Ράνια Καραχάλιου, από τη “σκλήθρα”

Επιστολή 1η

Ήμουν μικρή, πολύ μικρή, όταν μου πρωτοψιθύρισες θα
Σε συντροφεύω εσαεί. Καθότι λόγο δεν μ’ άφησες να ’χω
στη δήλωση αυτή, ούτε ήξερα ακόμη τι σημαίνει ε σ α ε ί,
ξεκίνησα να συλλέγω αντιπερισπασμούς. Στην αρχή
γραμματόσημα, χαρτιά αλληλογραφίας, αρωματικούς φακέλους,
μολύβια με φαγωμένη μύτη, ή χωρίς.

κι ύστερα λέξεις
λύκαινες λέξεις
να τις θηλάζω
σε κάθε σου επίσκεψη

όνομα και πράμα

Τις Κυριακές στη λειτουργία χορταίναμε μέχρι σκασμού λιβάνι και λέξεις ακαταλαβίστικες. Μετά η κυρα-Γιάνναινα μας φίλευε γλυκό του κουταλιού στο σκαλοπάτι. Κεράσι, κίτρο, νεραντζάκι, περγαμόντο για κάθε γούστο, για κάθε βαθμό ζαλάδας. Ευτυχώς οι μασουλιές ξόρκιζαν γρήγορα τα κυριελέησον.
Τις περισσότερες φορές, μαζί με τα γλυκά, η κυρα-Γιάν-ναινα μας κέρναγε ιστορίες που γαργαλάγαν τις μασχάλες. Ιστορίες για τον καμπούρη φαροφύλακα Πατρίκιο που ’χε βαθιά φιλία με τους γλάρους, για τον μικρό Μεμά που ’χε ένα κόκκινο τσουλούφι και έλεγε πάντα στη μαμά του μα, για μάγισσες που φυλακίζαν πιτσιρίκια σε κλουβιά και τα βασάνιζαν με φτερά παγωνιών μέχρι ν’ απαρνηθούν τις σκανταλιές, τις τάρτες και τα γλειφιτζούρια. Παθήματα που γίνονταν μαθήματα και, κυρίως, ένα σακούλι γέλιο που χώναμε στις τσέπες.
Ένα πρωί, αντί γλυκού, μας περίμενε μια πρωτόγνωρη πίκρα. Η κυρα-Γιάνναινα αναπαύτηκε 6ε τόπο κατα-ψνξεως, είπαν οι γειτόνοι κι εμείς μονοστιγμίς την είδαμε να σκαρφαλώνει στην κορυφή του ψυγείου και να στριμώχνει χέρια, πόδια, κεφαλή ανάμεσα σε παγοθήκες, ωμά κρέατα και παγωτά αλόμα. Τότε, στην τσέπη μας τρύπωσε το τελευταίο γέλιο που μας χάρισε, πτητικό βέβαια, γιατί οι μεγάλοι δεν άργησαν να μας εξηγήσουν.
Από το κηδειόχαρτο μάθαμε τ’ όνομά της, τη λέγαν Βαλ-σαμία.

η χλωρίνη επιστρέφει

Απόψε ήρθε δίπλα μου εκείνος, πέρασε ξυστά. Δεν διάλεξε εμένα,
ούτε την ετοιμόρροπη γιαγιά στο απέναντι διαμέρισμα. Μια μετανάστρια
από τη Βουλγαρία, γύρω στα πενήντα θα ’ταν. Ήρθε η αστυνομία,
έφυγε, ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ο διάδρομος μοσχοβολά ξανά χλωρίνη.
Κι εγώ ν’ ακούω τα δελτία, να διαβάζω τις εφημερίδες, να μην μπορώ
ν’ αποδεχτώ πως το συμβάν αυτό είδηση δεν λογίζεται,
εξόν του πέμπτου ορόφου.

*Σκλήθρα, εκδόσεις Εκάτη, 2018.

Κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, Απάντηση στον Π. Ένιγουέι

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο Π. Ένιγουέι ή Δρ. Χάουζ ή Διονύση Σουρλή που, πριν προλάβουμε να κάνουμε κάτι δημόσια ως Κυνικοί Υπερρεαλιστές, φρόντισε να μας κάνει γνωστούς σε όλο τον καλλιτεχνικό / λογοτεχνικό χώρο, με ένα αδικαιολόγητα – δήθεν σαρκαστικό – κειμενάκι, που φρόντισε να βγάλει όλη του τη χολή, χωρίς όμως να το στηρίζει νοηματικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο! Θα έλεγε κανείς πως το κάνει καλοπροαίρετα με σκοπό να θίξει τον εαυτό του και να προβάλει εμάς που τόσο μας γουστάρει! Ένα κείμενο που δεν είναι καν διήγημα ή μικροδιήγημα, όπως το αποκαλεί, αλλά ένα έκτρωμα δίχως ίχνος ευφυΐας! Και όλο αυτό, βασισμένο στο μανιφέστο του Κυνικού Υπερρεαλισμού – στο οποίο πολύ θα ήθελε να ήταν μέλος, αλλά δεν τολμά λόγω ζήλιας ψώρας που γέμισε όλη η χώρα! Η ματαιοδοξία του και η αυτοπροβολή του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο! Ω! Θα βάλω ένα θαυμαστικό ακόμα! Και φυσικά τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό! Ω!

Παρ’ όλα αυτά, ως σκύλοι φιλοσοφικά (κι ας είμαστε αίλουροι κυνικά), δεν μπορούμε παρά να αδιαφορήσουμε χτυπώντας τον με Κυνικό Υπερρεαλισμό. Οι ανυπόστατες βλακείες του, το μόνο που κάνουν, είναι να μας διασκεδάζουν! Να μας δίνουν τροφή για χλεύη και να μας προβάλουν!
Παίρνουμε τη σκυτάλη λοιπόν και απαντάμε με το ίδιο το μανιφέστο, το οποίο έχει γραφτεί, τόσο σκωπτικά, όσο και σοβαρά, από όλους εμάς τους Κυνικούς Υπερρεαλιστές – έτσι, για να σκάσει από τη ζήλια του!

Για τους υπόλοιπους αναγνώστες, προσοχή! Υπάρχουν νάρκες!

Μανιφέστο Κυνικού Υπερρεαλισμού


*
Αγάπη μόνο! Εβίβες Πάντα!


*
Αρχική διακήρυξη 


Η πρώτη έμπνευση συνέβη σαν θαύμα ή μπορεί και ως ατύχημα, τυχαία, σε κάποια παρουσίαση, όπου κάποιοι σχολίασαν ό,τι άκουσαν ως ρεαλισμό. Ο Ποιητής αντέδρασε “Δεν είναι αυτό που κάνω ρεαλισμός, αλλά Κυνικός Υπερρεαλισμός!”. Έτσι για πλάκα. Κι έτσι, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς, γεννήθηκε ένα νέο καλλιτεχνικό κίνημα. Και όρισε αμέσως ένα σωρό πράγματα, συν το χαρακτηρισμό της εποχής που ζούμε. Αυτό είναι! Κυνικός Υπερρεαλισμός ως ουσία της πραγματικότητας, αλλά και ως ουσία του ονείρου και όλων αυτών που ταξιδεύουν αντίθετα στο ρεύμα, και προσδοκούν έναν κόσμο καλύτερο, ή καλύτερα, έναν κόσμο που να μπορούν να χωράνε.

Κάπως έτσι ο Κυνικός Υπερρεαλισμός, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, άρχισε να αποκτά οντότητα. Σκατά στη σοβαρότητα των διακηρύξεων και μανιφέστων! Ότι γεννιέται έχει τη δική του δυναμική και προχωράει μόνο του, κόντρα στη γελοιότητα του κόσμου και της εποχής.
Και είχε πλάκα και αυτό κάναμε ούτως ή άλλως κι έτσι απλά το ακολουθήσαμε πριν καν το ονομάσουμε.
Φταίγανε τα καινά μας δαιμόνια! Έτσι όλη η γνώση και η σοφία μας δόθηκε απλόχερα κι εμείς ακολουθήσουμε τους εαυτούς μας για να βρεθούμε τελικά, στη διάσταση την οποία ήδη υπήρχαμε.

