Κήπος.
Ματίνα Τσιμοπούλου, Τέσσερα ποιήματα
Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών
Σ’ ακούω τόση ώρα
να μιλάς ακατάπαυστα για την απώλεια.
Θυμίζεις δελτίο των οκτώ.
Και τον μεγάλο αριθμό των νεκρών
που επιβάλλεται να θρηνήσουμε και σήμερα.
Μέσα σ’ αυτό το σπίτι
είναι μικρός ο αριθμός των ζωντανών,
κι ούτε ένας πρόθυμος πια
να θυροκολλήσει
τούτη την πένθιμη είδηση.
***
Με την πάροδο του χρόνου
Έθαψα το ρολόι μου στην άμμο.
Διανύω τις ώρες
χωρίς καμία προκατάληψη
ότι κάποτε θα τελειώσουν
κι έτσι θα πρέπει
να αρχίσεις να συνηθίζεις
την ασυνέπεια
και το κακό το timing.
***
Ιδεολογικές συγκρούσεις
Τελευταία,
κάθε που καθόμαστε στο τραπέζι
αποφασίζουμε να μην πούμε
τα πράγματα με τ’ όνομά τους.
Μ’ έχει κουράσει
η κουβέντα για το κυρίαρχο και το υποτελές
και σου ζητώ να βάλουμε ταινία.
Εσύ προτιμάς να δεις ειδήσεις
και πιστεύεις στην αδέσμευτη ενημέρωση.
Την ώρα του ύπνου
εγώ ξαπλώνω στα αριστερά
και σε ακούω να προσεύχεσαι
για τη διασφάλιση της ατομικής ιδιοκτησίας.
***
Θα μπορούσαμε ίσως
Θα μπορούσαμε ίσως να πάμε κι εμείς στο φεγγάρι.
Εγώ να φτάσω σε ύψος μια καμηλοπάρδαλη.
κι εσένα να σε εγκαταλείψει η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή σου.
Θα μπορούσαμε ίσως να ξεδιψάσουμε στην έρημο
ή και να διαβάζουμε τη σκέψη των άλλων.
Αλλά δεν θα μπορούσαμε με τίποτα
να απαρνηθούμε
τις πιο βαθιές μας αυταπάτες
και την αδήριτη ανάγκη για λίγο ουρανό.
*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.
Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Τρία ποιήματα
Ξένος ήλιος
Τετραγωνισμένος κύκλος
Στην άσφαλτο
Άστεγων ονείρων
Ξένος ήλιος
Στο παραθύρι
Θαμπών ελπίδων
Που θέλησες να κεντήσεις
Με δύσεις και ανατολές
Χρώματα της παλίρροιας
Ξεβάφουν στην άμπωτη
Που γιόρτασες το τίποτα
Απρόσκλητοι εραστές
Θάβουν βαρκάδες
Στο φεγγάρι
Και η κόλαση
Καίει το δέρμα σου
Χωρίς ανάσταση
Αναίτια ακόμη φυσά
Μάταια πάλι γυρνά
Η απουσία σου
Τη νύχτα
Ξανά προστάζει
***
Άλλη γοητεία
Πουλάω
Ό,τι μου χάρισες
Ένα βλέμμα
Κι ένα χαμόγελο
Σε οδοντοστοιχία
Απολύτως λευκή
Μα τόσο τηλεοπτική
Γιατί να θυσιάσω
Κι άλλες νύχτες
Θερινού οινεμά
Με πασατέμπο
Για παζάρια
Ημιθανών προσκλήσεων
Σε γεύμα υποκρισίας;
Μου αρκεί
Η ξέφρενη προσμονή
Μιας άλλης γοητείας
Που δεν ενοικιάζεται
Ούτε πουλιέται
***
Πέμπτη εποχή
Η θάλασσα ψαρεύει σύννεφα
Κι η στεριά σπέρνει χιόνια
Σε μέρες περισπωμένης
(Εντός ή εκτός του χειμώνα;)
Όπου πια δεν χαμογελάμε
Σε νύχτες παραλήγουσας
(Πριν ή μετά το καλοκαίρι;)
Όπου πια δεν αγαπάμε
Μια ζωή αιτιατική
— Αναπόφευκτη συνήθεια
Των ημερών που έρχονται —
Σε μια πέμπτη εποχή
*Από τη συλλογή “Γραβάτα δημόσιας αιδούς”, Εκδόσεις Κέδρος, 2018.
Ειρηναίος Βρούσγος, Δύο ποιήματα
«το μαρτύριο του να ζης και να μην εισαι θεός»
Henna Muller
ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Κοιτάξαμε την Ποίηση
ή (ακούσαμε) τον Κόσμο
με τα μάτια της σοφίας
και βιώσαμε την ομορφιά.
