Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απʼ τα θαλερά βυζιά σου Πυρετός η βιάση απʼ των νεφρών σου τα σαλέματα. Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία, το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα μου ξεριζώνουν τα πιστόνια. Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απʼ την παραλυσία πρησμένο πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής του ορίζοντά σου σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης… Είναι νύχτα κι η γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.
*
Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου Μαλλιά μπερδεμένα Αιδοία γαντζωμένα Με το στόμα σου για προσκεφάλι Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη Δίχως να μας χωρίζει ανάσα Δίχως λέξεις να μας περισπούνε Δίχως μάτια να μας διαψεύδουν Δίχως ρούχα. Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος Συσπασμένη και ιδρωμένη Λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα Απʼ την αδράνεια φαγωμένη Της έκστασης τρελή Πάνω στον ίσκιο σου νά ʽχω ξεμείνει Καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου Για να πεθάνω ανάμεσα στα δόντια του λαγού Τα σάπια Ευτυχισμένη.
*
Εγωιστικά μ’αγαπάει εκείνη, της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια της αρέσει που περπατώ τ’αλατισμένα χείλια μου πάνω στις άσεμνες γάμπες της, πάνω στα πεσμένα στήθια της της αρέσει που θρηνώ της νιότης μου τις νύχτες ενώ αυτή στερεύει τα μούσκλα που απ’τις άνομες επιθυμίες της αγανακτούνε Δεν είναι από λάθος μου αν τα νύχια σου μακραίνουν Δεν είναι από λάθος μου αν τα μαλλιά σου μεγαλώνουν Δεν είναι από λάθος μου αν κανείς δεν σ’έκλαψε Δεν είναι από λάθος μου αν πάγωσες αγαπημένε Δεν προσδόκησα το θάνατό σου
*
Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο των υπονόμων Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων το στόμα γεμάτο κρέας τα μάτια πλημμυρισμένα μ’ όνειρα να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων Μ’αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα Τ’αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ. Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια κι’εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου θα’θελα ν’αφανίσω των ονείρων μου το αίμα καταργώντας έτσι τη μητρότητα.
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου θέλω τη λύσσα σου θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε Τα βίτσια των αντρών είναι η επικράτειά μου οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.
*
Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’τ’αυτιά μου οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας
*
Άσε με να σ’αγαπώ αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι αγαπώ τον ιδρώτα σου μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου περίρρυτες από χαρά άσε με να σ’αγαπώ άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου σάλιο άσε με να σε τυφλώσω.
Εύα, Παπούσα, ο Θεός ως γυναίκα και τώρα η Μόρα, η Σάρα και άλλες γυναικείες μορφές. Μέσα από τέσσερις ποιητικές εκτινάξεις, η Βίκυ Κατσαρού ορίζει ήδη κάτι περισσότερο από μια καταστατική πράξη για την ίδια, κάτι πολύ περισσότερο από ένα ποιητικό στίγμα για όσα προτίθεται να αφήσει πάνω στον χάρτη των λέξεων.
Δεν έχουμε να κάνουμε με μια δήλωση προθέσεων, αλλά με μια εκ προθέσεως (φύσεως και θέσεως) φαινομενολογία της γυναικείας φύσης. Αν προσπαθήσει κανείς να διαβάσει ξεχωριστά καθένα από τα έργα της, θα λάβει μόλις ένα μέρος αυτή της στάσης. Σημαντικό μέρος μεν, καθαρογραμμένο, αλλά θα έχει χάσει τη συνολική προσπάθεια σύντηξης του αρχαίου μύθου που φέρει η γυναίκα που έρχεται από το ξεκίνημα του κόσμου (ή, ακόμη σωστότερα, από τον κόσμο που εκείνη ξεκίνησε) έως τις μέρες μας.
Όπως ακριβώς έχουμε μια πορεία που δεν σταματάει στον χρόνο, παρά τις όποιες -πολλές- κοινωνικές αγκυλώσεις που θέλουν να μετατρέψουν τη γυναίκα σε παίγνιο, άθυρμα, σκλαβωμένο ειδώλιο και απαξιωμένη υπόσταση, έτσι και το ποιητικό αποτύπωμα της Κατσαρού, ο κόσμος που εκείνη ορίζει διά των λέξεων, είναι πέρα από χρονικές και τοπικές σημάνσεις.
