Παύλος Πέζαρος, Δύο ποιήματα

Στο σεργιάνι

Στον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο

Τι άλλο είναι η ποίηση απ’ τη θλίψη μας
που βγαίνει στο καθημερινό σεργιάνι,
σε όχθες ποταμών ή παραλίες,
να αιχμαλωτίσει τη στιγμή, να πιάσει την εικόνα,
ως πεταλούδα να τη βαλσαμώσει.

Μάστριχτ 1.3.1999

***

Κατ’ εικόνα

Δεν μπορεί να με θες ταπεινό,
δεν θα ήθελες, θαρρώ, υποκλίσεις,
γονυκλισίες δεν ταιριάζουν
στην εικόνα σου. Τους διάμεσους θα ‘πρεπε
να κατακεραυνώνεις.
Δεν με θες αλαζόνα ασφαλώς,
αλλά πάντως περήφανο,
θαρρετά να σε βλέπω ίσα στα μάτια,
να μπορώ να σου πω ανοιχτά
τα τερπνά και τα εσώτερα.

Μάρτιος 2002

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός”, εκδ. Κέδρος, 2016.

“Ώσπου Έγινε Μπλε”, η νέα ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Μηλιώνη

…γυναίκες που σας σμίλεψαν γυναίκες
υποταγμένες όπως η κοίτη στο ποτάμι
φτεροκοπάτε γύρω από τη ματαίωση
όπως οι μύγες γύρω από τη λάμπα

με δεκαέξι ημιτελή ποιήματα στο συρτάρι
με δεκαέξι ημιτελείς συλλογές στη μήτρα του κόσμου
με δεκαέξι ημιτελή φωνήεντα στον λάρυγγα
με δεκαέξι ημιτελή σύννεφα στον ουρανό σας

κορμιά δίχως ανάγκες
θαλασσινές σπηλιές που μπαινοβγαίνει ανέγγιχτος ο χρόνος
γυναίκες δίχως τόπο

Η νέα ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Μηλιώνη απαρτίζεται από τρεις ενότητες: α) «Γυναίκες δίχως τόπο», β) «Κορίτσια της Αμοργού» και γ) «Το πλοίο φεύγει». Με επίκεντρο τη γυναικεία παρουσία και περιβάλλοντα χώρο τη θάλασσα και το νησί της Αμοργού, η Μαργαρίτα Μηλιώνη, με έντονη θεατρικότητα και σκηνική οικονομία, αναπτύσσει μια σειρά ποιημάτων με τη μορφή γυναικείων μονολόγων. Η γυναίκα αντιμέτωπη με την έμφυλη θέση της αλλά και τη φθορά, ακόμα περισσότερο, με τη θνητότητα. Στη δεύτερη ενότητα τα κορίτσια της Αμοργού μοιάζουν να ενσαρκώνουν την ίδια την ποίηση. Λόγος άλλοτε τρυφερός και άλλοτε σκληρός, αμείλικτος και πάντα ποιητικός, πηγαία εξομολογητικός και οπωσδήποτε, βαθιά υπαρξιακός.

Η Μαργαρίτα Μηλιώνη σπούδασε Νομικά και Εγκληματολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Με λένε Ηγησώ (εκδ. Γαβριηλίδης, 2005), Ο ζωολογικός κήπος του Ile Saint-Louis (εκδ. Φαρφουλάς, 2016) και τις νουβέλες Δίκην φαιδράς σελήνης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010, εξαντλ.) και Ο Οργανισμός (εκδ. Κύμα, 2018). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα γαλλικά.
Διατηρεί το προσωπικό ιστολόγιο «ανοιχτό παράθυρο» στη διεύθυνση margmil.wordpress.com.
Πληροφορίες

*https://www.catisart.gr/margarita-milioni-quot-ospoy-egine-mple-quot/?fbclid=IwAR3s_TsxUGYwBqgD_5bk89irVx1M2yV_0T_gQ1Ygc5fbHBOAAfJwM7fw8i8

