Νάνος Βαλαωρίτης: Μια προσωπική αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Στη φωτογραφία, Ανδρέας Εμπειρίκος (στη μέση) και Νάνος Βαλαωρίτης (δεξιά)

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς είχα πρωτογνωρίσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο, αν και θυμάμαι τα ακριβή περιστατικά και το τι έχει ειπωθεί όταν συνάντησα τους περισσότερους Έλληνες ποιητές της γενιάς του τριάντα ή και τους προηγούμενους, όπως τον Παλαμά, τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο, τον Γκάτσο, τον Νικόλαο Κάλα.

Έχω την αίσθηση ότι τον Εμπειρίκο τον γνωρίζω από τότε που η μνήμη χάνεται μέσα στο χρόνο. Ίσως το γεγονός ότι υπήρξε ψυχαναλυτής τον έκανε άχρονο, όπως είναι τα μυθικά πρόσωπα. Από φίλους, όπως είναι ο Ελύτης και ο Γκάτσος είχα ακούσει πολλά γι’ αυτόν πριν γνωριστούμε. Παρ΄όλα αυτά, κανένας κριτικός δεν έχει ασχοληθεί επισταμένως με αυτόν, όπως ασχολήθηκε ο Καραντώνης με τον Σεφέρη και τον Ελύτη στο πολύ μοντέρνο περιοδικό της δεκαετίας του ΄30, τα «Νέα Γράμματα». Ήδη ολόκληρη η περίοδος αυτή χάνεται στην αχλή του μύθου και της ιστορίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Εγώ που ως μαθητής έζησα αυτήν την περίοδο, δεν μπορώ να πιστέψω πόσο μακρινή μου φαίνεται αυτή η εποχή. Έτσι, έχω πλάσει έναν ολόκληρο μύθο μέσα μου και υποθέτω ότι έχω συναντήσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο εστιατόριο του Βασίλη στην οδό Βουκουρεστίου, όπου πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες γευμάτιζαν το ’39, ’40, ’41, ότι καθόταν με την πρώτη του γυναίκα Μάτση, επίσης ποιήτρια, και ότι ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης μας συνέστησε. Και ότι τον ρώτησα αν θα μπορούσα να κλείσω ένα ραντεβού στο ιατρείο του, προκειμένου να τύχω ψυχοθεραπείας (ή να υποβληθώ σε ψυχοθεραπεία).

Κλείσαμε το ραντεβού αργότερα και άκουσε τα προβλήματά μου και μου είπε ότι θα περνούσαν με τον καιρό και ότι δεν είχα ανάγκη ψυχοθεραπείας.

Τα προβλήματα δεν πέρασαν με τον καιρό, αυτό είναι βέβαιο, τα έχω ακόμη, ευτυχώς σε ηπιότερο βαθμό… ας πούμε ότι έχουν γεράσει. Τι θα είχα απογίνει χωρίς τις νευρώσεις μου;

Με την έναρξη της Κατοχής, αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο σπίτι του τις Τετάρτες και να διαβάζουμε τα ποιήματά μας. Όλοι διαβάζαμε. Υπήρχε μια ολόκληρη ομάδα με τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Εγγονόπουλο να συμμετέχουν και να διαβάζουν. Εγώ επίσης διάβαζα μεγάλα ποιήματα, τώρα χαμένα στην αχλή, αχλή του χρόνου, και οι παρατηρήσεις του Ανδρέα ήταν πάντα τολμηρές και ενθαρρυντικές. Χρόνια αργότερα θυμόταν ακόμη ένα ποίημα που είχα διαβάσει με τίτλο «Γιος της Αρμένισσας» και με ρώτησε αν το είχα ακόμη. Αυτά ήταν σχεδόν μια θεραπευτική ομάδα και για τους νεότερους, όπως ήμουν εγώ και ο Ανδρέας Καμπάς, καθώς και ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Δημ. Παπαδίτσας, και οι δύο νεοφερμένοι, και ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Γιώργος Λύκος και άλλοι, ήταν η αρχή της μύησης στα μυστήρια της Υπερρεαλιστικής ποίησης, αληθινή τελετουργία αποδοχής(;). Η ακτινοβολία του Εμπειρίκου ήταν ήδη μεγάλη, γιατί ήταν ο μόνος Έλληνας ποιητής που μετείχε κατά τη δεκαετία του ΄20 στην παρισινή ομάδα των Υπερρεαλιστών, και, φυσικά, ο πρωτοπόρος εισηγητής της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, και μαζί με τη Μαρία Βοναπάρτη ο ιδρυτής της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχανάλυσης.

