Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Το ποίημα έφεραν οι γλάροι

τη γέφυρα καθώς διέσχιζες
τρεις μαύρες γάτες είδες
και σε τρόμαξαν
μες τ’΄όνειρο
πρωί ‘που χρύσιζε το κόκκινο

‘ς τη γέφυρα του Γαλατά
το καλοκαίρι ‘που μας έφυγε
δώδεκα ‘μάτια, φίλε, είχε ο θάνατος
γαλήνης
και την οδό Φορμίωνος
μες τις παλάμες του

για σενα – νοτισμένες.

Αντώνης Μπουντούρης, Ήρθες

Έργο Σάββα Πετράκη

Κουβαλώντας στα μάτια σου
Εσπερινούς
Αγρύπνιες
Μπουρλοτιέρηδες Αγίους
και τα ξόρκια της Κασσάνδρας
ήρθες.

Στο καντήλι κρεμασμένη μιά αγάπη
από τα παλιά.
Το βλέμμα σου χαροκαμένης Παναγιάς
Η απόστασή σου μέχρι τη καρδιά μου
ορφανεμένη.

Γιατί ήρθες;

Ποίηση στους δρόμους

Ροζ's avatarLos Innuendos

Οι στίχοι δρόμοι

πάμε,

να ζωγραφίσουμε τις πλατείες

η πιο φρικτή μου φυλακή η ανασφάλεια

Η φυγή δεν είναι λύση,

Ο Καβάφης θα είχε έστω ένα μειδίαμα

Κάπου στην Αθήνα αν προσπαθήσεις να φυτέψεις μια τριανταφυλλιά

ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου

ίσως βρεις κάτι που δεν ήξερες πως ψάχνεις

όσο μπορούμε ακόμα να νιώσουμε

Αγάπαμε

Νόμισαν πως ξέχασα να γράφω…

γέλασα δυνατά

ήταν ένα γέλιο ζωηρό, κακαριστό

Τα βρέφη γελάνε ενστικτωδώς

…μεγαλώσαμε…

είπε και έκανε άλλη μια τζούρα

ρουφάμε με μανία τα “ΕΓΩ ΠΟΤΈ ΔΕΝ ΘΑ”

ένα ροζ στίγμα στο μαύρο

κανένα νόημα

πεταλούδες πεταλούδες πεταλούδες

σ’ έχω ερωτευτεί να ξες

πάω να γράψω ένα βιβλίο μήπως σβήσω τη ραστώνη

πρωτοχρονιά της φυγής

σε πλοίο

στη μεσαία θέση του αεροπλάνου

τελευταία μέρα του χρόνου

αγκαλιές λίγο πιο σφιχτές

φιλιά λίγο πιο αληθινά

κράτα τις τελευταίες μου λέξεις…

ΔΡΟΜΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

View original post

Λίνα Βαταντζή, Ενώπιον

Δεν στάθηκα γυμνή –
Ήμουν ντυμένη ζωή
εμπειρίες το ένδυμα
ζωγραφισμένο με
χαρά και λύπη.

Γυμνή ήταν η ψυχή –
Παράθυρο ανοικτό
στο ψύχος
πέταλα ευαίσθητα στο
θρόισμα του αέρα.

Δεν μπορώ να σταθώ-
Είμαι γυμνή ντυμένη
τραύματα
καθρέφτες είμαστε
πληγές του χρόνου.

Για τη «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς» του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Σταύρος Γκιργκένης*

Παρατηρήσεις ύφους και ποιητικής στη συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς, εκδ. Κέδρος 2018.

Το βιβλίο Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς των εκδόσεων Κέδρος αποτελεί την πιο πρόσφατη συμβολή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη στον χώρο της ποίησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θεσσαλός ποιητής αποτελεί μια από τις πιο ώριμες φωνές που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στον στίχο σήμερα και ότι η συλλογή είναι από τις σημαντικότερες που εκδόθηκαν το 2018.