Κλείτος Κύρου, Το παιχνίδι του τέλους

ΑΛΛΟ
Το παιχνίδι του τέλους
Κι άλλο
Το τέλος του (όποιου) παιχνιδιού
Παίζεται μία μόνο
Καί τελευταία φορά
Δεν είναι δυνατόν
Κάποτε θά το παίξεις κι εσύ

Μέσα σε καταυλισμούς αναμνήσεων
Συνωθούνται άνθρωποι μέ φωνή
Ταπεινή προφέρουν περήφανους
Στίχους αυτοσχεδιάζουν αποχαιρετισμούς
Κι εξαφανίζουν ευτελείς παρορμήσεις

Πιστεύω να το έχεις ήδη αντιληφθεί
Το παιχνίδι του τέλους είναι στημένο
Με τον ίδιο πάντοτε νικητή
Γι’ αυτό και παίζεται απελπισμένα
Με νύχια και με δόντια

*Από την Ενότητα “Επιμύθιο” της συλλογής “Ο πρωθύστερος λόγος”. Περιέχεται στο βιβλίο “εν όλω Συγκομιδή 1943-1997, εκδόσεις Άγρα, σελ. 311.

Ζωή Καραπατάκη, Σαν μαγεμένη

ποντίων τε κυμάτων ανήριθμον γέλασμα

Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης

Τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια
την ώρα που κρύβονται οι άνεμοι
σαν μαγεμένη κολυμπάει
η θάλασσα
στο γαλάζιο τ’ ουρανού

Με αρκετή σιγουριά θάλεγε κανείς
ότι παραμένει εν γνώσει της αμέτοχη
στην περιστροφική κίνηση της γης
Θα μπορούσε επίσης να πει
ότι την αφήνει εντελώς αδιάφορη
και η σοφία των απειράριθμων ψαριών
και ας χαράσσουν τόσο πολύπλοκες διαδρομές
στα βαθύρριζα νερά της

Τα βράδια όμως
ενώ η σελήνη την τιμονεύει
μοιάζει με λάγνα γυναίκα
που έχει ένα και μοναδικό καημό
αν οι κινήσεις των λαγόνων της
εξακολουθούν ακόμη να ρυθμίζουν τους χτύπους
στην καρδιά του αγαπημένου της

Νίκος Α. Κατσικάνης, Λαιστρυγόνες

Εις μνήμην Έκτορος Κακναβάτου

Εσύ
το διαφορικό της εξίσωσης
που ανατινάχτηκε.
Εσύ
το διηνεκές πάνω από ακραίφνια στάχυα
που αναγνωρίζουν ως άπειρο τη θάλασσα
του Λιβυκού και τις Σποράδες
με την ευαισθησία των μπαρμπουνιών.
Καθώς πνιγότανε ο άσος στο κοβάλτιο
Χιλιάδες στήμονες ενταφιάστηκαν
σε μια γη που το κόκκινο χώμα
σκόνιζε Λαιστρυγόνες
και νοτικά νάκλια.
Μεσάνυχτα μας προσπέρασε
Βραδυφλεγής ο αμφίβραχυς.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2017.

Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Σπίτι στην παραλία της Ελένης

Στραμμένο στο φως
Και όμως. Με κλειστές πόρτες – παράθυρα.

Κάποτε μισανοίγουν τα παντζούρια
Και δυό χέρια γυναίκας τινάζουν μιά πετσέτα γκριζόλευκη
Σημαία των μυστικών που είχε πάντοτε τούτο το σπίτι
Βαρύ, πατώντας γενναία στη θάλασσα
Χρόνους πολλούς με πέτρινες σιωπές χτισμένο
Με ίσκιους στη μάντρα ολόγυρα
Με σβησμένα φανάρια στην πρόσοψη
Γεμάτο ώς πάνω -τα κάδρα, οι λύπες, τα έπιπλα-
Κι έντελώς άδειο
Ελαφρά υδροχρώματα νά τό κατοικούν
Πιο πολύ κι απ’ των νέων ενοίκων τώρα τα ξένα τα βήματα
Που από κάμαρη σε κάμαρη άργά, ηχούν
Προδοσία.