Κυνικός Υπερρεαλισμός: δύο λέξεις συνουσιάζονται και γεννούν τέχνη, φυσικά ψυχεδελική που μπορούν να διευρύνουν τη συνείδηση και να μας μεταφέρουν σε άλλους κόσμους. Ενάντια στην αθλιότητα του καθωσπρεπισμού, αγαπάει τον απλό τρόπο σκέψης και τον ψυχικό αυτοματισμό που εκφράζει με ποιητική γραφή, καθώς και με προφορικό λόγο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καλών ή κακών τεχνών, την αδιαμφισβήτητη ουσία αυτού του οποίου είναι και είμαστε.

Η λέξη Κυνικός έρχεται σε αντίθεση με τον υπερρεαλισμό, όχι για να τον αλλάξει, αλλά για να επανορίσει την ουσία του, και η λέξη υπερρεαλισμός, μένει αβοήθητη κάτω από την κυνική διάθεση και φιλοσοφία, αλλά κρατώντας ωστόσο την ουσία της. Δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά επανορίζει το ένα την έννοια του άλλου, κι εμείς είμαστε εδώ για να καταστρέψουμε και να καταστραφούμε. Έτσι ορίζουμε την τέχνη μας και τους εαυτούς μας κάνοντας τραμπάλα σε ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών, από τα αστικά τοπία, σε όλη τη φύση, βουνά, λαγκάδια και παραλίες γυμνιστών. Πιάσε μας αν μπορείς!

Πρόθεση μας είναι να καταργήσουμε τη νέα τάση της εποχής τύπου: “ποίηση” ως δυσνόητα αποκυήματα του εγκεφάλου και να επανορίζουμε την ευνόητη στάση του άθυρμα συντριμμένου βάζου, εμείς κύμβαλα που αλαλάζουν.
Ζούμε και δημιουργούμε σύμφωνα με τη φύση και με γνήσιο ψυχικό αυτοματισμό.
Αβίαστη έκφραση με όποιο μέσο, πέρα από όρια και περιθώρια.
Καταργούμε όλες τις έννοιες ξαναχτίζουμε τις λέξεις γιατί απλά μπορούμε και γιατί έτσι γουστάρουμε, να καπνίζουμε γνώση, να μεθάμε ποίηση, να είναι ρε αδερφέ η τέχνη το παραισθησιογόνο μας, να ενοχλούμε τους εφησυχασμένους και να διαλύουμε τις νιρβάνες τους!

διακηρύσσουμε ότι: 



1. Δεν έχουμε καμία σχέση με το «πάντα» ούτε με το «τίποτα». Αλλά μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα πάντα για να φτάσουμε στο τίποτα. Το απόλυτο δεν υπάρχει, το στέρεο καταργείται , η ρευστότητα επανέρχεται

2. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε ότι χτίστηκε με παραπληροφόρηση, παρερμηνεία και παρ’ το αυγό και κούρευτο, από ολόκληρο τον κόσμο μέχρι ολόκληρη τη γλώσσα.

3. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε τον άνθρωπο για να ξαναχτίσουμε τη ζωή.
4. Είμαστε αποφασισμένοι να κατακτήσουμε την ευδαιμονία – και θα το κάνουμε γιατί ξέρουμε.

5. Είμαστε αποφασισμένοι να αγαπιόμαστε με όλα τα ορατά και αόρατα πλάσματα του σύμπαντος.

6. Η επανάσταση είναι πράξη καθημερινή και ξεκινάει με το πρώτο σκοτάδι της ημέρας ή με το πρώτο φως της νύχτας από τον εαυτό μας. Καθημερινά γκρεμίζουμε κάθε στερεότυπο που δομήθηκε την προηγούμενη με ή χωρίς τη συναίνεση μας.

7. Ορίζουμε ξανά την ουσία στη ζωή και τη συνουσία, καθώς και το οινόπνευμα ως οίνο του πνεύματος.

Ο Κυνικός Υπερρεαλισμός είναι καλλιτεχνικό κίνημα, είναι κατάσταση, είναι η ποίηση της ύπαρξης με μαγκούρα στο κεφάλι σε κάθε συντηρητισμό, περιορισμό, ευνουχισμό και γενικότερα ισμό! Το δικό μας το ισμό επιτρέπεται για να καταργήσει όλα τα άλλα!

