Δημήτρης Α. Δημητριάδης, 1974

Είμαι στα δεκαπέντε τώρα
απλωμένος στο δωμάτιο
στα φυλλώματα του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
αιωρούμενος
ακροβατώντας
σκιρτώντας

τίγκα οι τοίχοι με αφίσσες που τις έχω και μπλουζάκια
πλάι μου η κιθάρα
ένα περιστέρι πάνω στην κιθάρα
γύρω απ’ το περιστέρι οι λέξεις Woodstok/Victory Peace & Music
τέσσερις λέξεις που σημαίνουν μακριά μαλλιά σαν του Σαντάνα
που σημαίνουν αμπέχονο
τζιν
και μεθυσμένη Χάρλεϋ
κι Άντζελα Νταίηβις
με το μαλλί αφάνα
και την αγέρωχη στάση της
με το ένα πόδι απλωμένο
και το άλλο κεκαμένο στο γόνατο
κι ας μην ξέρω ποια
και τι ακριβώς είναι η Άντζελα Νταίηβις
κι ας είναι να περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια
και να γίνω δεκαοκτώ
για να μάθω ποια και τι ακριβώς είναι.

Κι είμαι στα δεκαπέντε τώρα
και πετώ
και χάνομαι
χωρίς αντιφάσεις
χωρίς υποψίες

αργεί πολύ η ταραχή
η τρικυμία
η σύγκρουση

είναι ήπιο το κόλπο ακόμα

είναι αφίσσες στο δωμάτιο
γραφειάκι με βιβλία σχολικά
το Λάθος του Σαμαράκη
κι ο Μπάλος του Σαββόπουλου
είναι τρανζίστορ
και ποδήλατο
το Βιετνάμ της Φαλάτσι σε Βίπερ περιπτέρου
Δράση και Φαντάζιο
ένα ταξίδι τρελό
τρελαμένο
με μουσικές και Χίπηδες
πάνω σε Ντεσεβώ και Σκαραβαίους.

Κι είμαι στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
μικρός ακόμα
στα δεκαπέντε

λαχταρώντας να διαλέγω τα ρούχα μου
τις ώρες έγερσης και κατάκλισης
τη χρήση των πτώσεων της γενικής σε «-ης»
και της γενικής σε «-εως»
λαχταρώντας να πιω κονιάκ
να καπνίσω σε σκοτεινά κατώφλια
να ξεχυθώ
να ερωτευθώ
ν’ ακούσω τον άνεμο των γεγονότων

μην κάνοντας τίποτα
τον παραμικρό κόπο να σκεφτώ
να μου περάσει η ιδέα
αμυδρά έστω
πως κάποτε
ναι κάποτε
θα είμαι σαράντα τέσσερα
πενήντα τέσσερα
εξήντα τέσσερα.

Δημήτρης Φιλελές, Ταξί

Ένα ταξί είν’ η ζωή πειρατικό
που κάνει πιάτσα τα μεσάνυχτα λαθραία
το μάτι κλείνει σ’ όποιον βρει περαστικό
στου λιμανιού τη σκοτεινή την προκυμαία

Οι επιβάτες δεν κρατούν αποσκευές
με αδειανές τις τσέπες έρχονται και πάνε
Μεγάλες μοιάζουν όλες οι Παρασκευές
και το ταξίμετρο τους γράφει τι χρωστάνε

Είναι γνωστή η διαδρομή απ’ την αρχή
πάντα αντίστροφα μετράει η κλεψύδρα
πέρα απ’ τα όρια λυγίζει η αντοχή
εννιά κεφάλια έχει η Λερναία Ύδρα

Όποιο κι αν κόψουν, ξεφυτρώνουν άλλα δυο
η μάχη άνιση και άδοξη η πτώση
είναι αθάνατο το άγριο θεριό
από τα δόντια του κανείς δε θα γλιτώσει

Ρούχο επίσημο το πέτρινο παλτό
φτερό ανοίγει η ψυχή, βουβό το στόμα
ανεμοσκόρπισμα το σώμα το φθαρτό
ο κύκλος κλείνει με μια χούφτα αφράτο χώμα.

