Kai Pohl (Κάι Πολ), Ποιήματα

Egoshooting

To μουρμουρητό των χρήσιμων
ηλιθίων στην τράπεζα, στο δωμάτιο του
ξενοδοχείου’ οι αστικές νευρώσεις τους,
ο ισόβιος δονζουανισμός τους,
η πίστη τους στο τίποτα ως μέσο
αυτοβελτιστοποίησης. Ο φόνος είναι
για τους ανθρώπους ένα υπεράθλημα,
τους αρέσει να ξεκοιλιάζουν τους
ανταγωνιστές. Δημοσιονομική
εξυγίανση
ονομάζεται η πιο φτηνή
μορφή κυριαρχίας, το κυνηγητό που
παίζουν τα παιδιά λέγεται ανταγωνισμός,
η αειφορία είναι ένα κράμα του χρόνου που
απομένει και της επίθεσης των eurofighters.
Βάλτε τη βαλβίδα εξάτμισης στον κώλο σας,
αφήστε την ψωλή σας να επιμηκυνθεί
μέχρι το φεγγάρι, ανατινάξτε το μυαλό σας
με το Know Your Enemy. Δεν χρειάζομαι
τις διαφημίσεις ούτε τις ειδήσεις, ζωντανά
από το κυβερνητικό μέγαρο
. Δεν χρειάζομαι
κανένα κυβερνητικό μέγαρο. Δεν χρειάζεται
να δω το αίμα μου να χύνεται, για να βεβαιωθώ
ότι είμαι ζωντανός.

***

Παγκόσμιο πρότυπο

πάνω πάνω οι φυσικοί νόμοι
των ανθρώπων:
το κεφάλαιο & η ανάπτυξη
του κεφαλαίου μέσω
της εργασίας της εργασίας
της εργασίας

από κάτω:
η κυριαρχία
της δικαιοσύνης:
χρυσάφι χρήμα & λοιπά
περιουσιακά στοιχεία

από κάτω: η ελευθερία
ως προσαρμοστική συμπεριφορά

από κάτω: φετίχ
ή
η μαγεία της ύπαρξης:

γιατί δεν είναι απαραίτητα
ζωντανό ό,τι κινείται &
αυξάνεται & ό,τι
Αναπτύσσεται

αντιθέτως ό,τι ζει
κινείται
αναπτύσσεται &
Αυξάνεται

***

Θραύσμα

1.
Με παράτησαν σ’ αυτό εδώ το μέρος:
αφύλακτα σπίτια, πρόχειρα καταφύγια,
τα σύννεφα: επιφάνειες προβολής
για κακάσχημα δάχτυλα λέιζερ,

το μοναδικό πρόσταγμα: να τα βγάλω πέρα,
έρχομαι απ’ το τίποτα, οδεύω προς ένα άλλο τίποτα,
πολύ ιδιωτικά, σχεδόν αυτιστικά, φαουστικά,
γεμάτος προθέσεις πώλησης.

2.
Πετσοκομμένα σώματα στους τίτλους των εφημερίδων,
συμπυκνωμένα στο μεγάλο τοπίο’
το μείγμα νταντά και μπιτ
μας δίνει το πανκ.

Μεταλλικοί ήχοι θανάτου,
προς την τάφρο προχωρά η νύχτα,
μέσα της φυτρώνουν τα άνθη του Τρακλ.

Λαμπρό θα είναι το μέλλον,
like giant metal beast,
στους δρόμους της 17ης Ιουνίου… 1

Να θάβεις λουλούδια κάτω από λουλούδια,
το φως βουλιάζει στη βροχή και τη νύχτα’ μπροστά στην εσωτερική κόλαση
κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια.


Τίποτα, τίποτα.
Το μέλλον έχει φαγωθεί.
Η ρήξη με τη συνέχεια της κυριαρχίας
θα πρέπει να είναι ρήξη
με τη γλώσσα της.

1.Σ.τ.Μ. Στις 17 Ιουνίου 1953 πραγματοποιήθηκε στην Ανατολική Γερμανία μεγάλη εργατική εξέγερση την οποία κατέπνιξε ο σοβιετικός στρατός.

