Διαδρομές με το μετρό μέσα στην πόλη
μια παραλία μπρος στα πόδια σου κοιτάς
ζωγραφισμένη, σε φωνάζει και ματώνεις
γιατί το ξέρεις ότι δεν μπορείς να πας.
Ρουτίνα, φάμπρικα, ζωή με το κομμάτι
κι εσύ το κάλεσμα της θάλασσας ν’ ακούς
μεταμοντέρνες αυταπάτες να γυρεύεις
σε κοινωνία που γεμίζει μ’ αχινούς.
Μια παραλία ζωγραφίζεις στα χαρτιά σου
στα θολωμένα κύματά της κολυμπάς
σαν καραβάκια τα χαρτιά σου θ’ αρμενίζουν
εκεί που νόμιζες πως κάποτε θα πας.
Στο όνομα
των
άνομων
του χθες
στο όνομα
των
άνομων
του σήμερα
ο επιζών του Άουσβιτς
κι ο επιζών
Ες Ες
αναρωτιούνται
στο δικαστήριο της Φρανκφούρτης
Πώς να καταδικάσεις στο όνομα του νόμου
το έγκλημα που διαπράχθηκε στο όνομα του νόμου
Πώς να συγχωρέσεις στο όνομα του νόμου
το αίμα που χύθηκε στο όνομα του αίματος
Η ερώτηση ξεπερνά την απάντηση
και ο κατηγορούμενος
το εδώλιο
Ούτε συγχώρεση ούτε τιμωρία
ισοβίως*
* Χιροσίμα…
Βουδαπέστη…
Κονγκό…
ŒDIPE SPHINX
Au nom
des
hors-la-loi
d’hier
au nom
des
hors-la-loi
d’aujourd’hui
le rescapé d’Auschwitz
et le rescapé
SS
s’interrogent
au tribunal de Francfort
Comment condamner au nom de la loi
le crime commis au nom de la loi
Comment pardonner au nom de la loi
le sang versé au nom du sang
La question dépasse la réponse
et l’accusé
le box
Ni pardon ni châtiment
à perpétuité*
* Hiroshima…
Budapest…
Congo…
*Μετάφραση: Ελένη Γιώτη.
**Περισσότερα ποιήματα του Ghérasim Luca μπορείτε να διαβάσετε στο εικοστό πρώτο τεύχος του Τεφλόν.
και ξεπηδούν απ’ τις κορφές του φεγγαριού
αφήνοντας τη βάρδια τους
και κατεβαίνουν
κι έρχονται
κι όλο περνούν μες τα βαθιά ραγίσματά μου
ο Γκανάς
η Ορνέλλα Μούτι
ο Λάγιος κυκλωμένος με χρώματα
κι ο Παπαγιώργης
η Φρανσουά Βιγιόν απαγγέλοντας σιωπηλά
η Μόνικα Βίτι
η Γαλανάκη μαζί με τον Κοέν
και η Λόρεν γυμνή
θεόγυμνη
ο Χρήστος Μπράβος βυθισμένος μες στα έλκη του
ο Περικλής Γιαννόπουλος αγκαλιά με τη Γώγου
κι ο Μουφλουζέλης κόκκινος
κατακόκκινος
ντυμένος στην πένα
σαν τρελός να γουστάρει τη Μπριζίτ Μπαρντό
μη διστάζοντας να της κάνει πρόταση γάμου
ο Γκάτσος σέρνοντας χαρταετούς
κι η Τζένιφερ Λόπεζ
η Ζυράννα Ζατέλη με το κανό της αύρας
και ο Καρούζος ανεξάντλητος
ενθουσιώδης
τύφλα μεθυσμένος μ’ αμίλητα νερά
χτυπώντας ενίοτε τον παράμεσο με το δείκτη
κροτώντας τις παλάμες στο ρεφρέν
ν’ ανοίγει τα κρυφά φτερά
και να πετά
χορεύοντας το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.