Στον Κυνικό Υπερρεαλισμό δεν υπάρχει καμία απόλυτη αλήθεια και δεν δέχεται καμία επιβολή. Στέλνει αυστηρή προειδοποίηση σε μικροαστούς και φασίστες, σε όποια τρύπα και αν είναι χωμένοι: κάθε συνουσία που αποσκοπεί στον πολλαπλασιασμό σας θα μας βρίσκει αντιμέτωπους. Να προσέχετε τη διαγωγή σας ρε πνευματικά απόβλητα, κανένα παραστράτημα δεν πρόκειται να μας διαφύγει!

Κυνικός υπερρεαλισμός είναι: να είσαι ο εαυτός σου κόντρα στα πάντα.
Ο κυνικός υπερρεαλισμός προέκυψε γιατί υπήρχε πάντα
Κυνικός υπερρεαλισμός είναι αυτό που κάναμε και κάνουμε χωρίς τίποτα
Κυνικός υπερρεαλισμός είμαστε εμείς
Άρα εμείς είμαστε ο κυνικός υπερρεαλισμός

Και μη ξεχνιόμαστε: Σκατά και ξύλο στους φασίστες!
Εβίβες σε απανταχού ρεμάλια και φίλους του Κυνικού Υπερρεαλισμού!

Υπογράφουν οι συνένοχοι:

Βίκυ Βανίδη
Χρήστος Αντισθένης Ζάχος
Πεφτούλιος Μαρθόγλου
Γιώργος Μικάλεφ
Νίκος Ζαννής
Ιωάννα Πλέσσα

Υ.Γ. Όσοι θελήσουν να μπουν στο κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, να προσκομίσουν μια δήλωση του νόμου 501, εξετάσεις ούρων, αίματος και τριχών, απόδειξη θητείας στο Δρομοκαΐτειο και απάντηση θα πάρουν εφόσον εξετάσουμε το αίτημά τους μετά από 6 μήνες!

VIVA LA CYNIC SURREALISM!!!

Λίνα Βαταντζή, Το Άγιο Δισκοπότηρο

Σείεται η νυχτερινή σιωπή
τα χέρια μεθοδικά ψάχνουν
χρώματα,
όνειρα που κάποτε
την πόρτα έκρουαν
γαντζώνονταν σε ιστορίες μελλοντικές.

Ξεθώριασαν οι έννοιές τους-
Ή μήπως, άραγε,
δεν γνώρισες το νόημα
κάποιου ονείρου.

Βασιλιάς του κόσμου
είσαι
κηλίδα κοινωνίας
τις στιγμές που επίμονα
ανασκαλίζεις τη ζωή.

Βασιλιάς του πόνου
είσαι
θραύσμα αξιοπρέπειας
σε πόλης παράδρομο
όταν ακτίνες νύχτας
φωτίζουν τις έρευνές σου.

Βασιλιάς της τόλμης
είσαι
μια ύπαρξη σφραγισμένη
άνθος σε μαραμένους κήπους.

Σαν άγιο δισκοπότηρο
εμπρός σου
υποτάσσεται ο κάδος.

Είναι πολύτιμο το περιεχόμενό του
και συ πιστός ικέτης
βυθίζεσαι για βάπτισμα επιβίωσης.

Π. Ένιγουεϊ, Μανιφέστο Κυνικού Αυτοσαρκασμού

Μικροδιήγημα του Π. Ένιγουεϊ

Υπάρχουμε από πάντα. Όπως και το κίνημά μας. Το κίνημα του Κυνικού Αυτοσαρκασμού. Εδώ απλώς συντάσσουμε τις βασικές ιδέες του.

Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός δεν έχει ουσία, όπως άλλωστε και η ζωή η ίδια (άρθρο 9).

Δεν είναι ονειρικό/ονειροπόλο κίνημα. Δεν απευθύνεται στους ευαίσθητους, στους ρομαντικούς. Είναι ένα κίνημα αγριότητας/σκληρότητας – όπως η πραγματικότητα.