Γυναίκες-ορόσημα
Οι δικές της γυναίκες είναι ορόσημα, είναι οι απαρχές, είναι οι πρώτες και βασικές ραφές αυτού του κόσμου. Ναι, υπό συνθήκες μπορεί κανείς να τις διαβάσει και με τη συμβολοποιημένη διάστασή τους. Αυτός είναι άλλωστε ο ορισμός της αχρονικότητας στη λογοτεχνία. Να ορίζεις κάτι που δεν περιχαρακώνεται, που δεν συμβιβάζεται με τα κοινωνικά προκείμενα.
Άλλωστε, βάσει της δομής του βιβλίου, οι αρχικές σκέψεις που ενδέχεται να παραπέμπουν στη Σάρα της Παλαιάς Διαθήκης υποχωρούν ή, σωστότερα, εντάσσονται σε ένα γενικότερο (αλλά όχι αφηρημένο) πλέγμα μύθων
Αν πρέπει, λοιπόν, να μιλήσουμε για το σημάδι της Σάρας οφείλουμε να μην δούμε μόνο τη στειρότητα που ανένηψε, αλλά την οιονεί γέννηση ενός ολόκληρου κόσμου που ως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε, μέχρι αυτή να τον ορίσει (με ή χωρίς τη θεϊκή βούληση και επίρρωση). Άλλωστε, βάσει της δομής του βιβλίου, οι αρχικές σκέψεις που ενδέχεται να παραπέμπουν στη Σάρα της Παλαιάς Διαθήκης υποχωρούν ή, σωστότερα, εντάσσονται σε ένα γενικότερο (αλλά όχι αφηρημένο) πλέγμα μύθων, παραμυθιών και τραγωδιών που μας έρχονται από παλιά και εν πολλοίς ορίζουν την ανθρώπινη μοίρα.
Αυτό από μόνο του μας εισάγει μια άλλη εξόχως ενδιαφέρουσα προβληματική αυτού του βιβλίου. Μοιάζει να έρχεται από παλιά, αλλά ταυτόχρονα γίνεται σημερινό, όχι με όρους πρωτοεπίπεδης ταυτοχρονικότητας. Μακριά από εμάς οι σκέψεις για ένα βιβλίο που εντάσσεται στον λεγόμενο νέο-φεμινισμό ή σε μια δυναμική λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκες που θέλουν να ορίσουν με ισχυρό τρόπο την αυταξία τους. Όλες αυτές οι μερικότητες φαντάζουν περιοριστικές αυτού που θέλει να κάνει η Κατσαρού.
Η οντολογία
Διότι πέραν της φαινομενολογίας του θηλυκού πόλου, υπάρχει και η οντολογία του. Η Μύριαμ, η Ελσινόρη, η Σάρα είναι πρόσωπα που υπήρχαν πάντα και στο πάντα οδεύουν. Είναι, άραγε, ένα ειδυλλιακό πάντα; Η γυναίκα στην Κατσαρού ζητάει και διεκδικεί. Ρηγματώνει τη συνθήκη που έχει οριστεί εις βάρος της. Η αντιπρότασή της δεν είναι μια επίφαση ισότητας ή η διεκδίκηση μιας τρέχουσας θέσης. Αντίθετα, είναι η δημιουργία ενός άλλου κόσμου, ενός νέου κόσμου. Ολότελα διαφορετικού από τον υπάρχοντα που φθίνει και καταρρέει μέσα στην πληγωτική μεγαλαυχία του.
Πώς σπάει λοιπόν αυτή αλυσίδα;
Επίσης, δεν είναι ειδυλλιακό το πάντα και για έναν λόγο παραπάνω: η Κατσαρού δεν υπαινίσσεται απλώς, αλλά τείνει το χέρι της σε εκείνες τις γυναίκες που στέκονται παράμερα από την άνωση, αδυνατούν να ξεφύγουν από το καταπιεστικό πλαίσιο στο οποίο έχουν περιπέσει. Πώς σπάει λοιπόν αυτή αλυσίδα;
Η λύση της αγάπης
Διά της αγάπης, της συμφιλίωσης, της συνύπαρξης, ανεξάρτητα από το φύλο. Αυτό μας λέει η Κατσαρού, αλλά και πάλι δεν πρόκειται για μια ρομαντική θέαση ενός ιδεατού κόσμου. Η συγγραφέας δεν ξεχνάει πως αυτός ο κόσμος έχει οριστεί πάνω στα θεμέλια της καταπίεσης, της βίας, της πατριαρχίας και της επιβολής του σώματος στο σώμα. Αυτό, όμως, που μας λέει είναι ότι πρέπει να σπάσει ο φαύλος κύκλος της βίας και μέσω μιας νέας γέννησης -ιδού πάλι η κυριαρχία της μητρότητας- να φτιαχτεί κάτι νέο. Πολύ σωστά μας υπενθυμίζει το βιβλίο:
«Ποιο είναι όμως το τίμημα της ελευθερίας; Σε έναν κόσμο που τρέφεται από το ίδιο το χρέος του, η λύση οφείλει να είναι καθολική».