Δέ γνοιάζουμαι γιά τίποτα, βάζω δμως δλο μου τον κόπο
Ν’ άποχτήσω άγαθά καί διεκδικητής τους δέν είμαι-
Πού τό καλύτερο μοϋ λέει, είναι πού μέ πειράζει πιότερο,
Καί πού τ’ άληθινότερο, είναι πού πιότερο μέ κοροϊδεύει-
25 Φίλος μου είναι, πού μέ κάνει νά γρικάω
Γιά έναν άσπρο κύκνο πώς εΐν’κοράκι μαύρο-
Καί πού μέ βλάφτει, πιστεύω πώς μέ βοηθά τό κατά δύναμη-
Κοροϊδία, άλήθεια, σήμερα όλα μοϋ είναι ένα-
Συγκρατώ τά πάντα, τίποτα δέν μπορώ νά εννοήσω,
30 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος του καθενός.
Πρίγκηψ μακρόθυμε, παρακαλώ σας μάθετε λοιπόν
‘Ότι γρικάω πολλά καί δέν έχω νοϋ ούδέ γνώση:
Φατριαστής είμαι, όλωνών των νόμων κοινός.
Τί ξέρω πιότερο; Τί; Τα μιστά πάλι νά ’χω,
Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τοϋ καθενός.
*Από το βιβλίο Francois Villon (Φρανσουά Βιγιόν), Ποιήματα, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, χωρίς χρόνο έκδοσης. Μετάφραση από τα Γαλλικά: Τρύφων Β. Νικολάου. Τα περιεχόμενα αυτού του βιβλίου δημπσιεύτηκαν στα Ελληνικά για πρώτη φορά στο περιοδικό “Εκηβόλος”, Νο 4, Φθινόπωρο 1978.
JAMMING WITH JACK 2
Κάποια μέρα ο ήλιος θα ζεστάνει
και εσύ που τώρα κλαίγεσαι
πάνω από ένα πιάτο παντζάρια
θ’ αφήσεις το γρασίδι να χαϊδέψει το κορμί σου.
Τότε το χαμόγελο θ’ απλωθεί πάνω στο πρόσωπό σου και δεν θα φύγει ποτέ
JAMMING WITH JACK 5
Γυμνός στέκομαι
ακουμπώντας
στο κάγκελο του μπαλκονιού
ατενίζοντας
το πήγαινε-έλα των πορτοκαλί πολυκατοικιών.
Ένα περιστέρι περίεργα με
κοιτά
ψάχνοντας για φαγητό.
Και το κορίτσι που με μανία τρίβει τα τζάμια
ασυναίσθητα
μου χαμογελά.
JAMMING WITH JACK 9
Μέσα στο φωταγωγό των μίζερων ονείρων μας, τσίκνα από τηγανιτά ψάρια με
κουρκούτι από απορρυπαντικό την μύτη μας σουβλίζουν.
Κι όσα κουκούτσια από μούσμουλα κι αν πέταξα το δέντρο δε λέει να φτάσει στο
δικό μου παραθύρι.
JAMMING WITH JACK 22
Ξημέρωμα κι ένα πινέλο έριξε μπλε πάνω στο μαύρο
Ξημέρωμα κι οι γείτονες ερωτοτροπούν, τσακώνοντα
καθώς κρέμονται από τα μπαλκόνια.
Ξημέρωμα και το νερό του ντους ξεπλένει
την αρμύρα της νύχτας από το σώμα μου.
Ξημέρωμα και τα σκουπιδιάρικα χτυπούν
χαρμόσυνα τις καμπάνες στις εκκλησίες.
Άλλη μια νύχτα πέθανε μες στις σελίδες της ζωής,
μες στις σελίδες του χρόνου
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.
V
Κάθε βράδυ πέφτουν
απ’ τους φανοστάτες οι σταξιές
ωστόσο λίγα προσφέρει ένα λιπόσαρκο φως
όταν ξετυλίγεται σε πρόσωπα που φθίνουν
και απ’ την τέφρα σβήνει η γραμμή
όπου τελειώνει η θάλασσα και αρχίζει ο ουρανός.