Δεν ονειρευόμαστε – ποτέ. Δεν εμπιστευόμαστε κανέναν. Δεν αγαπάμε – κανέναν και τίποτε. Είμαστε κυνικοί Κυνικοί. Ασεβείς. Βέβηλοι. Διεστραμμένοι. Όχι όμως καταστροφικοί.

Δεν προσδοκούμε έναν κόσμο καλύτερο (εδώ ή κάπου αλλού, τώρα ή αργότερα) – ούτε ανάσταση νεκρών, προφανώς.

Δεν είμαστε σοβαροί – είμαστε γελοίοι – και το απολαμβάνουμε (το μόνο που από-λαμβάνουμε).

Δεν είμαστε φιλόσοφοι. Είμαστε ηλίθιοι – με οποιαδήποτε έννοια. Δεν κοιτάμε το συμφέρον μας, αλλά ούτε το δικό σας.

Δεν είμαστε Ποιητές. Μισούμε την Τέχνη. Μισούμε τους Καλλιτέχνες. Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός είναι αντικαλλιτεχνικό κίνημα πέρα ως πέρα.

Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός δεν είναι κίνημα δυσ-νόητο, αλλά α-νόητο.

Ζήτω, λοιπόν, η γελοιότητα!

Γι’ αυτό προβαίνουμε στην παρακάτω…

ΔΙΑΚΗΡηΞΗ:

1. Είμαστε ένα τίποτα.

2. Ξεκινούμε από το τίποτα για να κατακτήσουμε τα πάντα. Τίποτα περισσότερο.

3. Είμαστε υπέρ της παραπληροφόρησης/παρερμηνείας/παρεξήγησης/διαστρέβλωσης. Είμαστε διεστραμμένοι.

4. Δεν ενδιαφερόμαστε ούτε για τον άνθρωπο (μας έχει, ούτως ή άλλως, ξεγραμμένους/ διαγραμμένους), ούτε και για τη ζωή (μας). Δεν είμαστε ευαίσθητοι. Αλλά όχι αδιάφοροι.

5. Δεν μας ενδιαφέρει η ευδαιμονία – των άλλων ή η δική μας. Ποτέ δε μας ενδιέφερε. Υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από την ικανο-ποίηση.

6. Ν’ αγαπήσουμε τους άλλους, την πλάση, τον Θεό; Αστειεύεστε προφανώς. Η πλάση μια κωμωδία. Φρικαλέα.

7. Δεν είμαστε επαναστάτες. Μισούμε τους επαναστάτες – όχι όμως και την επανάσταση.

8. Δεν παρακαλάμε. Δεν ικετεύουμε. Δεν παζαρεύουμε. Δεν διεκδικούμε. Απλά πηγαίνουμε και το παίρνουμε.

9. Δεν υπάρχει ουσία στη ζωή. Όμως υπάρχει ζωή στην ουσία. Και εμείς δεν είμαστε η ουσία.

10. Δεν είμαστε ελαττωματικοί. Είμαστε σκουπίδια.

Ο συντάκτης
Δρ. Χάουζ

William Carlos Williams [17 Σεπτεμβρίου 1883, Rutherford, New Jersey-4 Μαρτίου 1963, Rutherford, New Jersey], Ολοκαύτωμα

Η μέρα ήταν παγωμένη
Θάψαμε το γατί.
Πήραμε ύστερα την κούτα του
Μ’ ένα σπίρτο την κάψαμε
Στην πίσω αυλή.
Οι ψύλλοι που γλιτώσανε
Την ταφή και την πυρά
Ψοφήσανε απ’ το κρύο.

*W. C. Williams, «Ποιήματα», εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση Τάσος Κόρφης, εκδόσεις Πρόσπερος, τετράδια ξένης ποίησης 2, Αθήνα, Οκτώβριος 1989, σελίδα 30.

«Η ποίηση δεν είναι κοινωνικό αξεσουάρ»

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος σε συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

Ποιοι είναι οι φανεροί και οι κρυφοί σταθμοί στη σαραντάχρονη ποιητική σου πορεία;
Ξεκίνησα μέσα στη δικτατορία, όταν όλα, δηλαδή, και στην κοινωνία και στη λογοτεχνία, βρίσκονταν σε μια φρικτή αναγκαστική καταστολή. Συμμαχούσης και της εφηβείας, ο λόγος μου ήταν «ηχηρός» και καταγγελτικός, επηρεασμένος περισσότερο στη συλλογή Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου και λιγότερο στη συλλογή Η θλίψις του προαστίου, διότι εδώ πλέον άρχισαν να με επηρεάζουν και πολλοί έλληνες ποιητές, όπως π.χ. στη συγκεκριμένη συλλογή ο Θωμάς Γκόρπας.

