Λες
καλοκαίρι
στη σταγόνα που αφρίζει τη θάλασσα
κι η σπηλιά της
το γαλάζιο σαλάχι
στο μετάξι τον έρωτα έπινε,
εκστρατείες μυρμηγκιών
λιποτάκτες σε εξέλιξη που γεννούσαν στα πόδια της
τα ζώα του πάθους για όσες ώρες τη μέτραγα
πίσω μου
γλίστραγε η μάνα μου
– δόντια προσώπου που μού τρωγαν το κεφάλι –
ήλιε
που είσαι λέξη
μα εγώ ψάχνω μια σκιά από χώμα
αδερφέ μου
που με τον θάνατό τους μάκρυνες
στο υγρό ασήμι του Ωρίωνα
στα στερεότυπα για το Α του Κενταύρου
στην Ελευσίνα
σκιές
που σκαιωδώς κολυμπούσατε
στης Καλντέρας το κατάμαυρο χιόνι
αγάπη μου
που αλήτεψες στην μηχανιστική σου δροσιά και στα ανάλεκτα
λες
κι ήσουν αυτόματο
ή κώδικας
ή μια φέτα ναυτίλου αποσχισμένη
τα πανιά σου σαν άνοιξες
πώς τυλίχθηκα σε μια νύχτα που έχυνα φως
λες
καλοκαίρι και πάλι
λες
χρόνε που υποδύεσαι τα σάρωθρα
μην είσαι απλά ένα φαράσι;
Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω
γωνία αριστερά στο βάθος, να έρχεται
προς το μέρος του. Συνεχίζει να περπατά.
Χρόνια σκοτάδι ανάμεσα. Στρίβει. Στον
καθρέφτη της διπλανής βιτρίνας τον
βλέπει πάλι. Κοιτάζονται. Πλησιάζει.
Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα
παπούτσια. Βγαίνει. Τώρα. Χρόνια μετά.
Τίποτα ίδιο. Βιάζεται, τρέχει, βγαίνουν
στον υπόγειο.
Ένας ήχος ακούγεται. Δυναμώνει:
– Είμαστε δυο σκοτάδι φως μέρα νύχτα
κάθε μέρα κάθε νύχτα όλη μέρα όλη
νύχτα είμαστε δυο σε σχήμα ενός.
Φυσάει.
Τίποτα ίδιο. Ένα τσούρμο αδέσποτων
σκύλων μπερδεύεται στα πόδια τους
γαβγίζουν σκοντάφτουν πιο κάτω σκάλες.
Κι άλλες. Πολλές. Κυλιόμενες. Τα
σκαλιά τους χορεύουνε σαν πλήκτρα
χορεύουν. Φυσάει.
Άνθρωποι από χαρτί.
Άνθρωποι από χαρτί.
Τους παρασέρνει ο άνεμος.
Χάνεται.
Χάνονται.
*”Έρημος όπως έρωτας”, εκδ. Ποιείν, Απρίλιος 2015.
με τις ώρες μπροστά σ’ ένα κομμάτι χαρτί
χαμογελάς
ω ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα μα γράψε κάτι για τούτη τη νύχτα -ειδικά
ετούτη-
και μετά πέτα τις λέξεις στον αέρα άστες να στριφογυρίζουν και άπλωσε
τα χέρια σου
άγγιξε τες
μα ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα και εγώ
τι να σας πω
τι να σας πω
για τούτη τη πένθιμη νύχτα του
ακροβάτη
δεν ξέρω
οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο νεκροί από ποτέ
και οι γάτες τριγυρνάνε στις σκεπές και οι γέροι κλαίνε στα λιμάνια
τα χέρια να αιωρούνται στο σκοτάδι οι ψυχές να διαβαίνουν τα σοκάκια
και εγώ
μα τι να σας πω
δεν ξέρω
περπατάω σε ετοιμόρροπες
γέφυρες
ξενυχτάω σε μια άδεια άγνωστη πολιτεία
οι μεθυσμένοι θα κοιμούνται στα βρώμικα παγκάκια
τα παιδιά θα ονειρεύονται παρέα
με τ’ αστέρια
εγώ
καίγομαι
τα βράδια
εκτοξεύομαι
-μα οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα- οι καμπάνες τις πόλης χτυπάνε
κάποιοι τούτη την ώρα έρχονται κάποιοι τούτη την ώρα φεύγουν
τι να πει ένας μοναχικός καθώς
οι πόλεις ερημώνουν
οι ζωές χάνονται
τι να πει στις μέρες που φεύγουν ή
στα σκυλιά που κλαίνε στους δρόμους -μάλλον τίποτα-
μόνο θα πάρει στη χούφτα του
δυο τρεις λέξεις