Η ισχυρή του προσωπικότητα και η υπερβολική του ευγένεια αποτελούσαν ένα ενισχυτικό παράγοντα της αναγνώρισής του ως ποιητού και θεραπευτού. Ακολούθησαν τα χρόνια του πολέμου, και μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, οδηγήθηκε με τα πόδια ως όμηρος στη Βοιωτία από τους αντάρτες, όπου σώθηκε ως εκ θαύματος, λόγω της άτακτης φυγής των ανταρτικών ομάδων που καταδιώκονταν από τους Βρετανούς, και τη φιλοξενία Ελληνοαλβανών χωρικών, οι οποίοι του έδωσαν παπούτσια και ρούχα και τον έκρυψαν ανάμεσά τους, και είδε να έρχονται μερικοί αντάρτες με μια πληγωμένη, όμορφη αντάρτισσα που την κράτησαν στο ίδιο αγρόκτημα.

Αυτή η εμπειρία άφησε τα σημάδια της, αν και δεν τον οδήγησε στα άκρα δεξιά, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί σε άλλους. Σύντομα ανέρρωσε, και μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και το γιο τους ταξίδευε συχνά στο Παρίσι, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του, και στο αγαπημένο του νησί την Άνδρο, απ’ όπου κατάγονταν η οικογένειά του. Όταν το 1963 εξέδωσα το μικρό πρωτοποριακό περιοδικό «Πάλι», προσέφερε τόσο την ηθική του βοήθεια, δημοσιεύοντας άρθρα και ποιήματα, όσο και την οικονομική, τη στιγμή που άλλοι, με εξαίρεση τον Νικόλαο Κάλα, από τη Νέα Υόρκη, και τον Τάκη Παπατσώνη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, στάθηκαν απρόθυμοι. Το περιοδικό κυκλοφόρησε μέχρι το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967. Την περίοδο αυτή των δοκιμασιών χωρισθήκαμε. Κατά την επιστροφή μας στην Ελλάδα το 1975 τον είδαμε να πεθαίνει στην Κηφισιά. Παρά τη δυσάρεστη κατάστασή του, ήταν ζεστός και αισιόδοξος και με δέχθηκε με μεγάλη χαρά. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Μετά το θάνατό του, δημοσιεύθηκαν ειδικά αφιερώματα σε περιοδικά γι’ αυτόν, όπως το πολύ πλούσιο υλικό του χάρτη, το οποίο εκδόθηκε από τον ποιητή και συνεργάτη του Δημήτρη Καλοκύρη, στενό του φίλο, κατά τα δύσκολα χρόνια της Χούντας.

Αυτό σήμαινε ότι επιτέλους ο Εμπειρίκος εισέπραττε τη δέουσα αναγνώριση, εκτός από τα δύο διηγήματα «Amour Amour», που αποτελεί τον αγγλικό τίτλο του έργου «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία», μία συλλογή μικρότερων έργων, και «Αργώ ή πλους αεροστάτου», που δημοσιεύθηκαν στο London Magazine, δεν δημοσιεύθηκε ακόμη καμιά ανθολογία των έργων του σε καμιά άλλη γλώσσα, εκτός από την ελληνική.

