Αλέξης Τραϊανός, Δύο ποιήματα (και μια ταινία μικρού μήκους)

Επισκέψεις

Αυτές οι ξεθωριασμένες ομολογίες του χτες
Επισκέψεις που κυκλογύριζαν ολημερίς
Για νάβρουν ένα σπίτι πούμεινε κλειδωμένο
– Υαλοπίνακες αφημένοι
Στη θαμπή πρόσθεση των ετών
Φωτογραφίες που άρχισαν να πληθαίνουν
Μέσα στα μαύρα περιγράμματά τους
Τι θέλουν

Αυτοί οι απρόσκλητοι επισκέπτες
Φύγανε
Διωγμένοι

Σαθρές καρέκλες
Φιλοξενούν την υπομονή τους
Μετρημένη σε βάρος

Πού να τους βάλω να καθήσουν
Τις σαθρές καρέκλες
Πώς να δικαιολογήσω

***

Η ενέδρα

Εις μνήμην Ρ.Κ.

Μ’ αδιάφορο χέρι έκοψαν το νήμα της μουσικής
Ήρθαν κ’ εγκαταστάθηκαν γύρω μας
Με βρώμικα δάκτυλα
Φύτρωσαν κι αυξηθήκαν
Βρήκαν το έδαφος για καλλιέργειες πρόσφορο
Είχαν τα πιο σκληρά μάτια
Και μας πρυροβολούσαν

Μάς σκότωναν ολοένα μάς σκότωναν
Δεν έχουμε καταφύγιο
Μια κρυμένη πόρτα
Ένα κλεισμένο σπίτι
Ν’ αναθρέψουμε τα παιδιά που γεννήσαμε

Θυμήσου πόσες φορές σε σκότωσαν
Και συ τραγουδάς ακόμη

Μιλούνε οι νεκροί
Ουρλιάζουν φίλε μου

Λίγοι ακούνε

*Τα δύο αυτά ποιήματα του Αλέξη Τραϊανού προέρχονται από το αρχείο του γιατρού και κινηματογραφιστή Μίλτου Αρβανιτάκη, και είναι μέρος ποιημάτων που δώρισε ο ίδιος ο ποιητής στο φίλο του. Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2014 του περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη “Ένεκεν”.

Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα

Πρώτη βροχή ή Αντιπερισπασμός

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους

και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια

γλιστρούν στ’ άδειο πλακόστρωτο οι ίσκιοι

βρεμένοι ώς το κόκκαλο. Επιστρέφουν.

Τρυπώνουν στα ραγίσματα των τοίχων

ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν

βυθίζονται στου κόκορα το αίμα.

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους

και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια

έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι∙
σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν.

*Από τη συλλογή “Με των αλόγων τα φαντάσματα” (1985).

Το αλώνι

Αέρας παγωμένος

γνέθει κρύσταλλα∙

αέρας παγερός και παγωμένος.
Μες στο κερί

και μες στο χιόνι αυτός

και λάμνει∙

Με χέρια τσακισμένα αυτός

και λάμνει

Με σκάρτα ζάρια

παίζει ο θάνατος

*Από τη συλλογή “Μετά τα μυθικά (1996).

Jules Supervielle, Ποιήματα

Αιχμή φλόγας

Όλη του τη ζωή
Του άρεσε να διαβάζει
Μ’ ένα κερί
Και συχνά περνούσε
Το χέρι πάνω απ’ τη φλόγα
Για να πειστεί
Πως ζούσε,
Πως ζούσε.
Από τη μέρα του θανάτου του
Έχει στο πλευρό του
Ένα κερί αναμμένο
Αλλά κρατάει κρυμμένα τα χέρια.

*

Είμαι τόσο μακριά από σας σε τούτη τη μοναξιά
Που για να σας φτάσω
Πλησιάζω το θάνατο στη ζωή μια στιγμή
Και σας αρπάζω τα χέρια, μικρά οστά αγαπημένα.

*

Μέσα στο δάσος το άχρονο
Κόβουν ένα μεγάλο δέντρο.
Ένα κατακόρυφο κενό
Σε σχήμα στύλου τρέμει
Πλάι στον κορμό που κείτεται.
Ψάξτε, ψάξτε πουλιά
Τη θέση της φωλιάς σας
Σ’ αυτή την υψηλή ανάμνηση
Όσο θροΐζει ακόμα.

*

Μένει μόνο ένα καθάριο στήθος αμετακίνητο στη μνήμη
Και το αγκάλιασμα γυμνών χεριών που χρωματίζει φως αρχαίο,
Πυκνά μαλλιά πάνω από μέτωπο χλιαρό ακόμα
Σε πείσμα του χρόνου που δεν μπορεί πια τίποτα ενάντιά του.
Κι αυτή η διχασμένη ανάμνηση αντιστέκεται σκληρά στη λήθη
Στο βάθος μιας απόλυτης σιγής, μοναδικού φρουρού σ’ αυτά τα μέρη.

*

Ο περιπλανώμενος
Έχω, αλίμονο, τόσες φορές αλλάξει ουρανό,
Αλλάξει τρόμο και αλλάξει πρόσωπο,
Που δεν καταλαβαίνω την καρδιά μου πια
Έτσι που πάντα περιορίζεται στην ίδια τη σφαγή της.

*Jules Supervielle, Ποιήματα. Μετάφραση: Ντενίζ Ανδριτσάνου, εκδόσεις Printa.

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες / Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

13.