θα μυρίσει τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσει και όλα χαθούν θα τις κρύψει στη μασχάλη του
θα μοιραστεί μαζί τους τη γαλήνη απόψε δε φυσά αέρας και ούτε
ο ουρανός έχει
αστέρια
λέξεις μαχαίρια
άγιες
ανέγγιχτες
ταξιδεύουν στον ορίζοντα
ελεύθερες
όμως εγώ θα τις κρύψω στη μασχάλη μου θα μυρίσω τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσω και όλα χαθούν
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
& έχω παντού βρεθεί
όταν οι άποικοι
πολέμησαν τους Βρετανούς
ήμουν εκεί βοήθησα τον άποικο
βοήθησα τον Βρετανό
μετέφερα γράμματα
έκλεψα μυστικά
οδήγησα τους άντρες
& κανείς δεν σκέφτηκε
να με ενοχλήσει
ήμουν απλά μια
Μαύρη γυναίκα
οι Βρετανοί έχασαν
χαμένη & γω
αλλά ήμουν εκεί
& δεν σταμάτησα να κινούμαι στιγμή
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
& έχω παντού βρεθεί
πήγα στη δύση, ναι
οι Μαύροι στρατιώτες
είχαν κι αυτοί γυναίκες,
& φρόντισα γη
& σοδειά & παιδιά
αλλά δεν έκανα μόνο αυτά.
Κουβάλησα φορτία
& μετέφερα επιστολές
ήπια μπόλικο ουίσκι
& πυροβόλησα μερικά αρσενικά
τα βιβλία δεν λένε πολλά
για όσα έκανα
αλλά ήμουν εκεί
& δεν σταμάτησα να κινούμαι στιγμή,
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
& έχω παντού βρεθεί
σε πλατφόρμες και σκηνές
για την ελευθερία να μιλώ
ελευθερία για τους Μαύρους
ελευθερία για τις γυναίκες
στον Εμφύλιο επίσης
να κουβαλώ μηνύματα
να επιδένω τραυματισμένα σώματα
να κατασκοπεύω & να εξαπατώ
ο νότος έχασε ακόμα χαμένη
& εγώ αλλά ήμουν εκεί
& δεν σταμάτησα να κινούμαι στιγμή.
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
& έχω παντού βρεθεί
ήμουν στο λεωφορείο
με τη Ρόζα Παρκς
& στους δρόμους
με τον Μάρτιν Κινγκ
διαδήλωσα
και τραγούδησα
και έκλαψα
και προσευχήθηκα
ήμουν με την SNCC1
& ήμουν με το CORE2
ήμουν στο Γουάτς3
όταν οι δρόμοι
φλέγονταν
ήμουν Πάνθηρας
στο Όκλαντ
στη Νέα Υόρκη
με τη NOW4
στο Σαν Φρανσίσκο
με την απελευθέρωση των γκέι
στην Ουάσινγκτον με
τις ριζοσπάστριες λεσβίες
ναι, ήμουν εκεί
& κινούμαι ακόμα.
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
παιδί του ήλιου
κόρη του σκοταδιού
κουβαλώ φωτιά τον κόσμο να κάψω
γίνομαι νερό τη δίψα του να σβήσω
είμαι γέννημα σκλάβων
είμαι απόγονος βασιλισσών
είμαι ακίνητη όπως η σιωπή
ρέω όπως η πηγή
Είμαι η Μαύρη γυναίκα
επιζήσασα
επιζήσασα
επιζήσασα
επιζήσασα
Επιζήσασα
Μαύρο κίνημα.
Σημειώσεις 1. Student Non-Violent Coordinating Commitee: Πρωταγωνίστησε στο Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων (Civil Rights Movement) στις αρχές της δεκαετίας του ’6ο. Στα τέλη της δεκαετίας ριζοσπαστικοποιήθηκε και συμμετείχε ενεργά στο κίνημα της Μαύρης Δύναμης (Black Power).
2. Congress for Racial Equality: Ιδρύθηκε το 1942 και διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στο Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων.
3. Τον Αύγουστο του 1965 η εξέγερση των μαύρων στη γειτονιά του Γουάτς στο Λος Άντζελες άφησε πίσω της περισσότερους από τριάντα νεκρούς και χίλιους τραυματίες.