Αγνοήθηκε από τους μεταφραστές και τους εκδότες, με εξαίρεση τον Alan Ross του London Magazine, στον οποίο νομίζω ότι οφείλουμε μια συνεισφορά μετά τον πρόσφατο θάνατό του ο οποίος δημοσίευσε και άλλους Έλληνες ποιητές και πεζογράφους, καθώς και το μεταφραστή του Νίκο Στάγκο. Αυτή τη χρονιά που έχει χαρακτηρισθεί ως χρονιά Εμπειρίκου παλεύουμε να βρούμε έναν Άγγλο εκδότη για πολλά ποιήματα, ήδη μεταφρασμένα από εμένα και άλλους, και ο οποίος θα μπορούσε να ενισχυθεί οικονομικά από το Κέντρο του Ελληνικού Βιβλίου, καθώς και το Υπουργείο Πολιτισμού.

Νομίζω ότι ο λόγος για τον οποίο ο Εμπειρίκος αγνοήθηκε οφείλεται στη φήμη που έχει ως ακραίος υπερρεαλιστής, εξαιτίας του απόηχου της πρώτης του δημοσίευσης, που η αμφισβητούμενη υποδοχή αποτελεί ένα σοβαρό λάθος, γιατί τόσο το ποιητικό όσο και το πεζό του έργο είναι εξαιρετικά ευανάγνωστα. Και σήμερα είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς ποιητές για το πολύ προσωπικό, χαριτωμένα ρητορικό, αποκαλυπτικό ύφος και χιούμορ.

Νάνος Βαλαωρίτης

Ποιητής – Δοκιμιογράφος

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα με τίτλο “Μια προσωπική συνεισφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο”, τεύχος 55 (Δεκέμβριος 2001-Φεβρουάριος 2002). Eμείςτο αναδημοσιευουμε από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2019/09/blog-post_30.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Παρακμή

Το παραλήρημα των ζωντανών
τρομάζει τους νεκρούς στα μνημόσυνα.

Παρακμή. Που περιβρέχεται από θάλασσα.
Που πατάει τα φουστάνια της αδέξια. Μα ξέρει το δρόμο.
Είναι κι αυτός ο φάρος – ουλή στο πρόσωπο ή στην κνήμη.
Κρύβονται κάτω από ατάκτως ερριμένα ρούχα,
σπουργίτια σε σύρματα του ηλεκτρικού συσκέπτονται
κι αποφασίζουν ότι εδώ πάντα ήταν έτσι.

Μόνο που αποστάσεις δεν κρατήθηκαν,
μόνο συνωστισμός, συγχρωτισμός και τέτοια
μόνο δέντρα πουτάνες σε βιτρίνες του Άμστερνταμ,
αειθαλή κι αυτόφωτα στις εθνικές οδούς
– πού να τα κουβεντιάσεις.

Πλαγιάζουν σε φωτογραφίες ασπρόμαυρες
μιας άδειας πόλης.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014.

