Ευθύμιος Λέντζας, Δύο του αίματος

Δεν με είδες όταν σκότωνα 

μια κιθάρα με τα χέρια, 

έπαιζα με τις φλέβες κι 

έδενα τον κύκνο από τα πόδια,

με τον ήλιο στη μασχάλη σαν 

καπέλο, δεν περπάτησα αρκετά∙
με μια γομολάστιχα έσβηνα 

πίσω μου το δρόμο, τον ασβέστη 

από τον τοίχο: να πέφτει βροχή
στο δωμάτιο, να ξύνω τη σάρκα

και να βρέχει στο στήθος τ’ αμίλητα 

χείλη σου, τα φουστάνια 

– λιβάδια ηλεκτρικά να με χτυπάνε -

πίσω απ’ τις κουρτίνες, κανείς 
δεν μας είδε όταν 

σφάζαμε ο ένας τον άλλον.

ο ο ο

Είδα το κόκκινο, στο κίτρινο να κάθεται 
ακίνητο όπως μια πασχαλίτσα κάθεται 

στο φύλλο, όπως τα χέρια μου στα 

παγωμένα κάγκελα της βεράντας∙

με το κόκκινο είμαι, το κίτρινο μου

φέρνει πυρετό: απ’ την Ομόνοια στη 

Λιοσίων, μη ξεβάψει το δέρμα μου

στο πίσω κάθισμα καθώς θα αφήνω 

σαν στάμπα την τελευταία μου ανάσα,

να θυμηθώ πως ήμουνα παρόν όταν

σκοτώνανε τον Ζακ στο πεζοδρόμιο.

Σοφία Ταναΐνη, Δύο ποιήματα

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Απόψε χάρηκε η σελήνη
με τον ερχομό σου
τόσο που άγγιξε της γης το μεσοφόρι
και χάϊδεψε τα μυστικά της.

Ανατρίχιασε σύγκορμη.

Ώσπου βυθίστηκε και πάλι στο σκοτάδι.
Δεν απελπίζεται.
Ξέρει πως θα ξανάρθεις.

***

ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΛΑΥΡΙΟ

Είναι δείλι
Στέκομαι αγνάντια στο Μακρονήσι.
Ο ήλιος γλείφει τις πληγές
που απόμειναν κολλημένες στους βράχους.

Ένα χαμόγελο σκιρτά στον ορίζοντα.
Νάναι άραγε η ψυχή σου
ή μια σκιά που κρύβεται ακόμα;

Νίκος Σφαμένος, Πέντε ποιήματα


Οι ηττημένοι της Κυριακής

 
δεν θέλουν πολλά
θα τους δεις τις
Κυριακές να
γυρνάνε στους
δρόμους
κάτω το
κεφάλι
δεν πίστεψαν
ποτέ σε
θαύματα
ούτε ότι θα
πέρναγε τόσο γρήγορα
ο χρόνος
χωρίς να
προλάβουν να κάνουν
τίποτα
 
τα βράδια όταν
γύριζαν στις
κάμαρές τους
δεν τους
περίμενε
κανείς
προσπαθούσαν να βρουν
τι
πήγε στραβά
με υγρά
μάτια
 
οι ηττημένοι της Κυριακής
δεν ήταν ποτέ
σαν
όλους τους
άλλους
γι’ αυτό υπήρξαν
πλούσιοι

***

Αυτές οι μέρες
 
στον Δ.
 
γυρνάγαμε στους δρόμους
και
δεν μας ένοιαζε τίποτα
γελούσαμε μαζί τους
τους ένοιαζε
η
παράταξη τους
το καινούριο τους αμάξι
ο τελευταίος τους δεσμός
 
τραγουδούσαμε γελώντας
δεν είχαμε τίποτα
και όμως
τόσα πολλά
οι νύχτες κρύες
τα φώτα αναβόσβηναν
τα κορίτσια κοιταζόταν
στον καθρέφτη
τα σκυλιά ούρλιαζαν
και εμείς
δεν είχαμε τίποτα
και όμως τόσα πολλά

***

Οι φίλοι μου
 
φορέσανε στολή
γίνανε διευθυντές
τραπεζών
υπάλληλοι σε
υπουργεία
οι φίλοι μου
γίνανε άριστοι
εκπαιδευτικοί
εξαίρετου ήθους
 
