Βασίλης Φαϊτάς, Κρυπτογράφημα

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, Εξώστης καφενείου τη νύχτα στην Αρλ

Ζωή και θάνατος αειθαλής ενέργεια
μέσα από ιστιοφόρους λαβύρινθους που άφησε φεύγοντας
ο μέγας Απών ανάμεσα στους απόντες
στην αρχή του χρόνου μια γεννήτρια ψυχών
καθελκύει παράδεισους και αδιερεύνητους ορίζοντες.

Θα ’ρθουν άλλοι άνθρωποι
από νιογέννητους καιρούς
δε θα θυμούνται κι ούτε θα νοιάζονται
αν εμείς οι Νεάντερνταλ της εποχής τους
ονειρευόμαστε κάποτε την ύπαρξή τους.

Λέξεις βγαλμένες απ’ το κενό για το κενό
τί άλλο είναι ένας στίχος απ’ τον έρωτα των προγόνων
σφυροκοπάει τη δική μου καρδιά
και από κει το χέρι
σαν ένα σκαλοπάτι στην άβυσσο
νεύμα σ’ όλους και σε κανέναν.

Στο παρασκήνιο
ανάμεσα στον αφανισμό και την ουτοπία
υπάρχει κάτι
η παλινόρθωση μιας αιώνιας στιγμής.

*Από τη συλλογή «Στο καφέ “Εντροπία”», Εκδόσεις Μανδραγόρας 2017.

Σαολίν, Number poetry

5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454

5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454

5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454
5454545454545454545454545454545454

5454545454545454549090909090909090

9090909090909090909090909090909090
9090909090909090909090909090909090

9090909090909090909090909090909090
9090909090909090909090909090909090

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες – Κερδίζοντας [και πάλι στη ρουλέτα]

Ronald Vandelaar: The Savage Heart (1977)

Η αλήθεια πάντοτε μοιάζει διαφορετική
Χωρίς τις συνηθισμένες παρωπίδες
Που φορούν πολύξεροι αναγνώστες και κονδυλοφόροι
Και ίσως να ένιωθαν την ανάγκη να ξεράσουν
Χωρίς να πιουν ούτε σταγόνα
Στο άκουσμα τού Χανκ
(Που είχε όμως το σθένος
Να φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο
Τα κότσια να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους)•
Εντωμεταξύ “μια γάτα περπατάει για πάντα
Μες στο μυαλό μου” όπως
Πάνω στα πλήκτρα τού πιάνου
Φαντάζομαι τα δάχτυλά σου
Και μόνο τότε ακούγεται
Μουσική από τα ανθισμένα
Τα μέρη τής Άνοιξης
Όπου οι άνθρωποι συντρέχουν
Μόλις θυμούνται τη νιότη
Ή πόσο έχουν γεράσει στις μεγάλες πολιτείες
Αλλά τα δάχτυλά σου
Ακόμη βουλιάζουν βαθιά μες στο μυαλό μου
Περπατώντας αγέρωχα σαν πέλματα γάτας
Γυρεύοντας όλες τις χαμένες σκέψεις
Αλλά προπάντων την κίνηση εκείνη
Που ίσως να διέγραφε τελείως τη μνήμη

[σα
μια
σφαίρα
από
τη
θαλάμη
ίσια
στον
κρόταφο]•

Εκεί όπου παλιά φωνήεντα χαράς
Πηγαίνουν τραγουδώντας
Ή νεκροί θυμωμένοι ξεφυλλίζοντας δέντρα
Στο κούφιο κεφάλι μου•έτσι νομίζω
Ότι κερδίζω τάχα
Μια μικρή διορία ακόμη
Μέσα στον κύκλο των γεγονότων•
Ότι δε θα με ξαναγελάσουν
Οι μεγάλες υποσχέσεις που επιστρέφουν
Σα μέρες στριμωγμένες η μια πάνω στην άλλη
Στο κορμί που υπήρξα
Το χαμένο στον τετελεσμένο χρόνο•

Δημήτρης Δούκαρης, Ακρωτήριον

Εμείς πού ξεκινήσαμε για τον άπληστο δρόμο
της Ανατολής,
πυρακτωμένη νεότητα
κι ας λένε μερικοί πώς ήτανε
για το χρυσάφι μόνο’
δεν έμαθαν τα βράχια και τα βάραθρα
και τους αλλόκοτους ορυμαγδούς
που ανάθρεψαν
το μόνιμο φρόνημα της νοσταλγίας—
εμείς πού ξεκινήσαμε για τον άπληστο δρόμο
της Ανατολής
κι ας ήταν τα καράβια μας φτηνά,
μονάχα ξύλα και πανιά,
μονάχα με τα χέρια μας·
να εύχεσθε νάναι μακρύς ό δρόμος
μας εδίδαξαν,
ενώ αυτοί δε θέλησαν ποτέ ν’ αξιωθούν
κάτι απ’ τον ολόδικό μας δρόμο.