Αρκεί να σκεφτούμε πως στον δικό μας κόσμο, όπου η μερικότητα κυριαρχεί, η βία, εκτός από το να αφήνει εμφανή σημάδια πάνω στο σώμα, γίνεται ακόμη πιο ύπουλη καθώς υποβάλλεται, ουσιαστικοποιείται ενδόμυχα, αποκτάει δύναμη επί των υποκειμένων που έχουν γαλουχηθεί να αποδέχονται τις νόρμες άνευ έτερης αντίστασης. Η υλικότητα και η σωματικότητα στην ποίηση της Κατσαρού είναι καθοριστική. Είναι παλλόμενη, φέρει στοιχεία που ορίζουν μια αλλαγή, έναν μετασχηματισμό, μια σφύζουσα αλλοτροπία. Το ίδιο συμβαίνει και στο τελευταίο της βιβλίο.
Η θρησκεία
Άλλο ένα στοιχείο που ορίζει το έργο της Κατσαρού είναι η σχέση της με τη θρησκεία. Είναι τόσο έντονη η διαλεκτική αυτής της σχέσης που θα έλεγε κανείς πως μεταβαίνει από τη θέωση στη βεβήλωση κι από την αποδοχή στη βλασφημία. Η δική της ιερότητα είναι μια δυνατότητα, ένα δυνητικός άλλος πνευματικός τόπος που κατακτάται διά της εξέγερσης και όχι της άνευ όρων αποδοχής.
Δεύτε φάγετε, αυτή είναι η σάρκα μου, το αίμα μου, η καρδιά μου, η ψυχή μου. Δεύτε φάγετε. Γιατί μετά θα σας φάω εγώ.
Όχι, η Οφηλία δεν είναι μια αποτρελαμένη που τελικά πνίγεται: μετατρέπεται σε μια νέα Λαίδη Άμλετ (sic).
Διά της Ελσινόρης εισερχόμαστε στον καταστατικό μύθο του Άμλετ. Όμως, στην Κατσαρού ο μύθος αποκτάει μια άλλη διάσταση. Όχι, η Οφηλία δεν είναι μια αποτρελαμένη που τελικά πνίγεται: μετατρέπεται σε μια νέα Λαίδη Άμλετ (sic). Μια γυναίκα που κουβαλάει όλες τις οντολογικές ποιότητες που χάρισε ο Σαίξπηρ στον ήρωά του, αλλά πλέον ιδωμένες από τη θηλυκή πλευρά. Ίσως και την πιο ενδιαφέρουσα. Τι κάνει η Λαίδη Άμλετ; Κοιτάζει τον κόσμο από το χείλος του χάους. Σιωπά, αλλά είναι μια εντατική σιωπή, μια σιωπή που γεννάει, που αναστοχάζεται, άρα πραγματεύεται κάτι νέο που θα έρθει κι αυτό μέσω μιας σχάσης, μιας κύησης. Όλα αναδιατάσσονται. Η ηθική, η πολιτική, οι σχέσεις, οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί, η θρησκεία. Όλα τίθενται υπό αίρεση, όλα αποκτούν μια νέα αλήθεια.
Αυτό ακριβώς έχει καταφέρει να κάνει ως τώρα η Κατσαρού. Να δημιουργεί μια ποίηση εύφλεκτη. Σωματική και πνευματική ταυτοχρόνως.
Κάπου εδώ θυμόμαστε -η Κατσαρού σίγουρα μας το θυμίζει- πως η ποιητική πράξη, ως μια ύψιστη μορφή ελευθερίας και αναδιάταξης του υπάρχοντος κόσμου, φέρει αυτή την ευθύνη. Να είναι οραματική, να επιδιώκει, να φέρει πάντα έναν αέρα αναγέννησης, να μην αρκείται στο λίγο και το υπάρχον. Να μην δέχεται και να μην αποδέχεται. Να φτιάχνει εκεί που κάτι χάλασε. Να χαλάει εκεί που ο χαλασμός είναι δημιουργία.
