EXILE HURTS

vequinox's avatarManolis

Ο Πόνος της Εξορίας

Μακριά, πέρα μακριά

καλεί η ελευθερία

κι εδώ η εξορία αλλοιώνει

εγκλωβίζει, διαπερνά

μας φοβερίζει και μας καρφώνει

με μαχαίρι κοφτερό

Η εξορία βυθίζεται

στην ψυχή μας

και τόσο πονεί

σαν να `χεις μπροστά σου

τη γυναίκα π’ αγαπάς

και δεν μπορείς να τη φιλήσεις

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

Exile Hurts

 Far away, freedom calls
and here exile corrodes,
threatens us, envelops us,
penetrates us, and stabs
as if it were a dagger.

The exile enters the depth of the soul
and hurts,
so much, as if one has before him
the woman he loves,
but is not allowed to kiss.

© Julio Pavanetti, Uruguay, 1954

Translation Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan

From the book “Tiempo de cristales rotos”
***

El exilio duele // lejos, la libertad reclama/y aquí el exilio es el que muerde;/nos amenaza, nos envuelve,/nos atraviesa, y se nos clava/igual…

View original post 28 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, … με την έλευση του μέλλοντος

Ανεμίζεις τις πίκρες
Μαντήλια στο κούτελο
Με ιδρώτα μετά το μεροκάματο
Σημαίες στα διάσελα
Σαν παντιέρες σε οδόφραγμα
Τις συντροφεύεις με τις ελπίδες
Όπως το ψωμί με τις ελιές
Και την προσδοκία
με την έλευση του μέλλοντος

Μαρία Πανούτσου, Δύο ποιήματα

Μια τόση μικρή αλήθεια/
που όμως αρκετή /
για να σημαδεύσει την νέα εποχή/

1 συν 1

Το ένα και μοναδικό/ξεπροβάλλει σ’ ένα άνοιγμα
το λέμε παράθυρο/για πιο εύκολα/ το λέμε ουρανό/

Υπάρχει γύρω μας / ένα πέπλο στοργής για το άγνωστο
χωρίς όνομα/ χωρίς θεό/περπατάει στα τέσσερα/

ψελλίζει λόγια μισά/ με το χρώμα της άβυσσος/
βυζαίνει από στήθος γυναίκας/που έζησε/κάποτε

Μου λείπουν οι λέξεις

Βαδίζω ανάμεσα σε δολοφόνους/
κι ο κόσμος σπρώχνει κάθε όμορφο /
στην λίμνη της Δυσδαιμόνας/
κοιτώ στο βάθος της λίμνης/
μια νύχτα χωρίς φεγγάρι
και τα φως /που αναδυόταν από εκεί /
φώτιζε όλον το κόσμο τον γνωστό/
και τότε ένας άγγελος με κρότο βροντερό/
ξεχύθηκε/ σαν ένα πελώριο κήτος της λίμνης /
και αυτό το τέρας/ κατέβασε τον ουρανό για χάρη μου/
μέχρι το σημείο να γευτώ το θείο τραγί του Σκαρίμπα/
και εκεί πόθος κι’ εφιάλτης/ με πήρε στα δυο του χέρια/
ώσπου η σκηνή αυτή έγινε πραγματικότης/

κι’ όμως δεν πίστευα ότι έβλεπα
και έτσι με έραψε επάνω του/ το κήτος/
και ενωμένοι / περπατούσαμε παράξενοι
και φωτεινοί/
όμως μου λείπουν οι λέξεις / μου λείπουν οι λέξεις/
γιατί το κήτος δεν μιλούσε/
αλλά βρυχάτο/σαν ένα πληγωμένο λιοντάρι/
νομίζω ότι ξέφτισαν οι ιστορίες των πόλεων/
και η ιστορία του κάθε ανθρώπου/
αναρριχάται σαν ένα στιβαρό αμπέλι/
και τυλίγει ορμητικά το σύμπαν /

