Αν δε μου γίνεις λίγο εγώ
θα μείνει πάντα μυστικό
το πόσο μ’ αγαπούσες.

Κι αν πάλι εγώ δεν είμαι εγώ
δεν θα μου είναι αρκετό
το σθένος για να σ’ αγαπώ.
Αν δε μου γίνεις λίγο εγώ
θα μείνει πάντα μυστικό
το πόσο μ’ αγαπούσες.

Κι αν πάλι εγώ δεν είμαι εγώ
δεν θα μου είναι αρκετό
το σθένος για να σ’ αγαπώ.
Αναζήτηση
Παράτησα το αγκίστρι μου
Έτσι κι αλλιώς
το μόνο που ψαρεύεις στο Αιγαίο
είναι πετρέλαιο
και πτώματα προσφύγων.
Αγόρασα μια λέμβο
περισυλλογής ιδεών.
Παλεύω με κύματα
που προσπαθούν να με ρίξουν
σε βραχονησίδες εθνικιστικών παροξυσμών.
Ψάχνω στεριά φιλοξενίας ζωών.
Απάγκιο επούλωσης ονείρων.
***
Σαν πρόσφυγας
Δεν ήρθα σαν κατακτητής
αλλά σαν πρόσφυγας,
γυρεύοντας στέγη και άσυλο,
έτοιμος να διαβώ τα σύνορά σου.
Μα εσύ ύψωσες φράχτη
κι εγώ δοκίμασα τη θάλασσα,
με κίνδυνο να χάσω τη ζωή μου.
Τώρα πια ψάχνω καταφύγιο στις πόλεις σου
δίπλα στου μπάτσου την οργή
και στο μαχαίρι του φασίστα.
Ψάχνω τα μάτια σου να δω
και να τους δείξω την πληγή μου.
***
Τα σύνορά σου
Κράτησες κλειστά τα σύνορά σου,
μα εγώ μπήκα κρυφά.
Πέρασα ναρκοπέδια,
σκαρφάλωσα φράχτες
κι έφτασα ρακένδυτος,
να σου γυρεύω δουλειά
και να μου δίνεις απέλαση.
Νυχτερινό
Έντυσα το δωμάτιο
-από τοίχο σε τοίχο –
τους φόβους μου
Αισθάνομαι ασφαλής
όταν τους βλέπω
Ολομόναχη –
ναυαγός, καταμεσίς μιας θάλασσας
σε ίση απόσταση παρόν και παρελθόν-
Κυτώ κατάματα τον νεαρό
απρόσωπο εαυτό μου
Μελετώντας έτσι
τη ματαιότητα με επιμέλεια,
άρχισα να εμπιστεύομαι τους ποιητές
***
Εγώ είναι (ο) άλλος*
Η φθορά αγαπημένη σύντροφος
με συνοδεύει στο γήρας
Χωρίς φόβο για τις αλλαγές
που συμβαίνουν σε κοινή θέα
Κρατώ ερμητικά κλειστό
ένα μικρό δωμάτιο όπου ιδιωτεύω
εκδύομαι τους πολλαπλούς εαυτούς μου
Επανασυνδέω στιγμές
σε μια δεύτερη ροή, άχρονη
Εκεί αφήνω στην άκρη τις ρυτίδες μου
Κρεμάω την ψυχή μου
στην άκρη κάποιου στίχου
μιας μελωδίας ή ενός χαμόγελου
Και ζω με μνήμη δίσεκτη
*Παράφραση της φράσης του Αρθ. Ρεμπώ
***
Βαρομετρικό χαμηλό
Με κούρασε ο χειμώνας
Τα πρωινά ανήλιαγα
Οι δρόμοι παγωμένοι
Σκυφτοί οι διαβάτες
οχυρωμένοι στα βαριά τους πανοφόρια
ακολουθούν μοναχικές διαδρομές
Σμήνη πουλιών πετούν αθόρυβα
και χαμηλά, προάγγελοι κακοκαιρίας
Τα δέντρα απλώνουν τα κλαριά γυμνά
Με πνίγουν, σαν τις τύψεις
για παραλείψεις μου
Με κούρασε ο χειμώνας και το γκρίζο
Απ’ αύριο βρέξει χιονίσει
Πολύχρωμη θα είναι η μπουγάδα
που θ’ απλώσω
Χαμόγελα θα στολιστώ σε χίλια χρώματα
Αφού το ξέρω πως ο χειμώνας
Προάγγελος είναι της άνοιξης
Η μνήμη κατακαλόκαιρο
είναι χιονισμένη
και τίποτε δε γίνεται για
να περάσουν οι νεκροί.
