“Της μοναξιάς καλή συνέχεια” του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Γνωστός από παλιά ο Ντέμης Κωνσταντινίδης, χάρηκα που τον είδα να εκδίδει μέσω εκδοτικού οίκου και δη του Φαρφουλά. Η ποίησή του δεν έχει αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια, διακρίνεται για το ίδιο μείγμα τρυφερότητας, σαρκασμού και προφορικού λόγου που τη χαρακτήριζε και παλιότερα, καθώς και για την απαράλλακτη σχεδόν αναλογία ρίμας και ελεύθερου στίχου. Η τελευταία πιστεύω ότι κρίνει τη διάθεσή του να δοκιμαστεί και στους δύο τρόπους – μια δοκιμασία που στέφεται με επιτυχία στις περισσότερες των περιπτώσεων και κάνει την επιστροφή στη ρίμα έναν όμορφο περίπατο του αναγνώστη.

Θεματικά, ο Κωνσταντινίδης εστιάζει συνήθως στη στιγμή: αυτή μπαίνει στο μικροσκόπιό του και αυτήν αναλύει. Τα ποιήματά του έχουν καθοριστική κατάληξη, μια κατάληξη δηλαδή που κρίνει το συνολικό ειδικό τους βάρος, καθώς και σταθερή δομή. Όπως είπα, η γλώσσα του είναι απλή και ανεπιτήδευτη και σε μεγάλο βαθμό προφορική (υποκρύπτει αυτό άραγε μια ριζωμένη πεποίθηση ότι η ποίηση κρύβεται στην καθημερινότητα;). Η σαρκαστική του διάθεση αλλού είναι ελαφρύτερη (στο ποίημα “Το ψωμί και το μαχαίρι” για παράδειγμα κάνει ένα ηθικό/κοινωνικό σχόλιο με αφορμή ένα σαλάμι!) και αλλού εντονότερη (π.χ. στο ποίημα “Μη κερδοσκοπικό”), ενώ ορισμένα ποιήματα, όπως το “Ηρωικό”, αποτελούν αιχμές:

Εμπρός μικρέ
για και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά…

Εμπρός μικρέ
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή…
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.

Καινοτομία της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και γενικότερη, αποτελεί η συνάρθρωση χαϊκού (στο κλασικό μέτρο 5-7-5), τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, σε ένα ολοκληρωμένο ποίημα. Υπάρχουν κάμποσα τέτοια παραδείγματα, ξεχώρισα το “Χαϊκού του σκοταδιού”:
Μου το είχες πει
κάποτε θα ερχόταν
νύχτα στην πλώρη.

Μου το είχες πει,
κανείς δε θα φαινόταν
απ’ το πλήρωμα.

Μου το είχες πει
μέσα μου θ’ απλωνόταν
κάποτε. Τώρα.

Δεν λείπει και η νοσταλγική διάθεση, όπως στο ποίημα “Ζαβολιά”: (…Είχες ένα κολιέ/ ψεύτικα μαργαριτάρια./ Θυμάμαι που σκόρπισαν/ και τα μάζευα. […] Βρήκα ένα προχθές/ στο συρτάρι σου./ Και θάμπωνε/ όλο θάμπωνε το βλέμμα) ή η ευαισθησία για τα κοινωνικά θέματα (π.χ. ποίημα “Τρίτη ηλικία”), την οποία είδαμε και νωρίτερα στο “Ηρωικό”. Η ματαιότητα των πραγμάτων υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως, όπως στο ποίημα “Θυσιαστικό”:
Κάπου στο κέντρο εχθές
πίσω από ένα τσούρμο παιδιά
κατάκοπη και ιδρωμένη
πήρε το μάτι μου την Αθηνά.

Τη σημαιοφόρο μας
-που σε όλα αρίστευσε!-
φιλοσοφο. Αποφοιτήσασα
εκ του Αριστοτελείου.

Δεν λείπει επίσης και ο προβληματισμός για τον ρόλο του ποιητή (“Ο ποιητής αντίθετο του νικητής” ή “Ποιητές μπαμπάκια/ ποτισμένα αλκόολη,/ στο σάπιο δόντι/ του συστήματος…”).

Με άξονα τη μοναξιά, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης προσφέρει αξιοσημείωτη ποίηση που αποζημιώνει τον αναγνώστη.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Οι Άγιες μαμάδες

Στον Γιώργο Πρίμπα

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο ταμείο
με το μπαστουνάκι τους,
λίγα ψιλά και
παιδικές φωτογραφίες.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποια ουρά
με την υπομονή τους,
ανάγλυφες τις γαλάζιες
φλέβες στο χεράκι τους.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο τρίστρατο
με τη μορφή τους
τη σεβάσμια κι αυστηρή,
όταν σε μάλωναν.

Οι Άγιες μαμάδες
υποστυλώματα
έργων ανολοκλήρωτων,
που έμειναν να βρέχονται
καταμεσής της ερημιάς.