Wallace Stevens, Κυριακή πρωί – V

Λέει αυτή, «και στη χαρά ακόμη, νιώθω
Την ανάγκη μιας άφθαρτης ευτυχίας».
Ο θάνατος είναι ο πλάστης της ομορφιάς, άρα
Απ’ αυτόν μόνο θα γίνει η εκπλήρωση των πόθων
Και των ονείρων μας. Αν και σκορπίζει τα φύλλα
Σίγουρης καταστροφής στο πέρασμά μας,
Το δρόμο που η άρρωστη οδύνη πήρε,
Τους πολλούς δρόμους όπου ο θρίαμβος έκρουσε
Τον αναιδή του ήχο, ή ο έρωτας ψιθύρισε
Λόγια τρυφερά, κάνει τη λεύκα να τρέμει
Στη λιακάδα για χάρη κοριτσιών που είχαν
Συνήθεια να κάθονται να βλέπουν το γρασίδι,
Παραδομένο εκεί στα πόδια τους. Κάνει
Τ’ αγόρια να στοιβάζουν σε πήλινα πιάτα
Φρέσκα δαμάσκηνα κι αχλάδια. Τα κορίτσια τα γεύονται
Κι ερωτευμένα αφήνονται πάνω στα χαλιά των φύλλων.

*Mετάφραση: Γιώργος Σπέντζος.
**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/11/24/kyriaki-proi-stevens-wallace/

Κ.Π. Καβάφης, Η Πόλις

Είπες• «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Χριστόφορος Τριάντης, Ο επαρχιακός μεγαλοποιητής

Επιτέλους βρίσκουν κοινό
οι λέξεις του.
Κινούνται άνετα σε εικονογραφίες και βιβλία.
Υπάρχει αναγνώριση.
Μικροτελετές διοργανώνονται
προς τιμήν του (στην εσπερία)
και παράσημα
τού απονέμονται στα τεχνολογικά
ιδρύματα.
Τα γραπτά του, ως θέσφατα, λογίζονται.
Ενίοτε εισέρχονται και στα
εορταστικά ιπποφορβεία (λόγω χορηγιών),
και στις λαμπερές συνεστιάσεις (λόγω λιβανισμάτων).
Παντού εξέρχεται ο φθόγγος του:
ψηφίδες, σελίδες, ιστολόγια (διαθέτει αρκετά).
Ω, μπορεί να μένει χρόνια
ακίνητος επί του ξυρού.
Είναι η επιβράβευση των λογυδρίων του,
υπέρ της ποίησης και άλλων δαιμονίων.

Κι όταν εκτίθεται διδασκαλικά
(δίνει τα φώτα μου)
πολλά μαθαίνει τις κυρίες
(εκκολαπτόμενες λογοτέχνιδες)
και το αντίθετο.

Και τους συνοδοιπόρους ποιητές
ευφάνταστα προσφωνεί
(δείγμα ψυχογνωσίας κι ευφυΐας).
Ω, για τα πολιτικά δεν εκφράζεται
(γενικώς και ειδικώς).
Η σιωπή του, περιλάλητη εστία
απόψεων αυτοχαρακτηρίζεται.
Ναι, εδώ στις πολίχνες
πρώτος διανοούμενος
αναγορεύεται.
Αλλά και στο κλεινόν άστυ καθορίζει (κατά τι)
τις ποιητικές διαδρομές.
Και να πλήθος οι ακροώμενοι
(ακολουθούν τις μεγαλοφυΐες).
Ε, δόξα κι οβολοί
πάνε μαζί.
Είναι κι αυτή μια διαπίστωση
δική του, που θα τη γράφουν
οι μέλλοντες στοχαστές
(λόγω της πολυγνωσίας τους).

Ζωή θραυσματική

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη //

Δημήτρης Τρωαδίτης «Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός

Παρακολουθώντας την ποιητική πορεία του Δημήτρη Τρωαδίτη, επανέρχομαι στην «Μοναξιά του χρόνου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδό Πανός. Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν κατοικεί στην Ελλάδα, αλλά στην μακρινή Αυστραλία. Παρακολουθεί όμως την εξέλιξη της λογοτεχνίας και κυρίως της ποίησης στην Ελλάδα, ερχόμενος σε επαφή, μέσω του Blog του (τo Koskino), αλλά και γενικότερα, με Έλληνες ομότεχνους και αναγνώστες.

