Τόμας Μπρας: Βαν ντερ Λούμπε (Τρομοκράτης) / Kανενός χώρα

Μεταφράζει η Ιωάννα Διαμαντοπούλου

Ο Marinus Van der Lubbe έκαψε το Φεβρουάριο τού 1933 τη Γερμανική Βουλή για να διαμαρτυρηθεί κατά του Ναζισμού. Το γεγονός αυτό έγινε αφορμή για την σκλήρυνση των ναζιστικών μέτρων. Εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό σε ηλικία 25 ετών.

**

Ολλανδία-Γερμανία: περνώντας αυτά τα σύνορα
μια δουλειά να ψάξει πήγε
σαν τεχνίτης με το σακί του
στον ώμο, χωρίς αποχαιρετισμό
απ’ το μικρό του χωριό. Έτσι
πέρασε μέσα απ’ το Τελωνείο στην ξένη χώρα:
όπου καθένας στο γείτονα άγνωστος είναι.

Ανάμεσα σε απ΄τη ζωή κουρασμένους άστεγους, στέγη
κοντά στην Alexanderplatz συλλάβιζε
σε ξένη γλώσσα TOD DEM FÜHRER (Θάνατος στον Φύρερ), ήδη στην Neukölln
φώναξε ο θάνατος τον Φύρερ, αλλά φώναξε
σε κουφά αυτιά, γιατί αυτή την απάντηση πήρε:
Ενάντια στον πόλεμο δεν μπορεί κανένας να καταφέρει κάτι,
πολύ περισσότερο ένας ξένος: το καθεστώς τού επιφυλάσσε τη μεγαλύτερη εκδίκηση.

Από το κρεβάτι στο Άσυλο Αστέγων ανάμεσα
σε λερά σεντόνια τον πόλεμο είδε να ορθώνεται
ισχυρός πίσω από τη Βουλή σαν ένας τροχός πύρινος: οι Νόμοι
τον θέτουν σε κίνηση, η δειλία τον γυρίζει, η Οικονομία
τον προωθεί: Αυτά λέει ο Ολλανδός
και τον βλέπουν να παραπατά
Η μιας και δεν έχω γυναίκα εφευρίσκω όλα αυτά.

Μετά, σκέφτηκε ο Μαρίνους, πώς και τι κάνω
κανέναν δεν αφορά, αν πρέπει μόνος να το κάνω, τώρα
θα χρειαστώ εκρηκτικά, που να κοχλάσει ο αέρας,
πέταγε αναμμένα στουπιά
σε κελάρια, στεκόταν
με ευτυχισμένα γέλια
μπροστά στους αδιάφορους φύλακες.

Εφημερίδες αναφέρονται στους μικρούς του εμπρησμούς και
διαμάχες κομματικές, εφημερίδες
τσαλακωμένες κάτω απ’το στρώμα. Με
το βλέμμα στην οροφή προσηλωμένο,σκέφτεται την επιστροφή τώρα
από το Άσυλο
στο σπίτι κάτω από τη χρυσή αχυροσκεπή στο μακρινό χωριό:
Δρόμο απ’ αυτήν την πόλη, το Βερολίνο , πίσω στο Torf.

Αλλά μένει και συνεχίζει τη δουλειά του τώρα
γύρω από τη Βουλή. Πρέπει να καεί, αφού
τον πύρινο τροχό εκεί πίσω δεν τον βλέπει βεβαίως κανείς. Μόνο
ο Marinus van der Lubbe, που έπεσε ανάμεσα
σε βουβούς τυφλούς, που
τη φωνή τους εκχώρησαν
σε βουλευτές που φοβισμένοι ψηλά τα χέρια σηκώνουν.

H Ιστορία παίζει στην πόλη μου,
που ο πόλεμος την κατέκοψε
και που από χιλιάδες σπιτιών πληγές
αίμα ακόμα και σήμερα ωριαίως τρέχει
Κάτω από επιθέματα αναστενάζει και βογγά
μια νέκρα που δε συνήθισε ποτέ
το Θάνατο και από πάνω περνά
δειλός λαός, αμέριμνος που δεν στρέφεται
εξακολουθητικά κουφός,τυφλός και μουγγός
Το κράτος σε φοβίζει,σε φοβίζει, σε χαζεύει.

