“Μάνα” || Του Prattler

The Prattler's avatarLos Innuendos

Μάνα,

Απ’ το χώμα σου φύτρωσα, 

Από σπόρος, βλαστάρι,

Έμαθα γράμματα, λέξεις,

Πλέον κοτζάμ παλικάρι,

Μ’ όπλο μια βαλίτσα σ’ απειλώ πως θα φύγω,

Απορώ ‘δω και χρόνια, πως με πείθεις, να μείνω.

Μάνα,

Ψεύτικα λόγια μου πούλησες,

Στα όνειρα που έκανα, πήγα να φτάσω τ’ αστέρια

Το δείκτη σαν “όχι” μου κούνησες.

Μάνα,

Νταβατζήδες συνέχεια μου φόρτωνες,

Τη ζωή μου από γέννας την όρισες,

Γυμνό με έστειλες, σε σκοτεινά μονοπάτια,

Σε δρόμους άθλιους, με βράχια κι αγκάθια…

Μάνα,

Αφού τα παιδιά σου ισάξια αγαπάς,

Πες μου, γιατί θεωρούμαι παρίας;

Πες μου, πότε τ’ αδέρφια μου γίναν τραμπούκοι

Και μέλη μιας -επιβολής θανάτου- διμοιρίας;

Μάνα,

Τ’ αδέρφια μου γιατί τα εξοντώνεις;

Γιατί, όταν μιλάω, με μαλώνεις;

Γιατί, όταν παλεύω, την ύπαρξη μου μετανιώνεις;

Γιατί να ζω μονάχα στη σιωπή 

Ή την τιμωρία της αγχόνης;

Μάνα,

Γραμμές στον τοίχο τραβώ,

Λογαριασμό προδοσίας κρατώ,

90 και σήμερα, το νου σου μη φτάσω…

View original post 139 more words

Μαρία Γερογιάννη, Ποιήματα

Σε είδα, γη,
πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ’ του ήλιου τις περασάδες
τ’ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα τη δύσης που κλείνει το χορό

Σε είδα, Αρετούσα, με τ’ απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια

Σε είδα, γη, πολύχωμη βιτρίνα

***

Έρωτας και Θάνατος τονίζονται στην πρώτη συλλαβή
μα η Ζωή στην τελευταία

***

Τελευταία Πράξη

Ο κότσος των μαλλιών σου σταθερός
κρυμμένα μέσα όλα τ’ ανεκπλήρωτα
Ο καθρέπτης πίσω απ’ την πόρτα
ανοιγόκλεινε τη ζωή σου

Τόλμησες πριν απ’ το τέλος
Μαλλιά λυμένα, ξανθά, σγουρά
και κόκκινα χείλη
Έτσι να τ΄ αγγίξει ο έρωτας
Είπες, να δω τον καθρέπτη

***

Γυναίκα στο μπαλκόνι

Κάθε πρωί
με το σεντόνι
τινάζει τα όνειρά της

***

Μόνος

Το βάζο στο τραπέζι
και μέσα τα χρυσάνθεμα
Μόνο ένα τραπέζι

Αχ, φίλε μου
σε είχα ποτέ

***

Εικόνα

Λεπτό χαμόγελο
ματιά ανέμου
και τα μικρά σου δάχτυλα, μια μονοκοντυλιά

Ξεφυλλίζω χρώματα
Τα προσπερνώ

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Άδηλον έστι 

Στην αρχαία αγορά
οι πλακόστρωτοι δρόμοι
λευκοί απλώνονται,
καθρεπτίζονται οι σκέψεις
στον διερευνητικό ήλιο.
Έμποροι και φιλόσοφοι
τις πραμάτειες τους διαλαλούν.
Δίπλα στο περιστύλιο
περιπαίξαμε την τύχη.
Στη σκιά του φεγγαριού
αντήχησαν τα βήματα
που έφερναν την ιστορία μας
στις στοές της βιβλιοθήκης.