Το θέμα του χρόνου επανέρχεται ως μοτίβο μέσα στην ποίησή του. Ο χρόνος πάντα σε συνάρτηση με τη μνήμη ή την «ανατολή της σκέψης» και τις «βαθιές οδύνες »που συχνά αυτά συνεπάγονται. Θυμίζω τους σοφούς του στίχους: «Οι λυγμοί είναι αρχέγονοι /το ίδιο και οι απελπισίες/όλα είναι αρχέγονα/οι αρρώστιες /τα χρέη/και τα δανεικά/ο εαυτός μου ίσως…/και έτσι δεν μπορεί να βουβαθεί /με σκόρπιες λέξεις/» (4.σελ.14) και στην επόμενη σελίδα: «Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται/σιγοβράζουν μέσα μας/οι ήρωες δεν εμφανίζονται /υπάρχουν ως αναμνήσεις/». Ποιήματα με διαύγεια που συνταιριάζουν λέξεις «αστόλιστες» πετυχαίνοντας την σωστή ενέργεια του στίχου. Ποιήματα με επαναστατικό παλμό που ψηλαφούν τους δύσκολους καιρούς με σύνεση: «[…] οι καιροί πιο γκρίζοι /όσοι ήταν χθες επαναστάτες /σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι /».

Ο ποιητής αγαπά το κόκκινο, το χρώμα της φλόγας, της επανάστασης, της ορμής: Γράφει χαρακτηριστικά: «Τo κόκκινο δεν πληγώνει/συνταιριάζει με τόσα πράγματα/τη φύση και την ανατολή/τη δύση και τον αγώνα/την ανθρωπότητα που αντιστέκεται/κάνει παρέα με το μαύρο/της θλίψης και της οργής/κάνοντας τα σκοτάδια να λάμπουν /ευνοεί ακατανόμαστες πράξεις/εξεγέρσεις στα σάπια βάθρα/και γκρεμίσματα θρόνων/». Ο Τρωαδίτης πιστεύει ότι αν γκρεμιστούν οι θρόνοι, αν το τραγούδι ηχήσει ανοίγοντας ρωγμές στον ήλιο, αν χαθούν οι ψευδαισθήσεις που βρίθουν κυνισμό, αν έρθουμε σε ρήξη με τους θεσμούς, αν απελευθερωθούμε από τους μύθους, ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, ουσιαστικότερος, λειτουργικότερος. Οι στίχοι ασκούν κριτική κυρίως όμως αφυπνίζουν τη συνείδηση, «τσιγκλάνε», διαταράσσουν την απάθεια και την παραίτηση.

Ο πόνος ως έννοια και ως διάσταση δεν τον αφήνουν ασυγκίνητο. Επισημαίνει ότι: «δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο/ενώ πονάς αφόρητα/» Επίσης διαβάζουμε: «Η γνώση απορρέει από τον υπέρτατο πόνο». Και ο πόνος σε ό,τι αφορά την ανθρωπότητα είναι σύμφυτος με την αρρώστια, τον ξενιτεμό, τον αφανισμό, τις πριονισμένες ελπίδες, την μοναξιά. Όλα τα αλέθει ο Χρόνος, όλα τα αντέχει η Ιστορία και τα επανεμφανίζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιτείνοντας στην αιώνια μοναξιά του ανθρώπου όπως αυτή σφραγίζει ανελέητα τους αιώνες.