Φλεβάρης 27, καίγεται το Κυβερνητικό Μέγαρο,
O Van der Lubbe χωρίς ανάσα διατρέχει τις αίθουσες, κόκκινες φλόγες
αντανακλούν στις παιδικές του γκριμάτσες, βρίσκει
ακόμα μια δίοδο προς την όχθη τής Βουλής, κάθεται:
Θαυμάστε τη δουλειά μου, πως καίει μέχρι τον ουρανό:
Κοιτάξτε πως προβάλλουν οι φλόγες μέσα από τον κρατήρα:
Ελάτε τώρα να πετσοκόψουμε την Εξουσία.
Καμία Απάντηση μόνο αυτοκίνητα που περνάνε πέρα δώθε:
δυο ώρες μετά είχε κιόλας συλληφθεί,
προσαχθεί, παρουσιαστεί, στοιχεία εξακριβώθηκαν:
Όνομα, Διεύθυνση κατοικίας, Εργοδότης. O Van der Lubbe γελά:
Ιδία εργοδοσία, δεν γίνεται κατανοητός ούτε από έναν αστυνομικό:
Απορώντας στέκονται μπροστά στις πύλες:
Αυτἠ η πυρκαγιά άλλες φωτιές θα αναζωπυρώσει.

Κανένας δε δρα άνευ παραγγελίας, λένε όλοι στο Δικαστήριο
ακόμα και οι κατηγορούμενοι κομμουνιστές
τον αποκαλούν όργανο των φασιστών,
που κι αυτοί όμως
για κόκκινο τον κόβουν
και μια στη μούρη τού χώνουν.
O Van der Lubbe δεν καταλαβαίνει τίποτε πια:
Και ο λαός. Σαν να μη συνέβη τίποτε.

Έτσι αποχώρησε ο Van der Lubbe:
Όπως ένας ηθοποιός από σκηνής:
Που κάηκε εξήμισι χρόνια αργότερα
καθώς στην Alexanderplatz προείπε.
Κανένας δεν πίστεψε στην πρωτοβουλία του: ακόμα
και όταν τον οδηγούν στον τόπο εκτέλεσης, έτσι τον δείχνουν:
Δείτε τη μαριονέτα, που άγνωστοι τής κινούν τα νήματα.

Γερμανία-Ολλανδία: Στα σύνορα σταματά ένα τρένο.
Στο τελευταίο βαγόνι ένα φέρετρο:
Μέσα ο van der Lubbe χωρίς κεφάλι.
Τού το κόψανε για τη δουλειά που ο ίδιος ανάθεσε στον εαυτό του.
Τι τον αφορούσε, λέει ο τελωνειοφύλακας, σηκώνει το χέρι:
Αναχώρηση. Αναχώρηση τού τρένου από την Κανενός Χώρα.