***

Ολιγάρκεια

Περπατώντας μαζί
χωρίς άλλη παρέα
ήρεμα και αργά βήματα
τελετής μυστηριακής,
μιλάμε για θέματα απλά
τόσο κοινότοπα
που ξαφνικά σταματάμε
και κοιτάμε τα χείλη-
Η φιλοσοφία της ζωής
βρίσκεται σε όσα
δεν ζωντανεύουμε,
στο θησαυρό που φυλάμε
για τις ώρες της αλήθειας.

Βαγγέλης Γέττος, Αρμοί

Αρμοί παλιών ξεθυμασμένων αναμνήσεων
Σαν τις κρατάς στο ένα σου χέρι
και με το άλλο φωνάζεις τον κόσμο να τις απολαύσει,
σβήνουν και χάνονται
γιατί η πολυκοσμία δεν τους αρέσει.
Και σαν τις παρακαλάς να επιστρέψουν,
«τόσα λεφτά πληρώσαμε»,
τα μάτια του κοινού τρυπούν τους μυς σου.
κι αυτές μακραίνουν γι’ άλλο μυαλό
άλλα κλειδαμπαρωμένα σοκάκια
γι’ άλλα, καλά κρυμμένα
χαμογελάκια.
Ό,τι θυμάσαι πλέον σε θυμίζει.

Αρμοί παλιών, ξεθωριασμένων, ξενιτεμένων αναμνήσεων

Σαν αρμοί, γιατί όλα κάποια στιγμή ξεμακραίνουν
Μόνο η απουσία δεν ξεθρονιάζεται με τίποτα κι η ανήλιαγη σιωπή
των ενοχών του πιο στυγνού δολοφόνου εποχών.

Αρμοί παλιών ξεθυμασμένων αναμνήσεων

και όπως το κακό τριτώνει
βολεύονται στο πολυτελές ξύλινο κάδρο τους
καθώς στοιχειώνουν το τηλέφωνο, τη λάμπα, την κιθάρα.

και
με το σπαθί στο χέρι
μακελεύουν το φιλί πέφτοντας από τον ουρανό
κι είναι αυτό που αποφεύγει το απότομο ξύπνημα
τις μικρές ώρες.
και άλλα το αποφεύγουν
περπάτημα σε πολυσύχναστο δρόμο,
το κάθε πρωινό,
το κάθε καινούργιο βιβλίο

Είναι σαν να δηλώνεις ότι θα αποφύγεις να προβλέψεις
τους αριθμούς της κλήρωσης

Μα τα εισιτήρια για το σκουριασμένο κουφάρι
της μηχανής του χρόνου
είναι εξαντλημένα
από τότε που φόρεσες τα πρώτα σου ρούχα

Αρμοί παλιών αναμνήσεων

τις κουβαλούν τα νύχια σου
όσο όσο.

Πάτρα 2004

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Μάιος 2013.

