Γιώργος Δάγλας, Επιστροφή


.
Όσοι έφυγαν,
αφήνοντας πίσω τους μια πόρτα ανοιχτή
να την κτυπάει ο άνεμος.
Όσοι περπάτησαν μόνοι στις γραμμές του τρένου
με μια βαλίτσα αφημένη στην αποβάθρα,
περιμένοντας την αναμέτρηση…
Όσοι στοίχειωσαν τη ζωή μας χωρίς τέλος…
Πάντα σαν υπενθύμιση σκληρή
σαν δηλητηριασμένο βέλος
Επιστρέφουν.
Επιστρέφουν χωρίς μάτια
με ένα μαύρο πουλί στον ώμο τους.
Επιστρέφουν
μιαν ανύποπτη, απελπισμένη στιγμή…
να κλείσουν αθόρυβα τη ξεχασμένη πόρτα.

Μιχαήλ Μήτρας, Με αναδρομική ισχύ

μπετόν γυαλί σίδερο πλαστικό
γυαλί σίδερο πλαστικό μπετόν
πλαστικό μπετόν σίδερο γυαλί
σίδερο πλαστικό γυαλί μπετόν
γυαλί σίδερο μπετόν πλαστικό
μπετόν πλαστικό γυαλί σίδερο
πλαστικό γυαλί σίδερο μπετόν
σίδερο μπετόν πλαστικό γυαλί
γυαλί σίδερο μπετόν πλαστικό
μπετόν γυαλί σίδερο
ΧΩΜΑ

*Από το βιβλίο «Διακριτές μεταβολές», εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2004, σελίδα 103.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Τα απολύτως αναγκαία:
την οδοντόκρεμα
να βουρτσίζω εξογκώματα
σπασμένων δοντιών
(τις ρίζες που απέμειναν
στο σφαγμένο φεγγάρι)

τα γυαλιά μυωπίας
να παρατηρώ διακριτικά
εξόφθαλμους θανάτους
-τις Κυριακές στον σταθμό
σφηνωμένους στις ράγες-

τα ισόπαλα βράδια
να δικαιώνω την αγρύπνια
μέχρι παρεξηγήσεως
«αφήστε με να βάζω
την αϋπνία προσάναμμα»
μα κυρίως εμένα
να δημιουργώ αντίλαλους
στο άδειο δωμάτιο
με σημεία στίξης μεταλλικά
υπόλογος στην Ποίηση

***

ΤΑ ΡΕΥΜΑΤΑ

Φτηνός σουρεαλισμός
στις εσχατιές του στί;
βαθαίνουν τα ορυχείο
της ανασκαμμένης Ποίησης
(επιβήτορες του ρήματος
διακορευτές της μετοχής)

Σώφρον είναι να σωπαίνεις
και τότε βλέπεις καθαρά
ανεμοστρόβιλους ποτάμια
σωρηδόν επαναστάσεις
-όχι μονάχα της Ιστορίας-

Πού μας πάνε επιτέλους
τα ρεύματα της Τέχνης;

Τα αρτιμελή ποιήματα
δε χρειάζονται δεκανίκια

***

ΑΣΚΗΣΗ ΓΡΑΦΗΣ

Με νύχια και με δόντια
εγώ ποιητής κι εσύ τίποτα
όλοι οι υπόλοιποι περαστικοί
μη θέλεις λόγια πιο απλά
-ρε, πού να βρω αντίλαλο
να ξέρει την προπαίδεια;-

Όλοι, μα όλοι γκρεμιζόμαστε
κι ούτε ένας να μας μαζέψει

Μη μου αφήσετε τηλέφωνο
γραμμάτια κι εκκαθαριστικά
τη σιγουριά της ήττας θέλω
κι ένα κενό εκατό μέτρων
να ασκούμαι ανενόχλητος
στη χρεοκοπία της γραφής

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, εκδόσεις στίξις, Δεκέμβριος 2018.