Θωμάς Γκόρπας, Δὲν εἶμαι ὁ Θωμᾶς ποὺ λέτε ὅτι ξέρετε

Δὲν εἶμαι ὁ Θωμᾶς ποὺ λέτε ὅτι ξέρετε
δὲν εἶμαι ὁ ποιητὴς ποὺ λέτε ὅτι θαυμάζετε
δὲν εἶμαι καταπληκτικὸς δὲν εἶμαι ἀνεπανάληπτος
οὔτε θηρίο τῆς ἐρήμου οὔτε σκύλος ποὺ δαγκώνει…
Μέσα μου ἕνα ἄνθος ἀπολέμητης μοναξιᾶς
καὶ τὰ πικρὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς γεμάτα
δροσερὲς πηγὲς λυγμῶν.
Σώζομαι ἂν σώζομαι τελικὰ χάρη σὲ κάποιες τέχνες
ταπεινὲς ποὺ ξέρω: τοῦ τσιγάρου τοῦ ξενυχτιοῦ
τῆς νοσταλγίας καὶ τῆς ἀθανασίας τόσων
ὡραίων πραγμάτων ποὺ περνᾶνε ἀπαρατήρητα…
Ψάχνω γιὰ νέες ἀγάπες πυρετωδῶς κι ὅταν δὲν
τὶς βρίσκω τὶς φαντάζομαι ὥσπου νὰ τὶς βρῶ…
Γράφω ποῦ καὶ ποῦ ποιήματα ἀπ’ τὰ πολλὰ
ποὺ ὀνειρεύομαι καὶ βάζω μέσα σ’ αὐτὰ δικά μου
καὶ δικά σας γιὰ τὰ ὁποία ἐσεῖς καὶ ντρέπεστε
καὶ ὑποφέρετε φοβάστε καὶ σιγὰ σιγὰ πεθαίνετε…

*Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ “Η λέξη”, τεῦχος 176, Ἰούλιος-Αὔγουστος 2003.

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Ο θάνατος του νεκρού

Είναι νεκρός. Είναι -πράγματι- νεκρός.
Με πιστοποιητικό, σφραγίδες, αριθμό πρωτοκόλλου.
Με ετοιμόρροπο καντήλι, καμένα κεριά και τούλι στο πρόσωπο.
Είναι νεκρός. Με όλα τα τυπικά σημάδια νέκρας.
Χρώμα γκρίζο. Παγωμένος σκελετός. Παγωμένο βλέμμα και
σκέλη μαγκωμένα.

Μαύρο κοστούμι. Λίγα λουλούδια, γύρω γύρω, να κοροϊδεύουν με θράσος
την σαπίλα που βρωμάει το δωμάτιο. Ουρανί σεντόνι
κι εικονοστάσι ολόκληρο επάνω στο ξεψυχισμένο στήθος.

Είναι νεκρός. Από τις 11: 45 π.μ.
Είναι -πράγματι- νεκρός, αφού, το βεβαιώνουν όλα τα επίσημα
έγγραφα. Διαγεγραμμένος ήδη από τα μητρώα του δήμου.
Η ταυτότητά του έχει κατασχεθεί κι οι ζωντανοί καλούνται
να πληρώσουν την πρώτη τριετία της νεκρικής του αναπαύσεως.
Εάν το ποσό δεν καταβληθεί εντός τεσσάρων ημερών,
αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας, θα παραγγείλει την νεκρανάσταση
του εκλιπόντος και με την ανάλογη -φυσικά- φορολογική επιβάρυνση-
όπως ορίζει ο νόμος.

Είναι νεκρός. Απόλυτα. Βεβαιωμένα.
Με πληρωμένο λάκκο και σιτάρι από την πάμφθηνη
γερμανική αλυσίδα σούπερ- μάρκετ.

Είναι νεκρός. Έτσι, απλά και τυπικά,
θα κλείσει αυτό το ποίημα.

*

Κύριε, ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου,
ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως…

Μιας και τον έχει πληρωμένο
πριν ακόμη την επικύρωση του θανάτου του.

Ισμήνη Λιόση, Δυσεύρετη γνώση

Φώτο: M J Solano Romero

οι ενδυμασίες και η ποίηση
γνωρίζουν καλύτερα
πως η ευτυχία είναι ένας δυσεύρετος λειμώνας
σχεδόν ακατοίκητος από ωραίες πόες
στολισμένες με ανθρώπινες κεφαλές

στην πόρτα στέκει η Σίβυλλα
με τα μαντέματα με τα αινίγματα
με τους σκοτωμούς και
με τα μαυροπούλια φρενηρών οραμάτων

προσποιούνται τότε μία νεκροφάνεια
και η ποίηση δείχνει λησμονημένη

οι ενδυμασίες και η ποίηση
όσο το σώμα τις κρύβει
μαζί με τις προθέσεις του
μαζί με τις προσδοκίες
όσο το σώμα δεν ανιχνεύει
και δεν περιπλανάται στην χαρά
για λίγο πεθαίνουν

όρθια πεθαίνουν
τα ρούχα και τα ποιήματα
όπως τα βυσσινόδενδρα
παλαιών ρομαντικών βιβλίων

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδ. Τύρφη 2016.