Τα ποιήματα που συναποτελούν τη συλλογή χαρακτηρίζονται συνολικά από λιτότητα στο λόγο, πυκνότητα και βραχύτητα στην έκφραση. Είναι χαρακτηριστική η συντομία που τα διακρίνει, αφού ο ποιητής ολοκληρώνει όσα έχει να πει σε κείμενα που η έκτασή τους δεν ξεπερνά ποτέ τη μία σελίδα.

Βασικό γνώρισμα της ποιητικής του τεχνικής είναι το παιχνίδι με τις λέξεις. Για παράδειγμα στο ποίημα με τον τίτλο Μείον ένα η φράση «-1» χρησιμοποιείται πρώτα ως αριθμητικό σύμβολο για τα νούμερα των ορόφων στο μεταφυσικό ασανσέρ που οδηγεί στο χτες, ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται γραμμένη ολογράφως στην τελευταία στροφή. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας αντίθεσης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, το χτες και το αύριο:

Ως το χθες / ως το σίγουρο κι απροσδόκητο -1 του ασανσέρ… γεμίζοντας με μείον ένα αύριο ρίζες λωτών και μύθων.

Η τεχνική αυτή δημιουργεί συνηχήσεις που επεκτείνονται ακόμη και στην περίπτωση των ξένων λέξεων, όπως πολύ χαρακτηριστικά συμβαίνει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής που έχει τον τίτλο «Αλφαβητάρι»: Πίνοντας αναψυκτικό light / Και κάνοντας like.

Η καβαφικού τύπου λιτότητα στο λόγο του ποιητή δημιουργείται επίσης από την πληθωρική χρήση των επιρρηματικών μετοχών: πίνοντας, κάνοντας, σκουπίζοντας τα φύλλα, φωνάζοντας σε μία γλώσσα άγνωστη, υφαίνοντας αυταπάτες, γεμίζοντας με -1 αύριο, και πολλά άλλα παρόμοια.

Ομόλογο υφολογικό χαρακτηριστικό είναι η κυριαρχία των ουσιαστικών και των ρημάτων με την αντίστοιχη μειωμένη παρουσία επιθέτων. Όπου εμφανίζονται ίχνη επιθέτων είναι κυρίως μέσω της μεταμόρφωσής τους στα αντίστοιχα επιρρήματα. Για παράδειγμα: αφοπλιστικά και αναίμακτα, μην μου απαντήσεις βιαστικά, υπόγειο αορίστως κι εντόκως με θυμό. Όλα αυτά σε ένα και μοναδικό ποίημα («Μείον ένα»).

Εναλλακτικά το επίθετο, έναρθρο, μπορεί να μετατρέπεται σε αφηρημένο ουσιαστικό με έναν σχεδόν θουκυδίδειο τρόπο: Το αβέβαιο της θέλησης μας και το άβατο της ηθικής μας, στο ποίημα «Υψικάμινος».

Συναφής υφολογικά είναι η χρήση σχεδόν οποιουδήποτε μέρος του λόγου σε θέση ουσιαστικού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Άρχισα να ξηλώνω τα ρούχα μου ώσπου έμεινα γυμνός στη μέση του πουθενά, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Χάθηκε σε ζιζάνια το ψες, στο ποίημα «Αυλή χωρίς σιωπές».
Δούναι και λαβείν κατά φύσιν κεκτημένα… Δούναι και λαβείν παρά φύσιν τεκταινόμενα στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Παραβίασες τα σύνορα που έθαψαν το γνώθι σαυτόν… Στο άψε σβήσε έτσι απλά γέννησες φως, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Με αμέτρητα απωλέσθην, στο ποίημα «Απωλέσθην».