Χριστόφορος Τριάντης, Πωλούνται ασφάλειες

Πωλούνται ασφάλειες ζωής
για μικροαστικούς παραδείσους,
για τους έχοντες μια κάποια περιουσία
και βιβλιάρια καταθέσεων (κι ένα εξοχικό στην παραλία).
Πωλούνται ασφάλειες για να μπορούν
οι γόνοι μικροαστών και πληβειών (λιγότερο)
να ‘χουν εξασφαλισμένες: οικογένεια και δουλειά,
λόγω δυσκολίας καιρών κι αγορών.
Πωλούνται ασφάλειες
για να αποφύγουν τις τρέλες
της νιότης τα παιδιά
και στις σπουδές τους να επικεντρωθούν,
με ζέση και προσήλωση.
Πωλούνται ασφάλειες
για κακοπαντρεμένες γυναίκες,
όχι για ν’ αλλάξουν συζύγους και σχέσεις,
αλλά για ν’ αντέξουν τον χρόνο,
κάνοντας αγία υπομονή.
Πωλούνται ασφάλειες
για να ζήσουν περισσότερο:
αυτοκίνητα, οικοσκευές και κυτία,
στις πολιτείες της μοχθηρής εργασίας
και στα βρόμικα σεντόνια των απολογισμών.
Πωλούνται ασφάλειες
σε λογοτέχνες και ποιητές,
μην ξεστρατίσουν απ’ τους ασφαλτωμένους
δρόμους και κανένα χαλικάκι πονέσει
τα τρυφερά τους πόδια.
Πωλούνται ασφάλειες
που διασφαλίζουν: ότι κάτω στον Άδη
θα λειτουργούν μηχανές
που πολλαπλασιάζουν χρήμα κι αριθμούς,
για να αποπληρώνονται οι λογαριασμοί
(και οι υποχρεώσεις) της επίγειας ζωής.
Πωλούνται ασφάλειες
για αλωνιστικές μηχανές που τις αμφιβολίες
κόβουν και τον δρόμο των τσιγγάνων φράζουν,
σαν κατεβαίνουν με νταούλια
στα πανηγύρια (των αμαρτιών).
Πωλούνται ασφάλειες
για να λένε ψέματα στον εαυτό τους (όλοι)
και να γονιμοποιούν
τις επιθυμίες τους με αργολογίες,
κι έτσι την ψευδολογία να χορταίνουν.
Πωλούνται ασφάλειες
για να περιφέρετε πηγούνια και γαστέρες
στα κοιμητήρια,
μήπως και η τύχη σάς ελεήσει
και σταθεί ευνοϊκή με τις συγκυρίες
(των ασφαλειών περιουσίας).
Πωλούνται ασφάλειες
για να πετάτε τα σκουπίδια σας
σε ποτάμια και σε αρχαίες φρυκτωρίες,
επειδή πιστεύετε πως πουλιά και δέντρα
δεν ξέρουν από ομορφιά.
Πωλούνται ασφάλειες
έτσι για να αισθάνεστε ασφάλεια
σ’ έναν κόσμο ανασφαλή,
όπως συνηθίζετε να ανακοινώνετε
(στεντορείως κι άλλες φόρες μυστικοπαθώς)
σε συζύγους κι ερωμένες.
Πωλούνται ασφάλειες
για να κονομήσουν κάτι λίγα οι ασφαλιστές
και τα πολλά οι πολυεθνικές
κατά τον νόμιμο τρόπο
και τις αγοραίες διατάξεις.
Πωλούνται ασφάλειες
για να διασφαλίζεται το αδιάβλητο των εξετάσεων
(παντός τύπου)
και έτσι οι οικογένειες (ολοφάνερα)
να προχωρούν προς τ’ ανώγια της αξιοκρατίας,
νυχθημερόν και ευθέως.
Πωλούνται ασφάλειες