Χρίστος Κασσιανής, Το Σκίρτημα

Δύο βήματα, άντε τρία
μακρύτερα από κείνη
άγνωστοι μεταξύ μας
μόλις δύο βήματα, το πολύ τρία

Έφυγε από κει,έμεινα εδώ
τα φώτα σβήσανε
περπατούσα στα τυφλά
Την ονειρεύτηκα και την επομένη έφυγα

Απ’ το παράθυρο του τραίνου
δεν έβλεπα τίποτα
Κι ήταν δύο βήματα,άντε τρία
Θα την ξαναδώ, θα ξαναφύγει
θα ξαναφύγω

Έτσι σκορπάει στα τέσσερα σημεία
το σκίρτημα

Μάης 1991

William Carlos Williams, Δύο ποιήματα

Μια νέγρα

κουβαλά ένα μπουκέτο κατιφέδες τυλιγμένους
με μια παλιά εφημερίδα: τους κρατά όρθιους,
με τα άνθη να εξέχουν, τα χοντρά της πόδια
την κάνουν να περπατά σαν πάπια
καθώς κοιτάζει τη βιτρίνα του μαγαζιού
που προσπερνά στο διάβα της.
Δεν είναι παρά ένας πρεσβευτής
από έναν άλλο κόσμο
έναν κόσμο ωραίων κατιφέδων
δυο αποχρώσεων
που χωρίς να το ξέρει διαλαλεί
πως άλλο δεν κάνει απ’ το να
περπατά στους δρόμους κρατώντας
όρθια τα λουλούδια
σαν πυρσό
τόσο νωρίς το πρωί.

***

Πορτραίτο μιας προλετάριας

Μία εύσωμη ξεσκούφωτη γυναίκα
με ποδιά

Με τα στιλπνά μαλλιά της πίσω τραβηγμένα
στέκεται στον δρόμο

Τα δάχτυλα του ενός καλτσωμένου ποδιού
ακουμπούν στο πεζοδρόμιο

Το παπούτσι στο χέρι. Κοιτάζει
μέσα του επίμονα

Βγάζει τη χάρτινη εσωτερική σόλα
Για να βρει το καρφί

Που την πονούσε τόσην ώρα.

*Από το βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς – Ποιήματα” σε εισαγωγή – επιλογή -μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2007.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Οκτώ ποιήματα

ΑΜΦΙΒΟΛΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Αμφίβολη κυριαρχία της θάλασσας
Που κάποτε σπινθηροβολεί
Μια λάμψη ξετυλίγοντας
Θεϊκή
Και που άλλοτε πάλι
Κατάφορτη από βιολέτες
Σχεδόν μελανή
Σαγηνεύει το θάνατο

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΜΑΝΤΑΛΟ

Σκουριασμένο μάνταλο
Μιας πόρτας που έκλεισε
Και πιά δεν ανοίγει
Πόσο με συνεπαίρνεις!
Κι εσύ πρωτόφαντη ηλακάτη
Που αποσυνθέτεις
Των ονείρων μου τη συναρμογή
Και ύστερα ξαναϋφαίνεις
Μιαν ιριδόχρωμη λαμπηδόνα
Για να με στολίσεις
Την ύστατη στιγμή

Η ΠΟΙΗΣΗ

Οι ίδιες εποχές τα ίδια όνειρα οι ίδιες πληγές
Η ποίηση παραμένει πάντοτε αδυσώπητη
Η ποίηση σωριάζει τίς σκιές
Τη μια σκιά πάνω στην άλλη.

ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΤΑΞΑΝΘΗ ΠΑΙΔΟΥΛΑ

Για χάρη αυτής τής όμορφης
Κατάξανθης παιδούλας
Θα σπαταλούσα ολόκληρη τη ζωή μου
Πασχίζοντας να εξερευνήσω
Τη μουσική πτυχή εκείνη
Που εκτείνεται ολοένα
Έως την άκρη από τα βλέφαρά της
Να θαυμάσω την απόλυτη διαφάνεια των ματιών της
Όπου τόσα
Εκπληκτικά ναυάγια
Ευδοκιμούν
Ενθύμια μιας υπέρλαμπρης γιορτής
Μα τώρα περασμένης
Συντρίμματα από λέξεις που έχουν πιά λησμονηθεί
Ανεπαίσθητοι ψίθυροι χιονιού

ΟΙ ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ

Οι υπνοβάτες όπως και οι ποιητές φοβίζουν τους ζωντανούς
Υπάρχει μια νέα παράξενη χώρα που επισκέπτονται
Από νερό κοχύλια και κοράλλια και γαλάζιο ουρανό
Στολίζουνε τίς νύχτες τους μ’ έναν απίθανο αστερισμό
Τα παιδικά τους χρόνια αναθυμούνται κι έρωτες πεθαμένους
Ταξιδεύουν με μια λέμβο μικροσκοπική μέσα σε θάλασσα τρικυμισμένη
Και με τα χέρια τους δεμένα παραδίνονται στο μυστήριο

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ακόμα και η θάλασσα
Λαμποκοπά μενεξεδένια
Κι από τη στάχτη
Ξεχειλίζει μια φωτιά
Πού στεφανώνει τίς παρυφές της
’Ενώ εκείνος
’Εξαφανίζεται
Μες σ’ έναν δρόμο σκοτεινό
Που πια δεν έχει γυρισμό

ΜΙΑ ΘΛΙΨΗ ΑΚΑΤΑΜΕΤΡΗΤΗ

Μια θλίψη ακαταμέτρητη
Να περιφέρεται άραγε
Μέσα στη νύχτα των ματιών της
Σαν πάχνη αδιόρατη
Ή μόνο κάποια μελωδία
Που μόλις ακούγεται ενός άλλου κόσμου;

Μήπως λοιπόν είχα μεθύσει από τον έρωτα
Κι αλήθεια χόρεψα χωρίς να καταλάβω
Τον ανεκλάλητο αυτόν χορό
Ή μήπως μάλλον ονειρεύτηκα
Και τώρα ζώ μονάχα μες στην έκλαμψη
Μιας ανεξάλειπτης αθωότητας;

ΑΜΦΙΘΥΜΙΑ

Γιατί ’σαι σήμερα χλωμός;
Είναι που ακούμπησα στην άρπα σου
Τη λυπημένη

Γιατί ’σαι σήμερα χαρούμενος;
Είναι που διάβασα
Πως η αγάπη δεν πεθαίνει

*Δημοσιευμένα στο περιοδικό “Εντευκτήριο”, Τεύχος 72 Ιανουάριος.-Μάρτιος 2006.

Ντίλαν Τόμας, Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία

Νεκροί άνθρωποι γυμνοί θα γίνουν όλοι ένα
με τον άντρα στον αγέρα και το φεγγάρι στη χάση·
όταν τα οστά τους απογυμνωθούν και τα γυμνά οστά αφανιστούν,
θα ‘χουν άστρα στους αγκώνες και τα πόδια·
αν και τρελοί, θα είναι σώφρονες,
αν και θαλασσοπνιγμένοι, θα αναδυθούν ξανά·
αν κι εραστές χαμένοι, ο έρωτας δεν θα χαθεί·
κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Κάτω από τα στροβιλίσματα της θάλασσας
εκείνοι εκεί για χρόνια ανεμορδαρμένοι μα διόλου πεθαμένοι·
με τη μέγγενη να σφίγγει, με τις δυνάμεις να τους εγκαταλείπουν,
σε τροχό δεμένοι, μα δεν θα εξαντλούνται·
η πίστη μες στα χέρια τους θα σπάει στα δυο,
και τα μονόκερα δεινά θα τους διαπερνούν·
εντελώς σακατεμένοι μα δεν θα λιγοψυχούν·
κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Ας μην κρώζουν πια οι γλάροι μες στα αφτιά τους
μήτε τα κύματα να σκάνε με ορμή στις ακτές·
εκεί που άνθισε ένα λουλούδι κανένα άλλο
ας μην σηκώσει το κεφάλι στα ραπίσματα της βροχής·
αν και τρελοί, νεκροί σαν τα καρφιά,
κεφαλές ειδώλων οι ίδιοι θα αποκαθηλώνουν μαργαρίτες·
θα διαρρηγνύουν τον ήλιο μέχρι ο ήλιος να συντριβεί.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Ε. Μύρων, Απνευστί