Στέλιος Ροΐδης, Ο παφλασμός του υγρού

Το ίδιο σκούρο χρώμα, το ίδιο μελάνωμα, η ίδια ώρα.
Οι νησιωτικές επιφάνειες που από μακριά τον είδαν να φτάνει
Ο θάνατος και οι τρεις αυτόπτες μάρτυρες
Οι μυρωδιές και οι κυρίες, το κάποτε πρόσωπο του πριν
Οι παλμοί μας χτυπούσαν υπόκωφα ταυτόχρονα,
Άχαρα νιάτα πανέμορφα, συγχρωτισμένα στην αδιακρισία
Συγκέντρωσε τον χώρο βύθισε τον χώρο, μέσα στην κίνηση του
Μικροσκοπικός, κυκλωμένος, κυκλωτικός,
Ο έρωτας σάλεψε τον χρόνο, τον εισήγαγε
Δεν θα καλυτερέψω με τίποτα πια, είμαι μακριά
Καμία κατηγορία καμία υποκατηγορία, μόνος
Βυθός και συντριβάνι το όνομα, μέσα στην υπογραφή,
Μπορώ να την διαστείλω, μπορώ να την οδηγήσω,
Η καθαρότερη μορφή της εκεί που αύριο θα καταπέσω
Ακόμα όχι, λέει το πλοίο που αρπάζει το λιμάνι από το χέρι
Το τρίτο πρόσωπο της Ιστορίας ποιός ξέρει (θα βρεθεί εδώ)
Την Ιστορία στο Τρίτο πρόσωπο θα πω
Η εκδήλωση αλλού θα αναπαραχθεί
Η πρόσοδος σας λιμαίνεται
Παντοδυναμία και πίστη, άγγελοι περασμένοι
Εξάρσεις και δίοδοι κρυφοί κάτω από τον ήλιο
Έζησα πολύ αέρα, κάπου φυσούσε μακριά
Κάθε χαμού τα υπέροχα μας όνειρα
Δέσε τα μάτια σου και προχώρα στην επιστροφή κανονικά,
Ο έρωτας δεν έχει μνήμη, και οι ακτές του κρυφού
Να ακούμπήσεις σε εμένα, να με ακουμπήσεις, επιμένουν
Τό ίδιο χρώμα δεν ήταν, το ίδιο μελάνωμα
Η κούραση των αποτυπωμάτων, που μιλούσε, το ανώφελο
Η μνήμη το δωσιμό της, η επαφή σε επισκιασμένη στιγμή
Όλα θα χαθούνε μετά, έτσι λέει
Ενώ τα πρόσωπα σε εκείνο το χρόνια κλειστό μαγαζί στο λιμάνι
Αυτά ακριβώς που δεν ξέρει κανείς τι έχουν απογίνει
Στις φωτογραφίες έχουν ένα χαμόγελο αδιόρατο κρυφό, παλιό,
Που τότε δεν υπήρχε
Είναι γαλήνια πρόσωπα αυτά
Όλα θα χαθούνε, κι αν όλα χαθούνε, δεν θα χαθούμε
Έχουν ένα χαμόγελο κρυφό, από ότι καταλαβαίνω
Κανείς δεν φαντάζεται τα ποιήματα του αύριο
Είναι ήσυχα μπροστά τους εδώ, κι εκεί μετά κάτι λέει,
Μέσα σε όλα που γραφτήκαν, θα ξαναρθεί η συγκυρία
Το στιγμιαίο κοίταγμα, ίσως του κόσμου η αναλαμπή
Σε κάνει να πιστέψεις τότε, να καταλάβεις πόσο άξιζε.

Ιωάννης Ζουμπιάδης, Δύο ποιήματα

Περαστικός της φθήνιας

Χαμένα πνεύματα ντυμένα με την ανηθικότητα

ψάχνουν να ζευγαρώσουν

φοριέται πάρα πολύ το αίσχος

και γιορτάζει τα ιδρωμένα κορμιά.

Στο ταγκό, στο βαλς

ψάχνουν διακαώς να βρουν την έλξη

που και αυτή από την φθήνια αγκαλιάστηκε

κρεμάστηκε ο ερωτισμός χάνοντας την ελπίδα

και το φιλί έγινε καραμέλα της συνήθειας.

Το επίκεντρο είναι στο γρήγορο και εύκολο

η ουσία στο ανούσιο εντοπίζεται

αναδύει ανωριμότητα

ανευθυνότητα επιβεβαιώνει

και κραυγάζει από πνευματικότητας έλλειψη.

Η έκπτωση των αξιών καλά κρατεί
στο κατάστημα που ονομάζεται κοινωνία

όσοι μπορέσουν ας τις αγοράσουν

για να κρατηθούν έστω από το κάτι

που τελικά ξεμένουν με το καθόλου.

Πολύ με πονά το καθόλου της

αυτή που άλλοτε έταζε τα πάντα

με φανφάρες και λέξεις που στόλιζαν το διηνεκές

πλέον αποτελούν διάκοσμο του αχανούς κόσμου της λήξης.