Πολλές από αυτές τις εκφράσεις χρησιμεύουν και ως τίτλοι των αντίστοιχων ποιημάτων.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί η χρήση των σημείων στίξης ή μάλλον η σχεδόν παντελής απουσία τους. Δεν υπάρχει τελεία, δεν υπάρχει κόμμα. Διασώζεται περιστασιακά η παρένθεση, προκειμένου να δηλωθεί μια δεύτερη σκέψη του ομιλούντος προσώπου, μια αμφιβολία, ένας υπαινιγμός, μια αιφνίδια προσθήκη, μια αποσαφήνιση, συνήθως μέσω κάποιας αντιθετικής έκφρασης και ενός συνοδευτικού ερωτηματικού:

Έτσι κι αλλιώς ποιος θα με καταλάβαινε, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Ποια λογική νοικιάστηκε από τη φαντασία μου απόψε, στο ποίημα «Μείον ένα».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Και χωρίς σήμα το κινητό μας, στο ποίημα «Ιανός».
Πότε προλάβαμε άραγε να ερωτευτούμε, στο ποίημα «Ιανός».
Όσα δεν λέγονται μα γράφονται στο σκοτάδι, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Ποιος ξέρει αν θα βρέξει… Ποιος στο όνειρο θα αντέξει, στο ποίημα «Δελτίο καιρού».
Τα ουσιαστικά μαλώνουν ανεξαρτήτως πτώσης… τα ρήματα διαμαρτύρονται ανεξαρτήτως χρόνου, στο ποίημα «Συγκάτοικος λέξεων».

Περιστασιακά τον ίδιο ρόλο αναλαμβάνει ο εγκιβωτισμός μιας φράσης σε παύλες:
Μέσω πιστωτικής, στο ποίημα «Εκποίηση. Σε τιμή ευκαιρίας, στο ποίημα «Μεταχειρισμένα Όνειρα». Αναπόφευκτη συνήθεια των ημερών που έρχονται, στο ποίημα «Πέμπτη εποχή». Ψυχή και σώματι, στο ποίημα «Λύτρωση».

Ο λόγος των ποιημάτων του Δ. Π. Κρανιώτη χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη μίξη γλωσσικών επιπέδων που θυμίζει έντονα σε ορισμένα σημεία τον τρόπο που ο Καβάφης αναμιγνύει την απλή δημοτική, τους ιδιωματισμούς και την καθαρεύουσα. Στον Δ. Π. Κρανιώτη η ιδιομορφία της μίξης στηρίζεται στην ταυτόχρονη χρήση μιας γλώσσας πολύ καθημερινής σε συνδυασμό με μια πληθώρα λέξεων που προέρχονται από τη λόγια παράδοση και χρησιμοποιούνται στον ιδιαίτερα πεπαιδευμένο λόγο. Στο μείγμα προστίθεται και η χρήση πολλών ξένων λέξεων, ορισμένες φορές γραμμένων στο λατινικό αλφάβητο, σε μια προφανή αναγνώριση της σύγχρονης γλωσσικής πραγματικότητας και με μια διάθεση να γειωθεί ο κορμός του ποιήματος στον γλωσσικό νατουραλισμό. Άρα μπορούμε να διακρίνουμε δύο αντίρροπες κινήσεις στο ύφος του Δ. Π. Κρανιώτη: λέξεις υψηλής φόρτισης από τη μια και λέξεις χαμηλού φωτισμού από την άλλη. Παραδείγματα:

Να αναζητώ με silver alert δίχως όνομα εμένα, στο ποίημα «Παζλ».
Δεν άφησα ρέστα για πουρμπουάρ δεν σκόνταψα διαγωνίως, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Το ασανσέρ κολλημένο μεταξύ ρετιρέ και ουρανού, στο ποίημα «Ιανός».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Άφησες ένα post it, στο ποίημα «Απωλέσθην».
Σε μειδίαμα λευκής μαρμαρυγής… τα κελεύσματα σιωπής επίορκων δωρητών ψυχής, στο ποίημα «Λευκή μαρμαρυγή».
Μην στέλνεις άλλα sms… το iphone μου πέταξα, στο ποίημα «Τα sms της κρίσης».

Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά της γλώσσας και του ύφους του Δ. Π. Κρανιώτη δεν αποτελούν τυχαίες συναθροίσεις λέξεων, αλλά αποτέλεσμα μελετημένης στόχευσης και σκληρής δουλειάς. Δεν προκύπτουν τυχαία, αλλά είναι προϊόν μεθοδικής και λεπτής επεξεργασίας του λόγου, κάτι που κάνει τον Δ. Π. Κρανιώτη να ξεχωρίζει από μια μεγάλη κατηγορία προχειρολόγων ποιητών που δουλεύουν πολύ λίγο τα στιχουργήματά τους, αφού τα γράψουν. Στην προχειρολογία και την ευκολία που βασιλεύουν στο τοπίο του σύγχρονου ελληνικού ποιητικού λόγου, ο Δ. Π. Κρανιώτης αντιτάσσει τον δύσκολο καλβικό αγώνα της πάλης με τις λέξεις, τις φόρμες και τις έννοιες.

Κλείνοντας θα ήθελα να θίξω ακόμη ένα θέμα της τεχνικής του Δ. Π. Κρανιώτη, που αποτελεί προέκταση όσων ειπώθηκαν προηγουμένως σχετικά με τη φροντίδα που δείχνει στην επιλογή των λέξεων και την συστηματική επεξεργασία των λόγων του. Αξίζει, λοιπόν, να προσεχτεί μια ιδιαίτερη κατηγορία ποιημάτων που αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, ένα είδος αποκαλυπτηρίου για το πώς λειτουργεί το «εργαστήριο ποιημάτων Κρανιώτη». Εννοώ φυσικά τα ποιήματα ποιητικής που δεν είναι λίγα μέσα στη συλλογή. Τα ποιήματα αυτά αποκαλύπτουν ποιες ανάγκες του ποιητή ικανοποιεί η ποίηση, γιατί γράφει, πώς γράφει, πώς νομίζει ότι τον αντιμετωπίζει ο κόσμος και οι ομότεχνοι και πολλά άλλα παρόμοια θέματα.

Δεν ξέρω τι πραγματικά σκεφτόταν ο Δ. Π. Κρανιώτης, όταν έγραφε το ποίημα «Αλφαβητάρι», αλλά μοιάζει, σ’ εμένα τουλάχιστον, να σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να κατακτήσει την απλότητα του λόγου ο ποιητής: θα ήθελε να έχει στην κατοχή του το πιο απλό εργαλείο του λόγου, το αλφαβητάρι, να ξαναμάθει από την αρχή πώς να δίνει στην Άννα ένα μήλο σε μια προφανή νοσταλγική παραπομπή στην απλότητα της παιδικής ηλικίας. Ο ποιητής μας θέλει λοιπόν να μιλήσει απλά και λιτά, τώρα που μεγάλωσε.

Στη «Γραβάτα δημοσίας αιδούς επιδίδεται σε ένα στριπτίζ απογυμνώνοντας τον εαυτό του σε ένα μέρος που δεν υπάρχει κανείς για να συνομιλήσει μαζί του και φωνάζοντας σε μια γλώσσα άγνωστη, γιατί προφανώς νιώθει ότι η γυμνότητα του λόγου που εκπέμπει δεν έχει εύχερους ακροατές.

Στο ποίημα «Αυλή» χωρίς σιωπές η γλάστρα της σιωπής σπάει δίνοντας τη θέση της στην κραυγή, τον άναρθρο λόγο, μόνο που αυτή η κραυγή έχει απωλέσει τον εαυτό της, αφού δεν θυμάται τι απέγινε το φως και το σκοτάδι.

Στο ποίημα «Μείον ένα» οι λέξεις γίνονται ενδύματα τα οποία, σε αντίθεση με το στριπτίζ της Γραβάτας δημοσίας αιδούς, οι πρωταγωνιστές του κειμένου, το ποιητικό υποκείμενο και η συντροφιά του, πρέπει αντιθέτως εδώ να φορέσουν. Ωστόσο δεν χρειάζεται αυτό να συμβεί βιαστικά. Υπάρχει χρόνος για να δοθούν απαντήσεις και υπομονή.