Jacques Prévert, Tώρα μεγάλωσα

Παιδί
έζησα αστεία
όλες τις μέρες το γέλιο το τρελό
αλήθεια το γέλιο το τρελό
κι έπειτα μια θλίψη τόσο θλιβερή
καμιά φορά τα δυο μαζί την ίδια στιγμή
Τότε νόμιζα πως ήμουν απελπισμένος
Πολύ απλά δεν είχα ελπίδα
δεν είχα τίποτε ήμουν μονάχα ζωντανός
ήμουν ακέραιος
ήμουν ευχαριστημένος
ήμουν και θλιμμένος
χωρίς να υποκρίνομαι ποτέ
Εγνώριζα την κίνηση να μείνω ζωντανός
Να κουνώ το κεφάλι
για να λέω όχι
να κουνώ το κεφάλι
για να μην αφήνω να μπουν οι ιδέες των ανθρώπων
Να κουνώ το κεφάλι λέγοντας όχι
Και να χαμογελώ λέγοντας ναι
ναι στα πράγματα και στα πρόσωπα
στα πρόσωπα και στα πράγματα κυττάζοντας χαϊδεύοντας
αγαπώντας
παίρνοντας ή αφήνοντας
Ήμουν όπως ήμουν
δε σκεφτόμουν
Και όταν είχα ανάγκη από ιδέες
να μου κρατήσουν συντροφιά
τις φώναζα
Και έρχονταν
κι έλεγα ναι σ’ εκείνες που μ αρέσαν
τις άλλες τις έδιωχνα
Τώρα μεγάλωσα
το ίδιο κι οι ιδέες
αλλά πάντα υπάρχουν μεγάλες ιδέες
όμορφες ιδέες
ιδανικές ιδέες
Και πάντα γελώ μπροστά στη μύτη τους
Όμως αυτές με περιμένουν να εκδικηθούν
και να με φάνε
μια μέρα που θα είμαι πολύ κουρασμένος
Αλλά εγώ στην άκρη ενός ξύλου
τις περιμένω επίσης
και τους τρυπάω το λαρύγγι
τους κόβω την όρεξη.

*Από τη συλλογή “La pluie et le beau temps” (1955). Στη μορφή που παρουσιάζεται εδώ είναι από το βιβλίο “Στο μεγάλο ποτέ”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Δεκέμβρης 2006. Μετάφραση: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου.

Lawrence Ferlinghetti, Μικρή ιστορία σε μια ζωγραφιά του Γκούσταβ Κλιμτ

Είναι όρθιοι και γονατίζουν σ’ ένα παρτέρι με λουλούδια
Αυτός
την έχει μόλις πιάσει
και την κρατά γερά

Το φόρεμά της
έχει γλιστρήσει
από τους ώμους της

Αυτός έχει μια πείνα κατεπείγουσα
Το σκούρο του κεφάλι
σκύβει απάνω της
Πεινασμένο

Και η γυναίκα η γυναίκα
στρέφει τα μανταρινένια χείλη της μακριά του
το ένα χέρι σαν κεφάλι πεθαμένου κύκνου
τυλιγμένο γύρω απ’ το
βαρύ του σβέρκο
τα δάκτυλα
συσπασμένα παράξενα
όλα μαζί κολλημένα
το άλλο μπράτσο λογισμένο πάνω
στο σφιχτό της στήθος
το χέρι της μια χαλαρή δαγκάνα
που αρπάζει το χέρι του
που πήγαινε να φέρει το στόμα της
στο στόμα του

Το μακρύ της φόρεμα καμωμένο
από πολύχρωμους ανθούς
σε χρυσό καπιτονέ
Τα μαλλιά της σαν από τον Τισιάνο
έχουν γαλάζια άστρα

Και η χρυσή του ρόμπα
σκακιέρα με σκούρα τετράγωνα
σαν Αρλεκίνος

Χρυσές γιρλάντες
χύνονται πάνω στις
γυμνές γάμπες και τα
τεντωμένα πόδια της

Κάπου κοντά θα πρέπει να υπάρχει
ένα δέντρο στολισμένο
με γυάλινα φύλλα να λάμπουν
στο χρυσό αέρα

Θα ’vat πρωί
σε κάποιο μέρος μακρινό

Κάθονται οι δυό τους σιωπηλοί
σαν μέσα σ’ ανθισμένο λιβάδι
πάνω στο καλοκαιρινό ανάκλιντρο
που ’ναι μάλλον δικό της

Κι αυτός την κρατά ακίνητη
με τόσο πάθος
κρατά το κεφάλι της κοντά του
τόσο απαλά τόσο επίμονα
για να την κάνει να γυρίσει
τα χείλη στα δικά του

Τα μάτια της είναι κλειστά
σαν διπλωμένα πέταλα
Δεν
θ’ τ’ ανοίξει
Δεν
είν’ Εκείνος