Γρηγόρης Σακαλής, Παράδειγμα

Στον Μιχάλη Κατσαρό

Χτυπούν οι καμπάνες
λυπητερά
κάθε φορά
που ένας αγωνιστής
πεθαίνει
είναι ο ήχος τους διαφορετικός
σχεδόν μελωδικός
έτσι πρέπει στους γενναίους
αυτούς που αψήφησαν
τις συμβάσεις
που αγωνίστηκαν για το καινούργιο
για το δίκιο
που δεν λύγισαν
στις δυσκολίες
λίγοι είναι αυτοί
γι΄αυτό περισσότερη τιμή
τους πρέπει
είναι από άλλη πάστα
όλη τους η ζωή
είναι παράδειγμα προς μίμηση
για εμάς τους υπόλοιπους.

Gregory Corso, Μεξικάνικες εντυπώσεις

I

Μέσα απ’ ένα κινηματογραφικό παράθυρο
βλέπω μια ματιά γαϊδάρων
ένα σταντ της Πέψι,
ένα γέρο Ινδιάνο να κάθεται
χαμογελώντας δίχως δόντια σ’ ένα καλύβι.

II

Σταματώντας στο Γκουαγιάμας
ένα κατακαίνουργιο Φορντ υπηρεσιακό
γέμισε με μελαγχολικούς εργάτες’
στο κάθισμα του οδηγού, ένα νέο παιδί
— καταδικασμένο απ’ το σομπρέρο του.

Ill

Ανεμόμυλος, ασημοστόλιστος, ξεπατωμένος,
ακίνητος στο Μεξικό —
ωσάν πουλί ανάρμοστος ανεμόμυλος, σαν στέμα σπασμένο,
μονοπόδαρος, αυθαίρετος, αλύγιστος,
με πλατύ ορθάνοιχτο μάτι.
Πώς βρέθηκες εδώ; — Κατάμονος, αλλότριος, αβοήθητος;
Εδώ όπου άνεμος δεν είναι.
Ζωντανή ισχνή δομή παραιτημένη, ευχαριστείσαι
μ’ αυτή την άνυδρη, άπνοη μοναχική ηλικία;
Μαλακότερος ο κάκτος σε ξεπερνά.

IV

Σου λέω, Μεξικό —
σκέφτομαι μίλια και μίλια νεκρών δυνατών αλόγων —
καθαρόαιμα και δουλευτάρικα, με ρουφηγμένες κοιλιές,
αλύγιστα, με τεντωμένα πόδια και φαγωμένα στόματα.
Είναι το αλύγιστο πόδι, Μεξικό, το πεταγμένο δόντι
που γκρεμίζει τον έφιππο εφιάλτη των ονείρων μου.

V

Στο Μεξικάνικο Ζωολογικό κήπο
έχουν συνηθισμένες
Αμερικάνικες γελάδες.

*Από το βιβλίο “Βενζίνη”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1989. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Γιάννης Σγουρούδης, Δώδεκα βήματα

Βήμα πρώτο

Παραδεχθήκαμε ότι είμαστε αδύναμοι
Απέναντι
Στους φόβους μας
Εξαϋλωθήκαμε σε όνειρα

Βήμα δεύτερο

Περπατήσαμε σε σκοτεινά δάση
Κι εκεί ακούσαμε τις μυστικές συναντήσεις των ποιητών
Διασχίσαμε τον κόσμο
Μεθώντας
Ζωγραφίζοντας την επόμενη μέρα

Βήμα τρίτο

Αργό, ζυγίζεις τον εαυτό σου
Και τον βρίσκεις αντιμέτωπο
Σε ό,τι αιώνια τον καθιστά άβουλο

Βήμα τέταρτο

Αυτό που κράτησα στα ταξίδια
Που πήγαμε
Οι λέξεις που πέταξες
Τα εισιτήρια που τσάκισες με τόση ευκολία
Τα μάζεψα για να κρατάω πάνω μου κάτι δικό σου.