4. National Organization for Women: Φεμινιστική οργάνωση η οποία ιδρύθηκε το 1966 διεκδικώντας «ισότητα ευκαιριών και ελευθερία επιλογής». Σήμερα αριθμεί περισσότερα από μισό εκατομμύριο μέλη.
*Το ποίημα προέρχεται από μικρό φυλλάδιο με ποιήματα της μαύρης φεμινίστριας, λεσβίας και αγωνίστριας για τα δικαιώματα των μαύρων των ΗΠΑ, Pat Parker (1944-1989) που κυκλοφόρησε από κοινού το ποιητικό περιοδικό ‘Τεφλόν” και η Μιγάδα – ομάδα γυναικών ενάντια στις νέες πειθαρχήσεις.
Η αυγή της Νέας Υόρκης έχει
τέσσερις κίονες από λάσπη
κι έναν ανεμοστρόβιλο από μαύρα περιστέρια
που βουτούν μέσα στ’ ακάθαρτα νερά.
Η αυγή ης Νέας Υόρκης όλο θρηνεί
μες στις απέραντες σκάλες
ανα ζητώντας ανάμεσα στ’ αγκωνάρια
νάρδους σχεδιασμένης αγωνίας.
Φθάνει η αυγή κι όμως κανένας δεν τη δέχεται στο στόμα του
γιατί εκεί κάτω δεν υπάρχει πρωί κι ελπίδα πιθανή.
Κάποτε τα νομίσματα σε μανιασμένα σμήνη
τρυπούνε και καταβροχθίζουv τα εγκαταλειμμένα παιδιά.
Κείνοι που πρώτοι βγαίνουν έξω νιώθουνε μέσα στα κόκαλά τους
πως δε θα υπάρξει ούτε παράδεισος ούτε έρωτες που φυλλοροούν
ξέρουν πως πάνε προς το βόρβορο των νόμων και των αριθμών
προς τα’ άτεχνα παιχνίδια; προς τους άκαρπους ιδρώτες.
Σαβανωμένο είναι το φως ανάμεσ’ από αλυσίδες και θορύβους
στην καταφρόνια την αδιάντροπη μιας επιστήμης δίχως ρίζες.
Άνθρωποι ανύπνωτοι τρικλίζουν στα προάστια
σα να γλίτωσαν από κάποιο ναυάγιο αίματος.
*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης>
**Περιλαμβάνονται στην δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και ισπανικά) «Federico Garcia Lorca Ποιήματα» των εκδόσεων Κοροντζή (Αθήνα 2007) με σχέδια των Alex Morales και Χριστίνας Κοροντζή.
Με ύφος Δον Ζουάν στα πενήντα και βάλε
Λίγο πριν τη μεγάλη κατηφόρα
Έλεγε και ξανάλεγε
Πως τόσα κερδισμένα χρόνια
Η μόνη σημαία που ανέμιζε για εκείνον
Και μετρούσε
Δεν ήταν άλλη
Από τα ρούχα που έβγαζε
Η κάθε μεθυσμένη στο κρεβάτι του•
Ίσως να σήκωσε λάβαρα αρκετά
Αν και οι αριθμοί μοιάζουν καμιά φορά
Σαν κατορθώματα ηρώων σε μυθικές ανδραγαθίες•
Πάει καιρός
Που βρήκαν τον Στηβ σ’ ένα δωμάτιο
Φίσκα στα άδεια μπουκάλια από ποτά
Και στ’ αποτσίγαρα
Με το τελευταίο του γέλιο
Στραβωμένο στο πρόσωπο
Κι ένα Κάμελ ανάμεσα στα δάχτυλά του•
Έπινε vodka-tonic
Και ήξερε να φωνάζει δυνατά θυμάμαι
Τη σταθερή προσήλωση στον Cummings
Το κόλλημα τού αναγνώστη που δεν μπόρεσε
Να γίνει “poet laureate”
Και γύρω άλλοι θαμώνες να χασκογελούν
Ή να θυμώνουν με τις μεγαλοστομίες του
” her lips drink water
but her heart drinks wine
…we never we know
(so kiss me) shy sweet eagerly my…” •
Αργότερα έμαθα από ξένες γλώσσες
Ότι ο Μπάντυ ακολούθησε τη σορό τού Στηβ
Γαβγίζοντας θλιβερά πίσω απ’ τή νεκροφόρα
Μέχρι εκεί όπου λέμε πως είναι
Η στερνή κατοικία των ανθρώπων
Και ύστερα χάθηκε για πάντα• κανείς
Δεν ξαναρώτησε τί απέγιναν
Και αν πρόλαβαν -ποιος ξέρει-
Σ’ αυτή τη σύντομη ζωή να βρουν γαλήνη
(όπως
βρίσκουμε
ένα
σύννεφο
πέρα
μακριά
στην
άκρη
των αισθήσεων
ή
ένα
πουλί
που
κράζει
μέσα
στο μπαμπάκι
του • ) έτσι λοιπόν
Τερμάτισε ο καιρός τους
Σαν τον θλιμμένο βάτραχο τού καλαμιώνα
Στο στόμα ενός νερόφιδου•
Σ’ ένα ύψωμα μιας βόρειας ακτής
απαγγέλω τα ποιήματά μου
στον Πατέρα Πωλ και στον Γουίλιαμ1.
