Χρίστος Κασσιανής, Για τον Αφούση της Κάσου

Μες στου Αφούση την σπηλιά
που ήλιο δεν αφήνει
γυρίζει μια λαβωματιά που ροδοκοκκινίζει
και του Αφούση την καρδιά
όλο την τραυματίζει

Λαλεί ο πετροκόρακας
κατάμαυρος σαν πίσσα
κι απάνω του ξεπλένεται
γλοιώδικα μια λύσσα

Κι εσύ,Αφούση μας καλέ,
τα νιώθεις κι όλο λιώνεις
φορείς ένα χαμόγελο
που την αυγή ανθίζει
μέχρι το απομεσήμερο
που ξαφνικά λυγίζει

Συ,παλαρέ κι ασπρόμαυρε
απ’την σπηλιά σαν βγαίνεις
στήνεις χορό πολύστροφο
χορό αλλοπαρμένο

Μα καπετάνος είσαι συ
στο ξάρμενο καράβι
με το κουπί στην κουπαστή
γυρεύεις ένα ναύτη
ψάχνεις μια δω, ψάχνεις μια κει
δεν βρίσκεις μήτε πελελό
μήτε και απελάτη

Ιούλιος 2019

*Πελελός=τρελός//απελάτης=γενναίος,παλαρός=τρελός//κοινωνικά=βλαμμένος

Nanos Valaoritis (1921-2019), Vincent Magoc

In these days of liner fat
Do you eat smog DO YOU
Exterminate the grip
Of fire festivals
Watered by auditions
Sculptured noise
Fizzes white thighs
Interior views
Salt the earth
Astonish
A piece of ham;
Mondays belong to Tuesdays
And the other world belongs
To this one
At five o’clock in the afternoon
Only

*From “Flash Bloom”, Wire Press, San Fransisco, 1980.

Σοφία Κουφού, Roadtrip destination

Παραφωνία σε ορχηστρική σύνθεση προσεκτικά επιμελημένη.
Κόμπακτ κεραίες σε μεταλλικά κουτιά.
Περίσσεια φαγωμένων γλυκών.
Ισομερής διαμέριση του ροφήματος του σαλεπιού.
Βούρκοι βουτηγμένοι σε ανθρώπους.
Άνθρωποι συνοδεύουν ένα βιβλίο ως το θάνατό του.
Ένα βιβλίο φαντάζεται το θάνατο.
Γυρνά τις σελίδες.
Μία μία.
Μόνο.
Χωρίς άλλους.
Γρήγορο φλας μπακ ενός, του ενός δευτερολέπτου.
Σαν ο φυλλομετρητής
να γίνεται ο ταχύτερος δρομέας μπροστά στη φαντασία του τέλους.
Ν’ αγωνιά απ’ τα σημεία στίξης, δηλωτικά μιας στάσης ή στάθμευσης,
στα κεφαλαία να φτάσει.
Φοβούμενος μιαν άλλην αρχή.
Αυτή του αναπόδραστου,
του αφεύγιωτου,
του θα γίνει κι αυτό.
Και θα είναι και δε θα είμαι.
Γιατί έτσι είναι φτιαγμένα τα πράγματα.

*Αναδημοσίευση του ποιήματιος και της εικόνας της ανάρτησης από εδώ: http://www.periou.gr/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%86%ce%bf%cf%8d-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%ce%bc%ce%b1/?fbclid=IwAR0C0SA-HIK-yMKWWBggefzSYMnvuAcEtLJk6FbhgeKXNUeWoXxeZpAzuXk

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, Δύο ποιήματα

Ωδή Δέκατη Έβδομη

Είμαι όλος τα μάτια σου

Η σκοτεινότητα και το ανίσκιωτο

Είμαι το απόμακρο βλέμμα

Που καθώς έχει αποκοπεί από την καρδιά σου

Δεν μπορώ να εξακριβώσω

Αν έχει σώσει εντός του λίγη αγάπη

Ή αν έχει μόνο την ανειρήνευτη περιφρόνηση

Ενός λαβωμένου θηρίου

Είμαι όλος τα μάτια σου

Η εμμονική όραση προς το πρόσωπό σου

Που στέκεται εμπρός μου σαν τείχος απελπιστικό

Για να μη μάθω ποτέ

Αν έχει δάκρυα αυτό το θανατερό κοίταγμα

Αν αυτή η πάμψυχρη ομορφιά έχει καλοσύνη

***

Ωδή Δέκατη Ογδόη

Όλα τα νοήματα εξαλείφονται
Εμπρός στην ενατένιση
Του μελαγχολικού απείρου
Που απαυγάζει το άδειασμα του ματιού σου

Όλα τα βήματα δεν οδηγούν πουθενά
Όταν με το αιωνόβιο άγγιγμά σου
Ξεθάβεις τα πιο βαθιά και βαριά δάκρυά μου
Που ποτέ δεν λυτρώθηκαν με λυγμούς

*Από τη συλλογή “Το σώμα σου“, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα, 2019.