Ύστερα,
κοιτάξαμε με τα ματια μας καθένας,
και νιώσαμε το παράΛογο
την παραποίηση.
Κάποιοι
το αντιλήφθηκαν.
Η συμπυκνωμένη,
συνολική τραγωδία
του ανθρώπου,
έγκειται,
στο ότι
(ο άνθρωπος)
δεν είναι θεός.
***
«Έσωθεν δε μεστοί εστέ υποκρίσεως»
ΕΣΩΘΕΝ
Σκέφτομαι αυτό το «τάφοις κεκονιαμένοις».
Πόσο όμορφοι θα πρέπει να είναι.
Πόσο όμορφη θα πρέπει να είναι.
Βέβαια θ’ άξιζε για ένα τέτοιο τάφο να πεθάνει κανείς;
Ε; Να πεθαίνεις για έναν υπέροχο τάφο…
Μια στιγμή αν καθόσουν, να τον φανταστείς
τον ωραίο
θα ήθελες κι εσύ να πεθάνεις.
Στον περιποιημένο τάφο να εισέλθεις
και να χαθείς.
Τη φθορά και το θάνατο σου
σαν σεντόνι, απαλά να καλύπτει.
Κι άφησέ τους να λένε,
πως στην κρύπτη
«έσωθεν δέ γέμουσιν όστέων νεκρών
καί πάσης ακαθαρσίας»
Δε μας νοιάζει,
δε θα φαίνονται.
Θα είναι «έσωθεν» αυτά.
Καθόλου δε μας νοιάζει.
*Από τη «συλλογή στα ενδιάμεσα παραμυθία», Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013.
John Portelli, Δύο ποιήματα
Ελπίδα
Νερό σταλάζει
απ’ τον πάγο στη βεράντα:
κάτω απ’ το εκτυφλωτικό φως
ο μονότονος ρυθμός
λιώνει την καρδιά μου
εγκαίρως για την ανοιξιάτικη ώρα.
***
Όταν το φεγγάρι θρηνεί
Να με καλέσεις
Όταν το φεγγάρι θρηνεί
Για να μπορώ να κοιμηθώ στη σκιά του
Και να ονειρευτώ όλα εκείνα που ποτέ δεν ονειρεύτηκα:
μανιτάρια του χθες
να ξεφυτρώνουν ακανόνιστα
προκαλώντας τον χρόνο.
Δεν νομίζεις;
Είμαστε μήπως κιθάρα δίχως χορδές
απ’ την οποία δεν αναβλύζει ποτέ πραγματικός ήχος
αλλά η μελωδία της πλανιέται
παντού, αδιαλείπτως;
ή μήπως είμαστε ίσως ένα ιδανικό
που μπορεί ουδέποτε πλήρως να κατακτήσουμε;
Είμαστε τρεχούμενο νερό
δεν συνειδητοποιούμε ποτέ
ποιοι είμαστε και πού έχουμε φτάσει;
* Από τη δίγλωσση συλλογή Luggage/Bagage, Word and Deed Publishing, 2016 Ελληνική μετάφραση: Ματίνα Τσιμοπούλου (την οποία ευχαριστώ θερμά για την αποστολή των ποιημάτων για το Κόσκινο).
Χρίστος Παλαιοπάνος, Χυμώδης σπαραγμός
Ενδιαφέρον;
όχι·
αίμα τους;
ναι αίμα τους ας είμαι
στο κατώφλι του αίματός μου
όντας στα πρόθυρα των αδικημένων προς το αδικημένο τους αίμα
να ενωθώ
σπαράζοντας
που αδυνατώ
αίμα τους να είμαι
σπαράζοντας
και θηλάζοντας
με την ανάστασή τους τον κόσμο
αίμα τους όντας
σαν με θηλάζουν
κατώφλια με θηλάζουν
κι έμψυχο αίμα – μια δυνατότητα
χυμών
μια δυνατότητα ανθρώπου
ωσαννά αδερφοί μου
Ιστορία η ιστορία σας
Ιστορία η ιστορία μας
χυμών
ωσαννά
ας μείνει στους θύτες το ανέραστο του αληθούς τους καθρέφτη –
του έντρομου· Ιστορία
κι η ιστορία τους χυμοί μου
αδικημένοι αίμα μου,
Ιστορία κι η ιστορία μας
χυμών.
Ανδρέας Ελ Σαέρ, Τρία ποιήματα
Πλάνα στην Πόλη
Η άτακτη συνουσία,
το κατακάθι του καφέ που με κάνει και φτύνω,
ο αέρας που ουρλιάζει μέσα από τις χαραμάδες,
η μικρή βαλίτσα γεμάτη άγουρα βράδια,
τα ντοκουμέντα που θέλω να κάψω,
η 9η στάση και οι παραβάτες,
η απουσία στη μισάνοιχτη πόρτα.