Βήμα πέμπτο

Ανατιναχθήκαμε στο φως
Και τώρα είδα πως υπάρχει
Η επόμενη μέρα
Η σκιά ενός δέντρου
Να καλύπτει την ενοχή μας.

Βήμα έκτο

Η απραξία των καιρών
Μας έφερε στην εξορία
Έξι βήματα μακριά από το τέλος.
Ξέχασα πώς είναι να έχεις συναίσθημα
Πώς να διεκδικείς
Γέμισε ο αέρας που αναπνέω
Ασχήμια
Και η ατμόσφαιρα
Μυρίζει μίσος και αίμα
Άνοιξη φέρε την ομορφιά σου
Έξι βήματα για να φτάσω
Στους κήπους που ξεκουράζονται οι θεοί
Και ‘γω ο θνητός
Ανάμεσά τους
Θα αισθανθώ πώς είναι να αποκτάς δυνάμεις
Που δεν φτιαχτήκαν ποτέ για μένα

Βήμα έβδομο

Εδώ
Οι φωνές μας καλύπτουν τους ήχους του δάσους
Εδώ που το σκοτάδι καλύπτει το χώμα
Τα βήματά μας βαραίνουν
Οι ποιητές τριγυρνούν τα βράδια
Ζητώντας εκδίκηση
Για τον χρόνο που τους στέρησαν
Χαραγμένα τα βράδια μας
Από τα λόγια τους

Βήμα όγδοο

Τα μάτια ανοιχτά
Υπάρχουν άνθρωποι που θα θέλουν να σε βλάψουν
Τα μάτια ανοιχτά
Θα σταθείς απέναντι στους φόβους.
Το βράδυ
Που το φως θα μπει από μια χαραμάδα
Το σώμα σου θα πράττει
Όσα για χρόνια ήταν ανέφικτα
Και τότε μια κραυγή
Θα σπάσει τη σιωπή
Που κανείς δεν ήθελε να σπάσεις

Βήμα ένατο

Μας συμπεριέλαβαν στην κατηγορία
Ματαιόδοξων ανθρώπων
Μα δεν ξέρουν
Πώς σταθήκαμε απέναντι στο θεριό
Μόνοι μας
Δεν ξέρουν πως νικήσαμε
Και σταθήκαμε
Το ξημέρωμα στο ψηλότερο βουνό
Και είδαμε τα όνειρά μας
Να ανατινάζονται στο πρώτο φως
Σκεπάζοντας τον κόσμο με κάθε είδους χρυσόσκονη

Βήμα δέκατο

Τα βήματά μου, στα βήματά σου
Πατήσαμε γυμνοί στο χώμα
Ενωθήκαν οι δρόμοι μας
Βγήκε ο ανθός, ο πιο όμορφος.

Βήμα ενδέκατο

Τώρα που το τελος φτάνει
Τι θα ήθελες να σου πω
Τι να σου ψιθυρίσω
Τώρα που τα πόδια μου έχουν βαρύνει
Και οι ανάσες βγαίνουν πιο δύσκολα
Όλα τα πήρες,
Δεν έχω τι να μοιράσω στους υπόλοιπους
Που συναντάω
Μόνο λουλούδια άγρια
Για να τους δείξω από τι φτιάχτηκε ο έρωτας

Βήμα δωδέκατο

Δώδεκα αστέρια, δώδεκα αστέρια
Λάμπουν στον ουρανό
Το βράδυ
Ο ουρανός είναι σκοτεινός
Για να χωρέσει τα βήματά μας
Σηκωθείτε
Να φτάσουμε εκεί
Που κανείς δεν τόλμησε να φτάσει.

*Από το βιβλίο “η σκάλα δίπλα στη θάλασσα”, Εκδόσεις Θράκα, 2015.