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

εξόριστες μέλισσες

Εξόριστες μέλισσες
τα λόγια μου.

Τα ‘διωξε κάποτε η κερήθρα
γιατί δεν είχανε
κεντρί.

Τώρα εδώ,
δεν φτιάχνουν μέλι
δεν κάνουν θόρυβο
δε ζευγαρώνουν.

Ψάχνουν μονάχα
αυτή τη λόγχη
που παίζοντας κάποτε κρυφτό
χάθηκε
μες στα ποιήματα.

***

ωραίες βλέψεις

Να είναι νύχτα
με καμένες τις λάμπες των εθνικών οδών.
Ο ηλεκτρολόγος της πόλης να ξεκουράζει τα δάχτυλά του
κι εγώ
να πάρω την ξύλινη σκάλα του απέναντι διαμερίσματος
ν’ ανέβω
να βιδώσω το φεγγάρι σε πανσέληνο,
έλεγα

Κι είχα τα δάχτυλα
μουσκίδι στο πιοτό.

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2012.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Τρία ποιήματα

ΕΙΣΑΙ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΟΣ

Δεν είναι το τίποτα

δεν είναι το κενό

αυτό που νιώθεις.

​

Είναι η πείνα. 

***

ΠΟΣΟΙ ΑΣΤΕΓΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΣΤΕΓΟΙ;

Πόσοι άστεγοι είναι άστεγοι;

Και πόσοι απλά τρέμουν εκείνο το άδειο σπίτι;

***

ΗΛΙΘΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ #357

Πώς γίνεται να μη νοιάζονται 

για σώματα που κάποτε άγγιξαν;



Πώς γίνεται

να άγγιξαν τούτα τα σώματα

αλλά να



Πώς γίνεται να μη νοιάζονται

αν τούτα τα σώματα 

σήμερα 

κρυώνουν

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Ρογήρος Δέξτερ / Σχεδίες – Το συναξάρι τού Σνιφ

Nikos Nikolaidis, Euridice-ba-2037

Τον βρήκαν τις προάλλες
Χαράματα τής Πέμπτης
Στα χαμηλά κλαδιά ενός δέντρου•
Ποιος ξέρει πόσες μέρες-πόσες νύχτες
Αυτή η διελκυστίνδα
Στο στόμα των ανέμων θα παιζόταν
Έχοντας μια και καλή περάσει
Τη γέφυρα τού Αχέροντα•και
Ότι δεν άντεξε – διαδόθηκε η φήμη –
Τη στέρηση που τού ‘γινε εφιάλτης.
Εγώ πάλι νομίζω
Πως κάποια νεράιδα θα είχε αγαπήσει
Που πιο πολύ κι από τη σκόνη θα τον τρέλανε
Χωρίς να ξαναβρεί γαλήνη•ας μιλήσουν άλλοι
Αν έκανε σωστά στα 24
Ή αν έπρεπε (λόγια δικά του)
Να περιμένει πρώτα
Να τον ξεκάνουν στα 40 τα ποτά
Και στα 50 οι γυναίκες να τον ξεζουμίσουν.
Ένα βράδυ έκοψε ξαφνικά φτερό στο μπαρ
Και βγάζοντας αφρούς
Για μια πλάκα απειλούσε να με σφάξει
Γιατί τού σφύριξα ότι
Στο καπάκι τής λεκάνης
Είν’ απλωμένες δυο γραμμές
Από άσπρη σκόνη [σαπούνι που έχωσε
Χωρίς κανένα δισταγμό στη μύτη του]•
Αυτός ήταν ο Σνιφ
Δεν έλεγε πολλά
Μια φράση ξεκινούσε
Και την έκοβε απότομα στη μέση
[Λεφτά που έκαψα στα κουραφέξαλα
Σ’ ένα χωράφι ανάμεσα στα χόρτα
Ακόμη ένα ποτηράκι φίλε
Είδα την Κάτε να γαμιέται]
Με την καρδιά παιδιού
Που ονειρευόταν το ριχτάδικο για την κονόμα
Και χλεύαζε το θάνατο
Σα γάτα που διασχίζει το δρόμο
Ατάραχη μπροστά στα τροχοφόρα•όμως
Τέτοιο χοντροκομμένο συναξάρι
Μονάχα εκείνος που ζωγράφισε
Το λύκο να πηδάει την Κοκκινοσκουφίτσα
Θα μπορούσε στ’ αλήθεια να το κάνει ποίημα
Σαν κεραυνό που πέφτει για να κάψει
Το βοσκό και το κοπάδι του στο δάσος
Και όχι όποιος ζει από μακριά τα ξένα σκοτάδια
Με τόσες φωνές μες στο μυαλό να λένε
Θα φύγω στο μέλλον
Να γίνω μνήμη σαν καλαμιά
Και όσα θα γίνουν να θυμάμαι
Όταν δε θά ‘μαι πια εδώ να αφουγκράζομαι
Και τα πουλιά θα τραγουδούν
Με την κραυγή στο ράμφος
Αυτό το τραγούδι που δεν τέλειωσα.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Λόγια στην Καλυψώ (απόσπασμα)