Στο ποίημα «Άψε σβήσε το ποιητικό υποκείμενο με ορμή παραβιάζει τα σύνορα που του έχουν τεθεί, εισβάλλει στο πραγματικό βασίλειο του εαυτού του για να τον γνωρίσει, γκρεμίζοντας φυλακές και πυρπολώντας κουρτίνες και εμπόδια. Και όλα αυτά γίνονται δίχως κραυγές ή ψιθύρους, ενώ από το αγκάλιασμα των λόγων που γράφονται μες στο σκοτάδι προκύπτει για πρώτη φορά το φως, γεννημένο από την ίδια την ομιλούσα φωνή.

Στην «Εκποίηση» μετά από μια αναφορά στην έλλειψη προλόγων και στην ύπαρξη προκάτ επιλογών που δημιουργούν μία ευτελή ανομβρία, το ποίημα συνεχίζει με υπαινιγμούς σε φλυαρίες που δεν επιτρέπουν την επαφή, σε αστυφιλίες λέξεων που θρυμματίζουν το φίλημα και σε μια εκποίηση που είναι στην πραγματικότητα ποίηση ημιτελών αισθήσεων και στιγμών που δεν μπορούν να ενταχθούν πουθενά.

Στην «Πρώτη απαγγελία» η ποιητική φωνή ως οξύμωρο φωνάζει με ψιθύρους, κρεμά ποιήματα στους τοίχους χρησιμοποιώντας για καρφιά συλλαβές. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας λόγος, ο οποίος απαγγέλει όσα έχουν γραφεί εν απουσία του ποιητή, αλλά με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο από τον ίδιο.

Στο «Κόκκινο ποίημα» το χρώμα του ποιήματος παραπέμπει στο αίμα μέσω του οποίου είναι γραμμένο το ποίημα και με τις λέξεις του οποίου ο ποιητής πεθαίνει και ανασταίνεται.

Στο ποίημα «Ενδελεχώς» το ποιητικό υποκείμενο, μέσω της συγγραφής, πότε δημιουργεί τον εαυτό του και ποτέ τον διαγράφει, σβήνοντας εφιαλτικές μνήμες και χαράζοντας άλλες υποστηρικτικές. Στο τέλος όλο το σκηνικό μετατρέπεται μέσα από μια μεταφορά σε διαδικασία που παραπέμπει στη ζωγραφική. Ο ποιητής ζωγραφίζει με καινούργια χρώματα τον εαυτό του σε μια προσπάθεια που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί.

Στο ποίημα «Γυμνά διηγήματα» γίνεται ολοφάνερα και πάλι λόγος για την συγγραφική διαδικασία: αναφέρονται η γραφή, η σιωπή που την υποκαθιστά, η ρίμα, τα χαϊκού, οι ωδές, ενώ το ποίημα κλείνει στις δύο τελευταίες στροφές του με μια αντίθεση: τα γυμνά διηγήματα του ποιητή δεν άντεξαν τον καθωσπρεπισμό με τον οποίον ήρθαν αντιμέτωπα, ενώ τα ντυμένα ποιήματά του τιμωρήθηκαν με απαγόρευση εισόδου στις ακτές των γυμνιστών. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ο λόγος του ποιητή να μη βρίσκει το ακροατήριο που επιθυμεί.

Στο ποίημα «Ενοικιάζεται» η ποίηση προκύπτει ως κάτι το προσωρινό μέσα από ένα φιλί χωρίς ομοιοκαταληξία. Η αγάπη κλείνεται σε ανέκφραστες συλλαβές που μόνο αυτές έχουνε χρώμα μέσα σε ένα ασπρόμαυρο τοπίο. Ίσως εδώ να υπονοείται μία αδυναμία έκφρασης μέσα από το λόγο του πλέον βαθύτερου συναισθήματος, της αγάπης.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολλή ώρα ακόμα με παρόμοιες παρατηρήσεις, αφού η ποιητική διεισδύει σχεδόν σε κάθε ποίημα της συλλογής έμμεσα ή άμεσα. Προτιμώ να κλείσω εδώ με την παράθεση δύο πολύ χαρακτηριστικών ποιημάτων που φανερώνουν το πώς βλέπει την ποιητική διαδικασία ο Δ. Π. Κρανιώτης. Το ένα είναι το ποίημα «Κορώνα γράμματα», όπου η ποίηση λειτουργεί ως βασανιστήριο και ως φάρμακο ταυτόχρονα:

Σαν γράφω,
Κορώνα-γράμματα
Παίζω τον εαυτό μου

Ματώνω τρέχοντας
Με τον νου
Σκοντάφτω
Στην καρδιά μου
Ληστεύω συναισθήματα
Χορεύω μοιρολόγια

Σαν τιμωρούμαι
Με ποίηση
Με λέξεις αναρρώνω

Το άλλο ποίημα είναι ο «Συγκάτοικος Λέξεων», που υπονοεί την πάλη του ποιητή για επιτυχία στην γλωσσική εξωτερίκευση του εσώτερου λόγου:

Από δωμάτιο σε δωμάτιο
Τις λέξεις αναστατώνω
Τα ουσιαστικά μαλώνουν
(Ανεξαρτήτως πτώσης)

Χωρίς αιτία στο ισόγειο ξαπλώνω
Τα ρήματα διαμαρτύρονται
(Ανεξαρτήτως χρόνου)

Χωρίς δίλημμα
Στο μπαλκόνι ξυπνώ
Ανάμεσα σε σελίδες
Που ακόμη γράφονται
Τα βήματά μου αγνοώ

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Εrnst Ηaas.] http://frear.gr/?p=23529&fbclid=IwAR2u_RhWmV53Ojypl8wsIEbgIbsV3ngYhin8PBSuZYWmR6ztlzoPycJWIH4

Lale Alatli, Εκείνο το παιδί

Σχέδιο: Χρήστος Αλαβέρας

Είμαι εκείνο το παιδί
κουβαλούσα ένα αστέρι
εσύ δεν με θυμάσαι,
έκανα ποδήλατο στα σοκάκια σου
έτρωγα παγωτό των δέντρων σου στις σκιές,
έπαιζα με φίλους
ας φώναζε η μάνα το σούρουπο.

Είμαι εκείνο το παιδί
κανείς δεν θυμάται πλέον
το σπίτι μας έγινε πολυκατοικία
κι εγώ ένας αριθμός στην ιστορία.

Η γιαγιά μού χάριζε όλοντον κόσμο
όπως κάθε γιαγιά
ο μπαμπάς με προστάτευε
όπως κάθε μπαμπάς
η καρδιά της μάνας χτυπούσε για μένα
όπως κάθε μάνας
εγώ όμως δεν έζησα
όπως κάθε σου παιδί.

Είμαι εκείνο το παιδί
με κατάπιε το τρένο
στην πλατεία Ελευθερίας σου
μια ομιχλώδη μέρα σαν σήμερα,
τελικά για ποιους είναι η ελευθερία
σ’ αυτήν την πλατεία;

η γιαγιά δεν άντεξε
ο μπαμπάς δεν μίλησε
η καρδιά της μάνας έγινε στάχτη
έφαγε κι εκείνους το λαίμαργο τρένο
που ποτέ δεν χόρταινε.

Είχαμε όλοι αστέρια
γίναμε καπνός μια μέρα
κι η μαυρίλα του, Θεσσαλονίκη μου
έβαψε τη δίκιά σου ιστορία.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”. Το σκίτσο της ανάρτησης συνοδεύει το ποίημα.

Ali Cobby Eckermann, Kumana

There is no life
but Family.

When I am young
I live with my Family.

When I grow up
I leave my Family.

When I am lonely
I miss my Family.

When I am drunk
I reverse-charge my Family.

When I pass away
I unite my Family.

There is no life
but Family.

KUMANA

Δεν υπάρχει ζωή
αλλά Οικογένεια.

Όταν είμαι νέα
ζω με την Οικογένειά μου.

Όταν μεγαλώσω
αφήνω την Οικογένειά μου.

Όταν είμαι μόνη
αναπολώ την Οικογένειά μου.

Όταν είμαι πιωμένη
επιβαρύνω την Οικογένειά μου.