***

Που βρίσκεσαι;

Που βρίσκεσαι;

Σε ποιον κόσμο άπειρο φως υπάρχεις;
Σε ποια κοινωνία υφίστασαι υπόδειγμα πολίτη;

Σε ποια σβηστή δάδα γίνεσαι αιώνια φλόγα;

Που βρίσκεσαι;

Σε ποια μουσική γίνεσαι μοναδική μελωδία

και σε ποιο μυαλό επιτέλους γίνεσαι εμμονή;

Δύο ιθαγενείς ποιήτριες στέλνουν ένα επείγον μήνυμα στόν κόσμο

Αυτή την ποιητική εκστρατεία τών δύο ιθαγενών γυναικών, μιάς από τους Νήσους Μάρσαλ και μιάς από το Kalaallit Nunaat (Γροιλανδία), συνδέει την πραγματικότητά τους με την τήξη των παγετώνων και την άνοδο τών επιπέδων της θάλασσας. Οι Kathy Jetnil-Kijiner και Aka Niviana χρησιμοποιούν την ποίησή τους για να παρουσιάσουν τους δεσμούς μεταξύ τους ενάντια στην αλλαγή του κλίματος. Μέσω αυτού του βίντεο βλέπουμε γιά μιά ακόμη φορά το πόσο μεγάλος και πόσο μικρός και αλληλεξαρτώμενος είναι ο κόσμος μας.

Η πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής και των αιτιών της είναι σαφής εδώ και δεκαετίες. Και όμως, δεν ήταν αρκετό μέχρι τώρα να δρομολογήσουμε την αλλαγή για να σώσουμε τον πλανήτη μας.M αυτή τήν ιδέα οί δημιουργοί του ελπίζουν ότι αυτό το ποίημα μπορεί να προκαλέσει τη συγκίνηση και την ανάγκη για περισσότερους ανθρώπους να εξεγερθούν και να αναλάβουν δράση.

Από τις Kathy Jetnil-Kijiner και Aka Niviana

Αδελφή του πάγου και του χιονιού
έρχομαι σε σας από τη γη τών προγόνων μου,
από τις ατόλες,τα βυθισμένα ηφαίστεια – την υποθαλάσσια κατάβαση των κοιμισμένων γιγάντων

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
σας καλωσορίζω στη γη τών προγόνων μου –
στη γη όπου θυσίασαν τη ζωή τους για να κάνουν τη δική μου δυνατή – στη γη των επιζώντων.
Έρχομαι σε σας από τη γη που επέλεξαν οι πρόγονοί μου

Aelon Kein Ad, από Νήσους Μάρσαλ, χώρα μεγαλύτερη από τη γη

Σας καλωσορίζω στο Kalaallit Nunaat τής Γροιλανδίας, το μεγαλύτερο νησί της γης.

Αδελφή του πάγου και του χιονιού,
φέρνω μαζί μου αυτά τα κοχύλια που πήρα από τις ακτές της ατόλης Bikini και Runit Dome

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
κρατώ αυτές τις πέτρες που συλλέγονται από τις ακτές του Nuuk,
το θεμέλιο της γης που αποκαλώ σπίτι μου.
Με αυτά τα κοχύλια φέρνω μια ιστορία από πολύ καιρό
δύο αδελφές που είχαν παγώσει στόν χρόνο στό νησι Ujae,
ή μία μαγικά μετατράπηκε σε πέτρα
η άλλη που επέλεξε αυτή τη ζωή να ριζωθεί από την πλευρά της αδελφής της

Μέχρι σήμερα, οι δύο αδελφές φαίνονται στην άκρη του ύφαλου, ένα μάθημα μόνιμο.
Με αυτά τα βράχια φέρνω μια ιστορία ειπωμένη αμέτρητες φορές μια ιστορία για την Sassuma Arnaa,
τη μητέρα τής θάλασσας, που ζει σε μια σπηλιά στο βάθος του ωκεανού
Αυτή είναι μια ιστορία για τον φύλακα της θάλασσας
Βλέπει την απληστία στην καρδιά μας, την έλλειψη σεβασμού στα μάτια μας.
Κάθε φάλαινα, κάθε ρεύμα, κάθε παγόβουνο είναι τα παιδιά της.
Όταν ασεβούμε σέ αυτά μας δίνει αυτό που μας αξίζει, ένα μάθημα γιά σεβασμό.