Ρογήρος Δέξτερ, Στο Café Rue de Marseille

Μια νύχτα τού μέλλοντος
Όταν οι περιττοί και οι άρτιοι των ανθρώπων
Θα έχουν ξεχάσει αν υπάρχουμε
Ίσως ξαναδιαβάσεις τη φανταστική ιστορία
Τού βαρόνου Λεμπρί Ντε Κερουάκ
Που πρέπει ν’ αλώνισε
Τα ομιχλιασμένα βουνά τού Οντάριο
Και όργωσε μόνος του
Τα λευκά νερά τής μεγάλης λίμνης
Όπου με γέλια κρυστάλλινα
Νίβονται οι νύμφες• ωστόσο,
Όπως βλέπεις
Και πάλι για σένα μιλούν οι εμμονές μου
Και οι προβλέψεις μπορεί να μη γίνουν ποτέ γεγονότα
Που η μνήμη ξεθάβει άσχημα
Καθισμένη σα φάντασμα στο μπαρ
Μπερδεύοντας ολοένα πάνω στο ποτό
Ζωντανούς μαζί με πεθαμένους•

Χ.Π. Σοφίας, μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνοπυν, Εκδόσεις Κουκκίδα

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Όταν μια ποιητική συλλογή εκδίδεται για δεύτερη φορά, τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι άρεσε. Σε μια δύσκολη εποχή για την ποίηση, που σπάνια βλέπουμε δεύτερες εκδόσεις, μια β’ έκδοση ποιητικής συλλογής μας τραβάει το ενδιαφέρον για να ανακαλύψουμε τις αρετές της.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε παίρνοντας στα χέρια μας την ποιητική συλλογή του Χ.Π. Σοφία «μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν», που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις «Κουκκίδα».

Μια πρώτη ματιά δείχνει ότι τα περισσότερα ποιήματα είναι πολύ μικρά σε μέγεθος. Εκτός από το ομότιτλο ποίημα της συλλογής, που είναι λίγο εκτενές, όλα τα άλλα εξαντλούν το νόημα μέσα σε λίγους μεστούς στίχους. Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες. Το νόημα πολλές φορές αποδίδεται σε δύο, τρεις ή τέσσερις στίχους. Θεωρούμε πολύ μεγάλη αρετή για έναν σύγχρονο ποιητή, το να καταφέρνει να χωρέσει ένα ολοκληρωμένο νόημα μέσα σε ελάχιστους στίχους.

Το ερωτικό στοιχείο υπάρχει αρκετά στην ποίηση του Χ.Π. Σοφία με μια μελαγχολία, που διαπερνά τους στίχους του: «Παραφυλάω να σε δω να φεύγεις / και τότε μπαίνω κρυφά στο σπίτι σου / και με τα δάκρυά μου ποτίζω τα λουλούδια σου / γι’ αυτό όταν γυρίζεις τα βλέπεις θλιμμένα».

Όπως γράψαμε παραπάνω ορισμένα ποιήματα του Χ.Π. Σοφία αποτελούνται από μόνο δύο στίχους. Εδώ δεν έχουμε απλώς ολιγόστιχη ποίηση, αλλά ένα είδος, που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως αποφθεγματική ποίηση. Σταχυολογούμε δύο παραδείγματα: «Τις λέξεις να τις σκάβεις / αν θες να ανθίσουνε» και «Μεγάλωσαν οι λέξεις έγιναν δάση / φοβάμαι φοβάμαι στους εμπρηστές».

Οι λέξεις, η ποίηση, οι στίχοι έχουν περίοπτη θέση στην ποιητική συλλογή του Χ.Π. Σοφία. Σύμφωνα με τον ποιητή οι λέξεις έχουν χρώματα και αν τις εμποδίσουν, περνούν στην παρανομία.

Ο Χ.Π. Σοφίας, όμως, δεν ασχολείται μόνο με τον έρωτα και τις λέξεις στην συγκεκριμένη ποιητική του συλλογή. Δεν κλείνεται στον εαυτό του, αλλά μας προσφέρει και κάποιες κοινωνικές πινελιές: «Έζησα πολύ καιρό με έναν άνθρωπο / που δεν είχε όνειρα / έζησα πολύ καιρό με έναν πεθαμένο».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Χ.Π. Σοφία «μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν», είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή. Έχοντας ήδη γνωρίσει τον ποιητή στο διαδίκτυο και έχοντας διαβάσει και εκεί ορισμένα όμορφα ποιήματα, τον συγχαίρουμε και περιμένουμε τις νέες πνευματικές του δημιουργίες.