Όταν πεθάνω
ενώνω την Οικογένειά μου.

Δεν υπάρχει ζωή
αλλά Οικογένεια.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Τέλλος Φίλης, Εν Βοδενοίς

Τα Βοδενά, σημερινή Έδεσσα

στον Μάρκο

σήμερα έχασα το χώμα μου
οι λέξεις δεν φυτρώνουν στα τσιμέντα
θέλουν αγέρι, χώμα και νερό
να σκαλιστούν, να ποτιστούν, να ταξιδέψουν

κι έμεινα καράβι α α α αταξίδευτο
καταμεσής της άκαμπτης ασφάλτου
που πατρίδα δεν ξέρει τι σημαίνει

*Από το “Εντευκτήριο”: http://entefktirio.blogspot.com/2019/01/blog-post_2.html

Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

ΑΜΑΖΟΝΙΑ (15)

Τί κι αν μας πήραν στο φαλάγγι
Τί κι αν μας νίκησαν στον πετροπόλεμο
Κι αν μας χλευάζουν
Που χάσαμε τα υπάρχοντά μας
Που φάγαμε όλο το μάννα τ’ ουρανού
Στην έρημο
Που μας άφησαν μόνους
Τα χέρια των κοριτσιών με τα βελούδινα βλέμματα
Και τα χαμόγελα απλωμένα στον ήλιο σα λιακάδα
Η έκσταση πέφτει από ψηλά
Και γίνεται τόξο
Στα χέρια τού Θεού
Φαρέτρα γεμάτη στίχους
Που όσο κι αν κοκορεύονται οι αλαλαγμοί στην έπαρση
Θα γίνουν κάποτε τραγούδι στην ερημιά
Τρυφερού κοριτσιού που φανερώνει με χάρη
Την όαση που κρύβεται πίσω απ’ τά πέπλα της.

ΑΜΑΖΟΝΙΑ (2)

Σε κούρασαν τα πήγαιν’-έλα
Οι αργές εκστρατείες για το ανώφελο δέρας
Νησιά των Μακάρων-Αχερουσία-Γάργαρα Άκρα
Οι δούρειοι ίπποι που βόσκουν στους λειμώνες τού Κάικου
Οι τόσοι εξωκεανισμοί τού γαλαξία
Κήρυκες στα τείχη
Που φωνασκούν με σούρτα φέρτα
Ή τάχα κόπτονται για τις μεγάλες ταραχές
Ομηρικών πολέμων•να γύρεις εδώ
Πριν οι καημοί φτάσουν στον κόμπο
Πριν έρθει ο τετελεσμένος χρόνος
Που κάθε μέρα συντάσσει
Τις συντριβές και τις αποδημίες•
Εδώ κάτω απ’ τά πράσινα φτερά
Τής φυλλωσιάς των δέντρων
Όσα ονειρεύτηκες κάποτε
Έγιναν ξέφρενα άλογα που θα σε φέρουν
Στ’ αέρινα λιβάδια τής αμαζονίας
Στη χώρα με τα κοπάδια τού ήλιου που βελάζει•
Πιο πέρα ένα σουραύλι που βουλιάζει τραγουδά
Το τραγούδι τού βοσκού που ανεβαίνει με σκάφανδρο
Απ’ τό βυθό βαθιά τού ύπνου των ονείρων
Των συνειρμών κόρης εκστατικής που τρέφει
Κι από ‘να αηδόνι σε κάθε της μαστό•
Να το θυμάσαι
Αλλιώς θα πέσουν τα ζάρια
Και οι προθέσεις αύριο θα ονομαστούν γεγονότα
Και τα τριζόνια θ’ αφήσουν να πέσει
Γλυκά το μέλι στη φωνή σου
Όπως αφήνουν και πέφτουν τα φιλιά τους
Οι γυναίκες που μας αγάπησαν στο μέλλον
(σκιρτούν με σφρίγος σα δορκάδες οι μαστοί τους
και οι ρόγες τους είναι αιχμές στού έρωτα τα τόξα).
Όσο κεντάς τον ίμερο θα υπάρχεις
Με το χωνί μιας ανεμώνης άκουσέ με
Μακριά από τους νυγμούς τής Σφίγγας
Μακριά απ’ τά πλήθη που τεκταίνουν τις πλεκτάνες τους
Τα χρόνια κυλούν σα βράχια
Βραχωμένα ψηλά σαν όνειρα
Και τα γεγονότα γίνονται μνήμη
Ο χρόνος μας τελειώνει,δεν το βλέπεις
Σε λίγο
Θα κολυμπάμε στην κλεψύδρα τ’ ουρανού.