Όπως τα δάση μακρινά τα μάτια σου

Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
τα δάκρυα που δεν είναι πια δικά μου.
Λόγια που δεν τα πίστεψα στην ώρα τους
και τα πιστεύω τώρα που κανείς δεν τα πιστεύει
στολές που δεν τις φόρεσα στη δόξα τους
και τις φοράω τώρα κουρελιασμένες
— ένας συνταξιούχος ναύτης που τον ζαλίζει το φεγγάρι.
Πούλησα τον παπαγάλο μου για ένα τρανζίστορ
όλη τη νύχτα ταξιδεύω στα βραχέα.

Δεν με λυπάται η στεριά δεν με λυπάται η θάλασσα
γιατί σαπίσαν στην καμπίνα μου τα φρούτα που μου χάρισες
γιατί έχασα όλες σου τις φωτογραφίες κι όλους σου τους όρκους
— τί να την κάνω τώρα την πατρίδα;
όλη τη νύχτα ταξιδεύω στα βραχέα.

Δεν με λυπάται η στεριά δεν με λυπάται η θάλασσα
είμαι νεκρός μες στα τραγούδια που έρχονται,
μην ψάχνεις πια για μένα
είμαι νεκρός ανάμεσα στα χείλη σου
είμαι νεκρός από καιρό μην ψάχνεις πια για μένα.

*

Το κρασί των Φαιάκων

Πες μου το πάλι πως θα με θυμάσαι κι εγώ θα σε πιστέψω.
Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να κρατήσει το τιμόνι σε τούτους τους καιρούς;
Χάλασε κι η πυξίδα χαθήκαν οι προορισμοί
τα κύματα σηκώθηκαν ως το μυαλό σβήσανε οι αιώνες
τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες.
Άσ’ τους ανέμους να μας πάνε όπου θέλουν
άσ’ τους ανέμους και το τυφλό κρασί
το ματωμένο φως πάνω στα χείλη σου, το ψέμα και η ομορφιά σου
πες μου το πάλι
πες μου το πάλι πως θα με θυμάσαι κι εγώ θα σε πιστέψω

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/…/gerasimos-lykiardopoulo…

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα, εκδ. Σκαρίφημα

Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης, έξι χρόνια μετά την εξαιρετική και άκρως ιδιαίτερη συλλογή διηγημάτων “Μ’ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων” (Εκδόσεις Ίνδικτος, 2013), μας χαρίζει την πρώτη ποιητική συλλογή του, την οποία αφιερώνει στη sui generis πεζογράφο, θεατρική συγγραφέα και ποιήτρια Γλυκερία Μπασδέκη. Στα είκοσι πέντε μικρά ερωτικά ποιήματα που συνθέτουν τη συλλογή Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα.
Ο Κυπριώτης ακινητοποιεί κατά βούληση τις χρονικές στιγμές που θέλει να παραδώσει στην
προσωπική του αθανασία και εξομολογείται: επιθυμίες, αδυναμίες, φόβους, προτροπές, που
ολισθαίνουν σε διαταγές και που θα μπορούσαν να είναι προσευχές. Τα τσιγάρα, ο
οδοντίατρος, οι οδηγίες συναρμολόγησης των επίπλων ΙΚΕΑ, η λεωφόρος Κηφισίας, κάποια
σημεία του σώματος του αγαπημένου προσώπου είναι κάποια από τα μικρά σύμπαντα που με
τη λιτή γλώσσα του Κυπριώτη μετατρέπονται σε εξομολογήσεις αστικών ενοχών και
αμαρτωλών γκράφιτι. Ίσως δεν χρειάζεται να πει κανείς κάτι άλλο για αυτά τα είκοσι πέντε
ποιήματα του Κυπριώτη πέρα από το να δανειστεί μία πρόταση του Ρολάν Μπαρτ από τα
Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου και να πει «Εδώ λοιπόν, μιλά ένας ερωτευμένος και λέει:».

Δημήτρης Τρωαδίτης, είναι ώρες που σκέφτομαι

Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του

κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο στενό απέναντι
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου

κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

είμαστε μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μας
και τις λάγνες παρωπίδες