*Από το Στίγμα Λόγου εδώ: http://bit.ly/2Z9ZpyJ

Μιχαήλ Μήτρας, Επαφή

την αγγίζει όταν αγγίζονται αγγίζει
αγγίζονται αγγίζεις τον αγγίζει
και με αγγίζει όταν αγγίζονται
αγγίζομαι αγγίζει όταν αγγίζει
αγγίζονται αγγίζονται την αγγίζει
με αγγίζει όταν σε αγγίζω και
αγγίζει αγγίζονται όταν την αγγίζει
αγγίζονται αγγίζεις όταν αγγίζεις
με αγγίζεις όταν σε αγγίζω με

Μαρία Θεοφιλάκου, Βικτώρια

Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου
Ούτε και τέρμα ν’ αποθέσω τα μπαγκάζια μου
Όλο τ’ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά ξανακυλάνε
Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν
μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη,
ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα
Κι εσύ αν είσαι φίλος
κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις
Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο,
αν φεύγει,
είμαστε μόνοι

*Από τη συλλογή “ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ”, εκδ. Δωδώνη, 2010.

Αλέξης Γεωργαντάς, ψυχικά και άψυχα μαζί

Το παντελόνι που μου ΄δωσες να φορώ-
η ησυχία που κάνει το μυαλό-
η μέρα της Κυριακής
που σιγά σιγά έχει συνηθίσει
να ξυπνά-
συνδιαλέγομαι με όλα αυτά
ψυχικά κ άψυχα μαζί-
ευλογία φέρουν.

το παντελόνι

το παντελόνι που
μου ΄ δωσες να φορώ μου
είναι φαρδύ στο πάνω του μέρος
όμως του έριξα μια διπλωσιά στο
σημείο της μέσης και μου πάει καλύτερα.
Πιστεύω πως μπορώ να το αγαπήσω.

*Aπό εδώ: https://republicasentimiento.blogspot.com/2019/06/blog-post_2.html?fbclid=IwAR28zc2diByn8RBrZ7HN7TY8UHYPm8hN68roIIcl-Xj2pFU9iTyQ1DmTn1Q

Ντέμης Κωνσταντινίδης, τρία ποιήματα από τα “Εφημερόπτερα”

Σέρνουν οι ελέφαντες το τελευταίο βήμα.
Χωρίς τους πάγους πνίγηκαν οι αρκούδες.
Μεγάλη πολιτεία με τους χαμένους μύθους!
Αταύτιστη, αγραναπαυμένη -ρίζα παραδομένη
σε τρακτέρ, σε εκσκαφείς, στην ασθένεια…

Μετά την ξαφνική βροχή
Γλιστράν οι στέγες
Οι χείμαρροι εξαντλημένοι
Χάσαν την ορμή ̇
Λίμνες στην άσφαλτο
(Υγρά υπολείμματα)
Γεμίζουν χάσματα
Τώρα απουσίας…

Αλίμονο!
δεν είναι πια
ένα επιπόλαιο καλοκαίρι.
Επίσημα καταδικάστηκε σε ορυχείο
με ζώα εξόριστα πικρά νερά στείρα εδάφη.
Αλίμονο!
δε θα ξανακουστεί
το τραγούδι του δάσους.

*”Εφημερόπτερα”, Εκδόσεις 24 Γράμματα.

Μαρία Κούρση, Κ.Κ.

Μια λάμπα ιστορούσε τα περασμένα
Πεταμένα.

Ποτέ δεν άκουσα βήματα. Και τα παπούτσια
που κοιτούσαν το παράθυρο ήταν καινούργια.

Ένα θρόισμα ρούχων και σκόνης
Δεν έφευγαν

Φιγούρες φωσφόριζαν τυχαία μέλη
Αιφνίδια κομμένα

Ολόκληρα θα εξαπατούσαν
Καθόταν κίτρινο παντού.

Το σπίτι πουλήθηκε ξαφνικά.
Γρήγορα γέμισε γλαστράκια
Σκούπες, πετσετάκια.

Η σκόνη πετάχτηκε μαζί
και τα παπούτσια.

Αντρικά ήταν. Επίδοξα παιδάκια
τσαλαβουτούν τα πόδια τους.

Και τα πονάνε.

(Αθήνα, 1958)

Νίκος Καρούζος, Δύο ποιήματα

Λαλώντας απ’ το μέλλον

Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ

σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί

και μ’ ανόσιες αράχνες.

***

Χρησμός και Πράγμα

Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες

τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.