για να αγοράζετε μάσκες και προσωπεία ( σωρούς)
στα πίσω μέρη των αιώνων.
Αλλά και μπροστά στους τουριστικούς προορισμούς,
η αγορά σάς περιμένει πολυδύναμη.
Πωλούνται ασφάλειες
για να αποφεύγετε
τα ρήματα τής εκδίκησης
και να ακολουθείτε τους lanistes,
που ίσως σας διαλέξουν
για τις αρένες και τα περιδρόμια.
Πωλούνται ασφάλειες
για να δολοφονείτε τ’ αλόγα
δίχως τιμωρία, γλυτώνοντας την πλήξη
και τροπαιούχοι κατόπιν,
να δείχνετε ανωτερότητα
στον μικρόκοσμό σας.
Πωλούνται ασφάλειες
για να λυσσομανάτε
στα χαλασμένα παραπήγματα.
Υπάρχει -εκεί μέσα -η πιθανότητα να σκιαχτούν
οι δαίμονες των αφεντικών
και αλλού να τρέξουν να χωθούν.
Πωλούνται ασφάλειες
για να περάσατε τη μέρα σας λέγοντας:
ω, τη βγάλαμε καθαρή και σήμερα,
ευτυχώς.
Πωλούνται ασφάλειες
για να παίρνουν καλούς βαθμούς
τα τέκνα σας και χρήσιμοι πολίτες
να γίνουνε στην κοινωνία.
Πωλούνται ασφάλειες
σε πρώην οπαδούς αριστερών κομμάτων,
για να ετοιμάσουν τους γάμους
των θυγατέρων τους,
κάπως πλουσιοπάροχα κι επιχρυσωμένα.
Πωλούνται ασφάλειες
για να βρίζουνε συνέχεια οι γέροι και οι γριές,
τώρα που δεν μπορούν
ούτε μια μικρή αμαρτία να γεννήσουν.
Πωλούνται ασφάλειες
για να αμαρτάνατε με μέτρο
(μέτρον άριστον),
ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες
που παρακολουθείτε αθλητικές δραστηριότητες
και τα λαχανικά είναι πιο φθηνά.
Πωλούνται ασφάλειες λοιπόν,
εδώ στα πανδοχεία της κακοφορμισμένης βιωτής
του αίσχους και της αδιαντροπιάς.
Πωλούνται ασφάλειες κι εχέγγυα
μακράς πνοής (και ζωής)
με δείπνα και ξενύχτια,
θεάματα και θαύματα,
πράγματα και λιπάσματα
κι όλα του κράτους τα κράματα,
ανοιχτά και προς κάρπωση.
Πωλούνται ασφάλειες
για μην ορίζετε τον ορίζοντά σας,
μόνο να κοιτάτε τα νύχια των ποδιών σας,
αν έχουν μύκητες ή είναι περιποιημένα
(κατά τη μόδα της εποχής ).
Πωλούνται ασφάλειες
για να αγοράζετε μαύρα γυαλιά
και σαν εισαγγελείς σε επαρχιακές πόλεις
να κυκλοφορείτε,
δείχνοντας τα κλειδιά απ’ τα αυτοκίνητά σας
σε συλφίδες κι ερωμένες.
Πωλούνται ασφάλειες
για να μην έχετε ανασφάλειες
ούτε και πείσμα,
για το οριοθετημένο των πραγμάτων
και κάπως ξαφνικά αναγκαστείτε
να πράξετε ανόητα,
μιας κι είστε εις το μέσον κρίσιμης ηλικίας
(μεσόκοποι).
Πωλούνται ασφάλειες
για μην πεθάνετε ποτέ,
πράγμα αδύνατον, όπως είπε κι ο Θεός.
Να όμως, που πολλοί
δεν τον πιστεύουν κι ασφαλιστήρια
συνεχίζουν ν’αγοράζουν,
έως θανάτου.