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχουμε αναφερθεί ξανά σε αυτοεκδόσεις, που είναι διαμαντάκια, καθώς πιστεύουμε ότι δεν είναι ο εκδοτικός οίκος, που δίνει αξία σε ένα βιβλίο, αλλά το περιεχόμενό του. Τελευταία βρίσκουμε αρκετά λιτά βιβλία, που κυκλοφορούν από τους ίδιους τους συγγραφείς και προωθούνται χωρίς την αρωγή κάποιου εκδοτικού.

Μια μορφή αυτοέκδοσης είναι και η οκτασέλιδη ποιητική συλλογή, που μας πρόσφερε ο Ε. Μύρων με τον τίτλο: «Απνευστί». Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι παρά την ολιγοσέλιδη έκταση, τα ποιήματα είναι αρκετά, καθώς το βιβλίο είναι σε μεγάλο σχήμα και η κάθε σελίδα περιέχει κάμποσα ποιήματα. Μοιάζει σα να έχουν γραφτεί απνευστί, αλλά δεν είναι έτσι γιατί για να γραφτούν τέτοια ποιήματα χρειάζεται σκληρή δουλειά. Τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και διαπνέονται από εσωτερικό ρυθμό. Υπάρχει μια τέλεια οικονομία των στίχων χωρίς τίποτα το περιττό.

Ο Ε. Μύρων γράφει σύγχρονα ποιήματα κυρίως κοινωνικού και υπαρξιακού προσανατολισμού. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Εξέγερση», όπου η ανατροπή αφήνεται στα χέρια των παιδιών. Το παραθέτουμε ολόκληρο: «Κάθε πρωί / ακόμα λίγη μέρα / χαράζεται στο δέρμα. / Ας ελπίζουμε σε μια ανατροπή – / να φτιάξουν τα παιδιά / μια βόμβα από παραμύθι / που θ’ αφανίσεις τις ηλικίες.»

Πολλοί άνθρωποι σήμερα έχουν γίνει προσαρμόσιμοι. Ο ποιητής τους χαρακτηρίζει: «επίκαιρα οχήματα / της μάζας, του σωρού.», ενώ τους ανθρώπους, που δεν έχουν μέσα τους την ποίηση θα τους προτρέψει να μην ενοχλούν τους στίχους. Η τεχνολογία έχει αποξενώσει τον σύγχρονο άνθρωπο. Τα ρούτερ και τα καλώδια, που παρομοιάζονται με φίδια φέρνουν «μέρες κατηφείς συρρικνωμένες / στους κροτάφους.»

Θα θέλαμε επίσης να σταθούμε σε ένα ακόμα ποίημα της συλλογής, που το θεωρούμε χαρακτηριστικό και το παραθέτουμε εδώ: «Ευγένεια: Το «ευχαριστώ» ακούστηκε / μαζί με το συρτάρι / της ταμειακής. / Λες και το ένα κατάπιε τ’ άλλο…»

Συμπερασματικά, με την ποιητική του συλλογή «Απνευστί» ο Ε. Μύρων μας εισαγάγει στην ποίησή του, δίνοντάς μας ώριμα δείγματα της τέχνης του.