Μιχάλης Ανθάς, Δεν κράτησε πολύ τούτη η αναμονή

ΔΕΝ κράτησε πολύ τούτη η αναμονή με τους αραδιασμένους
ουρανούς να φουμέρνουν το απολλώνιο φως
και το ξερό κλαδί μιας ανϊσκιωτης πέτρας.
Η θύελλα έχει το δικό της βάλσαμο,
η βίγλα το δικό της άχτι
και γίνηκε
ταξίδι αγκαλιαστά της άπνοιας,
και γίνηκαν
τα χαμόγελα απάγγιο στις περδικότσιχλες,
νάμα αζήτητον στη κάψα.
Εκεί,
με τα μαραγκιασμένα ανθόστηλα
φτάναμε στου μεσούρανου το ξεροστάλιασμα
ολάκερο τον όλβο.
Σχισμένα κασκέτα απόσερναν σιωπηλά
το φεγγοβόλο διάδημα,
εγκάτινο λαμποκόπημα του μετώπου.
Ας αποθέσω το λάφυρο της δόξας
στο πρωτόστεμμα της νίκης,
στη φυλαγμένη της αγάπης αμάτωτη θωριά.
Ερυθρό πλάνεμα νιόφαντων ονείρών,
πολεμίστρα διάφανη, μισιτή σφήκα
του αυγινού κλωναριού
σού ‘στειλαν μεθίβγαλτους κόπους,
ασίτευτους καρπούς χρόνων.
Έστειλες γιορτές σε μεγαλωμένους τοίχους,
θράκα στην παγωνιά των βωμών,
σού ‘στειλαν δυο ανέμους, δυο πανιά,
κράτησες τον ένα να τον κάνεις θύελλα
στα ξερά κλαδιά.
Τον άλλο τον γύρισες στην αναμονή μιας Άνοιξης,
που θά ρθει πάλι από σένα.

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, εκδόσεις “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

Benjamin Peret, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΝ ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΙΝΟΥΣΗΣ

Πρώτο λουλούδι καστανιάς που υψώνεται όμοια μ’ αυγό
μες στο κεφάλι των μεταλλικών ανθρώπων
σκληρό σαν προκυμαία
όταν
μες στη βροχή μελάνης που με διαπερνά με καθρέφτες
τα μάτια σου μαγικά σα δέντρο σφαγμένο
κράζουν σ’ όλους τους τόνους
Είμαι η Ρόζα
σ’ αγαπώ όπως η αλλοτινή φτέρη αγαπά την πέτρα που την έκαμε εξίσωση
σ’ αγαπώ μ’ όλες μου τις δυνάμεις
σ’ αγαπώ σαν κόκκινη σόμπα μες σε σπήλαιο
Ας με ξεσχίσει το φόρεμά σου από συρματόπλεγμα
με μέγα κρότο πιατικών που πέφτουνε σε σκάλα
σ’ αγαπώ σαν αυτί που το ’χει πάρει ο άνεμος
που σφυρίζει Περίμενε
Περίμενε το σίδερο να κάψει το πουκάμισο της δρόσου
για να κάμει ν’ ανθίσει η αντανάκλαση του κρυστάλλου που κρύβεται μες σε συρτάρι
Περίμενε τη σαπουνόφουσκα
αφού σκάσει σαν τσάρος των τυφλοπόντικων
που ποτέ δε θα σκεπάσουν τους αγαπημένους ώμους
ν’ αναγεννηθεί μες στη σκόνη τη σκοτωμένη από τον ήλιο που έγινε γαλάζιος
και που εγώ τον παραφυλάω από την κλειδαρότρυπα
τη μαλλιαρή
την παγωμένη
της φυλακής των πολικών λειχήνων όπου μ’ έχεις έγκλειστο
Περίμενε υιέ άλατος
περίμενε οίνε της βραχώδους ακτής που μόλις συνέτριψε μιαν αιγίδα
περίμενε άντερο φωσφόρου που δε σκέφτεται παρά τις πυρκαγιές των δασών περίμενε
Περιμένω

***

ΝΤΕΡΑΠΑΡΙΣΜΑ

Γιατί να μην έχεις τον πόθο του κορυδαλλού που ρίχνεται στην ουράνια βράκα χωροφύλακα
να τη διαπεράσει δίχως ποτέ να τη βρει
θα είχες συναντήσει τον καθρέφτη του ματιού μου
που θα ’χε γίνει σα σπόρος σταριού στην πυραμίδα της πτήσης σου
που οικοδομεί τριγύρω μου μια φυλακή καιομένων βάτων
εάν φύγεις όπως ένα σπίτι λιώνει μες σε μπανιέρα λάβας
ή σκέψεων ιπταμένων και καταβροχθισμένων από φιάλη οξέος
εάν κοιτάξεις μες από το μάτι πόρτας που χαμογελά τότε σαν την πλατεία Ντωφέν
προτού να εμφανισθεί η κόπρος δικαίου
θα είχα έτσι μάτια αγρίου κύματος
για σένα
που θα ήταν άνθος αγαύης στο χείλος πηγαδιού ορυχείου
όπου θα φαίνονταν αντιλόπες στο σχήμα αυτιών
θέλω να πω βιολετών
που λέγονται έτσι διότι κρύβουν τσίνορα ίριδος
που πλαισιώνουν χλόη ηλεκτρική ικανή να με βάλει να ροκανίζω τα κρανία των προπατόρων μου

*Από το βιβλίο “Μπενζαμέν Περέ – Απαγορεύεται η αφισοκόλλησις και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Σωτήρη Λιόντου και Νίκου Σταμπάκη, Εκδόσεις Ύψιλον, 2007.

*Artwork by Matthieu Bourel