Ρογήρος Δέξτερ, Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

1.

Όλα συμβαίνουν πρώτα στο μυαλό μας
Οι εκστρατείες οι πολιορκίες οι ανακωχές
Τα γκρεμισμένα τείχη
Οι διομολογήσεις με προαιώνιους εχθρούς
Οι ομηρικοί τσακωμοί με τους έμπιστους φίλους
Για τα μάτια [•εδώ σκέφτηκα να γράψω-
Αλλά διστάζω
Καθώς πολλοί από σας
Αποδοκιμάζετε τις λέξεις –
Για τα στητά βυζιά με τις μεγάλες ρώγες
Που θέλουν να τρυπήσουν
Το εφαρμοστό ημιδιάφανο ύφασμα
Σαν αιχμές μυτερές σε υψωμένα δοξάρια•]
Τής πιο ωραίας που αέρινη τρυπώνει ανάμεσά μας
Κάνοντας άνω κάτω τη συντροφιά των τεσσάρων
Την ώρα που παίζουμε ζάρια και μετά χαρτιά
Μήπως σκοτώσουμε
Την ανία ενός βαρετού απογεύματος
Από τα δεκάδες αμέτρητα τού ερμητικού χειμώνα•
Θα περάσουν αιώνες νομίζω
Έως να γίνει συνείδηση
Ίσως μέχρι κι αυτή
Η ματαιότητα τού γραψίματος
Μέσα στο χρόνο που κυλάει
Η αίσθηση ότι ώρες ώρες γράφω
Λες και δεν υπάρχει
Κάπου εκεί μπροστά
Τίποτα να περιμένει•μόνο
Αυτή η ξανθιά που καμαρώνει
Σαν αρχαία θεότητα
Ανάμεσα σε τέσσερις θνητούς και ηλίθιους
Που χάνουν στην τύχη όλα τα παιχνίδια
Και ζουρλαίνονται
Κοιτάζοντας με μάτια γουρλωμένα
Πότε τα φύλλα στο τραπέζι
Και πότε ακριβώς θα κάνει κιχ εκείνη
Σα να βάζει μπροστά την ερωτική μηχανή της•
Αυτό το στανιό δουλεύει καιρό
Μέσα στο ζαλισμένο κεφάλι μου
Να κυλιστώ μαζί της όπου βρω
Στα άχυρα ή στο βούρκο
Ακόμη και κοντά στη γούρνα
Στο χείλος τής στοιχειωμένης βρύσης
Όπου το νερό σταλάζει
Κρυστάλλινες στιγμές σε κόμπους
Απόψε πιο πολύ που έμεινα και πάλι
Πανί με πανί ο ψύχραιμος

2.

Το σμίξιμο τής σάρκας με τη σάρκα
Που σώνει και καλά θα οδηγούσε
Στην ένωση δύο ψυχών
Είναι τόσο σημαντικό
Όσο και η μουσική που ακούγεται
Όταν κοπανάω δυνατά
Τα πλήκτρα τής Remington
Αν και εδώ που τα λέμε
Ο καθένας ζει τελικά και πεθαίνει
Με τους δικούς του καημούς
Σ’ αυτό το μάταιο κόσμο
Όπως ο Χ. που ακόμη ονειρεύεται
Δίχως γυρισμό ένα μακρόβιο ταξίδι στις Ινδίες
Ή η Ψ. χαριτωμένη
Ακόμη και χωρίς το μεγαλείο τού στήθους της
Χωρίς την ανελέητη σφαγή των ματιών της
Χωρίς την πυρκαγιά που σιγοκαίει
Ανάμεσα στα πόδια της
Και νύχτα μέρα συλλογίζεται
Πότε επιτέλους θα συναντήσει
Των ονείρων τον εραστή της
Να της χαρίσει οργασμούς σαν πλούσια δώρα
Στο ίδιο κρεβάτι όπου τώρα πλαγιάζουν
Και δέχονται οι χλιαροί στεναγμοί της
Το βάρος ενός απαίσιου γείτονα
Που κάθε πρωί τον ακούω
Να βλαστημά θεούς και δαίμονες
Πασχίζοντας να βάλει μπροστά
Το ρημάδι τού σκαραβαίου του•εκτός από
Τον Χ. την Ψ. και τον Ω-μέγα γείτονα
Υπάρχουν αμέτρητοι που γειτνιάζουν με την τρέλα
Επειδή ένα βράδυ είδαν τα όνειρά τους
Να χάνονται να φεύγουν να γκρεμίζονται
Ή τις ζωές τους να σπαρταρούν
Στα νύχια τής ματαιότητας•έτσι κάποια μέρα
Ίσως ακούσω κι εγώ
Το όνομά μου ν’ αντηχεί σαν ποτάμι που κυλά
Με το χωνί τού τηλεβόα στη φωνή σας
Αλλά θά ‘ναι αργά
Για να φτύσετε πάνω μου
Τη χολή που μαζεύατε τόσα άδικα χρόνια