Τα εκχιονιστικά μηχανήματα
είναι κλειδωμένα
κι οι φύλακες λέιπουν
για μπάνια
σε παραλίες άγνωστες.
*Από τη συλλογή “Η οσία με το κόκκινο παλτό”, Αθήνα 1989. Το ποίημα το πήραμε από το περιοδικό “Η λέξη”, τεύχος 93, Μαρτης-Απρίλης 1990.
Τέσσερις πράξεις
Μου αρέσουν τα μαθηματικά
όχι οι αριθμοί
δεν κάθισα τεμπέλικα
να οι δικοί μου λογαριασμοί:
μηδέν + μυαλό = εξυπνάδα
εξυπνάδα + αγάπη = συνύπαρξη
συνύπαρξη X ενσυναίσθηση = κατανόηση
κατανόηση + τρυφερότητα = αγάπη
αγάπη / υποκρισία = αρρώστια
εξυπνάδα – συνείδηση = κακία
κακία – εξυπνάδα = βλακεία
συνείδηση + εξυπνάδα = επιτυχία
επιτυχία – συνείδηση = πονηριά
υποκρισία X οικογένεια = κοινωνία
κοινωνία X υγεία = ειρήνη
κοινωνία X βλακεία = πόλεμος
πόλεμος + υποκρισία = χρήματα
χρήματα / λαός = αδικία
αδικία / χρήματα = καπιταλισμός
καπιταλισμός – χρήματα = μηδέν
*
Στις δύο ανάμεσα
Χωρίς φασαρία πολλή, χωρίσαμε
εκείνη δεν είπε μείνε,
εγώ δεν είπα φεύγω.
Για να τη λησμονήσω
άρχισα να βλέπω μια άλλη
χωρίς να της το πω,
ήταν στην αναπνοή μου ακόμα, εκείνη στο βάθος
ήθελα τα φιλιά της
να μείνω άλλο όμως δεν μπορούσα
είχε γίνει δύσκολη, ιδιότροπη, καταπιεστική, επιθετική, νευρικιά, επικίνδυνη…
Εντελώς διαφορετική ήταν η καινούργια
μαλακιά,τρυφερή και απαλή
με αγάπη αγκάλιαζε
με ειλικρίνεια μιλούσε
πρώτη φορά ασφάλεια ένιωθα,
ήξερε πως έπρεπε να με έχει ελεύθερη
για να επιστρέφω πάντα σε αυτήν.
Με κυνηγάει ακόμα η πρώην τις νύχτες
εισβάλλει στα όνειρά μου,
λέει να μη δώσω σημασία η νυν
αφού εμείς ανταμώσαμε
τη ζωή μας φτιάξαμε,
έτσι αισθάνομαι κι εγώ
δεν μπορώ όμως να τη σβήσω από το μυαλό
ούτε κι από την καρδιά.
Η ζωή της είναι κατηφόρα
κάθεται πια σε άλλες αγκαλιές
έμπλεξε άσχημα
άγρια δάχτυλα τη χαδεύουν τώρα,
της συμπεριφέρονται χυδαία,
την ταλαιπωρούν
δεν της επιτρέπουν να πίνει και να γλεντάει
να χορεύει και να τραγουδάει
το τσιμεντένιο κορμί της
τον ουρανό, τον ήλιο δεν βλέπει πια,
εκατομμύρια μυρμήγκια περπατάνε πάνω της
εκεί που κάποτε περιπλανιόταν η Ιώ
το παρελθόν της κρύφτηκε στις αναμνήσεις,
ζει πλέον επειδή δεν πεθαίνει.
Στενοχωριέμαι για εκείνη
τα καλύτερά μου χρόνια μαζί της,
ένας έρωτας σαν του Δία.
Όχι να είμαι δίπλα της τώρα,
αλλά να ήξερα, αν κι από μακριά,
ότι είναι καλά περνάει όμορφα.
Της λείπω άραγε;
Τα μεσάνυχτα
απλώνω τα χέρια μου για να τη σώσω
δεν τη φτάνουν,
τα σηκώνω ψηλά σήμερα
και την αφήνω σε εκείνα που δεν είναι δικά μου.