Octavio Paz, Στη μέση αυτής της φράσης

Anna Dross, El cantaro roto

Δέ βρίσκομαι στην κορφή τού κόσμου
Ή στιγμή
δεν είναι κολώνα τού στυλίτη,
δεν άνεβαίνει απ’ τις πατούσες μου
ό χρόνος,
δεν έκρήγνυται στο κρανίο μου
μέ μια σιωπηλή μαύρη έκρηξη, έκλαμψη ίδια μέ τύφλωση.
Βρίσκομαι σε κάποιο έκτο πάτωμα,
βρίσκομαι σ’ ένα κλουβί
κρεμασμένο στο χρόνο.

Έκτο πάτωμα:
παλίρροια καί σφυροκόπημα
πόλεμος μετάλλων
καταιγίδα γυαλιών που γκρεμίζονται,
μηχανές μέ λύσσα πια άνθρώπινη.
Ή νύχτα
είναι ένας σάλαγος πού ξεσκίζεται,
ένα κορμί
πού καθώς άγκαλιάζεται κατακομματιάζεται.
Τυφλή,
ξανακολλά στα τυφλά τα κομμάτια της,
ενώνει
τα θρυμματισμένα της ονόματα, τα σκορπά.
Μέ τ’ ακροδάχτυλα κομμένα
Ψηλαφεί μές στ’ ονειρο τήν πόλη.

Δέ βρίσκομαι στο σταυροδρόμι:
να διαλέγεις
σημαίνει να λαθεύεις.
Βρίσκομαι στη μέση αυτής τής φράσης.
Πού μ’ οδηγεί;
άντιβοά άπό πτώση σε πτώση,
γεγονότα κι ημερομηνίες,
ό γεννοκαταράχτης μου:
ημερολόγιο πού ξεφυλλίζεται
στις κοιλότητες τής μνήμης μου.
Είμαι τό σακί των ίδιων μου των ίσκιων.

Κατηφορίζει
ίσια στής μητέρας μου τα μαραμένα στή$η.
Λόφοι ριτιδιασμένοι
λάβες πλυμένες,
μοιρολογιού πεδιάδες,
βορά τού ασβέστη.
Δυο εργάτες άνοίγουν τό λάκκο.
Σπαραγμένο
στόμα άπό πλίθες καί τσιμέντο.
Εμφανίζεται
ή ρημαγμένη κάσα:
άνάμεσα άπ’ τά σπασμένα σανίδια
τό άνοιχτό-γκρί καπέλο,
τό ζευγάρι τά παπούτσια,
τό μαύρο ένδυμα τού δικηγόρου.
Κόκαλα, ράκη, κουμπιά:
βουνό άπό ξαφνική σκόνη
στά πόδια τού φωτός.
Κρύο φως άμεταχείριστο,
σχεδόν κοιμώμενο,
φως τής αύγής
φρεσκοφερμένης άπό τό βουνό,
βοσκοπούλας των νεκρών.
Αυτό πού υπήρξε ό πατέρας μου
χωρά σ’ αυτό τό τσουβάλι
πού ένας εργάτης μού απλώνει
την ώρα πού ή μητέρα μου σταυροκοπιέται.
Πριν τελειώσει
ή οπτασία εξαφανίζεται:
Είμαι στη μέση,
κρεμασμένος σ’ ένα κλουβί,
κρεμασμένος σέ μια φωτογραφία.
Ή πηγή απομακρύνεται
Το τέρμα σβήνει…