*Από τη συλλογή «Τώρα ποιοι είμαστε;» (1974). Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ferlinghetti, Ποιήματα», στη σειρά Τετράδια Ξένης Ποίησης, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1989. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Μερικά πράγματα αφορούν το χάος
πάνω του θεμελιώνουμε τα σπίτια μας

Να είσαι εδώ και χρόνια άστεγος
και να σου ζητάνε οικοδομική άδεια
Το ταλαίπωρο σώμα σου ασφυκτιά:
τη μια με σπασμένη οδοντοστοιχία
την άλλη με κηδεμόνα ρυθμιζόμενο
Όπως κι αν το δεις, η ζωή είναι αλλού
κι έχει αμέτρητες μυϊκές συσπάσεις
Εκεί που αμαυρώνεις τον ουρανό
μαζεύεις δίπλα σου κοπάδια άστρων
με μια μοναδική πειστικότητα
Και είναι απίστευτη η φωτεινότητα
του κάθε λογής καταφρονημένου

Αν εξαιρέσεις κάποια αγάλματα
όλα τα υπόλοιπα χρειάζονται αγάπη

***

ΡΗΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Ο ενεστώτας ήταν πάντα μακελάρης
κι ουρανός σφαγμένος παρακείμενος
Με τέτοιες συνθήκες δεν προλαβαίνεις
ούτε τον παράδεισο να αποστηθίσεις

Από το να πλύνεις μερικά ποτήρια
μέχρι να καθαρίσεις τον νεροχύτη
πάντα θα παρεμβάλλεται μια βρύση
υπενθυμίζοντας τη ροή του αίματος

Σε προϊστορικές εποχές ίσως η γη
να ήταν ένα απέραντο ανθοπωλείο
και τα σύννεφα εμφιαλωτήρια νερού

Στον παρατατικό έχω εμπιστοσύνη
(μια συνεχόμενη υδρορροή μνήμης)

*Από τη συλλογή “Ακτινογραφία θώρακος”, Εκδόσεις Θράκα, 2019.

Kenneth Rexroth, Δύο ποιήματα

Άλλη μια άνοιξη

Οι εποχές περνούν και τα χρόνια αλλάζουν
Χωρίς βοήθεια ή επίβλεψη.
Το φεγγάρι δίχως έγνοια
Περνά στην τροχιά του, γεμάτο, μισό, γεμάτο.

Το λευκό φεγγάρι μπαίνει στην καρδιά του ποταμού,
Ο αέρας ποτισμένος από της αζαλέας τα άνθη,
Βαθιά μέσα στη νύχτα πέφτει ένα κουκουνάρι,
Η φωτιά μας αργοσβήνει μέσα στα άδεια βουνά.

Τα αιχμηρά άστρα τρεμοσβήνουν μέσα στα τρεμάμενα κλαδιά,
Η λίμνη είναι μαύρη, απύθμενη μέσα στην κρυστάλλινη νύχτα,
Ψηλά στον ουρανό το Βόρειο Σέλας
Κομμένο στη μέση από μια θαμπή χιονισμένη κορυφή.

Ω καρδιά, καρδιά, τόσο μοναδικά Αδιάλλακτη κι ευδιάφθορη,
Είμαστε εδώ εκστασιασμένοι με το αστροφώτιστο νερό,
Και οι στιγμές που θα ’πρεπε να κρατούν για πάντα
Σαν το νερό γλιστρούν ασυναίσθητα δίπλα μας.