***

Ενώ διασχίζω τη γέφυρα

βγάζω το νόμισμα απ’ τη δεξιά
τσέπη του παλτού
το πετάω στο ρυάκι και
το βλέπω να βουλιάζει στον βυθό

στον βυθό του ρυακιού
που γνωρίζω όλη μου τη ζωή

τώρα όταν βάζω το δεξί
χέρι στην τσέπη του παλτού
ψηλαφώ
το κρύο καθάριο νερό

*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από το φυλλάδιο με ποιήματα του Γερμανού ποιητή, με τίτλο “σφηνάκια πανικού, λεκέδες από πίσσα” που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε με τη γενική ευθύνη του περιοδικού (-ποιητικού σκεύους) “Τεφλόν”. Για τον Kai Pohl δημοσιεύτηκε αφιέρωμα στο “Τεφλόν” (τεύχος 9, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2013) σε μετάφραση Nadja Jazra Khaleed (σελ 32-46).

Ο Kai Pohl

Έφη Καλογεροπούλου, από το “Έρημος όπως έρωτας”

Νερά έτρεχαν
κύλησαν ανάποδα
σκόνταψε
στα ίδια του τα πόδια.

– Στα ίδια του τα πόδια, είπες;

Στη χώρα
που ευχές δεν υπάρχουν
μπορείς άνετα να καθίσεις
στους λεπτοδείχτες του ρολογιού σου
και να κουρδίσεις απευθείας
την ανάσα σου.

– Τι είπες;
Τι είπες;
Τι είπες;
Τι είπες;

Άνθρωποι από χιόνι.
Άνθρωποι από χιόνι.

Άνθρωποι από χαρτί.
Άνθρωποι από χαρτί.

Πριν από το τέλος
το τέλος με ρολογάκι μοιάζει
που αναπνέει δευτερόλεπτα.

– Τι είπες;
Δεν ακούω, δεν ακούω.

*”Έρημος όπως έρωτας”, εκδ. Ποιείν, Απρίλιος 2015.

Δημήτρης Καφετζής, Τύψεις

Φώτο: Susan Omand

Είναι κρεμασμένες σιωπές σε καθρέφτες.
Κεραίες που τρυπάνε ουρανούς και κάνουν ήλιους πληγές ματωμένες.
Είναι οι σκιές που καλύπτουν το κενό όλο και πιο βαθιά καθώς τις τυλίγει το φως.

Έρχονται και κάθονται σαν μαύρες πεταλούδες στον ώμο σου,
πλέκουν φιλιά του Ιούδα
και σου ψιθυρίζουν φόβους κι ανάγκες ανεκπλήρωτες.

Είναι οι σιγανοί, στρυφνοί τριγμοί της πόρτας, που οδηγούσε σε αυτά που σ’ έκαναν να μετανιώσεις.
Όχι,
όχι τόσο για κείνα -που άφησαν τους δείκτες του χρόνου να περάσουν
από πάνω τους- μα πιο πολύ για όσα δεν υπήρξαν ποτέ.
Είναι η αγχωμένη κραυγή σου, που πνίγεται μες στο υγρό σου μέτωπο
τα βράδια των κατακλυσμών.
Ηλεκτρισμένα καλώδια, που περνούν το μεταίχμιο του τώρα και
στέκονται μπροστά από κάθε επόμενη στιγμή.
Είναι τα μη και τα πρέπει, που σ’ ακολουθούν ακόμα κι αν ήταν
μόνο ένα αστείο.

Μπάσες συγχορδίες μι και λα μινόρε
παρέα στις φλέβες σου που πάλλονται βασανιστικά.

*Από τη συλλογή “Ροές”, εκδ, Ιωλκός, Μάιος 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Ο δρόμος του καθενός

Ο πόνος
είναι προσωπικό πρόβλημα
του καθενός
κι άμα δεν έχεις
πονέσει το ίδιο
δεν μπορείς να καταλάβεις
τον άλλο
παρά μόνο ξέρεις
να δίνεις συμβουλές
από την εικόνα
που σχημάτισες επιφανειακά
αυτό το κάνουν όλοι
φίλοι, συγγενείς
ψυχολόγοι
μα όλα αυτά δεν έχουν ουσία
μόνος ξεπερνάει κανείς
τα προβλήματα του
μόνος του υποφέρει
κι ύστερα σηκώνεται
και συνεχίζει
το δρόμο της ζωής.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης από Arno Rafael Minkkinen.