θα τους δεις
να κορνάρουν τα
αμάξια τους
να ψωνίζουν τις
γιορτές
οι φίλοι μου
διακοπές με την
οικογένεια
τηλεόραση και κανένα
ποτό παραπάνω
τα
σαββατοκύριακα
οι φίλοι μου
 
ο Ντοστογιέφσκι
τι θα ‘λεγε
για όλα αυτά;

***
 
Ποίημα
 
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
οι γυναίκες κρεμάστηκαν
στα παραθύρια τους
μυρωδιά τρόμου
 
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
ώρα για περισυλλογή
ανέφικτες ελπίδες
η πόλη μύρισε
θάνατο
 
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
και για κάποιους
αυτό το βράδυ
τα φώτα θα σβήσουν
παντοτινά

***

Πολυδούρη
 
Ματωμένοι κρίνοι
πουτάνες του μεσονυκτίου
εφιάλτης οι βόλτες
στο Παρίσι
τα μαύρα φορέματα
τα βραδινά γέλια
η ποίηση ένα
κουρελόχαρτο
κραυγές στη
Σωτηρία
οι νύχτες στο Θησείο
τα σκονισμένα
γραφεία
πένες βαμμένες
με αίμα
 
και συ εδώ να
σκύβεις το κεφάλι σου
και να μετράς
και αυτό το βράδυ
άλλη μια
αναβολή
 
*Aπό τη συλλογή “Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”, 2007.

Στάθης Ιντζές, Δύο ποιήματα

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Τα μεσάνυχτα σηκώνεται άνεμος σφοδρός
στην ομιχλώδη επιφάνεια του καθρέφτη

Το φεγγάρι ολόγιομος παφλασμός η κάθε εικόνα του
αντάρα ασημένια· διασχίζει σαστισμένο
το ’ν’ άκρο του ως τ’ άλλο

Αν τύχει να διακρίνεις κάποια στιγμή
κάποιον στα γόνατα να πέφτει -να δει τι;
μπρος στην ομιχλώδη επιφάνεια του καθρέφτη

Θα ’ναι αυτός, ο δάκτυλος που τάραξε το πράσινο νερό
Αυτός η κλάδος της κουφοξυλιάς, η στείρα ρίζα του πλατάνου
Αυτός το βλέμμα που έγειρε προδοτικά
στη ζεστασιά του αστρικού σαβάνου

Κι αν τύχει να διακρίνεις κάποια στιγμή
κάποιον ξανά στα γόνατα να πέφτει -να δει τι;
μπρος στην ομιχλώδη επιφάνεια του καθρέφτη

Θα είσαι εσύ’ κι εκεί που υπήρχαν μάτια, θα περιδινούνται δυο οπές
Εκεί που υπήρχε πρόσωπο, ένα λευκό κατάλευκο προσωπείο
Κι εκεί όπου υπήρχε κρόταφος, κρανίου τόπος άνεμος σφοδρός κι έρημο τοπίο

Και το φεγγάρι ολόγιομος παφλασμός κι η κάθε εικόνα του αντάρα ασημένια.

***

Οΐ ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ TOΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Τι θλιβερή που είναι
η επιστροφή των εκδρομέων του καλοκαιριού

Ούτε και φέτος κατάφεραν να αποδημήσουν
Επιστρέφουν κατά χιλιάδες κατηφείς

Μαύρα τα σύννεφα, μαύρα τα τσιμέντα, ορυμαγδός
Στα σκουριασμένα διόδια συνωστισμός

Ούτε και φέτος κατάφεραν να αποδημήσουν
Έξαλλη η άσφαλτος βράζει ολημερίς

Στα κράσπεδα ένθεν κι ένθεν της εθνικής οδού
παρασυρμένα τα τετράποδα ξεψυχούν
διερχόμενοι οδηγοί κάνουνε στάση για καφέ και τα χειροκροτούν

Μαύρα τα σύννεφα, μαύρα τα τσιμέντα, ορυμαγδός
Στα σκουριασμένα διόδια συνωστισμός

Τι θλιβερή που είναι
η επιστροφή των εκδρομέων του καλοκαιριού

Ούτε και φέτος κατάφεραν να αποδημήσουν

*Από τη συλλογή “Σεληνάκατος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας.