Είναι μια λύπη που δεν καταλαγιάζει
για ανθρώπους που ναυάγησαν
με γδαρμένες ψυχές
για άλλους που γέρασαν με την παραίτηση
στα μάτια, τη σήψη στις ραφές,
βολοδέρνοντας στο ξέπνοο γαλάζιο.
Πώς αποτυπώνεται ο αφανισμός
και γεμίζει το πανί φιγούρες
που ακουμπούν τα μάτια τους στη γη
ενώ αρκεί ένα τοπίο
ένα κοιμητήρι λεηλατημένο απ’ το κρύο
με τους βραχνούς θρήνους και τη φρικτή σιγαλιά.
Είναι η έρημος που μέσα σου οργώνεις
όταν δεν αντέχεις πια την απουσία,
η πίστη ψυχρή βλόγηση
δίχως την πραότητα στο απελπισμένο βλέμμα,
την υπόσχεση που χάριζε μια άκρη του ουρανού
όταν τη σφίγγαν τεντωμένα χέρια.
Ο κόσμος φωνασκεί στη χοάνη
της αφής
παρά της ακοής
Ό,τι μπορετό και αμπόρετο
το θυμικό σκαρφίζεται με πόνο
αγγίζει επτά στρώσεις
από πέταλα πάνω στο κορμί μου
Και όταν σταματά
σαν χέρι που τα μαδάει
από το στήθος, τους γλουτούς
και το γόνα,
πληγές αναδύονται με θλίψη πηχτή
και γόο χυμένο
στις μάχες των αθεράπευτα σαστισμένων
Παιχνιδίζει με του θανάτου
τη σιγουριά
και του θεού τη πίστη
μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά
η ζωή μου
Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα.
Δεν θα υπάρξει άλλη δικτατορία σαν αυτή.
Όταν οι πράοι
αποφασίσουν να μιλήσουν
ακόμα και ο σκύλος σου θα φοβάται να γαβγίσει.
Έχουν ακούσει αρκετά
σκόρπια, ανώφελα, κακομαθημένα λόγια
για να τους επιτρέψουν να εξουσιάσουν ξανά.
Στο εξής, θα ακούς μόνο τις στριγκλιές
εκείνων που συνήθιζαν να μιλούν.
Να τη φοβάσαι αυτή την ημέρα.
Ο σεβασμός θα είναι η νέα θρησκεία,
η αγάπη ο νέος τρόπος σκέψης,
η εσωστρέφεια το νέο σπίτι της νόησης
και οι ήσυχοι άνθρωποι θα γευματίσουν
πάνω στα νεκρά σώματα όποιων δεν συμμορφωθούν.
Η τελευταία λέξη θα είναι η κραυγή τους.
*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2019.
Αν κι αυτό δεν ευθύνεται
οδηγείτε στην ευθανασία
και πληρώνει με την φτωχή του ζωή
το γεγονός πως υπήρξε
επιτέθηκε και δάγκωσε
Τα κακά παιδιά
απότοκος ανεύθυνων γονέων
ποτέ δεν θα πληρώσουν
με τέτοιο νόμισμα οικτρό
Δεν είναι να απορεί κανείς
πως οι μαλάκες στη χώρα αυτή
δεν ελαττώνονται
~~
Η Εύα μου την πρώτη μέρα εκπαίδευσης
Μπαμπά Μπαμπά
σήμερα με δάγκωσε
ένα λυκοσκυλάκι
Μα δεν έκλαψα
ψηλά κράτησα την ουρίτσα μου
απ’ τα νεύρα μου όμως
έκανα εμετό μες στο σχολικό
~~
Αγγλικός ποιμενικός (Σελίν)
Γλύφοντάς μου το πρόσωπο
πριν οριστικά σε χαιρετήσω
σκίστηκα σαν καρίνα στα βράχια
τότε μέσα μου βαθιά κατάλαβα
πως οι δεσμοί του αίματος
μια πρόφαση είναι