*Από τη συλλογή “Το ψηφιδωτό της νύχτας”, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Οκτώβρης 2018.

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ανάσταση

Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ο δύτης σε μια λίμνη.
Η ποίηση, πιο τολμηρή απ ’ τον καθένα
μπαίνει και πέφτει,
σαν μολύβι
σε μια λίμνη άπατη όπως το Λοχ Νες
ή θολή και άτυχη όπως η λίμνη Μπαλατόν.
Παρατηρήστε τη από το βυθό:
Ένας δύτης
αθώος
τυλιγμένος στα φτερά
της θέλησης.
Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ένας δύτης νεκρός
στο μάτι του Θεού.

*Από «Τα ρομαντικά σκυλιά», μτφρ. Κωσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez.

**Το ποίημα και τη φωτογραφία της ανάρτησης, του Ralph Gibson, τα πήρα από τη σελίδα της Mαρίας Θεοφιλάκου στο facebook.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Τα μπλουζ της μεσαίας οδού

Εδώ τεντώνουν συρματόσχοινα οι φερέλπιδες ακροβάτες-
-εδώ γκρεμοτσακίζονται οι ισορροπημένοι εξισορροπιστές
εδώ τα δούναι και λαβείν, τα αναχώματα, οι λάσπες, τα προσχώματα
εδώ οι αρτινές γεφυρώσεις-
-οι διαμεσολαβητές εδώ μεσολαβούνε-

εδώ εντέλλεται ο αρμόδιος κι επιτελείται ο αναρμόδιος
-εδώ θριαμβεύει ο ύστερος και λάμπει ο πρωθύστερος
εδώ το τερματίζει ο στερνός-

«το ξύλο από το οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος είναι γεμάτο ρόζους
και δύσκολα παίρνεις από αυτό ίσιο δοκάρι»

εδώ προπονούν οι ευσεβείς τον σεβάσμιο σεβασμό τους-
εδώ τα άντερα όλων των προστακτικών-
-εδώ η αιμοκάθαρση, το σμπαραλιασμένο νεφρό σου
εδώ τα φύκια σας- εδώ κι οι μεταξωτές μας κορδέλες

εδώ τα καθημαγμένα κουτάβια, η αιωρούμενη απειλή
κι ο άψογα προγραμματισμένος μπόγιας-
εδώ τα υποτακτικά περιλαίμια, η μασημένη δωροεπιταγή-
τα νέφτια του εντολέα-
εδώ οι κατάρες κάνουν γκελ κι αθρυμμάτιστες
επιστρέφονται στον αποστολέα—

εδώ επαναπροσδιορίζεται ο επαναπροσδιορισμένος-
εδώ ο προορισμένος ανακαλύπτει τον σκυμμένο του προορισμό-
εδώ γνέθουν τα φερέφωνα τα κρόσσια της κραυγής τους-
εδώ τα θυμιάματα, τα κόλπα και τα θαύματα
εδώ που ο σκοπός λιβανίζει τα μέσα-

δεν έχει πεύκα εδώ, λεύκες, ιτιές, κληματαριές ή ψιλόλιγνα κυπαρίσσια-
εδώ τα χαμόθαμνα υποδύονται τις καιόμενες βάτους
-οδύρονται με χρησμούς, σφαδάζουν με παναγίες-
-εδώ ο αυτοεκπληρούμενος κάνει εντατικά
φροντιστήρια στις προφητείες-

«πάντα γλιστράνε και σου φεύγουν μέσα από τα δάχτυλα
οι άπειρες ζωές που όλο αλλάζουν»

εδώ λυσσομανάνε τα τηλέφωνα, εδώ που κουδουνίζει ο αέρας-
εδώ η ομαλή διαδοχή, η αψεγάδιαστη συναλλαγή
εδώ το κατεψυγμένο μας μαριδάκι-