Αντώνης Στασινόπουλος, Επτά ποιήματα

Πανσέληνος

ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ κεριά αναμμένα
τούτη η νύχτα δεν είναι σαν τις άλλες,
κάτι μυστήριο παραμονεύει,
νεράιδες φυλάνε τα περάσματα.
Είναι η νύχτα που οι μοναχικοί ξενυχτάνε με κρασί
και αγναντεύουν το είδωλό τους
στον καθρέφτη της σελήνης.

***

Αναδρομή

ΤΟ ΛΑΛΗΜΑ του πετεινού
σπάζει τη σιωπή της νύχτας,
ώρα πέντε το πρωί
κάθομαι και αναπολώ.
Σύντροφοι στις διαδηλώσεις
περνούν μηνύματα
σαν κινηματογραφική ταινία.
Φάνταζε ότι άλλαζαν όλα γύρω μας
Και αλλάζαμε και εμείς.

***

Μόχθος

ΚΑΘΟΜΑΙ σε ένα λιθάρι
στην άκρη του αγρού.
Μερικές αχτίδες ήλιου
εισχωρούν στα φυλλώματα της καρδιάς.
Αρίφνητα μυρμήγκια έχουν φτιάξει μονοπάτι
και πηγαινοέρχονται ακατάπαυστα.
Και οι άνθρωποι σε δρόμους
Τον αέναο μόχθο τους μεταφέρουν.

***

Δεκέμβρης

Η ΑΘΩΟΤΗΤΑ αναβλύζει από τα μάτια των παιδιών
σαν το δροσερό νερό της πηγής,
μιας πηγής που ξεδιψάν το μεσημέρι οι ταξιδιώτες.
Η θλίψη αντάμα με την οργή
ανυψώνει πύρινα οδοφράγματα.
Η εξέγερση από το μέλλον
με όλα τα χρώματα της ίριδας –
δρόμοι ελευθερίας.

***

Χριστούγεννα

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.
Περίσσια τα αγαθά
προστατεύονται στις βιτρίνες.
Ατμόσφαιρα εορταστική και αφιλόξενη στην πόλη.
Μια εσοχή ζεστασιάς ψάχνουν άστεγοι και ρακένδυτοι,
μια έκπληξη τροφής στους κάδους σπουπιδιών.
Η κοινωνική δικαιοσύνη θα κάνει αλλού ρεβεγιόν.

***

Καταιγίδα

Ο ΗΛΙΟΣ απών
μουντός Δεκέμβρης.
Παγωνιά.
Εξαγγελιών εισβολή
καταιγίδα ανασφάλειας.
Σε καθημερινές αντιστάσεις οι ελπίδες μας.

***

Έρεβος

ΚΑΙΡΟΙ ΕΡΕΒΟΥΣ
το αίμα ρέει.
Ιράκ, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη
το αίμα μας.
Δε χορταίνουν τα κοράκια.
Ίσως κάποτε έρθει το φως
και ατενίσουμε το παρόν
με πλέρια αισθήματα για το μέλλον.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι Ολόγιομο”, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

“Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα” του Οκτάι Ριφάτ

Πίσω απ’ την κλειδωμένη πόρτα του απογεύματος
χαζεύω τις καλαμιές

(«Στην όχθη»)

Ο Οκτάι Ριφάτ (Oktay Rifat Horozcu, 1914-1988) το 1941 εξέδωσε μαζί με τους Ορχάν Βελί Κανίκ και Μελίχ Τζεβντέτ Αντάι το περίφημο βιβλίο Garip (Παράξενο), το οποίο έδωσε το όνομά του στο πρωτοποριακό λογοτεχνικό κίνημα Παράξενη Ποίηση που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια στα τουρκικά γράμματα και συνίστατο στην απόρριψη των παραδοσιακών μορφών ποίησης και στην εισαγωγή της τουρκικής λογοτεχνίας στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Ειδικότερα, όπως γράφει ο καθηγητής τουρκικών σπουδών Αριστοτέλης Μητράρας στον πρόλογο της ανθολογίας, το κίνημα της Παράξενης Ποίησης στην Τουρκία χαρακτηρίστηκε από τον ενστερνισμό του υπερρεαλισμού, του ντανταϊσμού και της αυτόματης γραφής, ενώ απευθυνόταν στον απλό άνθρωπο και ασχολιόταν με τις ευαισθησίες και τα βιώματά του. Ήταν μια ποίηση με έντονα υλιστικά στοιχεία και με την ειρωνεία σε εξέχουσα θέση.