Δημήτρης Τρωαδίτης, όλα κυλούν

όλα κυλούν
ο χρόνος
τα δάκρυα
οι στάλες στο πλακόστρωτο
κάποιες ρανίδες ιδρώτα
στα πολυφορεμένα ρούχα

οι αναμνήσεις κυλούν κι αυτές
στο κουρασμένο κορμί μας
όμοιες με στιγμιότυπα
από μια ταινία
που την βλέπουμε συνεχώς

κι η τρέλα μας κυλάει
κυκλοφορεί αίτημα πάγιο
έι, προύχοντες
άντε στο διάολο

Στέλιος Ροΐδης, October

Χρώμα σε έντονο κόκκινο
Παραμονές της μοναξιάς
Το στόμα σου κλειστό και το όνομα
Που κρατάς μόνο για εσένα
αγάπη, πλεόνασμα παθών,
Και η πληρωμή σου, έργο
Τώρα νέο, κάτω από την μύτη
Των παραλυμένων από τη σκουριά
Αγαλμάτων.
Και ο πόνος σου τώρα αίσθημα
Αισθητική, και καινούργια ρουχα,
Και τίποτα μου παραπονιέσαι δεν περνάει
Από εδώ,
Στείλε μου τον άνθρωπο που
αγάπησα πίσω για μια στιγμή
και σου χαρίζω νύχτα, λες,
όλη του τη χάρη και τη χαρά
και την κουραση των καινούργιων
ψυχρών ανέμων που το στόμα μου
τώρα γεννά, και η νύχτα το κάνει
και ο Οκτώβρης χαρίζει στον
άνθρωπο, τη νέα σιωπή, να τα βγάλει
πέρα, και αν τα καταφέρει
τα λένε μετά, ξανά.

*Από τη συλλογή “Παλιά παπούτσια”, εκδ. Έψιλον, 2004.

Βασίλης Κουντζάκης, Τυφλότητα

Κουβαλώ το σκοτάδι
Τη σιδερένια πινακίδα
Τ’ ουρανού
Το χώρισμα των λόφων
Την τυχαία εναλλαγή
Επιγραφών

Θα σε αφήσω
Δε θα ταξιδέψω άλλο
Διαμέσου φωτός

Δε θα προσεγγίσω
Ως έντομο
Το άνθος
Ως άνεμος
Την πλαγιά
Και το δάσος

Θα συναντηθούμε ξανά
Σ’ έναν κόσμο
Δίχως όραση

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελίδα του ποιητή στο facebook.

Leyla Josephine, νομίζω ήτανε κορίτσι

νομίζω ήτανε κορίτσι

όχι

ξέρω πως ήτανε κορίτσι και νομίζω πως θα μου ‘μοιαζε πολύ

γεμάτο πρόσωπο, μάτια καστανοπράσινα και καστανά μαλλιά τόσα πολλά που θα μπορούσα να τα φτιάξω όνειρα τη νύχτα

θα κόλλαγα αστεράκια στο ταβάνι της και θα της έλεγα πως ήτανε πυγολαμπίδες για να την προστατεύουνε απ’ το σκοτάδι

θα λέγαμε ιστορίες για τον παππού της

και θα ταΐζαμε κύκνους στα πάρκα

θα έμοιαζε ίσως και σε εσένα, με τα μεγάλα σου χέρια και πόδια

το ειρωνικό χαμόγελό και τα πάντα καινούργια σου αθλητικά παπούτσια

θα ήταν δυνατή, πιο δυνατή από όσο ήμουνα ποτέ

και θα της μάθαινα όσα μου έμαθε η μητέρα μου

και θα την πήγαινα σε όλα τα μουσεία και θα βλέπαμε τους σκελετούς απ’ τους δεινόσαυρους

και βλέποντάς τους θα σκεφτόμασταν όλα τα πράγματα που υπήρχανε προτού αυτή να γεννηθεί

θα μπορούσε να είχε γεννηθεί

θα έβρισκα έναν τοίχο για να μετράμε το ύψος της καθώς μεγάλωνε

θα ήμουν η καλύτερη μητέρα για να πάρει παράδειγμα

όμως θα στήριζα κάθε δικαίωμά της να επιλέξει

να επιλέξει τη ζωή που θέλει, το μονοπάτι της

θα πέθαινα για αυτό της το δικαίωμα, όπως κι εκείνη πέθανε για το δικό μου

συγγνώμη όμως ήρθες τη λάθος στιγμή

δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι

έχω τόσο κουραστεί να συγκρατώ αυτές τις λέξεις.