Στη συνέχεια, σημαντική μου στιγμή πιστέυω ότι είναι Οι πυροτεχνουργοί, πολύ πολύ αγαπημένη μου συλλογή, η οποία μπορεί να γράφτηκε σε μια περίοδο ανάτασης και αμεριμνησίας, αλλά κατά βάθος ήταν εκείνη που μου άνοιγε σιγά σιγά την πόρτα εσωτερικότερων, μέσα στην ψυχή μου, τοπίων. Τοπίων που από τότε μέχρι και σήμερα, η ενασχόλησή μου μαζί τους συνεχίζεται με μεγαλύτερη, κάθε φορά, επιμονή και προσήλωση.

Ποιες εκλεκτικές ποιητικές συγγένειες αισθάνεσαι να σε προσδιορίζουν;
Αν και ποτέ δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει με απόλυτη σιγουριά ποια από τα προηγούμενα επιτεύγματα στάθηκαν γι’ αυτόν καθοριστικά, θα τολμούσα, τώρα πια, να έλεγα ότι εγώ ωφελήθηκα από δεκάδες ποιητές μας, από την εποχή του Σολωμού μέχρι και σήμερα, είτε αυτοί ήσαν πρώτου μεγέθους είτε ήσαν μικροί έως ελάχιστοι. Ωφελήθηκα από τη γενιά του τριάντα, από τη δεύτερη μεταπολεμική, από τους ποιητές της γενιάς μου, αλλά τη μεγάλη χάρη νομίζω ότι την οφείλω στην πρώτη μεταπολεμική γενιά και, πιο πολύ μάλιστα, στον Τάσο Λειβαδίτη και στον Δ.Π. Παπαδίτσα. Επίσης, δεν θέλω να ξεχάσω τους ποιητές -της ίδιας πάντα γενιάς- που η γραφή τους αποτολμούσε έναν αντίλογο στη γραμμή της επίσημης, μετά την ήττα, Αριστεράς (π. χ. Αναγνωστάκης, Πατρίκιος, Σαδδουκαίοι Κατσαρού), όσο και εκείνους που τους χαρακτήριζε η τραγικότητα μιας υπαρξιακής αγωνίας (π.χ. Καρούζος), αλλά και τον «μοναχικό καβαλάρη» Μίλτο Σαχτούρη που, είτε φανερά είτε υποδορίως, επηρέασε τους πάντες και τα πάντα.

Θα μπορούσες να αναφερθείς σε θέματα και καταστάσεις που σε κινητοποιούν ποιητικά;
Η ποίησή μου, σε όλες της τις εκδηλώσεις, είναι ανθρωποκεντρική. Με συγκίνησαν κατά καιρούς άνθρωποι ταπεινοί, άνθρωποι μοναχικοί, άνθρωποι υπερβατικοί, ονειρικοί, που είχαν μιαν αξεπέραστη δίψα για ζωή αλλά, παρά ταύτα, μέσα σε αυτό το σκληρό σύστημα των κοινωνικών αξιών, με τις περίεργες ταξικές του διαρθρώσεις, δεν τους επετράπη ούτε καν να ανοίξουν τα φτερά τους.

Ακόμη, με στιγμάτισαν τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και, μεγαλώνοντας, ο πόνος, η «γενετήσια μοναξιά» και η αγωνία του τέλους.