Ο Ριφάτ, ο οποίος δημοσίευσε μαζί με τον Ορχάν Βελί Κανίκ το ποίημα Ağaç (δέντρο), που θεωρήθηκε μανιφέστο του κινήματος, μεταφέρει ενίοτε την ιδεολογία του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού στην ποίησή του, προσδίδοντας σε αρκετά ποιήματά του αγωνιστικό-επαναστατικό χαρακτήρα για να τονίσει την αξία της αντίστασης, αλλά και για να ασκήσει κριτική στο καθεστώς μιας κοινωνίας υπό καταπίεση. Άλλα θέματα στην ποίησή του είναι η απελπισία, η θλίψη, η απογοήτευση και η απαισιοδοξία, πάντα μέσα στο πλαίσιο της καθημερινότητας και των απλών πραγμάτων, χωρίς να λείπουν και ποιήματα όπου ο Ριφάτ φαίνεται αισιόδοξος και εκφράζει την προσδοκία ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες για τον άνθρωπο.

Όντας αντίθετος με την ιδέα της λογοτεχνικής «σχολής» και πιστεύοντας ότι η μονόπλευρη κατεύθυνση ενός κινήματος φθείρει πνευματικά, ο Ριφάτ θα αποχωρήσει τελικά από το κίνημα της Παράξενης Ποίησης, μόλις αποβιώσει ο ηγέτης του, Ορχάν Βελί Κανίκ.

Η συγκεκριμένη ανθολογία είναι χαρακτηριστική της ποιητικής του Ριφάτ. Πολλά ποιήματά του είναι απλώς παράξενα: πιάνονται από μια στιγμή και αφηγούνται ιστορίες που όμως δεν μαθαίνουμε ποτέ πώς συνεχίζονται, πολύ περισσότερο πώς τελειώνουν. Η γραφή του επιστρέφει πάντα στη φύση, η οποία προβάλλει σαν τη μόνη σταθερά σε έναν κόσμο αναπάντεχο και γεμάτο παράδοξα. Ως εκ τούτου η εικονοποιΐα του που συνδέεται με αυτήν είναι εκπληκτική, όπως δείχνουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα:

Έτσι είναι
ο άνεμος της άνοιξης: τα σύννεφα περνούν,
η μπόρα σταματά, το φως
αντανακλάται σε βρεγμένα φύλλα.

(«Μετά τη βροχή»)

Όταν τα σύννεφα κοκκινίζουν
τα πουλιά μοιάζουν πιο λευκά·
[…] με τεράστια βήματα ο ουρανός
πατάει πάνω σε απογεύματα κι ελπίδες.

(«Ουρανός»)

Το βουνό, ο ουρανός, τα πουλιά, τα ψάρια, η θάλασσα, το άλογο είναι στοιχεία που επανέρχονται ολοένα στην ποίησή του και ενίοτε συμβολοποιούνται με έναν ήπιο τρόπο:

Τα ποιήματά μου είναι ψάρια
κι ένας γλάρος τινάζεται,
βουτάει και τα πιάνει –

(«Δες τι κρύβει ο βυθός»)

Η φύση παραπέμπει στην αθωότητα κι έτσι αρκετά ποιήματά του την αναδεικνύουν ως συνθήκη ενός αυθεντικού τρόπου ζωής, όπως φαίνεται π.χ. στα «Ο ποιητής, το κορίτσι και το πτηνό» ή «Κούνια και δρόμος», το οποίο παραθέτω ολόκληρο επειδή είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο ο Ριφάτ διαχειρίζεται τη στιγμή: ως αφετηρία για μία δήλωση ή ένα συμπέρασμα.

ΚΟΥΝΙΑ ΚΑΙ ΔΡΟΜΟΣ

Το κορίτσι κάνει κούνια όρθιο·
πηγαίνει μπρος-πίσω και κοιτάζει
από σύννεφο σε σύννεφο
– δέντρο, τριφύλλι, ουρανός: όλα δικά του

«Παλαβό κορίτσι»,
λέει ο περαστικός,
«νομίζει πως τελειώνει ο δρόμος
εκεί που πέφτει η πέτρα του».