Πνίγω τις λέξεις μου και φυσάω τις τελευταίες:
«Αντίο Κωνσταντινούπολη
είμαι με τη Θεσσαλονίκη!»
*Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος 47, Ια=νουάριος-Μάρτιος 2018.

Όλοι μ’ αγάπησαν σαν τάφο κυρίως
ή σαν στιγμιαία ενόραση ενός σφαλισμένου κουτιού
μα απ’ όταν καμώθηκα το παράθυρο
ελάχιστοι κοίταξαν έξω.
το κορίτσι με τα μαύρα
κοιτάζει από το ξέφωτο
σκύβει /σκύβει/ σκύβει /
ξεκάθαρα να δει μια μικρή πασχαλίτσα/
που ξεπροβάλει τολμηρά/
και περπατά αμέριμνα /στο δρόμο/
το κορίτσι με το μαύρο φουστάνι/
που ανεμίζει καθώς / το βάρος της
γέρνει προς τα εμπρός/
κρατιέται όμως γερά κι’ ισορροπεί
τέλος βλέπει την πασχαλίτσα να πετά ψηλά /
και μια φωνούλα δική της /δίνει κουράγιο/
τότε /το μαύρο φουστάνι πετά και αυτό/
συνεπαρμένο από το τόλμημα της πασχαλίτσας
2019
Artwork: Aleksandra Waliszewska
Ήμασταν γυμνοί και σφιχταγκαλιασμένοι στην εξοχή και ξεκολλάγαμε και απομακρυνόμασταν από τη γη και πετάγαμε σιγανά-σιγανά και ολόγλυκα. Το κεφάλι μας το στεφάνωναν στέμματα σιδερένια.
Η αύρα μάς πήγαινε πότ’ εδώ πότ’ εκεί, ενώ καμιά φορά εκάναμε στροφές γύρω από τον εαυτό μας, πάντοτε ενωμένοι και όντας σαν μέσα σε ίλιγγο. Τα στέμματά μας όμως δεν πέφτανε κάτω.
Έτσι μέσα σε λίγες μόνο στιγμές διασχίσαμε περιοχές και περιοχές, κάθε λογής γη, οι μηροί μου μέσα στους δικούς της, το μάγουλό μου πάνω στο δικό της και τα μάτια μας στεφανωμένα ν’ αγγίζονται.
Ύστερα από τους τελευταίους σπασμούς ξαναπατήσαμε στο χώμα. Διακρίναμε τότε ότι τα στέμματά μας μάς είχαν τραυματίσει τα μέτωπα και ότι το αίμα μας έτρεχε σαν να μας γλιστρούσε.
*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
«Οι λησμονημένοι»
Στους παλιούς συντρόφους
Η σκέψη μας σαυτούς γυρίζει,
Που νοσταλγοί
χάθηκαν κάποια μέρα από το πρόσωπο της πόλης.
Που ρουφήχτηκαν βαθειά
μες τάγρια στενά σοκάκια,
Σιωπηλοί,
Αγέρωχοι,
χωρίς καμιά ρυτίδα νά θυμίζει τη ζωή
Που δε γνωρίζαν πια.
Αθήνα, 26 Σεπτέμβρη 70
***
Λίγο πριν ξεσπάσει
Ο τόπος μας έχει μικρύνει.
Λιγόστεψε θανάσιμα το φως.
Το δάσος γέμισε κίτρινα φύλλα.
«Ξερός αγέρας μ’ έλουσε,
ξερός και παγωμένος»
Στο βάθος, ένα σύννεφο
απλώνει απειλητικά τό χέρι του.
Αθήνα, 27 Αυγούστου ’72
*Από τη συλλογή ‘Περιπέτεια ή επιστροφή Αρ.2”, Εκδ. Στοχαστής, 1981.
Καταργήσαμε τώρα
τις ονομαστικές γιορτές
τις φιλικές συγκεντρώσεις
με το γλυκό του κουταλιού
με τη βανίλια στο ποτήρι.
Όμως
εκείνο το “υποβρύχιο”
είχε στον πύργο ένα τηλεσκόπιο
ένα μάτι που έβλεπε κόσμο.
*Από τη συλλογή “Ο σκορπιός”, 1990. Το ποίημα το πήραμε από το περιοδικό “Η Λέξη”, τεύχος 93. Μάρτης-Απρίλης 1990.