Νίκος Νομικός, Πέντε ποιήματα

Πρόθεση

ξάστερο το μέτωπο του δικαίου
πρόλαβε να σώσει το αίμα του
μόλις άνοιξε τις πόρτες του ο ήλιος
στα παγκόσμια σκοτάδια.

***

Ψηλαφιστά οράματα Α’

Αμυδρό του φεγγαριού το φως
και στο νυχτερινό παράθυρο
μοναχική ορθώνεται η φυλλωσιά
της λύτρωσης, απ’ τον μεγάλο αγώνα.
Η νύχτα πάντα με γεμίζει προσφορές
με τα λυχνάρια της ασκητικής
από τα χρόνια εκείνα των Κεράμων *
με βήματα και σύμβολα, παλιάς μυσταγωγίας
έτσι που να ’χει ο μισεμός περαστική ηλικία.
Απόψε, απλώνεται παθητική η σκιά
στου αρχάγγελου τα χέρια
κι αρχίζουνε οι αλλοτινές μου ζωγραφιές
να λυώνουνε στα πρωτοβρόχια
στ’ ανέπαφο σημείο της καρδιάς
που διώχνει τρικυμίες.

*Κέραμοι. Περιοχή της Αλεξάνδρειας με τον αρχαίο ναό του θεού Άμμωνος.

***

Ψηλαφιστά οράματα Β’

Σε όλες τις μέρες της ανάστασης
του τρίτου φωτός, έχει κρεμάσει
η συννεφιά στα μάτια του δικαίου
των παθών μου τον τάραχο.

Κι ερωτώ τον φιλάδελφό μου Ιππότη
με την μεγαλωσύνη της ρομφαίας του
μήπως, τελειώνουν οι δημιουργίες
στις μέρες μου.

Μήπως, δεν βιάστηκα να προλάβω
τ’ αλύπητα χρέη μου
και να μη διάβασα σωστά
τον κανόνα των αγίων παθών.

Μ’ έταξε όπως βλέπεις, η αιώνια μάνα μου
να προσέχω τα έργα και τις μέρες της
σαν έρχεται να με σώσει
μια πλημμύρα ανοιξιάτικη
στην οδό της κρίσης.

Σεπτ. 2010
Δυτικά της Ερήμου
Εμιράτα

***

Οι μεγάλες ώρες

Είν’ ο καθείς και η λάμψη του
κι απ’ της ανάσας τον σεισμό
θα σωριαστεί η θλίψη
κι έτσι όπως τη βλέπεις
να αποσύρεται, η νύχτα ετοιμόρροπη
καινούργιος ήλιος θε ν’ ανθίσει
μέσα απ’ το βάθος της πηγής.

***

Εφιαλτικό

Τα κίτρινα φώτα
μη τα βλέπεις πια
παντού υπάρχουν
εραστές του σκότους.

Οι καλές ώρες θρυμματίζουνται
τα είδωλα γιορτάζουνε
την θλίψη της καρδιάς.

Δυο δάκρυα παιδικά
φοράνε ακόμα τ’ αποφόρια
της όμορφης ευημερίας.

Ο ονειροπόλος της θεάς Καλλής
κουράστηκε να καταγράφει
τις φθορές, κι αξόδευτους αφήνει
τους πάμφυλλους ροδώνες.

Σεπτ. 2010

*Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής”, Εκδόσεις “Στοχαστής”.

**Ο Νίκος Νομικός ζει και δημιουργεί στη Μελβούρνη.