***

Τσίχλες

Μέσα Μαρτίου στην καρδιά
Της νύχτας, στο κέντρο μιας
Στείρας πόλης, στο μέσο
Χιλιομέτρων ασφάλτου και πέτρας,
Μόνος κι απογοητευμένος,
Άγρυπνος στο μονό μου κρεβάτι,
Με το μυαλό γεμάτο σκοτούρες,
Τότε ήρθε γλιστρώντας μέσ’
Από τις σχισμές του ανεμικού
Σκοταδιού, το ζωντανό,
Σχεδόν ανεπαίσθητο,
Αμυδρό, επίμονο, περιοδικό
Τραγούδι ενός φρύνου
Από ένα μοναχικό δέντρο —
Μια φωνή πιο γλυκιά
Από των περισσότερων πουλιών.
Πριν από εφτά χρόνια ξαπλώναμε
Γυμνοί και μουσκεμένοι,
Κάνοντας έρωτα κάτω από το
Γεμάτο Πασχαλινό φεγγάρι,
Το δυνατό ευωδιαστό φως,
Σκιρτώντας με της κίχλης
Τα τραγούδια.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ – ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.

Orhan Veli Kanik, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ

Στην Ιστανμπούλ, στον Βόσπορο,
είμαι ο φτωχός Orhan Veli·
ο γιος του Veli
με την ακατανόητη μελαγχολία.
Κάθομαι στο Ρούμελι*, στην ακτή,
και μουρμουρίζω ένα τραγούδι:

«Οι μαρμαρένιοι λόφοι της Ιστανμπούλ,
βαραίνουν το κεφάλι μου, αχ, οι γλάροι-
δάκρυα, δάκρυα καυτά για την πατρίδα
πλημμυρίζουν τα μάτια μου-
Eda, πεπρωμένο μου,
γεμάτη-άδεια, είσαι πάντα
η αλμυρή πηγή
των δακρύων μου.

Στο κέντρο της Ιστανμπούλ άνοιξαν κινηματογράφοι-
η μητέρα δεν θα μάθει ποτέ για την εξορία μου.
Άλλοι φιλιούνται,
συζητούν
και κάνουν έρωτα-
σημαίνει κάτι αυτό για μένα;
Αγάπη μου,
τρέλα μου,
αχ, εσύ, βουβωνικέ ποταμέ μου».
Στην Ιστανμπούλ, στον Βόσπορο,
είμαι ο φτωχός Orhan Veli·
ο γιος του Veli
με την ακατανόητη μελαγχολία.

[Μτφρ.: Μ. Π.]

*Ρούμελι: Κάστρο στην ευρωπαϊκή όχθη του Βοσπόρου.

***

Η ΓΑΤΑ TOY EROL GUNEY*

Ποίημα για την κριτική στάση
που διατηρεί η γάτα του Erol Gunej
απέναντι στην κοινωνική παθογένεια, την Άνοιξη:

Έναν γάτο και λίγο συκωτάκι
ζητάει μόνο απ’ τη ζωή της.
Έξοχα! Έξοχα!

Ποίημα για την εγκυμοσύνη
της γάτας του Erol Gunej:

Βλέπεις, αυτά συμβαίνουν
όταν γυρνάς στις γειτονιές, την Άνοιξη.
Τώρα πρέπει να μείνεις ξαπλωμένη
-ανήσυχη και σκεπτική—
με το κεφάλι κατεβασμένο.
[Μτφρ.: Μ. Π.]
*Ερόλ Γκιούνεϊ [Erol Gunej, 1914-2009]: Γνωστός Τούρκος μεταφραστής. Υπήρξε στενός φίλος του Orhan Veli.

**Από τη συλλογή «Ο δρόμος μου είναι πλατεία», Εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Σπύρος Μεϊμάρης, Η αίσθηση