Αυτό ακριβώς έχει καταφέρει να κάνει ως τώρα η Κατσαρού. Να δημιουργεί μια ποίηση εύφλεκτη. Σωματική και πνευματική ταυτοχρόνως. Ποίηση που τελικά χρειαζόμαστε, διότι αυτό που μας συμβαίνει δεν θα μπορέσει να οριστεί και στη συνέχεια να διαλυθεί. Διότι πρέπει να διαλυθεί, και η ποίηση, όπως είναι πάντα με το μέρος του ανθρώπου, θα λειτουργεί πάντα προς αυτή την κατεύθυνση.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για την ποιήτρια
Η Βίκυ Κατσαρού είναι συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμελήτρια. Είναι υπεύθυνη των νέων επανεκδόσεων των έργων του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς και του ανέκδοτου, μέχρι πρότινος, έργου του, Ο Αvήφοpος. Γεννήθηκε το 1987 και ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του τμήματος Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, στη Θεατρολογία και στο Εργαστήρι Επιμελητών του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ).
Έχει γράψει τρεις ποιητικές συλλογές, Τα κεpάσια της Έυας (Εκδόσεις Ιωλκός, 2018), Παπούσα (Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021) και Χαpακίδες (Εκδόσεις Ενύπνιο, 2023). Η Μόpα είναι το τέταρτο ποιητικό βιβλίο της.
Στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα ο Άρης Αλεξάνδρου βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έζησε κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, γράφοντας το «Κιβώτιο». Την περίοδο εκείνη και για την ακρίβεια στα 1969 με 1971 έγραψε υπό τη μορφή άσκησης εννέα ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία περιέχονται στην β’ έκδοση του συλλογικού τόμου Ποιήματα (1941-1974), και φέρουν τον τίτλο «Exercices de rédaction». Δύο εξ αυτών αποδίδονται και στα ελληνικά από τον ίδιο και περιέχονται στον ίδιο συλλογικό τόμο. Τα υπόλοιπα επτά δίνονται σήμερα στην μετάφρασή τους. — ΞΜ
ΑΠΟΔΟΧΗ
Εκτός από τον ουρανό χωρίς πουλιά τα βρεγμένα ονόματα των δρόμων τα νησιά παλιών καιρών εξαφανισμένα σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα γεωγραφίας εκτός από τη γλώσσα μου χαμένη κι αυτή τις λέξεις μεταφρασμένες με λεξικό χωρίς ιστορία χωρίς γη χωρίς νερό εκτός από τον πόνο της τρίτης μου εξορίας.
*
ΜΝΗΜΗ
Μες στο θυμάρι, ανάμεσα στις πέτρες (καλύτερα να σωπαίνεις, δεν θέλω να μιλώ) Κάτω απ’ τον γαλάζιο ανοιξιάτικο ουρανό (να ξεχνάς, αυτό τριάντα σου πήρε χρόνια) Στους αγκαθότοπους θυμάρι ανθίζει (ήταν στης νιότης την αυγή οι τρεις μου φίλοι) Μια μέρα τ’ Απρίλη, μέρα ηλιόλουστη λαμπρή, κείτονταν στο σωρό, είχαν κι οι τρεις τουφεκιστεί.
*
ΕΣΤΕΤ
Η ζωή έχει πρόσωπο, έτσι δεν είναι; Στη φυλακή έλεγα… Ο χρόνος το σβήνει όπως… Βάλτε ένα νόμισμα στις γραμμές. Όταν περάσει το τραίνο, το νόμισμα μένει γυμνό, χωρίς κορόνα, χωρίς γράμματα. Είν’ ό,τι θέλω να πω… η γυμναστική της φυλακής μ` εκνεύριζε. Όχι, αυτό είναι λάθος. Με συγχωρείτε. Μιλάω άσχημα τα γαλλικά. Έπρεπε να πω αυτό μου ήταν ανυπόφορο.
*
Ο ΣΦΥΓΜΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Πέφτει απαλά η βροχή στη γη μα οι σταγόνες της ξανανεβαίνουν στον ουρανό.
Πάει κι έρχεται η απαλή βροχή, ανεβαίνει-κατεβαίνει με ρυθμό και μέτρο, σταθερά, όπως ο σφυγμός του κόσμου,
ο σφυγμός που κάνει το αίμα μου βροχή να πέφτει, που κάνει τη βροχή αίμα μου ν’ ανεβαίνει.
Λοιπόν, απατάσθε, αγαπητέ μου Κύριε. Έχω βροχή περίσσια ακόμα στο κορμάκι μου κι εσείς ήρθατε πολύ νωρίς, φίλε μου Θάνατε.