Κουβάρι όλα
– όνειρο ή πραγματικότητα
μόνο παιδιά και ποιητές
μπορούν να λύσουν πολύπλοκα προβλήματα.

Τον αυθεντικό τρόπο ζωής όμως, πρέπει κανείς να παλέψει για να τον κατακτήσει. Έτσι, δεν λείπουν ποιήματα που είναι μαχητικά και εμψυχωτικά, όπως π.χ. το ποίημα «Η ελευθερία έχει χέρια», απ’ όπου και το ακόλουθο απόσπασμα:

Αυτό θα πει ν’ αγαπάς την ελευθερία:
άπαξ και σ’ έπιασε, μην της ξεφύγεις
μην τη συνηθίσεις ποτέ –
από την πραγματικότητα ονειρεύεσαι κάτι πιο πραγματικό.

Ο Ριφάτ παίζει επίσης συχνά με το στοιχείο του αναπάντεχου ή του αιφνιδιασμού, όπως στα ποιήματα «Μια χειμωνιάτικη νύχτα» ή «Μήλο», απ’ όπου και οι ακόλουθοι στίχοι. Συχνά το αναπάντεχο δίνεται με σουρεαλιστική διάθεση:

Ρίχνω το δίχτυ στο παράθυρο
και πιάνω γυναίκες και παιδιά, σακάτηδες ζητιάνους,
καρακάξες και σκυλιά, πιτσιλωτές γάτες,
κάνα δέντρο, λίγο φως και βρύα.

Όπως γράφει στο επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, η γλώσσα του Ριφάτ είναι αποφασισμένη: θα φέρει στο επίπεδο της τέχνης την ανεπιτήδευτη ευαισθησία και τον στοχασμό του καθημερινού ανθρώπου. Για του λόγου το αληθές, παραθέτω το εναρκτήριο ποίημα της ανθολογίας:

ΑΣΤΡΑ

Δίπλα στο βιβλίο το τετράδιο
δίπλα στο τετράδιο το ποτήρι
δίπλα στο ποτήρι το παιδί
στο χέρι του παιδιού μια γάτα.
Και πέρα μακριά: άστρα, αμέτρητα άστρα.

Ο Ριφάτ έχει έναν δικό του τρόπο να μας συστήνει εκ νέου τον κόσμο. Είναι ένας τρόπος παράξενος, όμως τρυφερός και δίκαιος· ταυτόχρονα, είναι αποκαλυπτικός των ανθρώπινων δυνατοτήτων: «είναι μέρα, πιες λίγο φως/ με τη φούχτα σου» («Κάποιες μέρες»).

Χριστίνα Λιναρδάκη
Φιλόλογος, μεταφράστρια

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο “Μιλώντας για τα απλά”. Εμίς το αναδημοιεύουμε από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/03/blog-post_6.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Στέλιος Ροΐδης, Προτομή

Δεν έχω έμπνευση φαίνεται
Δεν έχω θέσει τους όρους μου
Είναι γυμνή και πρόκειται να με μισήσει
Η ποίηση στα όνειρα της μας δόθηκε σαν πραγματικότητα
Σαν αθλιότητα που κατάπιε τους αθώους
Κάποιοι δουλεύουν σαράντα χρόνια την ίδια προτομή
Δεν την κοιτάζουν πια τους κοιτάζει
Απογυμνωμένη λατρεία
Η στύση των ειδώλων και καπνός από τα προηγούμενα
Κάποιος στη θέση σου να κάνει την βρώμικη δουλειά
Όσο εσύ θα τον διασκεδάζεις
Κλίση στις τέχνες του ανεφάρμοστου
Ψέματα που δεν χρειάζονται όταν σε πολιορκεί
Ο παλιός λογαριασμός που κλείνει
Δρόμοι με χαλινάρια και άνθρωποι που έρχονται από εκεί που πηγαίνεις
Πανδοχεία εραστών που δεν καταδέχονται τον τελευταίο αιώνα
Κτίρια γεμάτα στρατιώτες και νεογέννητα
Αβρότητα πριν την σφαγή
Η φτώχεια σε όλο της το μεγαλείο
Φτάνει να μη με αγαπούσες και όλα θα γινόντουσαν
Κουράζω την απόσταση και μένω ίδιος τόσα χρόνια
Σαν συστατικό περιφέρομαι στη ζωή σου
Πρόθυμος να σε ικανοποιήσω, να κάνω καλά τη δουλειά
Πριν φτάσω στον επόμενο μπελά
Αρκετά κουρασμένος για να πω τελείωσε
Και όλα τότε να αρχίσουν