εδώ αναμετράται η αναμέτρηση με την αναβολή-
-εδώ οι συγκρουσιακοί αναβάλουν τη σύγκρουσή τους-
εδώ ο «ριζοσπαστικός ανθρωπότυπος» -βούτυρο στο ψωμί
του κάθε πεφωτισμένου ορνιθολόγου-

εδώ οι κότες και τα αυγά, εδώ οι χνουδωτές απορίες-
εδώ η τετράγωνη λογική, εδώ ο καρβουνιασμένος της κύκλος-
πεσιμισμός-ορθοδοξία-ελληνισμός: εδώ η ξέπνοη στέρνα

εδώ «το τίμημα του αποπροσανατολισμού», τα κίτρινα ένθετα
κι η πολυκέφαλη σμέρνα
το θάμβος του φθόνου εδώ -η προτομή του Κρέοντα
και οι συμφέρουσες ανταύγειες της Νικολέτας-
-εδώ η πειραγμένη εξάτμιση – το μαύρο χιόνι σου
ο άταφος χρονοπόνος σου -εδώ το χαμένο ρεπό σου-

εδώ η καταμέτρηση και ο συνωστισμός-
εδώ το ποδοπάτημα κι η οικονομία στις σφαίρες

«όρθιοι στα κράσπεδα μες στο ψιλόβροχο γεμίζουμε τα βρεγμένα πεζοδρόμια ώμο με ώμο
σιωπηλοί και ωχροί κοιτάζοντας τα φέρετρα με μάτια τρομαγμένα»

εδώ ο προσιτός αμμόλοφος για ν’ ατενίζεις
-ναυάγια στ’ αριστερά-
-ναυάγια στα δεξιά—

κι ανάμεσα κι ολόγυρα αυτούς που επιπλέουν
-μέρα με την ημέρα-

περιχαρείς κι ευγνώμονες που ακόμα δεν έχουν πνιγεί
προσμένοντας το συνεργείο διάσωσης
να καταφτάσει πανηγυρικά
πάντοτε

από «εκεί——————————————————————————-πέ ρ α»

*Από τη συλλογή “Οδός Ρόδων”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάιος 2018.

Φάνης Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Είχε δέκα μικρά νήματα
για να ρίχνει δίχτυα
να τα περνάει σε βελόνα
και να συγκρατεί τα πόδια

Είχε δέκα μικρά καρούλια
για να μπαινοβγαίνει σε ρολόι
να λογαριάζει το καλοκαίρι
και να μεταθέτει τα χέρια

Ήταν εν ολίγοις
θεριζοαλωνιστική μηχανή
ίσως και αργαλειός
ή και παραγάδι

Εν πολλοίς
φύτευε
ξήλωνε
πέταγε στη θάλασσα τα ψάρια

Πέτρα ή πετραδάκι
κάβουρας ή καβουράκι
πάει καιρός
που γνώριζε τον κόσμο
μεγάλος
σαν αχινός

***

ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Του είπε, αν με αγαπάς
θέλω
να περάσεις το βλέμμα σου
από μέσα μου

κι αυτός για να συγκεντρωθεί
της ζήτησε να κλείσει τα μάτια
έβγαλε το αριστερό
κι ύστερα το άλλο

και έριξε βόλους
πέρασε το ένα κάτω από τα πόδια της

παίξανε τυφλόμυγα

*Από τη συλλογή ‘Διώρυγα μεταξύ νεφών”, εκδ. Θράκα 2018.

Λειόδερμα δελφίνια – Τραγούδια των ιθαγενών της Αυστραλίας

Αυτά τα ποιήματα είναι “…από τα πιο παλιά που μπορεί να βρει κανείς σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα”, σημειώνει ο Λευτέρης Σκαρτσής στο βιβλίο του Αυστραλέζικα τραγούδια που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989). Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, που έχει μελετήσει παραδοσιακή ποίηση απ’ όλες τις γωνιές της γης, παρατηρεί ότι οι ιθαγενείς παίρνουν ως αφορμή τους θέματα καθημερινά και απλά αντικείμενα που προέρχονται από ένα περιβάλλον εντελώς ιδιαίτερο, όπου κυριαρχεί η ζέστη των τροπικών, η αίσθηση του ωκεανού που κατακλύζει τη φύση και μια μεταφυσική διάσταση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως “ονειροκαιρός”. Ακολουθούν μερικά δείγματα και πρώτα ένα που μιλά για τ’ αστέρια, τα οποία φαίνονται να έχουν έμβια υπόσταση:

Αστέρια του ανατολικού ανέμου,

εκεί που η κασουερίνα έχει σπάσει απ’ τον άνεμο,
έρχονται απ το Ντιλγιακούρκμπα,
κωπηλατούν κατά πάνω στον ουρανό,
αστέρια του κλαν Γουαρίντιλγιάκβα…
Αστέρια που λάμπουν δυνατά
προχωράνε γρήγορα κατά πάνω στον ουρανό…
εκεί είναι τώρα εκεί πέρα
τ’ αστέρια ήρθαν να ξεκουραστούν

Τα αστέρια έχουν κάνει τον άνεμο και λάμπει
εκεί πέρα ο άνεμος έχει σταματήσει
να τα έρχονται πιο κοντά
εκεί πέρα ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τα ποιήματα των πρωτόγονων κατοίκων της Αυστραλίας έχουν φρεσκάδα κι αφήνουν μια εντύπωση παρθενική, σαν να αντικρίζουν για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω τους. “Βρισκόμαστε εδώ σ’ έναν κόσμο φρέσκο και οικείο, δικό μας, μ’ όλο που τον έχουμε σαν ξεχασμένο”, συνεχίζει ο Λευτέρης Σκαρτσής. Ένα απ’ αυτά μιλά για τη νύχτα :

Η νύχτα ζυγώνει…
απλώνεται παντού…
Μας σβήνει καθώς έρχεται…
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα…
Το Ανγκιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής κι επιμελητής του βιβλίου, “η ποίηση αυτού του είδους ίσως πρέπει να γίνει πρωταρχική πηγή γλωσσικής σπουδής και ποιητικής αγωγής, αφού τόσο φυσιολογικά νιώθουμε την φρεσκάδα της να είναι η αφετηρία της φυσικής μας ζωής”. Ο αφηγητής με την περιέργεια μικρού παιδιού αφουγκράζεται την παλίρροια:

Κύματα που έρχεστε ψηλά, κόντρα στους βράχους
σπάζοντας, σι, σι!
Όταν ψηλά είναι το φεγγάρι με το φως του πάνω στα
νερά·
παλίρροια ανοιξιάτικη, παλίρροια που κυλάς μες τα
χορτάρια
σπάζοντας, σι, σι,
μες στ’ άγρια νερά της λούζονται τα νέα κορίτσια.
Άκου το θόρυβο που κάνουν καθώς παίζουν!

Άλλοτε παρατηρεί τις αχιβάδες:

Πού πήγε το κοντάρι μου; Εκεί που οι αχιβάδες σπρώχνουν
την παλίρροια.

Άλλοτε μια ομάδα από σαλάχια που βγαίνουν στην ακτή:

Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο στο Αριντιγκμάντζα.
Έλαμπε δυνατά η άμμος;
Η παλίρροια φούσκωσε ως πέρα βαθιά και μαύρη…
Σαλάχια στο κανάλι μια γραμμή.
Κάνουν δρόμο και προχωράνε.
Μια γραμμή πάνω απ’ τον ύφαλο.
Τώρα γλιστράνε δίπλα δίπλα.

Γύρισαν προς τα πίσω έρποντας στην αμμουδιά:
Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο και γυρίζουν πίσω.

Κι άλλοτε τα δελφίνια που σκίζουν τα νερά:

1. Δελφίνια των νησιών κυνηγάνε το ένα το άλλο.
Απ’ όλα τα νησιά, νγκεγεγίμγκε
Απ’ τους βράχους που οι άνθρωποι χτυπάνε τα στρείδια,
απ’ τους υγρούς βράχους.
Τους μουσκεμένους απ το ράντισμα του ανατολικού ανέμου…
Απ’ τη λαμπερή ξηρά τη ανατολής.