*
ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ
Το συρματόπλεγμα, ο καταυλισμός, καταλαβαίνετε, συρρικνώνονταν καθημερινά, τα σύρματα έπεφταν κατά πάνω μας απ’ όλες τις πλευρές, τ’ αστέρια κάθε μέρα χαμηλότερα. Τα σκουριασμένα σύρματα πιο κοντά, το στρατόπεδο πιο στενό, το φως σκουριασμένο, τ’ αστέρια από μέταλλο καθημερινά κατέβαιναν Καταλαβαίνετε; Όχι, δεν κατάλαβαν. Ήταν σιωπηλός! Ακόμη κι αυτός δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς τ’ αστέρια έχουν γίνει αγκάθινο στεφάνι. Σαν τίποτα να μην είχε συμβεί, πώς καταφέραμε να φορέσουμε ένα συρμάτινο στεφάνι για καπέλο.
*
ΣΑΦΗΝΕΙΑ
Όσο η θάλασσα κι αν ήταν ταραγμένη όσο κι αν είναι σήμερα ήρεμη και λαμπερή. Κι εγώ, πνιγμένος στο φως, βλέπω ξαφνικά στο βάθος έναν αμφορέα, που κινείται απαλά απ’ τα θαλάσσια ρεύματα του βυθού. Ένας αμφορέας ώχρας με σχεδόν ξεθωριασμένα μαύρα σχέδια. Βλέπω μέσα απ’ τα γαλανά νερά τον αμφορέα μαύρο, με σχέδια ώχρας, που μου θυμίζει κάτι ξαναϊδωμένο, έναν αμφορέα διάφανο πολύ με σχέδια γαλάζια και φόντο κόκκινο της ώχρας. Ναι, τον γνωρίζω! Είναι το κεφάλι ενός αγάλματος. Είναι –το γνωρίζω καλά– το ελληνικό μου κεφάλι. Καρατομημένο.
Γι’ αυτό μοιράζετε λευκές επιταγές στους ειδήμονες: τους ολίγους και τους άριστους! Για να ασχολούνται με τα κοινά και να αποφασίζουν ερήμην σας˙ και αυτοί οι αθεόφοβοι συνωμοτούν εις βάρος σας, κλέβοντας χρήματα, θεσπίζοντας σκληρούς, άδικους νόμους˙ όμως για να πούμε και του στραβού το δίκιο, παραφορτώνετε τους άρχοντες με ευθύνες, ώστε να μην προλαβαίνουν να παρακολουθήσουν τα τούρκικα σήριαλς από την τηλεόραση, ενώ εσείς τα παρακολουθείτε, διευρύνοντας το γνωστικό πεδίο σας, οξύνοντας την κριτική διάθεσή σας.
Αλλά τώρα, δεν μπορείτε να αλλάξετε τα έπιπλά σας, τα είδη υγιεινής, λιγουρεύεστε απ’ τις βιτρίνες τα καγιέν, χωρίς να μπορείτε να τα αγγίξετε, αδυνατείτε να στείλετε τα παιδιά σας στο εξωτερικό, να σπουδάσουν ατομοκρατία, κομπασμό, αδηφαγία, ληστρική, ανεραστία, δολιότητα.
Σας πήραν απ’ το στόμα το δόλωμα της χλιδής με το οποίο σας δωροδοκούσαν. Σας αιφνιδίασαν! Τα χάσατε! Όμως ελπίζετε!
Η τελευταία σας ελπίδα είναι το ενδεχόμενο ενός ολοκαυτώματος, η λήξη του οποίου θα φέρει πάλι την ευημερία της ανάπτυξης, την λύσσα της κατανάλωσης, τις επενδύσεις. Δηλαδή θα ξανανθίσουν όλα αυτά που θα οδηγήσουν σε νέο ολοκαύτωμα. Η γιαγιά μου που έζησε και στην εποχή της έξαρσης της εκμεταλλευτικής καπιταλιστικής κουλτούρας των κρεματορίων, της Χιροσίμα, των Γκουλάγκ, και μάλιστα ήταν τότε (χωρίς να ντρέπεται) μητέρα δύο παιδιών, μετά από χρόνια, πάλι δίχως ντροπή έλεγε: «Αυτή είναι η ζωή Λεωνίδα! Οι άνθρωποι κάνουν πολέμους και μέσα από τα χαλάσματα, αρχίζουν πάλι να δημιουργούν!».
Ενώ με αγανάκτηση , υπερηφάνεια και θράσος περίσσιο η γιαγιά επίσης έλεγε: « Μόνο τα ζώα συνευρίσκονται με όποιο ζώο τους αρέσει˙ ο άνθρωπος με την αιδώ και την ηθική που διαθέτει, διαφέρει από αυτά».