Δεν υπάρχει τέλος ούτε αρχή:
Βρίσκομαι στήν παύση,
Δεν τελειώνω μήτε άρχίζω,
αυτό πού λέγω δεν έχει ούτε πόδια ούτε κεφάλι.
Γυροφέρνω μέσα στον εαυτό μου
καί πάντα συναντώ
τα ίδια ονόματα,
τα ίδια πρόσωπα
καί μένα τόν ίδιο δεν μέ συναντώ.
Ή ιστορία μου δεν είναι δική μου:
συλλαβή αυτής τής σπασμένης φράσης
Πού μέσα στο κυκλοτερό της παραλήρημα
επαναλαμβάνει ή πόλη, επαναλαμβάνει.
Πόλη, πόλη μου
περιφρονημένε στύλε
ατιμασμένη πέτρα
όνομα πού τό έχουν φτύσει
Ή ιστορία Σου είναι ή Ιστορία:
πεπρωμένο
μασκαρεμένο σέ ελευθερία,
αστέρι
περιπλανώμενο και δίχως τροχιά,
παιχνίδι
πού ολοι παίζουμε αγνοώντας τούς κανονισμούς,
παιχνίδι πού κανείς δεν κερδίζει,
παιχνίδι δίχως κανονισμούς,
ιδιοτροπία -δεοϋ ρεμβαστικοΰ,
έ’νας άνθρωπος
πού έγινε θεός τραυλός.
Οί χρησμοί μας
είναι οί κουβέντες τοΰ άφασικού,
οί προφήτες μας
είναι μάντεις μέ γυαλιά.
Ιστορία:
πηγαινέλα δίχως τέλος, ούτε αρχή.
Κανείς δεν πήγε εκεί,
κανείς
δεν ήπιε στην πηγή,
κανείς
δεν άνοιξε τα ματόφυλλα τής πέτρας τοΰ χρόνου,
κανείς
δεν άκουσε τον πρώτο λόγο,
κανείς δεν άκούσει τό στερνό,
τό στόμα πού τον λέει μονολογεί,
κανείς
δεν κατέβηκε στο λάκκο άπό τα σύμπαντα,
κανείς
δέ γύρισε άπό τον κοπρώνα των ήλιων.

Ιστορία:
Σκουπιδότοπε καί ουράνιο τόξο.
Σκάλα
για τα ψηλά δώματα:
έφτά νότες
διαλυμένες στην αίθρία.
Λόγοι δίχως σκιά.
Δεν τούς άκούμε, τούς άρνιόμαστε,
είπαμε δεν υπήρχαν:
μένουμε μέ τό θόρυβο.
‘Έκτο πάτωμα:
βρίσκομαι στη μέση αυτής τής φράσης:
Κατά ποΰ
μ’ οδηγεί;
Γλώσσα κατακερματισμένη.
Ποιητής: κηπουρός επιταφίων.

*Από το βιβλίο ‘Οκτάβιο Παζ Ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, 1986. Μετάφραση: Μάγια Μαρία Ρούσσου.

Ανδρέας Τσιάκος, Με συντροφιά τη μοναξιά του κόσμου

Ξυπόλυτη προσευχή, κυρία υποκρισία
διασκέδασε τις νύχτες μας
σε ποτάμια και σ’ ερήμους πλάνεψέ μας,
στα κρύα μάτια μας ζωγράφισε μια θερμοφόρα,
πάρε στα χέρια σου την παιδική μας καρδιά
που μπορεί να ερωτεύεται ακόμη
και βολτάρισέ την μια νύχτα στην παραλία των λογικών.

Κρανία και κόρακες
πλήθος – οστά έντυσαν το καινούριο μας σπίτι.

Τρέχουν αίματα από τα παράθυρα,
οι κουρτίνες πήραν φωτιά,
παλεύει το μπετόν να βγάλει ρίζες
στου μεγάλου μας του τάφου το κορμί.

Το πρώτο αμάρτημά μας είναι από γεννησιμιού του αθώο.

Μην επιμένεις γείτονα, αδερφέ ξεχασμένε,
δεν θα πλυθούμε στο στεγνό μαιευτήριο της ανάγκης.
Στα τσιγκέλια της ιστορίας μυρίζει κρέας ανθρώπινο,
έχει ποτίσει μέσα μας ο φόβος,
κυοφορούμε την τελευταία Άνοιξη
και απ’ ό,τι καταλαβαίνεις
το στήθος μας πονάει
και τα χέρια μας παγώνουν.
Πέρασα μόνο να σου πω
— γείτονα, αδερφέ ξεχασμένε —
στη δορυφορική σου γειτονιά
τα κουδούνια δε θα γράψουν το επίθετό μας
στις αναγγελίες των νεκρών στην εξώπορτά σου
«ΔΙΑΦΟΡΟΙ» θα γράφει στο όνομα.