Αξίζουμε τον πάγο που λιώνει;
οι πεινασμένες πολικές αρκούδες που έρχονται στα νησιά μας ή τα κολοσσιαία παγόβουνα που χτυπούν αυτά τα νερά με οργή
Μήπως αξίζουμε τη μητέρα τους, που έρχεται για τα σπίτια μας για τη ζωή μας;
Από το ένα νησί στο άλλο ζητώ λύσεις. Από ένα νησί σε άλλο ζητώ τα προβλήματά σας
Επιτρέψτε μου να σας δείξω την παλίρροια που έρχεται για μας ταχύτερα από ό, τι θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Επιτρέψτε μου να σας δείξω υποβρύχια αεροδρόμια κατεστραμμένους ύφαλους,
πυρπολημένες άμμους και σχεδια γιά να χτίσουμε νέες ατόλες
που εξαναγκάζουν τη γη από μια αρχαία, υψωμένη θάλασσα, αναγκάζοντάς μας να φανταστούμε ότι μετατρέπουμε τον εαυτό μας σέ πέτρα

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
μπορείτε να δείτε τους παγετώνες μας γεμάτους με το βάρος της θερμότητας του κόσμου;
Σας περιμένω, εδώ, στη γη των προγόνων μου καρδιά βαριά με μια δίψα για λύσεις καθώς παρακολουθώ αυτή την αλλαγή της γης,
ενώ ο κόσμος παραμένει σιωπηλός

Αδελφή του πάγου και του χιονιού, έρχομαι τώρα σέ σάς μέ θλίψη πένθιμα τοπία που πάντα εξαναγκάζονται να αλλάξουν
πρώτα από τους πολέμους που μας προκάλεσαν έπειτα από τα πυρηνικά απόβλητα που πέταξαν στα ύδατά μας στον πάγο μας και τώρα αυτό

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
σας προσφέρω αυτά τα βράχια, τα θεμέλια του σπιτιού μου
Στο ταξίδι μας το ίδιο αδιάσπαστο θεμέλιο πού μας συνδέει, καθιστώντας μας ισχυρότερους, από τα αποικιστικά τέρατα που μέχρι σήμερα καταβροχθίζουν τις ζωές μας για την ευχαρίστησή τους
Τα ίδια θηρία που αποφασίζουν τώρα, ποιος θα πρέπει να ζήσει ποιος θα πρέπει να πεθάνει

Αδελφή τού πάγου και τού χιονιού,

σας προσφέρω αυτό το κέλυφος και την ιστορία των δύο αδελφών ως απόδειξη ως δήλωση ότι παρ όλα αυτά δεν θα φύγουμε
Αντ ‘αυτού θα επιλέξουμε νά γίνουμε πέτρα. Θα επιλέξουμε να είμαστε ριζωμένοι σε αυτόν τον ύφαλο για πάντα.

Από αυτά τα νησιά ζητάμε λύσεις. Από αυτά τα νησιά,
ζητάμε
απαιτούμε από τον κόσμο να δεί πέρα από τα τετράτροχα αυτοκίνητά του, τόν ηλεκτρισμό του,την προ-συσκευασμένη ευκολία του,τα πεντανόστιμα όνειρά του,
πέρα από την πεποίθηση ότι αύριο δεν θα συμβεί ποτέ, ότι αυτό είναι απλώς μια άβολη αλήθεια.

Επιτρέψτε μου να φέρω το σπίτι μου στό δικό σας
Ας παρακολουθήσουμε σάν το Μαϊάμι, η Νέα Υόρκη, η Σαγκάη, το Άμστερνταμ, το Λονδίνο, το Ρίο ντε Τζανέιρο και η Οσάκα προσπαθούν να αναπνεύσουν υποβρυχίως
Πιστεύετε ότι έχετε δεκαετίες πριν τα σπίτια σας πέσουν κάτω από τις παλίρροιες; Έχουμε χρόνια. Έχουμε μήνες πριν μας θυσιάσετε ξανά πριν παρακολουθήσετε από τις οθόνες τηλεόρασης και τόν υπολογιστή σας περιμένοντας να δείτε αν θα εξακολουθήσουμε να αναπνέουμε ενώ δεν κάνετε τίποτα

Η αδελφή μου καί γώ, από το ένα νησί στο άλλο
σας δίνουμε αυτά τα βράχια ως υπενθύμιση ότι η ζωή μας αξίζει περισσότερο από τη δύναμή τους
ότι η ζωή σε όλες τις μορφές απαιτεί τον ίδιο σεβασμό που όλοι δίνουν στα χρήματα
ότι τα θέματα αυτά επηρεάζουν τον καθένα από εμάς

Κανένας από εμάς δέν είναι άνοσος
Και ο καθένας από εμάς πρέπει να αποφασίσει αν θα εξεγερθεί.