3.

Αυτή η νύχτα θα είχε ενδιαφέρον
Μόνο αν κατάφερνε να μας σύρει
Στο θηλυκό κρεβάτι που περιμένει
Φωνές και στεναγμούς για να ζωντανέψει
Και να ξυπνήσει τους γείτονες
Να ραγίσει όλα τα σήμαντρα
Να ξεπεράσει τις σειρήνες των περιπολικών
Και τις σειρήνες των βουερών ασθενοφόρων
Ξεσηκώνοντας τους ενοίκους
Που καραδοκούν με τ’ αφτιά τεντωμένα
Κάτω από το πάτωμα ή πίσω
Από κρυστάλλινους τοίχους
Μασώντας σαν ξηρούς καρπούς
Την ανιαρή μοναξιά τους
Και βρίσκοντας την επόμενη μέρα
Τον κατάλληλο θυμό
Για να ξεθυμάνει το μένος τους
Και να κρεμάσουν
Στην είσοδο τής πολυκατοικίας σαν ομοίωμα
Μιαν ευγενική ανακοίνωση
Με τεράστια γράμματα
“ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΘΟΡΥΒΟ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ
ΓΙΑΤΙ ΓΑΜΙΕΣΤΕ”
Αλλά γυρίζοντας πίσω
Εκεί όπου είχα απομείνει και
Όπου με άφησαν οι σκέψεις να βρεθώ
Σε μιαν όαση ή σε ένα δασωμένο ακρογιάλι
Στην πιο μακρινή άκρη τού ύπνου
Με ξωτικές που λικνίζουν τα στήθη τους
Γελώντας κάτω από φοινικόδεντρα
Σειρήνες σβήνοντας όλους τους καημούς στα φιλιά τους
Δίχως ποτέ να ξαναρωτηθώ
Πού βρίσκεται η βλογημένη έξοδος
Πώς μπήκα σε αυτό το σωληνωτό σκοτάδι
Σ’ αυτή τη νύχτα που δεν έχει πια ενδιαφέρον

4.

Αν τώρα ξεκούμπωνες πάλι
Τη γλυκιά φωνή σου
Θα έριχνα βάρος
Στην πιο μακρινή κληρωτίδα τ’ ουρανού
Μπροστά βάζοντας
Εκείνη την έναστρη μηχανή που θα μας βγάλει
Στα γεγονότα που θέλαμε κάποτε ν’ αλλάξουμε
Καμια δυο μέρες πριν όλα τελειώσουν
Και η τελευταία μπίρα και η τελευταία
Σταγόνα ουίσκι και το τελευταίο τσιγάρο
Στο τσαλακωμένο πακέτο κάτω από το μαξιλάρι
Τα τελευταία σου λόγια και το πιο
Στερνό βλέμμα που με αντάμωσε ποτέ
Πριν τελειώσουν όλα όσα έβλεπα
Να έρχονται από το λίκνο μου
Καταπάνω μου θυμωμένα
Σαν παλιά ιστορία
Που δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε
Να περάσουμε χαλινάρι στις προθέσεις
Στα περιστατικά που έστησαν οι φίλοι
Για να ξεφαντώσουν
Πριν πολύ πριν απ’ όλα αυτά
Που δεν ήταν γραφτό να συμβούν
Και όμως τα ζήσαμε με το στόμα ανοιχτό
Σα μαχαιριές στη γυρισμένη ράχη
Έγραψα αυτούς τους λίγους στίχους
Νομίζοντας πως τάχα θα ήταν
Το τελευταίο μου τραγούδι

5.

Μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα
Που αλλάζουν χρώματα όταν τα ζωγραφίσουν
Τα λόγια ενός μεθυσμένου
Ή μιας γυναίκας που γελά
Τσουγκρίζοντας ποτήρια με τον εαυτό μου
Τον ουτιδανό σαν τιποτένιο
Τον χαμένο μέσα στην κολασμένη νύχτα
(Όχι βέβαια όπως όλοι αυτοί που γράφουν
Σαν καθισμένοι στη λεκάνη
Δαφνοστεφανωμένοι και δυσκοίλιοι
Ζορίζοντας τις λέξεις για να βγουν
Αλλά σκουλήκι που δε λέει να βγάλει φτερά)
Ούτε μια ευκαιρία πια
Να ξανακούσω το γάργαρο γέλιο σου
Που κυλούσε σαν το νερό στο ποταμάκι
Όπου λέγαμε να βουτήξουμε κάποτε
Καθώς βουτάει κανείς στα πιο βαθιά του όνειρα
Και δε σκέφτεται ν’ ανεβεί στον αφρό τού ύπνου
Μήπως συναντήσει εκεί μαζεμένα
Όσα τον φόβιζαν μια ζωή
Όπως μια μέρα και δύο ώρες τώρα
Που παλεύω να πιάσω γραμμή
Και έχεις κλειστό το τηλέφωνο
Που αν κάνω να κλείσω επιτέλους τα μάτια
Αντί ν’ αδειάσουν τη γωνιά
Αντί να ξεκουμπιστούν και να πάνε στην Κούλουρη
Οι πιο φρικτές σκέψεις
Τρυπώνουν όλο και πιο μέσα
Στο άδειο μου καύκαλο.

Μιχαήλ Μήτρας, Περιγραφή χώρου

δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο ΑΔΕΙΟ δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο

*Από το «Ανθολόγιο 1982-2002»,/κείμενα κ’ εικόνες/, Αθήνα-2010, σελίδα 17.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα

Η βιομηχανική ζώνη

Να τη πάλι.
Η βιομηχανική ζώνη
στωικά σκίζει την παγερή ομίχλη
με τους γερανούς της.
Μια σάπια μάζα:
θρυμματισμένα κεραμίδια,
στράντζες, αντλίες, τόρνοι,
(σε όλα αυτά δε βάζαμε διαστάσεις
σύμφωνα με τα πρότυπα της ISO;)
ζωές ανθρώπων—
γεμίζουν απόβλητα τώρα
όπως αυτά τα εγκαταλειμμένα σπίτια
και οι άδειες στοές με ταμπέλες βιοτεχνιών.
Τη γύφτικη φούστα της ρακοσυλλέκτριας
φοράει η βιομηχανική ζώνη.

Ξεκινά απ’ αυτό το θωρακισμένο σχολείο
απλώνοντας μια μυρωδιά βενζίνης και τυποποίησης.
Στη βιομηχανική ζώνη αφήσαμε την παρθενιά μας,
δικά της αστέρια καταλήξαμε να μετράμε
απ’ την ταράτσα
λέγοντας ότι θ’ αρχίσουμε να ζούμε,
στο δικό της όμηρο είμαι επισκεπτήριο Τρίτη.

Κατέρρευσε—
την έκοψε στη μέση ένα πράσινο τραίνο,
με πήρε τόσο μακριά που αρρώστησα,
κι ύστερα αυτούς που αγάπησα,
έναν έναν.
Μαμά, σε τσάκισε εκείνο.
Μην κρύβεσαι στα ταξί.
Μην κλαις για μένα –
αυτά είναι υποπροϊότα της πρμής
για τη δικιά μου και τη δικιά σου ελευθερία.