Οι Άγιοι Πάντες είμαστε
Άπαντες πανταχού Απόντες
και απ’ τα πάντα παθόντες
ο πόνος των πάντων,
το παιδί του κανενός
και η κραυγή του καθενός.

Μαύρο είναι το χελιδόνι που φέρνει την Άνοιξη.

*Από τη συλλογή “Ο λαιμός του δήμιου”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2016.

Walt Whitman, Στη Γαλάζια Όχθη Της Οντάριο

1
Πλάι στη γαλάζια όχθη τής ’Οντάριο
Καθώς σκεφτόμουνα τίς μέρες τού πολέμου, τή σημερνή ειρήνη άλλά
καί τούς νεκρούς πού πιά δέ θά γυρίσουν,
Φάντασμα γιγαντιαΐο καί μεγαλόπρεπο μέ πρόσωπο αύστηρό στάθηκε
δίπλα μου
Καί Ψάλλε μου, είπε, τό ποίημα τής ’Αμερικής πού βγαίνει άπ’ την
καρδιά της, ψάλλε τής νίκης τό τραγούδι,
Τής Λευτεριάς ξεκίνα τούς παιάνες, πιό βροντερούς παρά ποτέ,
Ψάλλε πρίν φύγεις τό τραγούδι γιά τής Δημοκρατίας τίς άγωνίες καί τά δεινά.
(Δημοκρατία, χρισμένη έσύ νικήτρια, κι όμως σέ κάθε βήμα άπατη μένη
’Από χαμόγελα ύποκριτικά, θάνατο κι απιστία.)

2

Ιδού Έθνος νέο καί στέκομαι μπροστά σας· καί θεριεύω
‘Όπως κανείς θεριεύει γιά νά δικαιωθεί στά μάτια σας.
Τίποτε δέν πετάω κι δλα τά δέχομαι καί χωνεμένα τά γεννάω ξανά σέ
νέα δικά μου σχήματα.

Γενιά πού δοκιμάζεται στό χρόνο καί στίς πράξεις,
Είμαστε αύτό πού είμαστε κι ή ίδια ή γέννησή μας άπάντηση ισχυρή σ’ όποιαν αντίρρηση-
Έμείς έχουμε γιά όπλα τούς εαυτούς μας
Πού μάς κάνουν φοβερούς καί τρομερούς,
Μόνοι όλα τά μπορούμε κι επαρκούμε σ’ όλα χάρη στήν ποικιλία μας κι είμαστε
Μέσα μας οί ομορφότεροι γιά τά δικά μας μάτια-
Κι ισορροπούμε μόνοι έδώ στό κέντρο, κι άπό ’δώ,
σ’ όλη τήν οικουμένη τά κλαδιά μας:
’Απ’ τό Μισούρι, τή Νεμπράσκα ή τό Κάνσας, μ’ ένα χαμόγελο, άπάντηση
μαχητική στήν όποια περιφρόνηση.

Όποια άμαρτία άρχίζει καί τελειώνει μέσα μας,
Ό,τι κι άν γίνει κι ό,τι κι άν δέ γίνει-‘
Αμαρτωλοί ή ώραϊοι μόνο γιά μάς καί μέσα μας.

(Μητέρα έσύ κι άγαπημένες άδελφές!
Κι άν κάποτε χαθούμε, δέ θά ’ναι άπό κατακτητή-
Στήν αιώνια νύχτα μόνοι μας θά βυθιστούμε.)

*Από τη συλλογή “Στη Γαλάζια Όχθη Της Οντάριο”, Εκδόσεις Ύψιλον, 1999. Μεταφραση: Γιάννης Βαρβέρης.