ήμουνα έφηβη με ένα αγόρι που αγαπούσε ανάμεσα στα πόδια της που το ένιωθε απόμακρο

και το επίδομα ανεργίας δε σε προετοιμάζει ακριβώς για οικογένεια

είμαι μία στις τρεις, είμαι μία στις τρεις, είμαι μία στις τρεις,

έπρεπε να λαξεύσω αυτή την κερασιά

που ρίζωσε μέσα στο αίμα μου και άνθισε μες στο μυαλό μου

μια ευθύνη που δεν είχα την ενέργεια ή ηλικία να πάρω

κλαδιά που επισκίαζαν ολόκληρο τον κήπο

οι σκέψεις και η καρδιά μου να σκληρύνουν απ’ τον φλοιό

δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι

είναι ένα κενό που το αισθάνεσαι γεμάτο, το μούδιασμα που το αισθάνεσαι βαρύ

σταμάτα να προσπαθείς να ταιριάξεις το πώς αισθάνεσαι με όσα διαβάζεις σε φυλλάδια αυτοβοήθειας

μπορώ να το αισθάνομαι όλο, μπορώ να το αισθάνομαι

είμαι γυναίκα πλέον, είμαι φτιαγμένη από ατσάλι,

κι αυτή δεν ήτανε ούτε κορίτσι ούτε αγόρι

όλα αυτά είναι μαλακίες που σου λένε για σε έχουνε εκτός βουλής, να σου χτυπάνε την άδεια μητρότητας

μη σε ακούσω να μου λες για φόνο

70.000 κάθε χρόνο, 70.000 κάθε χρόνο, 70.000 κάθε χρόνο

νεκρά

δηλαδή 192 κάθε μέρα

από κρεμάστρες, παυσίπονα, και επικίνδυνες εκτρώσεις από μη ειδικούς

μη σε ακούσω να μου λες για φόνο

εκτρώσεις παντού στον κόσμο σαν άσκηση για το σπίτι

ψάχνοντας για απαντήσεις στα δάση στις παλάμες μας, στα εξογκώματα στις κοιλιές μας, στους ψιθύρους στα αυτιά μας

μονάχα για να βρούμε ερωτηματικά.

οι γυναίκες αποκρύπτονται απ’ τα βιβλία ιστορίας

έτσι κι αλλιώς μιλάμε για ιστορία (history)

his story

λοιπόν αυτή είναι η herstory, ourstory, που να πάρει

αυτή είναι η ιστορία μου

και δε θα γραφτεί με μολύβι για να σβηστεί με ενοχές

θα γραφτεί με στυλό και θα ειπωθεί με θάρρος

θα την ακούσεις στο ραδιόφωνο καθώς πας στη δουλειά, θα τη μελετήσεις στο σχολείο,

θα μάθεις για αυτήν σε καφέ, σε σουπερμάρκετ δίπλα από αγγελίες για μαθήματα γιόγκα για μωράκια

γιατί δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι, δε ντρέπομαι

είμαι γυναίκα πλέον.

κανείς δε με δαμάζει

πιστεύω πως αυτός ο τερματισμός είναι μία μορφή δημιουργίας

δε θα πάει χαμένη

αυτό είναι το σώμα μου, αυτό είναι το σώμα μου, αυτό είναι το σώμα μου,

δε με ενδιαφέρουν οι ηλίθιες απόψεις σου

θα γίνω μάνα όταν το θέλω

*Μετάφραση: Sam Albatros

**Από το https://queerpoets.com/poems-about-abortion/?fbclid=IwAR0ysnCTLhhOMYjcv9jU6V86MWFN3S_4EimI-EGuoOPR2xnfrtyT0lMJ3q8

Μαρία Σερβάκη (1930-2015), Σαν πλάσμα των ονείρων μου

Σαν πλάσμα των ονείρων μου όταν ήρθε και
στάθηκε μπροστά μου ακόμα μια φορά
Αυτός ο
Διαπραγματευτής

Των υδάτων των πουλιών των θεών των ουρανών

Γύρισε πάλι κοντά μου η μητέρα μου η νύχτα, φώναξε

Το βλέμμα του μόλις που με κρατούσε στη ζωή

Ο θάνατος δεν είναι παρά ένα υπερβόρειο χαμόγελο
Είπε

Κι έγινε νύχτα

*Από τη συλλογή “Ο οδοιπόρος”, εκδ. Εκάτη, 2013.

Paul Verlaine, Φθινοπωρινό τραγούδι

Μετάφραση: Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

Του φθινοπώρου οι μακρινοί,
οι ασταμάτητοι λυγμοί
καθώς ξεσπούνε
με μιαν ανία αβάσταχτη
την τρυφερή μου την καρδιά
έρχονται και χτυπούνε.

Κι όταν ο χρόνος ο πικρός
μέσα στη θλίψη μου κι αυτός
το διάβα του σημαίνει,
μες σε λυγμούς αναπολώ
την παιδική μου τη ζωή
την περασμένη.

Και με τ’ αγέρι που φυσά
και δώθε-κείθε με πηγαίνει
αθέλητα αναχωρώ,
σαν ένα κιτρινόφυλλο
που έπεσε και χάθηκε
για πάντα πια νεκρό.