Υ.Γ. Η ανηθικότητα των ζώων συνίσταται (κατά τους ανθρώπους) στην αναίδεια της ελευθερίας των ζώων να εκφράζουν αυτό που νοιώθουν˙ σε αντίθεση με τους ανθρώπους οι οποίοι πνίγονται! Το σύμπλεγμα των ανθρώπων έναντι του θράσους των ζώων να εκφράζονται, αλλά, και έναντι της αυτάρκειας των ζώων λόγω της λιτότητος και της μυικής, ανοσοποιητικής υπεροχής τους (!) αναγκάζει τους ανθρώπους, να διαχωρίζονται από τα ζώα, υποτιμώντας τα, φορτώνοντας σε αυτά, τις αθλιότητες, που, μόνο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να επινοήσουν!
Η αιδημοσύνη και η ηθική των πολιτισμένων ανθρώπων, ευρίσκονται στην Χιροσίμα! Στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου! Μαϊντάνεκ! Τρεμπλίνκα! Μπούχενβαλντ! Σέλμνο! Μαουτχάουζεν! Μπέλζεκ!
Έντιμοι αιδήμονες της καθημερινής εργασίας και της οικογένειας, αυτήν την φορά, η φαντασία της πολιτισμένης ηθικής αρετής σας θα ξεπεράσει τόσο πολύ τα ανωτέρω αριστουργήματά σας, ώστε χορτάρι δεν θα φυτρώσει! Οι λέξεις δε πλούτος, πλούσιος, επιχειρηματίας, επενδύσεις, καριέρα, εξουσία, κέρδος, ανάπτυξη, ελεύθερη αγορά, ανταγωνισμός θα αποτελούν βαρύτατα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος, που όποιος τις προφέρει, θα θανατώνεται πάραυτα!
Όμως θα είναι πολύ αργά για τους εναπομείναντες, προσβεβλημένους μελλοθάνατους.
Σαν ένα κύμα θα ‘ρτει. Ή σαν το ξαφνικό φως που αστράφτει στον ορίζοντα -φανάρι που δεν το ‘δειχναν οι χάρτες. Σαν ένα κύμα. Πάνω στα λάδια και τα γράσσα, πάνω στα μαύρα κουρασμένα σίδερα. Σαν ένα κύμα. Στα βρώμικα, κρυφά φορτία. Στα σκοτεινά και φοβισμένα αμπάρια. Σαν ένα κύμα θα’ρτει -μα εσύ πορεία μην αλλάξεις. Δώσε το στίγμα κι ετοιμάσου μια για πάντα να ξυπνήσεις.
Σε ένα δωμάτιο σκοτεινό μας έβρισκε γυμνούς το ξημέρωμα Άρχιζες τότε να μιλάς σαν άνθρωπος στη θαλπωρή που πάει να φωλιάσει για μια πόλη μακρινή και εκείνα τα παιδιά που μέσα στην ίδια τους φωτιά κάηκαν και τον κόσμο τελικά δεν κατάφεραν να σώσουν από την ιστορία
Κάποτε τα ποιήματα μελωδίες είχαν κρυμμένες για τα τραγούδια και ίχνη άφηναν με τη γραφή να μην μπορεί η σιωπή από την αδράνεια να χάσει ψιθύριζες και στο σώμα σου έψαχνα την απόγνωση να κρύψω και ένα λευκό μαντήλι για εκείνους στο λαιμό σου να τυλίξω
Με χαρτί και λέξεις δεν σώζεται ο κόσμος έλεγες και τα χάδια γδέρνανε τη ψυχή γιατί η συγκίνηση πια δεν μετράει ανθρώπους ζωντανούς μα απώλειες και συντρίμμια και τις ζεστές ώρες σβήνει για μια αγωνία ξένη
Βλέπαμε τις αλήθειες που άναβαν τον κόσμο μήπως ανάποδα γυρίσουν μα εμείς πίσω από κλειστές πόρτες κρυβόμασταν Ψίθυροι που κραυγή θέλαν να γίνουν αυτό ήμασταν μου έλεγες και σε σελίδες κιτρινισμένες κρυβόσουν μην και μας βρει η αντοχή
Ποτέ δε θα σιωπήσουν έλεγες και δεν σταματούσες να ρωτάς γιατί πίσω γυρίσαμε σε εποχές που μίσος ο άλλος γίνεται μέσα σε λίγες ώρες Γιατί ακόμη ελευθερία πρέπει να ζητάμε σαν να έχει ήδη χαθεί; Ποια απειλή έμεινε τώρα εμάς τους τυχερούς των αιώνων να ξυπνήσει;
