθάρα
όμορφο σκοπό.
Γλυκές, ανάλαφρες οι νότες
σκορπούν στον άνεμο
κάνουν το ταξίδι μακρινό.
Μα δεν μπορούν να φτάσουν
στην άπονη καρδιά της.

***

Πλανόδιος

Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά,
στο πεζοδρόμιο στήνει την πραμάτεια.
Όλη η περιουσία του
τα δυο κουτιά.
Κουβέντα ζητάει απ’ τους περαστικούς,
μα εκείνοι προσπερνάνε.
Στο πεζοδρόμιο η ώρα δεν περνά.
Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά
κι η μοναξιά,
ο πιο συχνός πελάτης.

***

Καπνός

Μαύρος καπνός
βγαίνει απ’ τα χαλάσματα.
Φτάνει στον ουρανό,
τον ζωγραφίζει.
Τι παράξενα σχήματα,
αγνώριστα.
Στον τόπο αυτόν
λησμόνησαν τις ζωγραφιές.
Στον τόπο αυτόν
ξέχασαν την ειρήνη.

***

Τα βράχια

Τεράστια βράχια
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν όρθια
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
τα ζηλεύω.

*Από τη συλλογή “Ζηλεύω τα βράχια”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2018.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Έξι ποιήματα

Νηπενθές

Να ‘χουμε, λες παράφορα, πεθάνει
Αλλά η ψυχή να νοσταλγεί
κι επιστροφές να κάνει

Στα όνειρα όσων μας θυμούνται
Όταν στης νύχτας το προσκέφαλο
Κοιμούνται…

***

Πολυτεχνείο

Οθόνη πάλι ασπρόμαυρη –
χάλασαν τη μικροφωνική στη Φαραντούρη.
Το απόγευμα οι νεκροί κάτι μουρμούρισαν
μα τα τραγούδια – μέρα επετείου
σκέπασαν τη φωνή τους
και τα λουλούδια ανελέητα
τους έπνιξαν.

***

Πρωινό

Γράφεται κάπως έτσι η Ιστορία
Εσύ όμως θες να βαυκαλίζεσαι
Προσηλωμένος στην αφετηρία
Ενώ ήδη εντός σου τερματίζεσαι.

***

Βιο-γραφικό

Γεννηθήκαμε.
Περίπου αφελώς…
ενηλικιωθήκαμε.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια-
προσγειωθήκαμε.
Ατάιστα σκυλιά
έμειναν πίσω μας
οι ουτοπίες.

Ναι, ασφαλώς!
Έχει μια κάποια γνώση
η απόγνωση.

***

Διασταύρωση

Μέχρι το 2050
αισίως θα ‘χουμε γίνει
αγχωμένοι πακετάδες
μπουγατσάδες
υπάλληλοι κομμωτηρίου
μασάζ κατ΄ οίκον
και παντός είδους σέρβις.
Θα ‘χουμε διευρύνει
τους ορίζοντές μας:
Πωλητές διανομείς φυλλαδίων
και εργολάβοι τελετών.

***

Απενεργο-ποίηση

Στην πιο κρίσιμη μοναξιά
“Η μπαταρία σας είναι χαμηλή”
Μωρό πρόσφυγας ο χρόνος
παγώνει
Αλλά φωνή καμιά
Από το σιδερόφρακτο παράθυρο.

*Από τη συλλογή “Περίπολος για τους εναπομείναντες”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, Θεσσαλονίκη, 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

2018

Ήταν μεγάλο το μαγαζί
γεμάτο κόσμο
στο απέναντι τραπέζι
είδα τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ
με την όμορφη συνοδό του
αυτός ντυμένος άψογα
μέσα στο κοστούμι του
με το παπιγιόν και το
μαντηλάκι στην τσέπη του σακκακιού
αυτή πολύ καλοντυμένη
ξανθιά με τέλειο χαμόγελο
να ήταν αληθινός έρωτας
ή για το θεαθήναι
είχε κάτι το κινηματογραφικό
μα τι με νοιάζει, είπα
έτσι κι αλλοιώς
ζούμε στην εποχή της εικόνας
καθόμουν στον μαύρο δερμάτινο
αναπαυτικό καναπέ
έπινα ένα μπράντυ
και κοιτούσα έξω απ΄το παράθυρο
ήταν χειμώνας, ψιλόβρεχε
έβλεπα τ΄αυτοκίνητα
όλα του ΄30
οι άνθρωποι περπατούσαν βιαστικά
κρατώντας ομπρέλλες
μέσα στα μακριά παλτά τους
ήπια άλλο ένα
μα όταν βγήκα έξω
είδα ένα άλλο σκηνικό
απέναντι ένας διαφημιστικός πίνακας
έγραφε 2018.

***

Συνειδητοποίηση

Κάποιοι κρατούν ομοιόμορφες σημαίες
μπαίνουν στη σειρά και περπατούν
είναι κι αυτό μια μορφή αγώνα
μα είναι λίγοι γιατί δεν πείθουν.
Κάποιοι άλλοι κάθονται στον καναπέ
ή στο καφενείο
βλέπουν τηλεόραση
κριτικάρουν τους πάντες και τα πάντα
αυτοί που δεν κάνουν τίποτα
για ν΄αλλάξει κάτι
αυτοί που ήταν και είναι
συμμέτοχοι στο έγκλημα της συναλλαγής.
Οι διαχειριστές δεν φοβούνται
ούτε τους μεν ούτε τους δε
γιατί οι πρώτοι είναι λίγοι
κι οι δεύτεροι πρόβατα.
Αυτό που φοβούνται
είναι η συνειδητοποίηση του κόσμου
που άμα γίνει
θα τους παρασύρει σε μια μέρα
γιατί τα θεμέλιά τους
είναι σάπια.
Γι΄αυτό πνίγουν τις ελεύθερες φωνές
γι΄ αυτό φυλακίζουν όσους σηκώνουν κεφάλι.