2. Λειόδερμο δελφίνι προχωράει έξω στην ανοιχτή θάλασσα …
Ένα ζευγάρι δελφίνια σκουντάνε το ένα το άλλο.
Κόβουν το ένα το άλλο το δρόμο απ’ το Αλακβουράντζα…
Το ένα κόβει το άλλο λοξά στη μέση καθώς προχωράνε,
εγιέγια.
Έκοψαν το ένα το άλλο καθώς όλο προχωρούσαν…

Η απέραντη θάλασσα που αντίκριζαν κάθε μέρα οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έφερνε κάθε φορά στην στεριά κάτι καινούριο:

Από πού είναι αυτές ο καρύδες; Από πού;
Απ’ το Άρνμπαρρνγκίνα, απ’ το Αρμπαρργκίνα.
Χοροπηδώντας πάνω στα κύματα, πλέοντας πάνω στη
θάλασσα,
σκορπισμένες ολόγυρα,
παρασυρόμενες. Πάω στο Μουρούνγκβα που ο άνεμος
φυσάει φρέσκος
και κοντά το Γινμπίγια.
Καρύδες σκόρπιες ολόγυρα. Στη απανεμιά έχουν
σταματήσει.
Πίσω πάλι στη θάλασσα, μετά ξεπλυμένες ως την ακτή.
Πάω στο Μουρούνγκβα και στο Αλιλιγιάνγκα.
Σ’ αυτή την πλευρά οι καρύδες ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τέτοιοι στίχοι προερχόμενοι από τόπους, όπου το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ, μεταφέρουν στον αναγνώστη μια διάθεση εντελώς αναζωογονητική. Αυτό είναι το τοπίο που έβλεπαν εκείνοι οι άνθρωποι:

1.Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με παράλληλα χωρίσματα·
Οι κοιλάδες του βουνού προχωρούν με παράλληλες χαρακιές.
Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με κοφτούς γκρεμούς.
Κατά τους πρόποδες κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά ·
Στα κάτω βάθη κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά.
Πυκνές συστάδες βουνίσια χορτάρια κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά…

2. Μια μάζα κόκκινα χαλίκια σκεπάζει τις πεδιάδες,
Μικρά άσπρα αμμορύακα σκεπάζουν τις πεδιάδες.

Γραμμές κόκκινα χαλίκια ραβδώνουν τι πεδιάδες,
Γραμμές άσπροι αμμόλοφοι ραβδώνουν τις πεδιάδες.

Ένα σπηλιομονοπάτι είναι ανοιχτό μπροστά μου,
οδηγώντας ίσα προς τη δύση…

Αυτή είναι η εικόνα των γερακιών του βουνού:

Τα βουνίσια γεράκια κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά,
Από το θόλο τ’ ουρανού κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά.
Βουτάνε κάτω, όλο πιο κάτω ·
με τραχιές κραυγές κάθονται στο χώμα.

Κι αυτή είναι η εικόνα ενός πανέμορφου θαλασσαετού:

Πέταξε προς τα κάτω για ψάρια.
Λικνιστά γλίστρησε.
Παίζοντας, γυρνώντας το στήθος,
ξυρίζοντας τη θάλασσα.
Έρχεται απ’ τα ύψη
πολύ ψηλά.
Κει πέρα στον ύφαλο
αγγίζοντας με το στήθος τη θάλασσα.
Βουτώντας με το στήθος κατά κάτω…
Άσπρα πούπουλα πλέουν σαν καπνός.
Άλλο ένα φευγάτο πούπουλο πέφτει
Χνουδωτά πούπουλα πέφτουν
Στημένο στήθος,
κει πέρα στον ύφαλο,
κοφτά γλίστρησε πέρα.

Απόστολος Σπυράκης

*Από το Στίγμα Λόγου στο σύνδεσμο: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgxwChJnRdDKLmpBxhrtxRRqQpKDz