*Σχετικός σύνδεσμος: http://350.orghttps://350.org/rise-from-one-island-to-another/#poem

Το ζήτημα της αυτοκτονίας του Θ.Δ. Τυπάλδου

Θωμάς Τυπάλδος

Σε γενικές γραμμές, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως είμαι αυτού του τύπου ο άνθρωπος που όταν ξυπνάει, κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και μεταξύ του καφέ και του τσιγάρου, θα ξεφυλλίσει την πρωινή του εφημερίδα για να ενημερωθεί… κάθε άλλο. Εκείνο όμως το κυριακάτικο πρωινό, θες γιατί η μονόφθαλμη γάτα μου την έφερε όλο χαρά κρατώντας την στο χαμογελαστό της στόμα, θες γιατί πρόσεξα πως σε κάποιο σημείο της, ένα άρθρο είχε από κάποιον σημειωθεί μ’ ένα κόκκινο κύκλο από μαρκαδόρο, είπα να της ρίξω μια ματιά καθώς θα κάπνιζα το στριφτό μου τσιγάρο και θα έπινα τον πρωινό μου καφέ. Έτσι κι έγινε. Αφού έφτιαξα τον καφέ κι άναψα το τσιγάρο, έπιασα την εφημερίδα και πήγα κατευθείαν στο άρθρο που ήταν μέσα στο κόκκινο κυκλικό περίγραμμα, μα η έκπληξη που με περίμενε στις γραμμές του, έκανε το τσιγάρο να μου πέσει απ’ τα χείλη…

Ήταν βλέπετε ένα ρεπορτάζ που αναφερόταν στην χτεσινή κηδεία, αφού είχε προηγηθεί η προ δύο ημερών αυτοκτονία μου! Το ότι με κράτησαν έξω από το χώμα δυο ολόκληρες μέρες μάλλον θα είχε να κάνει με τις ιατροδικαστικές εξετάσεις, σκέφτηκα στην αρχή, εφόσον δεν με θεωρούσα και κάποιο σημαίνον πρόσωπο που θα του ‘πρεπαν κάποιες ιδιαίτερες ετοιμασίες για την ταφή του, αλλά διαβάζοντας το λεπτομερέστατο ρεπορτάζ της έγκριτης δημοσιογράφου κυρίας Δενδρογαλιάς, (παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορεί να γράφει ένα ερπετό την ώρα που δεν διαθέτει χέρια, αλλά αυτό είναι άλλου Κοράκου ευαγγέλιο).

Στην κηδεία παρευρέθησαν πολλά πρόσωπα περιωπής, τα οποία μάλιστα έδειχναν, εκτός από έκπληκτα στο άκουσμα της είδησης της αυτοκτονίας μου, και πολύ συγκινημένα που παρευρίσκονταν στην ταφή μου… Στο καλό! Με συγκίνησαν κι αυτοί με τη σειρά τους απ’ τη στάση τους να με τιμήσουν με την παρουσία τους στο γλέντι του θανάτου μου, παρά τα τόσα που τους είχα σούρει κατά καιρούς.