Ένα θαλασσοπούλι κόβει ταχύτητα
πετώντας πάνω από μια στεριά
γεμάτη με μαύρους γρανιτένιους βράχους
σαν τα δόντια του πεθαμένου.
Τα ’χω χαμένα σ’ αυτήν τη χειμωνιάτικη θάλασσα,
τα κόκαλά μου πονάνε στην παγωνιά
όλων των πεθαμένων και ετοιμοθάνατων.
Έχω αντέξει τον προηγούμενο πνιγηρό χρόνο:
τους πλαστικούς σωλήνες του Γουίλιαμ2
να κυματίζουν σαν φύκια, τον ηλεκτρισμό
να καίει τα πόδια του Πατέρα Πωλ3,
το λεπτό χαμόγελό του και το σαν αδράχτι
χέρι του να τρέμει στην προσφορά
μιας σοκολάτας με χρυσαφένιο περιτύλιγμα.
O μακρινός πατέρας μου ταξιδεύει κάπου εδώ,
κι αυτός, πεθαίνοντας πάντα
στο Piscataway του New Jersey.
Ο Γουίλιαμ ζωγραφίζει τώρα σε μια πιο ζεστή ακτή
πιστεύοντας ότι θεραπεύτηκε.
Ο Πατέρας Πωλ θα πεθάνει στον ύπνο του,
και εγώ θα κλάψω με την ενοχή του επιβιώσαντος,
απολογούμενος που έκλεψα τον πόνο τους
για να φτιάξω τα ποιήματά μου,
ντροπιασμένος που ακόμα συνεχίζω να επιζώ
σαν το ναύτη που χτυπιέται για να πιαστεί
από τα συντρίμμια ενός ναυαγίου
καθώς καταπίνει τον ωκεανό
μαζί με τα δάκρυά του,
η σειρήνα μιας σημαδούρας
που θρηνεί κάπου μακριά
είναι ο μόνος ήχος που ακούει.
*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”. Επιμέλεια-Μετάφραση- Επίμετρο: Μίλτος Αρβανιτάκης. Θεσσαλονίκη 2008.
1.To ποίημα: ‘‘Απολογία’’ βρίσκεται στην πρώτη συλλογή του ποιητή: ‘’Πώς ο J.F.K. σκότωσε τον πατέρα μου’’ και ακολουθεί στα περιεχόμενα της συλλογής το ποίημα: ‘‘Δύο πορτραίτα του AIDS, 1. Πατέρας Paul, 2. William’’. Σο ποίημα έχει δημοσιευτεί μεταφρασμένο στην αγγλόφωνη βραβευθείσα συλλογή το 2016, ‘‘Εργαστήριο ανατομικής’’, πρώτη έκδοση ΕΝΕΚΕΝ, 2015, επανέκδοση, 2016. 2.Στο ποίημα ‘‘Δύο πορτραίτα του AIDS, 1. Πατέρας Paul, 2.William’’, δύο νοσούντες από AIDS ασθενείς αντιμετωπίζουν την ανίατη νόσο με την ψυχολογική βοήθεια του θεράποντος ψυχιάτρου τους που είναι και ο ποιητής των ποιημάτων. Αμέσως μετά ακολουθεί το ποίημα με τίτλο: ‘‘Απολογία’’ περιγράφονται τα ενοχικά συναισθήματα τού γιατρού τους σχετικά με τους ασθενείς του που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της ανίατης νόσου επειδή θεωρεί ότι εκμεταλλεύτηκε τον πόνο τους συναισθηματικά για να δημιουργήσει τα ποιήματά του.
2.Ιατρικοί σωλήνες που συνδέουν ορούς ή ιατρικά μηχανήματα με το σώμα του ασθενούς.