Κώστας Ρεούσης, Μπάμπης Λάσκαρις, Larry Cool, Παναγιώτης Θανασούλης, Τέσσερα ποιήματα από το “εν καμίνω¨

Κώστας Ρεούσης, Τάφρος

Μία εξωφρενική διείσδυση
Χαζεύει τα ακροδάχτυλα
Καθώς μάχονται να χορέψουν
Το ρυθμό της γραφίδας

Το σώμα ταλαντεύεται
Στο κενό να λαμβάνει
Τη συσπείρωση
Τροχισμένων νευρώνων

Ο θόρυβος κυματίζει
Τον ήχο του τείχους
Σαθρό επεμβαίνει
Απεικάζοντας φάσμα ψυχής

Πέρασμα άνυδρο καταπέλτη
Βιασμός ιδιώνυμος του τοπίου
Να γέρνει απόβλητο
Σε ώρα θανάτου στυφή

***

Μπάμπης Λάσκαρις, Τα τείχη της Νυρεμβέργης

Μετέωρη οχλοβοή.
Από την άλλη μεριά συσπειρούται ευρεία κατάκλιση.
Είναι που σου φιλώ τα χέρια
Σε κάθε γεύμα προγραμματισμένο
Όπως αρχίγραμμα στο μέτωπο.
Ορίζει δύο επίπεδα ο ουρανός.
Πάντοτε τα όριζε, ευγενικός ο σπόρος
Που επέλεξε τόση τόλμη παγκόσμια.
Τα δικά μου νεογνά μένουν ακόμη χωρίς γλώσσα,
Ένας άνεμος, γέννημα του φωτός-
Πώς να αντιδράσεις καρδιά της εσπέρας
Στο βάναυσο κρινάκι μιας αρτηρίας παράτολμης;
Ισαπέχουν άραγε τα φωνήεντα,
βγαίνεις από τα σχήματά σου ποτέ;
Στους δρόμους του μεταξιού
Τώρα ανάχωμα ξερό
Της υστερίας το κέλυφος.
Χωρίς δάκρυα, ελεήμον το άσμα σου
Ποιμένας πρόσκαιρος μιας ανεπαρκούς Μισαλλοδοξίας.

28-11-2017

***

Larry Cool, Το χρήμα

Ξυπνώ ένα πρωί καί βρίσκω τον ουρανό κτισμένο
Αναρίθμητοι κρυστάλλινοι θόλοι,
χιλιάδες ύάλινα πατώματα
Παγιδευμένα τα πουλιά,
προσκρούουν παντού καί πέφτουν νεκρά.

Βλέπω τούς πάντες να μετρούν χρήματα
βλέπω καί τή θεία μου,
ταριχευμένη με χαρτονομίσματα
«Τό χρήμα άνεψιέ, τό χρήμα!
Πωλήσαμεν τον ουρανό!»

Τό ξέρω ότι όλα είναι στο μυαλό μου
Πώς νά διαφύγω;
Όπου κι αν πάω είμαι ή φυλακή μου
Κρράκ!
μ’ έναν έκκωφαντικό τριγμό,
τό στερέωμα ραγίζει σε χίλια κομμάτια.

***

Παναγιώτης Θανασούλης, Σόλο 1

Τενεκεδένιε άγγελε, κοίταξε με, άκου
μη ρωτάς
παραδέξου το
δεν θα διασχίσεις πάλι τις ατέλειωτες χώρες
των τελωνείων.

Η προσωρινότητα έσπασε τις ραφές σου.
Αδυνατώ,
όσα λαδωτήρια κι αν έχω,
ναλιπάνω το σκουριασμένο σου χαμόγελο.

Ας κλείσουμε στο χειροκρότημα την απόσταση
που μας ενώνει.

Τενεκεδένιε άγγελε, ας χορέψουμε γι’ αυτούς
Με άρσεις τερατώδεις
Υφέσεις μαγνητικές
Κραυγές υπνωτικές.

Ας κυλιστούμε στις πριονισμένες ράγες
των ονείρων μας.

Πριν το φως χαράξει πάνω σου
το τελευταίο του φιλί.

*”εν καμίνω” (τέσσερις συνένοχοι), εκδ. Τυφλόμυγα, Αθήνα 2019.