Η απάθεια φύση μας ντύθηκε και ο τρόμος δεν μας έσωσε ούτε απόψε μου έλεγες λίγο πριν αποκοιμηθούμε στη συντριβή
γνώρισα ανθρώπους χωρίς ρίζες χωρίς την μνήμη της γης χωρίς τα νερά που γλύψανε τις πατούσες των προγόνων τους χωρίς τον απέναντι που μας κοιτά με μάτια όλο προσμονή για ένα μικρό έστω θαύμα νοερά
γκιζεράω στους δρόμους και ρουφώ κατευθύνσεις του ορίζοντα καθώς απλώνω το χέρι για ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα με το αεράκι
στο μάθημα της ιστορίας δεν συγκροτούσα ημερομηνίες αλλά δράσεις και πρόσωπα αποφάσεις και αιματοχυσίες ξεδιψούσα με τις σημαίες που κρεμιόντουσαν σχισμένες στα μπαλκόνια εκεί μαζί κι οι άνθρωποι ξαπλωμένοι στα πλακόστρωτα
κάποτε έγραψα σε μια έκθεση ιδεών τον λόγο που οι πράξεις των αριθμών δεν είναι για μένα αλλά το απέραντο του κόσμου το νεφέλωμα και η δίνη
την ίδια εποχή σκεπτόμουν τα μπορντέλα πως τάχα ήταν χώροι ελευθερίας ήθελα την πόρνη χωρίς την πράξη που έκανε το οίκημα χωρίς την συνεύρεση ανθρώπων
τα δεκαέξι μου χρόνια ονειρευόντουσαν το αναποδογύρισμα του κόσμου γι’ αυτό αγόρασα του τόμους της ιστορίας σε τιμή ευκαιρίας και πέρασαν τα χρόνια μέσα σε εικόνες ενός τσίρκου
στο τέλος όλα τα φαντάστηκα και χώρους και μυρωδιές και πρόσωπα και λόγια και πίστεψα σε ένα θέατρο σκιών ώσπου μια μέρα άδεια απ όλα και με ένα τσουβάλι αναμνήσεις αποφάσισα ότι είμαι απλά ένας ακόμη άνθρωπος και επιτέλους ησύχασα.
τότε ήταν που βροχή ήταν βροχή ο ήλιος, ήλιος το φαγητό, φαγητό το σκέπασμα, σκέπασμα το τραγούδι, τραγούδι η φωτιά, φωτιά η αβύσσους, άβυσσος
κτλ κτλ κτλ
τότε ήταν που πεθύμησα
ένα βιβλίο να είχα ένα βιβλίο μονάχα για όλη την μου την ζωή
οι ανίσχυροι ζώα γυναίκες παιδιά έγχρωμοι μειονότητες ανάπηροι μετανάστες άποροι…
“Κλαύσαμε και οι θεοί είναι σιωπηλοί Εμπιστευτήκαμε και προδοθήκαμε Αγαπήσαμε και ο καρπός ήταν η στάχτη Δώσαμε και το δώρο μετρήθηκε.
Ξέρουμε ότι οι ουρανοί είναι άδειοι, ότι η φιλία και η αγάπη είναι ονόματα ότι η αλήθεια είναι σκωρία σαν στάχτη, οι καμένες φλόγες του τέλους της ζωής.
Πολύ και μάταια περιμέναμε, μετά τη νύχτα του ανθρώπινου τριξίματος, για ένα μόνο τραγούδι στην άρπα της Ελπίδας, ή μια αχτίδα αυγής στην ακτή.
Ναι, τραγούδια έρχονται αιωρούμενα, γλυκό θαύμα, και σπίθες χρωματισμένες σαν βέλη αστράφτουν· αλλά η γλυκύτητα είναι ψέμα, και κουρασμένα πόδια τρέχουν πίσω από μια αχτίδα φωτός βάλτου.
Την ώρα της ανάγκης μας, το τραγούδι σβήνει, και το στεναγμό της θάλασσας φουσκώνει από θλίψη. Η σειρήνα χλευάζει με το γουργουριστό γέλιο της, που πνίγεται στο το βαθύ χτύπημα του θανάτου.
Το φως που κυνηγάμε με τα αδέξια πόδια μας, σαν τους στόχους καλύτερων χρόνων, ταλαντεύεται ψηλά και χαμηλά και εξαφανίζεται, οι σπίθες ήταν βαμμένες με τα δάκρυά μας.
Ο Θεός είναι ψέμα, και η πίστη είναι ψέμα, και η αγάπη είναι δέκα φορές περισσότερο· η ζωή είναι ένα πρόβλημα χωρίς λόγο, και ποτέ κάτι που πρέπει να αποδειχθεί.