Το καλοκαίρι θα ‘ρθεί και θα ξεσπάσει
Με τα τζιτζίκια που βάζουν φωτιά
Στις κιθάρες τους• και ξέρω καλά
Ή αναπολώ
Ότι το δέρμα σου είναι
Τα πέταλα ενός ρόδου
Και το σώμα σου είναι
Λιβάδι ανθισμένο
Όπου οι άνεμοι τρυπώνουν στις ανεμώνες
Και ύστερα χάνονται στις φυλλωσιές
Και ίσως αύριο έτσι σκεφτώ πιο καθαρά
Μια φράση δική σου που θυμάμαι
Και ούτε ο χρόνος δεν έσβησε
Με τις ακαριαίες στιγμές των αιώνων του
Πως δεν πρέπει να γράφουμε τις νύχτες
Τραγούδια που θα μπορούσαν να ταράξουν
Τη γαλήνη των νεκρών
Που κοιμούνται εν πνεύματι μέσα μας
Την ώρα που τριγύρω
Οι νεκροζώντανοι πληθαίνουν
Δαγκώνοντας ο ένας
Τις σάρκες τού άλλου
Κι εσύ σαρκώνεσαι με τα καλά παιδιά
Που ανάβουν φωτιές στις πλατείες
Μη γνωρίζοντας
Πως σε λίγο η ζωή μας θα γίνει
Η αίσθηση μιας ζαριάς που βγάζει στην κόλαση•
Γι’ αυτό ξέρω καλά
Πως αν σταματήσω να γράφω
Όλα τα γεγονότα
Και όσα δεν έγιναν ποτέ
Σαν τρωκτικά θα ξεχυθούν μέσα από το κεφάλι μου.

Ρογήρος Δέξτερ

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ο δειλός

Προσεκτικά
μαύροι και ξανθοί,
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι,
στον ίσκιο,
παράμερα, –
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη
από ήρωες
χώρα.

Κάθε διευθυντής
για το δειλό
είναι κανόνι,
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει
στο γιακά του.

Κολλάει
στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών
σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ
πίσω από τη διαταγή…
Να μπορούσα να κρυφτώ
πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις,
αν είναι άντρας
ή ψάρι –
λέξη τζάμπα
κανείς δεν μπορεί
να του πάρει.

Που να βάλει
σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη
μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην
έχω την ευθύνη…».
Αυτί ένα μέτρο
– καθόλου πιο λίγο –
στους διευθυντές
ξωπίσω τρέχει,
τη γνώμη
τη δική τους
ν’ ακούσει,
και αύριο
πρώτος να την έχει.
Αν όμως
ο ανώτερος
γνώμη αλλάξει,
εκείνος
θ’ αφομοιώσει
τη γνώμη του ανωτέρου;
– Γνώμη είναι
δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό,
να τη χάσεις. –

Κλέψτε,
σφάξτε κοντά του,
δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,
μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά
είναι μικρή –
εγώ αυτός καθεαυτός
δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι
γεμάτο
νερό,
σαν
νεροχύτης είμ’ εγώ».

Ο δειλός
τυλίγεται
με χαρτόνια
και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;!
Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου
κάνω γκάφα
μεγάλη;».

Μέρα τη μέρα
δένει λεπτά
τα δεσμά
των πιο παράξενων γάμων –
δένει
το λιοντάρι με τα’ αρνί
με τη γάτα
το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα
την καρδούλα
ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα –
άπειρες.

Των λεωφορείων ο τροχός
τον τρομάζει
και οι ανώτεροι,
και η γυναίκα του,
και η γρίπη.
Το συνδικάτο,
Ο δήμος,
όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο,
η αστυνομία,
τα δάση,
τα σκυλιά,
ο καιρός,
το κουτσομπολιό,
ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.

Τρέμει
και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο
τη νύχτα
τον τσακίζει…
Σύντροφε,
τι τρέμεις;
Τι,
συμβαίνει,
λοιπόν;
Στο ενυδρείο,
θέλεις,
να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί,
να υπάρχει
θάρρος,
θάρρος,
και άλλη μια φορά –
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.

Αυλός

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Της παγωνιάς

Λουλούδι

Μοναδικό

.

Πρωί -Πρωί

Θ’ ανέβει

Στον ουρανό

.

Να φιλήσει

.

Τα παιδικά σου

Μάτια

.

Τις κλεμμένες

Πλεξούδες

.

Των μαλλιών σου

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από τη συλλογή «Φύλλα ύπνου»

View original post

Δημήτρης Πουλικάκος, Ο τρελλός χορός (απόσπασμα)

μας περιτριγυρίζουν και μας πνίγουν ρίγες μπλε
άσπρες
πράσινες
κόκκινες
και
κίτρινες αστέρια
ήλιοι
σταυροί
δρεπάνια
όλα έτοιμα να κατακρεουργήσουν τον πρώτο που θα παραστρατήσει

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, 4:61-64.

Πόπη Γιόκαλα, Τι είναι η Αγάπη;

Χρειάζεται λίγο χρόνο να σκεφτεί τα πράγματα.
Καλύτερα να διαβάζει ανάμεσα σ’αυτές τις στροφές σε περίπτωση που την χρειαστεί όταν γεράσει.
Τώρα αυτό το βουνό που πρέπει ν’ ανέβει μοιάζει με κόσμο ολόκληρο πάνω στους ώμους της.
Καί ανάμεσα στα σύννεφα βλέπει το φως της Αγάπης.
Που την κρατά ζεστή όσο η ζωή μεγαλώνει το κρύο της.
Στη ζωή υπάρχουν πόνοι και στεναχώριες..
Δεν ξέρει αν μπορεί να τις αντιμετωπίσει ξανά.
Δεν μπορεί να σταματήσει τώρα,
έκανε τόσο δρόμο.
Για να αλλάξει αυτήν τη μοναχική ζωή…. θέλει να ξέρει..
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