Για κάποια δευτερόλεπτα, μια περιτ(π)τωμάτων σκέψη διαπέρασε το μυαλό μου και μ’ έκανε να σταματήσω να διαβάζω το εν λόγω άρθρο. Αναρωτήθηκα μήπως θα ‘πρεπε να ρίξω μια ματιά στα ζώδια πρώτα, για να ξέρω τι με περιμένει την τέταρτη μέρα μου στον κόσμο των νεκρών, προτού να ενημερωθώ για την όχι και τόσο μεγάλης σημασίας για μένα μέρα της κηδείας μου. Από την άλλη όμως, ήθελα να μάθω κάτι πολύ σημαντικό: για ποιον λόγο θέλησα να βάλω τέλος στη ζωή μου και με ποιον τρόπο αυτό είχε συμβεί; Ποιος ξέρει, ίσως να χρειαστεί να τον επαναλάβω και στις Η.Π.Α (Ηνωμένες Πολιτείες Αποθανόντων… Ζωή σε σας και τις οικογένειές σας) που θα κατοικούσα από ‘δω και μπρος. Εύχομαι, τώρα που το σκέφτομαι, να μην υπάρχει πολύ γραφειοκρατία στις κρατικές υπηρεσίες της μεγάλης αυτής χώρας κι αργήσω να πάρω την υπηκοότητα γιατί αν απελαθώ, δεν ξέρω πού, σε ποια άλλη χώρα μπορεί να γίνονται δεκτοί οι αποθαμένοι. Συνέχισα να διαβάζω το άρθρο εν τέλει, αφήνοντας γι’ αργότερα το ωροσκόπιό μου.

Όπως είπα παραπάνω, ήταν όλοι εκεί, στη τελετή του κατευόδιού μου. Ήταν ο αξιότιμος δήμαρχος κύριος Πιγκουίνος, με το καλό του σμόκιν να φορά, με το παπιγιόν προπέλα στο λαιμό και το μονόκλ που του έδινε πάντα ένα κύρος ανωτερότητας. Ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας, κύριος Μπουλντόγκ, με τη μεγαλοπρεπέστατη στολή και τα κοκαλένια του παράσημα, να στέκεται στρυφνός και σοβαρός, σε στάση προσοχής, λες κι είχε καταπιεί μια στέκα μπιλιάρδου για πρωινό και δίπλα του, η αξιοσέβαστη σύζυγός του, κυρία Αγελάδα, πάντα σοβαρή και μετρημένη όταν δεν βρίσκεται σε κάποιο καρέ για πόκερ όπου εκεί γίνεται “ταύρος εν υαλοπωλείω”, ειδικά αν έχει χασούρα.

Παρευρέθη ακόμη και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, κύριος Μπούφος, που έγραψε και διάβασε τον επικήδειο (γιατί αυτός δεν το ξέρω, αφού ποτέ δεν τον ψήφισα, αλλά μάλλον για να δείξει κι αυτός ανωτερότητα μ’ αυτή του την κίνηση, κι επ’ ευκαιρίας, να κλέψει και καμιά ψήφο εκ των τεθλιμμένων συγγενών μου. Για κακή του τύχη όμως κανείς από την οικογένειά μου δεν είχε παρευρεθεί, μιας κι ήξεραν πως πέθανα στη ψάθα και δεν είχα τίποτα να τους αφήσω, πέρα από κάποια ανούσια, βρόμικα ποιήματα, που τι να βγάλεις κι απ’ αυτά;). Ήταν και ο πρόεδρος της κυβέρνησης, αξιότιμος κύριος Τζίτζικας, που σιγοσφύριζε (απ’ ότι είπαν μάρτυρες που τον άκουσαν) τη μουσική από την ταινία, “Ρέκβιεμ για ένα όνειρο”. Τώρα αυτό το σφύριγμα δεν ξέρω αν αφορούσε την δική μου περίπτωση ή απλά έστελνε μηνύματα στους πάντες για τους σκοπούς που είχε για την χώρα. Τέλος, αμέτρητο πλήθος λαού ήταν εκεί, σιωπηλοί, σοβαροί και θλιμμένοι, γλεντούσαν στην κηδεία, που θα ‘λεγε και ο ποιητής.