3.Η αίσθηση του καψίματος σαν ‘‘χτύπημα’’ από ηλεκτρισμό που νιώθει ο Πατέρας Πωλ, οφείλεται στην περιφερική νευροπάθεια λόγω της προσβολής των αισθητικών περιφερικών νεύρων του από τον ιό του AIDS.
Αλληγορίες μού ’ρχονται στο μυαλό
Σαν το λαμπάδιασμα το ξαφνικό
Στον ουρανό του Χιούστον
Λυσσομανούσε η θύελλα
Γεράκι που ζυγίζεται
Στον στόχο του να πέσει.
Το αεροσκάφος έτριζε
Νόμιζες πως θα σπάσει
Ο άνθρωπος γονάτισε
Κι αυτός κι η μηχανή του
Στην προαιώνια θύελλα
Στ’ αφεντικά στοιχεία.
Και ξαφνικά χαιρόμουνα
Για το κατάντημά τους
Λες και δεν ήμουν από αύτούς
Λες κι η ταπείνωσή τους
Δικός μου ήταν θρίαμβος.
Κι άλλα πολλά στην αστραπή
Είδα που δεν ξεχνιούνται
Και που δεν είχαν σύνδεση
Με τις μιζέριες της ζωής
Τις κούφιες προσδοκίες.
Είδα λοιπόν τον άνεμο
Σε παντοδυναμία
Κι άλογα που χανόντουσαν
Μόλις δημιουργούσες
Το είδωλο στό μάτι σου
Τα νέφη παίρναν σχήματα
Στοιχειών αλληγορίες.
Μάρτιος θαρρώ πως ήτανε
Το μήνυμα μού εδόθη
Μπορούσα την εικόνα του
Στη μνήμη μου να φέρω
Να ζωντανέψει στη στιγμή
Το φάσμα της ελπίδας
Και να νικήσω τους καιρούς
Ν’ αντέξω τα σκοτάδια.
Κι όδμως εγώ το ξέχασα
Κι ο πανικός του πλήθους
Ήτανε τώρα επάνω μου
Κλεισμένο με είχαν τα βουνά
Κι ο δρόμος μου εχάθη
Μέσα στους ξένους οιωνούς
Στις κούφιες προσδοκίες.
3 Απριλίου 1974
*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”.
Στον πυρήνα σου καταδύομαι
με σμίλη μολυβένια
ελευθερώνω την κρήνη
να ξεχυθεί νερό και μια ακτίνα λάμπει
σε όλα τα γράμματα που σφράγισες
ξεπηδούν
κύματα αυγής
ρότες σε σώμα ερωτικό.
Τα χνάρι ακολουθώ
για το κάστρο που υποσχέθηκες.
Έχεις προσέξει
πόσο τρυφερά λάμπουν τα μάτια
όταν αγκαλιάζονται στον κήπο μας;
Κατόπιν, γεμίζω τη χούφτα σου
φιλιά
να πλημμυρίσει μελωδίες ο αέρας
είναι ιερή η στιγμή
καθώς ο ήλιος
θερμαίνει τον κενό χώρο
ανάμεσά μας.
Έχεις προσέξει
πόσο ευαίσθητα κινούνται τα δάχτυλα
όταν γράφουν τα ποιήματά μας;
Αναδύομαι μέσα από φωτόνια
στην επιφάνεια που χάραξες
όταν χρώμα αυγής
ξεπροβάλλει από τη θάλασσα
είμαστε λουσμένοι με
αρώματα βουνού
βαπτισμένοι σε ποτάμια
δακρύων
κάθαρσης.
Έχεις προσέξει
πόσο γλυκός ακούγεται ο ήχος
όταν συγκλίνουν τα βήματά μας;
ΜΗΝ ΚΡΥΒΕΣΑΙ στο σκοτάδι.
Αυτό που χάθηκε δεν ξαναγυρίζει.
Τα λόγια που πίστεψες μπορεί
να είχαν μεταμφιεστεί. Οι έλατοι [δεν] είναι χάλκινοι
την αυγή.
Έτσι, απλώς, τους είδε ο φτωχός Μπ. Μπ.,
όπως — άλλωστε — και εσύ με τα μάτια της νιότης.
Από τότε πέρασε πολύς καιρός,
το δύο έγινε ένα
και μόνη σου πίκρα
είναι ο χαμένος χρόνος.
Ν. Μάκρη, Ιανουάριος 1991
*Από τη συλλογή “Σκοτεινό πέρασμα”, εκδ. Στοχαστής, 2000.