Κώστας Ταχτσής, Κοιτάζοντας για τελευταία φορά

Το πλοίο μας σαλπάρισε. Σιγά σιγά
θ’ αφήσουμε τώρα και το λιμάνι. Ο ήλιος
βυθισμένος στον ορίζοντα, χρυσίζει
για στερνή φορά, ποιος ξέρει, τη γη
όπου πρωτόειδαμε το φως του. Σε λίγο
η απόσταση και το σκοτάδι ίσως για πάντα
θα τη σβήσει. Φεύγουμ’ απ’ την ανόητη
κατακραυγή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τόπο
οι άνθρωποι δεν ξέρουν να εκτιμήσουν
τους λεπτοτάτους στίχους μας. Τους θίγουν,
ισχυρίζονται, τ’ αθώα μας καμώματα,
δεν βλέπουν, δεν το νιώθουν, πως τα καμώματα
αυτά είναι των στίχων μας η αιτία.
Μακριά από την ενοχλητική μας παρουσία
ίσως τους στίχους μας καλύτερα εκτιμήσουν
ίσως μεγάλους ποιητές μάς πούνε κιόλας.
Μα προ παντός, στα ξένα εκεί – οι ξένοι
είναι πάντοτε επιεικείς στους ξένους –
πιο λεύτεροι, πιο ξένοιαστοι
στις μυστικές συνήθειες θα δοθούμε.

Τι γρήγορα που νύχτωσε. Δεν μπορεί πια κανείς,
μ’ αυτή την ψύχρα, στο κατάστρωμα να μένει.
Γη της πατρίδας, γη αγαπημένη, καληνύχτα.

*Από το βιβλίο “Το Καφενείο το Βυζάντιο κι άλλα ποιήματα”, εκδόσεις Ερμείας.
**Σχετικός σύνδεσμος https://dimartblog.com/2015/10/08/tahtsis2/

Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019), Τρία ποιήματα

Λωρήν

Γλυκά φιλιά
Κι η Λωρήν μ’ ερωτεύτηκε

Τόσα φιλιά
κάτω από παράθυρα μπροστά στη θάλασσα,
κάτω από χίλια μάτια
που μας παρακολουθούσαν,
και πίσω από δένδρα
σε καράβια, τραίνα
σε δημόσιες πλατείες
και τη νύχτα
γλυκές αγκαλιές
κι η Λωρήν
τρελλή για μένα
κι εγώ
για την Λωρήν
γλυκά φιλιά

***

Η βροχή στο διάστημα

Στην Οδό των Ακακιών
ούτε χθες, ούτε σήμερα, ούτε αύριο
σα να περιμέναμε
μ’ άδειο βλέμμα
πίσω από παράθυρα

Ενώ
σε μαγνητικό αστεροειδή λαβαίνει χώρα
ένα δαιμονιακό
υπερ-επιστημονικό πανηγύρι
για τον Ευγενικό Ιωάννη
Που κρεμάστηκε
παλιομοδίτικος, μοναξιάρης
με Διαγαλακτικό θυμό στα μάτια
και τώρα πλέει σε τροχιά
έξω από πολύχρωμα κρυστάλλινα φινεστρίνια

***

Θυμήσου

Θυμήσου με.
Θυμήσου το μωβ
πού ‘κρυβε τον ήλιο

Πόσα χαρακώματα
ανοιγμένα
μπροστά μας
Περπατούσαμε σαν…
μεθυσμένοι;
δεν βλέπαμε ο ένας τον άλλο.

Θυμήσου
τον ήλιο πίσω απ’ τα μάτια σου.
Ο άλλος ήλιος θα φωτίζει
τον Δρόμο των Λωτοφάγων

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Η εποχή των ανακαλύψεων”, εκδόσεις Futura 2002.