Η Αίσθηση που είχα,
η αίσθηση που μου ’δωσε χαρά
μπορεί να συνοψισθεί σε μια λέξη:
Ξαναγύρισα.
Κοιτώντας απ’ το παράθυρο, άρχισε
σιγά, σιγά να καταγράφεται μέσα μου
πρώτα το γκρίζο χρώμα, μετά το γαλάζιο
και μετά το ροζ,
όλα μαζί με τους συνειρμούς τους.
Με την άκρη του ματιού μου
είδα κάτι ανθρωπάκια να περνούν από δεξιά
στο πεζοδρόμιο.
Υπήρχε η ανάμνηση μιας ματωμένης δόσης
στο βάθος του ορίζοντα
και κάποιες άλλες σκέψεις που περίμεναν
το χρόνο να κάνουν την εμφάνισή τους.
Ο ουρανός ήταν διάφανος σαν γυαλί
και λαμπερός.
Άφηνε τον άνθρωπο να ελπίζει,
μάλλον τον προκαλούσε,
τον έσπρωχνε να ελπίζει,
ο γυάλινος ουρανός.
Η παρουσία άλλων ανθρώπων
ευτυχώς δεν τον διέκοπτε.
Ο ήλιος πλήγωνε τα μάτια.
Θα έπρεπε λοιπόν,
όχι σύμφωνα με τα προηγούμενα,
αλλά εντελώς αυθαίρετα, θα έπρεπε λέω —
Περιμένετε λίγο, θα μου έρθει όπου να ’ναι —
Τελικά όλες αυτές οι εκφράσεις
και τα γλωσσικά ιδιώματα
είναι αυτοσκοπός
και δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα.

Τι άλλο θα ’πρεπε να πούμε;
Σε τι θα μας βοηθούσε η μαγική δύναμη
της φαντασίας
για να μεταμορφώσουμε
την ασχήμια σε ομορφιά,
τη στενότητα σε ευρύτητα,
την ασυνεννοησία σε κατανόηση,
εξαφανίζοντας το χρόνο σε αιωνιότητα.
Μαγικές στιγμές.

*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.

Πόπη Γιόκαλα, Τρία ποιήματα

Μια θυσία

Ξεχασμένες επιθυμίες που πετάχτηκαν σε σκοτεινά σημεία του νου-
Θάφτηκαν οι προσδοκίες-
Λεηλατήθηκαν τα όνειρα-
Η πείνα για ζωή παραμερίστηκε-
Βιάστηκε το αθώο, αγνό στην ψυχή-
Οι σκόρπιες αναμνήσεις… χαρές χαμένες στην ομίχλη-
Ό,τι όμορφο είχε η ψυχή τσαλακώθηκε-
Φόρεσες τη μάσκα της ευτυχίας… που ξεγέλασες και σένα –
Μαζί με τους άλλους.

***

Λάθη

Τα λάθη που δεν κάναμε ποτέ
Μοιάζουν με σταγόνες βροχής
Πού δεν ένοιωσε το κορμί, επειδή φοβήθηκε την καταιγίδα-
Είμαι δίπλα όταν με δακρυσμένα
χαμογελώ
Με ένα χαμόγελο θλιμμένο…
Καί αναρωτιέμαι…
Γιατί η Αγάπη να φέρνει δάκρυα;

***

Σκιά

Στέκεσαι στη σκιά
κάτω από τα δέντρα-
Μένεις εκεί
Δεν τολμάς να δεις κατάματα τον ήλιο-
Δεν κινδυνεύεις
Είσαι ασφαλής-
Μια ζωή μένεις μονάχος
στη σκιά σου.

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

ως εγωισμός μετρήθηκε
η έγνοια
για το ευτελές του δωματίου μέγεθος
και το βρώμικο των τοίχων
όταν ο φακός
συνέλαβε
τους απέναντι

***

ΤΟ ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΟ

Μας χώριζε
μια Άνοιξη φορτωμένη σε βιτρίνα
και το ύφος σου
Ώρα απόγευμα Σαββάτου αργά
πλατεία Κανάρια
Φιγούρα ανάγκης ή αλήθειας
Δεν γνώρισα
Ένα ωστόσο σιγούρεψα
Αταίριαστη πλάι σου θα στεκόμουν
Έτσι σκυφτός και σκεφτικός
Εσύ
την αγάπη να ψάχνεις
Κι εγώ
να ψηλαφώ άνοιγμα
σε προπέτασμα διαχωριστικού

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα 2012.