Η τελετή έγινε χοροστατούντος του αιδεσιμότατου μητροπολίτη Μωρότητας και περιχώρων, Γουρούνι, ο οποίος, μέσα στα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και τον σταυρό που ζυγίζει πιο πολύ απ’ το δικό του βάρος, (τ’ οποίο, είναι αυτό που λεν, μη σου τύχει), μέσα στο χρυσάφι και τα διαμάντια, μετά την νεκρώσιμη ακολουθία, άδραξε την ευκαιρία να αναφερθεί στο πόσο μεγάλη, τι θεόσταλτη που είναι η φιλανθρωπία και πως θα πρέπει όλοι να δίνουν τον οβολό τους υπέρ των πτωχών. Η πράξη αυτή, ανοίγει τις πύλες του παραδείσου, κι αν μάλιστα αυτή γίνεται μέσω του φιλόπτωχου ταμείου της δικής του μητροπόλεως, ανοίγουν οι πύλες και παίρνεις ακόμη και τα κλειδιά εσύ στο χέρι, παρακάμπτοντας τον Άγιο Πέτρο. Αυτό μου βγάζει πως ο συγκεκριμένος ιεράρχης, έχει τις καλύτερες διασυνδέσεις με τους επάνω. Δεν μπορεί ο καθένας να έχει αντικλείδι του παραδείσου, μην τρελαθούμε κιόλας.

Ήταν όλοι εκεί μαζί μ’ ένα ρολόι της πλατείας, το οποίο έλειωνε λίγο-λίγο, κι ευθύς αμέσως, η υγροποιημένη του μορφή ξαναγινόταν στέρεη, παίρνοντας τη μορφή μίας πόρνης που είχα γνωρίσει σ’ ένα ταξίδι μου στο Παρίσι και συγκεκριμένα, την γνώρισα μια υγρή, κρύα νύχτα του χειμώνα του 1924, σ’ ένα παγκάκι που είχε καθίσει για να ξεκουραστεί, κάνοντας ένα τσιγάρο Gitanes, στο πάρκο του Champ-de-Mars. Τι όμορφη που ήταν αλήθεια μέσα στις μαύρες της νάιλον κάλτσες και μέσα στο γεμάτο make up πρόσωπό της! Όμορφη μέσα στην ασχήμια μιας ζωής που δεν θέλησε, μιας ζωής όμως στην οποία έμαθε να επιβιώνει, νύχτα τη νύχτα. Τι μου θύμισε αυτό το ρολόι τώρα! Αλλά ας πάμε παρακάτω… Ο θάνατος συνεχίζεται, καλώς ή κακώς, συνεχίζεται.

Τελειώνοντας με τα πολλά την ανάγνωση του άρθρου, έμεινα με μια απορία, αλλά και μια βεβαιότητα μαζί, γιατί ενώ πληροφορήθηκα απόλυτα για τα όσα έλαβαν χώρα στη τελετή της κηδείας μου, (πράγματα δηλαδή που ο καθένας θα μπορούσε να τα γνωρίζει αρκεί να είχε μπει στον κόπο να παρευρεθεί εκεί), το άρθρο δε μου έλυσε ποτέ την απορία τού πώς και του γιατί θέλησα ν’ αυτοκτονήσω. Αυτή η μη απάντηση στο ερώτημά μου, μ’ επιβεβαιώνει ακόμη και μεταθάνατον στην άποψη που έχω για τους δημοσιογράφους, ότι δηλαδή, ή δεν ξέρουν την αλήθεια, ή ότι απλώς την αλλοιώνουν.

Έκλεισα και πέταξα μακριά την εφημερίδα κι αποφάσισα να βγω μια βόλτα έξω απ’ το σπίτι, άλλωστε, ήταν μια υπέροχη μέρα γεμάτη απ’ τα παλλόμενα και ζωντανά χρώματα ενός αφηρημένου εξπρεσιονιστικού ήλιου που με θρέφει εδώ και σαράντα χρόνια. Η ηλεκτρομαγνητικών ρευμάτων μορφή μου, ήθελε τώρα να διακτινιστεί διαμέσου των ατέρμονων ηλεκτροφόρων πεδίων κάπου μακριά, όσο πιο μακριά θα μπορούσε να βρεθεί, και γιατί όχι, στο Παρίσι του 1924, σε μια υγρή, κρύα νύχτα του χειμώνα, σε κάποιο παγκάκι του Champ-de-Mars!

*Αναδημοσίευση από εδω: http://www.pause-artmag.gr/2018/03/blog-post_4.html