Στην ενότητα με τίτλο «δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ο ποιητής δίνει εικόνες σήψης, παρακμής, αλλοίωσης, αλλοτρίωσης, χωρίς τάση ωραιοποίησης, αλλά με την τακτική τη κυνικής καταγραφής. Η ζωής αδρανεί επικίνδυνα, ξεφτίζει, χάνει την αξία της, το ζητούμενο είναι η επιστροφή στην αξιοπρέπεια και την υπόληψη. Στη στιγμή Πέμπτη διαβάζουμε: «πότε ακίνητοι/πότε τρεμάμενοι/σε μέρη που λέγονται/ χώροι εργασίας/κραυγές αργόσυρτες /φωνές τσαλαπατημένες/ έρμαια άνωθεν αποφάσεων/σε προκρούστεια κρεβάτια/» Αναρωτιέται πότε επιτέλους ο άνθρωπος θα ανασηκωθεί από τον ανοιχτό του τάφο. Όλα αυτά τα γράφει στο «εμείς», στο α’ πληθυντικό, βάζει μέσα και τον εαυτό του, να έχει περιέλθει στη δίνη μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης. Όλα τα θέματα τον αφορούν και ταυτόχρονα τον στιγματίζουν. Είναι «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» οι στίχοι του Τρωαδίτη, που σφυγγομετρούν «τη νύχτα της θύελλας», την αγρύπνια ,τη σάρκα και το αίμα του ανθρώπου, τη σάρκα και το αίμα της μοίρας του.

Στην τελευταία ενότητα, στις «απόπειρες ονείρων», τι να ονειρευτεί κανείς! Υπάρχει άνθρωπος να χαϊδέψει τα ψηλά βουνά σε εποχές που όλα είναι επίπεδα και λεία; H ζωή του καθενός μυρίζει θειάφι και σπέρμα και είναι κάδος ανοιχτός με ησυχία απόλυτη. Γκρίζα όλα, ασάφεια, καταποντισμένες στιγμές, διαλυμένες ζωές, φοβισμένες αναπνοές, διαρκής αιώρηση μέσα σε ανεπαίσθητα θραύσματα χρόνου, σκέψεις κουρασμένες, υπονομευμένο βλέμμα.

Ο άνθρωπος όπως μας τον δίνει ο ποιητής χτυπημένος από όσα του συμβαίνουν παραπαίει σε μια ζωή χωρίς πραγματική υπόσταση, σε μια ζωή θραυσματική, που δεν του ανήκει.

απόπειρα τρίτη

έτσι έγκλειστοι
σε ηλεκτρονικές κάμαρες
αποκολλούνται τα κομμάτια μας
μένουμε με τα υπολείμματα
του εαυτού μας
η ψυχή μας έρμαιο
σε σχήματα και απομιμήσεις
με τ’ άντερα έξω
σε κοινή θέα
εκτεθειμένα στα βρόχια
της καθημερινότητας
δεμένοι χειροπόδαρα
από αόρατους σπάγκους
κάποιος τραβά το χαλί
κάτω από τα πόδια μας