Συμφωνείς ότι η ποίησή σου χαρακτηρίζεται από μία αφηγηματικότητα;
Η αφηγηματικότητα στην ποίησή μου δεν είναι τυχαία· είναι απόρροια της βαθύτατης αγάπης που τρέφω προς την πεζογραφία. Μάλιστα, τα πρώτα μου «ιχνογραφήματα» πάνω στο χαρτί ήταν πεζά κείμενα και όχι ποιήματα. Και σήμερα ακόμη, δεν έχω παραιτηθεί από την προσπάθειά μου αυτή, αλλά έχοντας ασκηθεί περισσότερο στην ελλειπτικότητα της ποίησης, δεν μου βγαίνουν «καθαρόαιμα» τα πεζά μου, με αποτέλεσμα να τα συμπεριλαμβάνω, εν τέλει, στις συλλογές μου, λόγω της αδιαμφισβήτητης -θέλω να πιστεύω- ποιητικής μου διαθέσεως.

Ποιος είναι ο ρόλος της μνήμης στην ποίησή σου;
Ο ρόλος της μνήμης είναι πολύτιμος, σίγουρα, για μένα. Άλλωστε, αυτό δεν είναι και ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα της ποίησης; Να κρατάει, δηλαδή, μέσα της, άσβεστο και ζωντανό ό,τι για πάντα χάθηκε, ό,τι για πάντα την ύπαρξή μας ολόκληρη σημάδεψε ή να φέρνει πάντα κοντά μας ανθρώπους αγαπημένους, που ήδη απ’ τη ζωή έχουν φύγει; Θέλω να ξέρεις ότι προσωπικά πιστεύω πως η περιουσία των ανθρώπων μας που χάθηκαν, είναι η μνήμη μας και μόνο η μνήμη μας. Και εγώ όταν έφευγαν τους ορκίστηκα, τους το υποσχέθηκα, ότι όσο αντέχω, όσο θα είμαι σε θέση, δεν θα τους αφήσω ποτέ στον κόσμο ετούτο ούτε για μια στιγμή «ακτήμονες».

Τι δεν είναι, δεν μπορεί να είναι ποίηση, για σένα;
Ποίηση πιστεύω ότι δεν είναι αυτή η απέραντη «καλολογία» που μας κατακλύζει από ανθρώπους που νομίζουν αυτή την τόσο επώδυνη τέχνη εύκολη υπόθεση, από ανθρώπους τρυφερούς, έστω, αλλά ανυποψίαστους, από ανθρώπους που, κατά βάθος, είμαι βέβαιος ότι δεν την αξιολογούν -την ποίηση εννοώ- ως αξεπέραστη εσωτερική τους ανάγκη τόσο, όσο ως «κοινωνικό αξεσουάρ». Αυτό με ενοχλεί αφάνταστα και με πληγώνει βαθύτατα.

* Από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82/teuxos1-sunenteukseis/?fbclid=IwAR2XzB6lMzC5-V9qJMpbs2Y1yuw6C5NbPbEtOfFECyFtTlgapHU3GlIISc4

Έρμα Βασιλείου, Εκζητώντας

Έχει καιρό που κάποιες λέξεις μ’ εγκατέλειψαν

Άκαρδα ή όχι, άγνωστο αγνώστου

Άστοχο άστοχου βίου

Πήδηξα επί τέλους στο στόμιο

Του ανοιχτού ηφαιστείου

Ρέει ανήμπορο αίμα

Δεν πανικοβλήθηκε η ηχώ

Μερεύει ο θάνατος στο σώμα

Καίγεται, ζει η αναπνοή

Γλυκύτητα, γλυκύτητα

Της σημερινής μου ουσίας

Δεν είσαι αξίας πια να σε γευτούν;

Πεθαίνεις με τη λάβα που ζωντάνεψε

Γεννιέσαι με τη λάβα που γερνά

Κι έχεις τον ήλιο πολεμιστή

Με γυάλινες ασπίδες

Να σε μάχεται

Και σήμερα πώς είναι τόσο όμορφος

Κι ανίκητα γεμάτος από ζήση!

Κι έχεις τον ήλιο να σε μάχεται μ’ ερωτήσεις

Έχεις χρώμα;

Κι αν απαντήσω;

Μετά τον έρωτα τι; Με τον έρωτα γιατί;

Τι περνά και μένει περισσότερο;

***

Seeking out

For some time now

some words have abandoned me

Heartlessly or not,

Unknown of an unknown (question)

A miss of a missed life

I jumped at last into the mouth

of the open crater…

Helpless blood is running

The echo has not panicked

Death is becoming meek in the body

Breath is burning and lives

Oh sweetness, sweetness of my today’s substance

Are you no longer of value to be tasted?