και τα αστικά μπαλκόνια που δεν χωράω να κοιμηθώ.
***
Δοχείο
Στον βορβορώδη πυθμένα σου.
κάθε φορά η νοσταλγία
κάθε φορά η απόσταση,
καμία φορά η ανάγκη
καμία φορά τα παραδοσιακά εμβατήρια.
Μια φορά αγνοεί
η άμυνα,
μια φορά
η ολότητα.
***
Γιολάντα
Τίποτα δεν σε ορίζει-
πόδια αντικρυστά,
μισοανοιγμένα ενδύματα,
η αυλή γεμάτη κοκκινόχωμα,
και εσύ, σε θερινό σινεμά,
να σκουπίζεις τον ιδρώτα απ’το μπούστο σου.
*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.
Ιάσωνας Σταυράκης, Είμαι…
1ο βραβείο στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ποίησης στην Κροατία
Είμαι αυτός που εγκαταλείπει
Είμαι αυτός που τον τρώει η λύπη
Είμαι ο άντρας που ποτέ του δεν κλαίει
Είμαι περήφανος που είμαι γκέι
Είμαι ο δάσκαλος που τρέμει στην τάξη
Είμαι ο άνεργος που κανείς δεν θα κλάψει
Είμαι γυναίκα με τα μάτια πρισμένα
Είμαι πρεζόνι με τα χέρια καμένα
Είμαι βοσκός που τα έχει χάσει
Είμαι πουτάνα που δεν έχει γεράσει
Είμαι το γέλιο στην αρχή του αγώνα
Είμαι η πένα που θα γίνει βελόνα
Είμαι γέρος δίχως πατρίδα
και ποιητής που δεν έχει κερκίδα…
Είμαι η ώρα που πεθαίνει ο κόσμος
Είμαι τα μάτια που δεν πιάνει ο νόμος
Είμαι στον ύπνο μου επαναστάτης
Είμαι η ώρα που ξεψυχά ο Εφράτης
Είμαι γυναίκα με μυαλό χαλασμένο
Είμαι απέναντι σε περιμένω
Είμαι τραβέλι σ’ ένα παγκάκι
Είμαι κομπάρσος κρατάω σκονάκι
Είμαι η μέρα που το φως της δεν βγαίνει
Είμαι η νύχτα που σε πεθαίνει
Είμαι το άκρο στην αδικία
Είμαι ο όρος πεζογραφία…
Είμαι μια ρίμα που δεν έχει τέλος
Είμαι το ξύλο στης σιωπής μου το βέλος
Είμαι μια πόρνη σαν την ζωή μας
Είμαι του δαίμονα το μαύρο κρασί μας
Είμαι η σκέψη που χαϊδεύει
Είμαι αιχμάλωτος που δεν χορεύει
Είμαι ο σκύλος που έχεις πληγώσει
Είμαι ο γάτος που έχεις σκοτώσει
Είμαι στην τσέπη τα πρώτα λεφτά σου
Είμαι ο λύκος που σκορπά τα μυαλά σου
Είμαι μια μπάντα που δεν ακούει κανένας
Είμαι ο τίποτας
Είμαι ο ψέμας…
Είμαι το γέλιο που ακούς στο παιδί σου
Είμαι κραυγή και η οργή σου
Είμαι το σύστημα που σε τσακίζει
Είμαι ο κόμπος που στραγγαλίζει
Είμαι επίδομα στο τέλος του μήνα
για κάθε φασίστα μικρότερο μνήμα…
Είμαι βούλιμος σαν το παιδί σου
Είμαι ανόρεκτος σαν την ψυχή σου
Είμαι αιδοίο γεμάτο αρρώστια
Είμαι σαν πάγκρεας με αίμα κομπόστα
Είμαι το γράμμα που δεν έχεις στείλει
Είμαι της θλίψης το μαύρο μαντίλι
Είμαι το λάθος που έχουν γεννήσει
Είμαι φωτιά στου ήλιου τη δύση…
Είμαι παράνομος
Είμαι ο κανένας
Είμαι εσύ
Είμαστε ένας…
ένα έτσι, δύο ποιήματα
Ζω τον δρόμο μου έξω απ’ τη ζωή
Γράφω τον δρόμο μου έξω απ΄ την γραφή
Αγαπώ τον δρόμο μου έξω από σένα
Κι εσύ ακολουθείς
Κι εσύ κι η θάλασσα κι η γη
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/05/13/2945/
Η πρώτη φράση του ποιήματος
κοστίζει ακριβά
όταν το υπόλοιπο ποίημα
δεν έχει ακόμα αρχίσει.
————————-
Δεν έχει ακόμα αρχίσει
όταν το υπόλοιπο ποίημα
κοστίζει ακριβά
η πρώτη φράση του ποιήματος.
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/05/13/2947/
Art & Atrocity – Judy Gor 