*Από εδώ: http://fractalart.gr/i-monaxia-tou-xronou/

Θ.Δ.Τυπάλδος, Αλεξικέραυνο

Leonora Carringhton, The Magical World of the Mayas, 1964

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός είναι νεφελώδης…
Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός έχει στο μενού του καταιγίδες…
Κεραυνοί εξαπολύουν σφοδρή επίθεση κατά των πολιτών της Πάτρας. Πέφτουν μανιασμένα πάνω στα κεφάλια των σπιτιών και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Έντρομοι οι διαβάτες τρέχουν αλαφιασμένοι δεξιά κι αριστερά… Παντού κεραυνοί, παντού μαστίγια βροχής και οβίδες από χαλάζι, χτυπούν τα φρύδια των αγαλμάτων κι εκείνα, πέφτουν στο έδαφος, γκελλάρουν και σηκώνονται και πάλι ψηλά, λικνίζονται και ηδονίζονται μέσα στης καταιγίδας τους οργασμούς! Τι όμορφα που έρχεται το τέλος πριν ακόμη ανακαλύψουμε την αφετηρία. Κάρτες ταρώ στροβιλίζονται προς τα πάνω. Η εικόνα μιας αποσύνθεσης με γαλανά σκέλη – τι όμορφα που κεντράρουμε το τίποτα της οδύνης, εκείνο το τίποτα που ο Tzara έθεσε σε λειτουργία πριν έναν αιώνα, τώρα, γίνεται μια άμεση πραγματικότητα εντός μιας άμεσης πραγματικότητας.
Να όμως: Ένα αλεξικέραυνο ξεπετάγεται από το υπέδαφος! Ένα αλεξικέραυνο όχι αόρατο μα μη ορατό, υψώνεται, θεριεύει, πολεμά. Ο πόλεμός του, πόλεμος δικαιοσύνης, πόλεμος ανέκφραστος που εκφράζει όλα όσα κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασεύσει. Ο καιρός σήμερα ακουμπάει την τρέλα του αποδιωγμένου, του καταραμένου. Ζωγράφοι συνωστίζονται στο υψηλότερο σημείο της Πάτρας. Παρατηρούν και ζωγραφίζουν το μη ορατό αλεξικέραυνο. Στη συνέχεια κι αφού καταφέρνουν να αποδώσουν αυτό που δεν αποδίδεται ούτε από σχήματα ούτε από χρώματα, αρχίζουν και κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον. Οι κάρτες ταρώ, τώρα έχουν φτάσει πάνω από τα υδάτινα σύνορα Πατραϊκού – Κορινθιακού κόλπου. Συναντούν τρικυμίες και συγκρούσεις πλοίων. Συμμετέχουν κι αυτές στον παροξυσμό που έχει καταβάλει τα πάντα. Το αλεξικέραυνο χαμογελά στους ανέμους.
Συνεχίζεται η οργή των καιρικών φαινομένων. Μια δημοσιογράφος που προσπαθεί να καλύψει τα ακραία αυτά φαινόμενα, δέχεται μια ριπή κεραυνού κατευθείαν στο μέτωπο, με αποτέλεσμα, να καούν τα ρούχα της και γυμνή, πεθαίνει πάνω σε ένα τραγούδι:
«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία…»*
«Μικρή μου αγάπη, σήμερα ο καιρός είναι λίγο άστατος. Πάρε μαζί σου το παλτό από το χέρι του Δία και όρμησε πάνω στα σύννεφα, πάνω στον ουράνιο θόλο. Μικρή μου αγάπη, όμορφη σαν το τομάρι του αυγερινού και σαν της ημέρας τα υπολείμματα. Μικρή μου αγάπη, σ’ αγαπώ μέσα από κατακλυσμούς και μέσα απ’ τον πρωκτό του χιονιού. Ξέρεις καλύτερα απ’ όλους τι σημαίνει η λέξη ‘απόρριψη’ και τι σημαίνει η βροχή πάνω στις σχισμές του ονείρου. Σ’ αγαπώ ενώ βρέχομαι, σ’ αγαπώ καθώς η αστραπή, βγάζει βόλτα τους μύθους και τις επιθυμίες».
Σηκώνεται αέρας – τυφώνες κι αμμοθύελλες προσκρούουν πάνω στις λεύκες. Μία αράχνη στρέφει την κοιλιά της προς τον αχανή ήλιο μιας παρεκτροπής. Όλοι οι κάτοικοι έχουν παραδώσει το πνεύμα τους και αναμένουν το αντίτιμο της υπερθέρμανσης του κλίματος: Φτιάξτε τα υπόγεια στα ρετιρέ και πετάξτε τα ρετιρέ στα τραπέζια των πτωχών! Μετατρέψτε τις έκδηλες αναθυμιάσεις του Ωρίωνα σε πρόσχαρες ομοβροντίες ευφορίας! Ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι πεθαίνουν – ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι γεννιούνται!
Ο καιρός, έχει τις μαύρες του πάνω από την Πάτρα…
Μόνο η υπερπραγματικότητα μπορεί να μας σώσει…
Μην χτυπάτε τα τζάμια των αυτοκινήτων παρά μόνο, αν είναι ώρα κοινής ησυχίας…
Για να μην το ξεχάσω, οι κάρτες ταρώ έφτασαν στην Αθήνα στις 3.15 μμ. Καλώς όρισες θυμωμένε στοχαστή. Η πατρίδα ευγνωμονούσα, κατασκευάζει μη ορατά αλεξικέραυνα σε όλη την επικράτεια. Η γιορτή συνεχίζεται αδιάκοπη, αστείρευτη, απρόσμενα υπέροχη!

*Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

**Από εδώ: http://tdtypaldos.blogspot.com/2018/10/blog-post.html