You are dying with the magma that ‘s reviving you

Coming to being with the lava that ‘s aging you

And you have the warrior sun

Fighting you

With glass shields

And how handsome is he today

And invincibly full of life!

And you have the sun battling you with questions

Do you bear any color?

And if I reply?

After love what?

With love why?

What passes and yet stays the most?

March 1st, 2019

*Translation by the poet Erma Vassiliou

Alberto Vanasco, Τέχνη ποιητική

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να επιβάλλει στων πραγμάτων το όνομα
άλλο όνομα και στη σιωπή του άλλη σιωπή,
αν δεν χρησιμεύει στο να σκίζει τη μέρα
στα δυό της ημίση σαν δύο άλλες ημέρες απαστράπτουσες
και στο να λέει στον καθένα
ό,τι ο καθείς επιθυμεί ή έχει ανάγκη
ή ό,τι ποτέ δεν έχει πει στον εαυτό του τον ίδιο.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να μπαίνει ο φίλος ή η φίλη
μέσα του σάμπως να μπαίνουν σε μεγάλο περιβόλι
και να νιώθουν ότι αδειάζουνε σιγά-σιγά
του κρασιού το κανάτι που κρατάνε στα χέρια τους
στις ρίζες του χρόνου ή τη γεύση του θυμού
ή το ότι αργούνε να έρθουν εφέτος τα κρύα.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει
στο να του κλέβει τ’ όνειρο η σάρα και η μάρα
ή στο να βοηθάει τον ύπνο των αθώων,
αν είναι άχρηστο στον πόθο και στην έκπληξη,
στη μνήμη ή στη λήθη.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να δημιουργεί ό,τι ακούει
Κάποιος φανατικός
Που ο ποιητής τον κάνει να σωπάσει.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΟΥ ΟΝΟΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ

Η αρρώστια μου όνομα δεν έχει.
Δεν της βρήκαν ακόμη τον τρόπο να υπάρξει.

Στέκει χορτάτο σίδερο στη ραχοκοκαλιά μου.

Κρατά ανάστροφα στις κόρες των ματιών μου τα υγρά της.

Σταγόνα σταγόνα
ισιώνουν
στον άσπρο μαγνήτη
τα λάμποντα κρίνα.

Η αρρώστια μου όνομα δεν έχει.

Αρνείται την κατάταξη στων γιατρών τη χορεία.

Χορεύει μπρος στα μάτια μου τα βράδια
με το ρυθμό των άγριων μάγων
κι ορθώνει εμπρός μου το γυμνό κορμί της.
Με καλεί να κοιτάξω τα ορθωμένα στήθη που σαλεύουν.
Κι εγώ
δεν είμαι παρά ένα βρέφος πρόωρα βγαλμένο από τη μήτρα
βράγχια στο στέρνο μου καλούν να πάρω ανάσα
σ’ ένα πέλαγος
ασημένιο σεντόνι
τεντωμένο
στην κόγχη
του ματιού
του ασάλευτου Κύκλωπα.

***

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΟ ΠΕΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Κίτρινο μάτι πίσω απ’ το σεντόνι
δίχως ρυτίδα να στέκει καρφί στο στέρνο τ’ ουρανού
μαγνήτης που ρουφά τους κύκλους των φθαρτών ματιών.

Ελάτε μικρά μου παιχνίδια.
Ισιώστε τα κορμιά κι αφεθείτε
στης γιορτής το φευγάτο θεριό που ανασαίνει.

Δεν είναι τίποτα πιο πέρα για να δείτε.

Μοναχά αυτά τα λιμνάζοντα όρη
που αργοσαλεύουν στο κύμα της άμμου
και βαραθρώνουν την εύκαμπτη στίλβη
της μουσικής που συνέχει τη νύχτα.

Δεν είναι τίποτα πιο πέρα για να δείτε.

Μοναχά αυτές οι πνιχτές δίχως σάλιο ανάσες
μες στα ολόφωτα μάτια του δίσκου
που ανηλεής
βυθίζει τη φωτιά του Προμηθέα
στο άσπρο σεντόνι της θάλασσας.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2018.