Κατερίνα Ζησάκη, αθρωπόκηπος

η λίνα έχει έναν κήπο
Βγάζει παράξενα λουλούδια
είναι χαρούμενες μολότωφ για να παίζουν τα παιδιά
που οι μπαμπάδες τους ένας αλγόριθμος πουτάνες κι αντιυπερτασικά
που οι μανάδες τους με to βυζί στο μέτωπο προσκύνημα στον κόσμο

οι άλλοι κήποι είναι παιδιά
φυτεύονται ως τα δεκαοχτώ και τα ποτίζουν άνθρωποι
τους ρίχνουν λίπασμα και θειάφι και απόηχο σκλαβιάς
όλοι οι άνθρωποι έχουν κήπο
και καμαρώνουν
κεράσια γλυκά σπανάκι με σίδηρο
και μήλα που κάνουν πέρα κάθε μέρα το γιατρό
όλοι οι άνθρωποι θέλουν ένα καλό και χρήσιμο κήπο
πολλές φορές φτιάχνουν ελληνικό καφέ ή έναν εσπρέσο
και κάθονται στον κήπο τους
διαβάζουν δυνατά εφημερίδα
μετρούν τα χρέη τους βρίζουν τ’ αφεντικό
ή συζητούν με φίλους για κηπουρική και άλλες εργασίες
όμως οι κήποι έχουν μια κρυφή ζωή
κυρίως βράδυ
το χώμα ανακατεύεται
και μπαίνουν ο ένας μες στον άλλο όλο αγωνία

το πρωί οι άνθρωποι μαζεύουν με αποστροφή τα ξένα φύλλα
και ρίχνουν θειάφι και ποτίζουν τα παιδιά
κι ένας ψηλός φράχτης
και πιο ψηλός κάθε πρωί
όλοι θέλουν καλούς και χρήσιμους και καθαρούς κήπους
οι έμποροι τους προτιμούν
οι έμποροι δεν κάνουν δουλειές με τη λίνα
μα τα παιδιά όταν βγαίνουν απ’ τους κήπους τους
μ’ ένα κομμάτι σαπισμένη ρίζα στα δόντια
με λίγο λίπασμα στην τσέπη για το δρόμο
κόβουν τα λουλούδια της λίνας
παίζουν καίνε τους φράχτες
κι υπόσχονται πως δεν θα φτιάξουν κήπο

όμως όλοι οι άνθρωποι έχουν κήπο
της λίνας είναι χαρούμενες μολότωφ
όταν ανθίζουν παίζουν τα παιδιά

*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το Ονειροσφαγείο” εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.

Paula Meehan, Ταφή παιδιού

Το φέρετρό σου έμοιαζε ψεύτικο,
φανταχτερό σαν τούρτα γάμου.

Διάλεξα με φροντίδα τα ρούχα της ταφής σου,
το αγαπημένο σου ριγέ πουκάμισο,

το μπλε βαμβακερό σου παντελόνι.
Ευωδίαζαν ξύλο καπνιστό, Οκτώβρη,

και η δική σου μυρωδιά εκεί.
Διάλεξα πουλόβερ από μαλλί κλωσμένο στο χέρι,

ζεστό και μαλακό για σένα. Κάνει
τόσο κρύο κάτω στο σκοτάδι.

Φως δε σε φτάνει για να σου μάθει
τις πορείες των άγριων πουλιών,

τα ονόματα των λουλουδιών,
των ψαριών, των πλασμάτων

Άμαθο πρέπει να μείνεις
για τον ήλιο και τη δουλειά του,

προβατάκι μου, μοσχαράκι μου, αετόπουλό μου,
κουτάβι μου, κατσικάκι μου, φωλίτσα μου,

βυζανιάρικό μου, πουλαράκι μου. Θα έγνεθα
το χρόνο πίσω, να σε πάρω ξανά

μέσα σιη μήτρα μου, στο αμνιακό σου υγρό,
και ακόμη πιο πίσω θα έγνεθα

μέσα από εννιά γεμάτους μήνες
στη στιγμή της εμφύτευσης

που αποφάσισες να γίνεις σάρκα,
λέξη μέσα μου.

Θα ματαίωνα τη γιορτή της αγάπης
την καυτή βραδιά της σύλληψής σου.

Θα ταξίδευα μόνη σε ήρεμο,
γεμάτο βρύα τόπο,

Θα έσταζες από εμένα στη γη
σταγόνα, τη λαμπερή κόκκινη σταγόνα

*Η Paula Meehan είναι Ιρλανδή ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1955. Σπούδασε στο Trinity College του Δουβλίνου και στο Eastern Washington University. Μετάφραση: Τούλα Παπαπάντου. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 45, Ιούλιος- Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2017.

Δημήτρης Καφετζής, έλα…

έλα να κάψουμε τις αποδείξεις
να καούμε μες στα βλέμματα
να γρεμιστούμε με αγιογδύτες
από τρούλους εκκλησιών
να κλέψουμε τη μοναξιά
να μας τη χαρίσουμε μετά από 70 χρόνια

έλα να τελειώσουμε ο ένας στα χέρια του άλλου
μέσα σε συνέδρια μιας ακόμα ουτοπίας
να εκτινάξουμε πληθωρισμούς
και να παίξουμε με διέσεις

έλα να φύγουμε με γεμάτες τσέπες
μία νύχτα σαν τους κλέφτες
να τα σπάσουμε στα δύο
δίχως πολλά λόγια
και να μην σε ξανά δω ποτέ

έλα έστω για λίγο.