Μικρή βάδιζα δίπλα στα εργοστάσια
μαζεύοντας λουλούδια.
Τώρα βαδίζω μαζεύοντας σιωπές:
έχει κανείς εδώ δουλειά για μένα;

***

Συσχετισμοί

Ένα καλοκαίρι πριν
κάποιοι έριξαν τον ψεύτικο πράσινο ήλιο
στο Σύνταγμα.
Κι έγιναν λέει άλλοι άνθρωποι.
Δεν ήμουν αλλά έγινα κι εγώ.
Και τώρα γιατί να μην έχουμε κουράγιο
κάθε πρωί να ξυπνάμε να τους βουλιάξουμε;
Εκείνους,
να μας κατηγορούν ότι σφίξαμε τη θηλιά μας.
Εγώ που τα λέω
θα ’θελα να κάτσω στην πλατεία
με σχήμα και χρώμα από μπουκάλι
όχι γιατί δεν έχω που να πάω.
Θα ’θελα ένα σαββατόβραδο
με τις βάρκες αντίκρυ
όχι γιατί μιλώ μια αταίριαστη διάλεκτο.
Δεν είναι αυτή μαγκιά.
Μαγκιά είναι να παραμένεις άνθρωπος
και να νιώθεις αυτόν που δεν μπόρεσε
και να χτίζεις και στο όνομα του αύριο.

*Από τη συλλογή “Ήρωες άχαρων πόλεων”, εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Jazra Khaleed, Από το “Ρέκβιεμ για τη Χομς”

Ω κόσμε, δες αυτή την πόλη!
Πιο απονήρευτη απ’ την Γκερνίκα,
πιο γενναία απ’ τη Φαλούτζα,
πιο σοφή απ’ την Αλεξάνδρεια
πιο ισοπεδωμένη απ’ τη Δρέσδη˙
πόλη ορφανή από μάνα και πατέρα,
από ανατολή και δύση,
πόλη χωρίς φούρνο,
χωρίς μελάνι,
χωρίς ρούχο λευκό˙
εδώ το ρύζι πωλείται με το γραμμάριο,
εδώ οι μανάδες ταΐζουν τα μωρά τους αλατόνερο,
εδώ η ζωή έχει χάσει τη μυϊκή της δύναμη.

*Από την επερχόμενη συλλογή “Ρέκβιεμ για τη Χομς” από τις όχι και τόσο τυπικές εκδόσεις «Αμείλιχτος». Το βιβλίο είναι δίγλωσσο και τη μετάφραση στα αγγλικά έχει κάνει ο Peter Constantine. Τα εύσημα για το εξώφυλλο στη Nadja Kara. (Όλα αυτά σύμφωνα με τον εκδότη Σωτήρη Λυκουργιώτη).

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Αδερφέ μου

Αδερφέ μου,
Σε σκέφτομαι –
πιο πολύ σε σκέφτομαι τα βράδια.
Το ότι δε γεννήθηκες, υπήρξε η εγωιστική σου
(η μία κι εγωιστική σου) πράξη.
Κάθομαι και κοιτώ τους τοίχους του σπιτιού μας.
Στην αρχή τους μισείς,
έπειτα τους συνηθίζεις,
τέλος’ τους έχεις ανάγκη.
Βιώνω μιαν απίστευτη ένταση
– παρά τον υποτονικό τρόπο ζωής μου –
κοχλάζει η μανία να καταστρέφω παρά τη φύση μου.
Βαδίζω στο δρόμο που χαράχτηκε για σένα.
Αν αυτή η ανάγκη δεν είναι χαρακτηριστικό του φύλου
αλλά η δική σου ενσαρκωμένη επικυριαρχία,
οι γονείς μας γελάστηκαν!
Μα μη μ’ αφήσεις’
όπως και να ’χει, μη μ’ αφήσεις.

Σε φιλώ,
η αδερφή σου

*Από τη συλλογή “Μοναχοπάιδι”, εκδ. Βακχικόν, 2016.