Προσθέτει και αφαιρεί και πολλαπλασιάζει, και διαιρεί χωρίς σκοπό ή τέλος. Όλες οι απαντήσεις της ψευδείς, ακόμη και ψευδώς αληθινές, σύζυγος, εραστής, φίλος.
Το ξέρουμε τώρα, και δεν έχει πια σημασία. Τι σημασία έχει η ζωή ή ο θάνατος; Μικροσκοπικά έντομα, αναδυόμαστε από τη γη, ο πόνος και η προσφορά είναι η ανάσα μας.
Σαν μυρμήγκια σέρνουμε στην κοντή μας άμμο, ονειρευόμενοι “μεγάλα πράγματα”. Ιδού, θροΐζουν, σαν φλοιοί σε έναν ωκεανό οργής, στην ορμή των τρομερών φτερών του Χρόνου.
Ο ήλιος χαμογελάει χρυσός, και τα φυτά λευκά, και ένα δισεκατομμύριο αστέρια χαμογελούν, ακίνητα· Ακίνητα, άγρια σαν εμάς, το καθένα γυρίζει προς τη γη, Και δεν μπορεί να κρατήσει τη θέλησή του.
Χτισμένα, ανόητοι, τα μεγάλα σας πράγματα, Ο χρόνος θα φέρει στο τίποτα· Ζεσταίνεται με τραγούδι, τραγουδάει το γλυκό ψέμα, Και το ψεύτικο βέλος τα δάκρυά του σφυρηλάτησαν.
Για εμάς, μια εκεχειρία για τους θεούς, τους έρωτες και τις ελπίδες, Και μια προσευχή φωτιάς και ροής· Μια ελαφριά στροφή στον χορό του θανάτου, Και ένα δυνατό ζήτω για τον τάφο!
1892
*
Ζωή ή Θάνατος
Μια ψυχή, στα μισά της Πύλης, είπε στη Ζωή: “Τι μου προσφέρεις;”
Και η Ζωή απάντησε: “Πόνος, ο αδιάκοπος αγώνας, η απογοήτευση, μετά από αυτά Σκοτάδι και σιωπή.”
Η ψυχή είπε στον Θάνατο: “Τι μου προσφέρεις;”
Και ο Θάνατος απάντησε: “Στην αρχή, αυτό που σου δίνει η Ζωή στο τέλος.”
Στρεφόμενη στη Ζωή: “Τι θα γίνει αν ζήσω και αγωνιστώ;” «Άλλοι θα ζήσουν και θα πολεμήσουν μετά από εσάς Λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι πιο εύκολο εκεί που πρέπει να πάτε εσείς.»
«Και για τους αγώνες τους;» «Ένα πιο εύκολο μέρος θα είναι Για τους άλλους, ακόμη και στο αποκορύφωμα του πιο οξύτατου πόνου Της αγωνίας που κατακτήθηκε.»
«Και τι έχω εγώ να κάνω με όλους αυτούς τους άλλους; Ποιοι είναι αυτοί; «Εσύ ο ίδιος!» «Και όλοι αυτοί που ήταν πριν από εσάς», «Εσύ ο ίδιος!»
«Το σκοτάδι και η σιωπή, επίσης, έχουν τέλος;» «Τελειώνουν στο φως και τον ήχο. Η ειρήνη τελειώνει στον πόνο, Ο θάνατος τελειώνει σε μένα, και εσύ πρέπει να γλιστρήσεις από τον Εαυτό.
Για τον Εαυτό, όπως το φως στη σκιά και η σκιά στο φως ξανά, Διάλεξε!» Η ψυχή, αναστενάζοντας, απάντησε: «Θα ζήσω.»
Υπάρχει εκτός των άλλων κι ένα τραίνο. Κοιτάζω πάντα προς τα πίσω ν΄ απομακρύνουνται τ΄ άγνωστα τούτα ζώα. Είμαι χαρούμενος συχνά που δεν αφήνουμε ίχνη. Εσείς οι άλλοι μη μιλάτε Το παιδί αυτό απεβίωσε χθες και στην πόρτα ο ανίδεος επισκέπτης βαστάει το ψάρι του δεμένο με το πράσινο βούρλο. Τι άραγε κερδίσαμε ταχτοποιώντας τις χρονολογίες; Μάθαμε αυτό και το είπαμε δημιουργώντας κάποιες ιδέες. Το είπαμε ο καθένας με τη σειρά. Όπως υπάρχει μια ψηλή ξυλένια σκάλα και κόπος πολύς. Και κάποτε ένας σκύλος σήκωνε το πόδι του άμα το επιθυμούσατε. 1942