*Από την ενότητα «Ακρωτήριον» που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Ποιήματα της καλής ελπίδος», Αθήνα 1963.

Ζωή Καραπατάκη, Το πιάνο

Marina K. Photography

Το σπιτικό μας φύτρωνε
σε βουρκωμένο κάμπο
και μοιρολόγια έπνιγε
στο χιόνι το σπαρμένο
Πολλές φορές μου φαίνονταν
μεσ’ το παχύ το χιόνι
πως έρχονταν ο κουρδιστής
με το βαρύ παλτό του
κόκκινο σαν την αστραπή
το πιάνο να κουρδίσει
Οι νότες του να σπάσουνε
της παγωνιάς τη λήθη
τις ρίζες να ξυπνήσουνε
να θυμηθούν τα φύλλα
και τους γλυκόπικρους χυμούς
μεσ’ τους κορμούς να σείσουν

Νίκος Ζωιόπουλος, Δύο ποιήματα

Θυμάμαι

Θυμάμαι
ότι πρέπει να σε θυμάμαι…
Εσένα
στους κήπους της Βαβυλώνας
στο γυαλί καφενέ της Πόλης
στης νιότης την πηγή να λούζεσαι
στα αραχνοΰφαντα παλάτια της Παλμύρας να γλεντάς
στο ασπράδι του πρωινού
να πέφτεις στα χαλιά τα αέρινα της Βαγδάτης
πίσω να σε φέρουν
στης Αθήνας τα λημέρια…
Θυμάμαι
ότι πρέπει να θυμάμαι
κατά νου να σ’ έχω.

***

νεκρός 2

Νεκρός μέσα στο φύσημα των σαπισμένων φύλλων

Νεκρός… Είναι ανάσταση ή απολύτρωση;
Να καταλαβαίνεις και να μη σε καταλαβαίνουν
Να ζεις εκεί που οι άλλοι δεν μπορούν να ζήσουν
Να νιώθεις το θρόισμα των νοτισμένων αγριόχορτων
Να τους αισθάνεσαι, κι αυτοί να μην μπορούν να σ’ αγγίξουν

Νεκρός στο αναμμένο κάρβουνο
Νεκρός, κρύα λάμψη του ντουφεκιού!
Στο σκοτάδι, άσπρος σα μαντίλι!
Στο χαμένο παρελθόν, νεκρός!
Στο άνοιγμα του στήθους, το νερό να καίει δόξα κι ασήμι.
Στο άφεμα, ανάσα δίπλοκη
Να γίνεσαι ένα με τη ζωή και πάλι ανάσα και τραγούδι
Με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος,
ένα να γίνεσαι.

Νεκρός, το τέλος μιας αρχής
Στην κοιλάδα των θεών, δίπλα στον Αμενόφι
Ένα κομμάτι της αιωνιότητας ή αποδήμηση;

*Από τη συλλογή «αέρας μεταλλικός», Εκδόσεις t-short, Αθήνα 2013.
**Το σχέδιο της ανάρτησης έχει φιλοτεχνήσει η Ηώ Αγγελή.

Π.O., Lebanese Poetry

Ο Π.Ο.

He came over (to the
counter), ordered a coffee, and asked me
if I was Lebanese (cos he
was) – I said “No” / Greek.
He asked me,
what I was reading and I said “Poetry”.
I asked him,
did he like it, and he said he did.
I asked him,
if he knew a poet called Nazim Hikmet
and he said:
“When did he live?”
I said,
at the turn of the century (in
Turkey) – he spent a lot of time in prison
layed down
a few steps
…but
the bloke, couldn’t say he had
so I asked him
if there were any good poets in Lebanon
and he said “Omar Khayyam”.
I asked him, if the papers (in
Australia) published any poems
and he said, they did
but their meaning (their
meaning) he said, was too BIG (too too
big) and a lot of it
got lost in translation. He said, the poets (in
Lebanon) were very clever; They’d
show-Up at the market, and start
reciting their poems.
One of the poets (for
example) would start reciting a poem
about the NIGHT (say)
i.e. How beautiful it was, with the moon
and all the people walking up’n’down
the esplanade, and so on
while the other (poet)
would take an opposite view: A poem about
the DAYLIGHT (say): The kids (out on
the streets) playing in the gutter
and so on; And this, he said
would go on back’n’forth back’n’forth (all
night) until one of ’em
ran out of things to say (sticking closely
to his chosen subject).
I asked him, if he could
remember one, and he said he could.
He said, he could
remember one about “Horses + shoes”!
One of the poets, he said
started waxing-lyrical, about how the RICH
walk around on plush carpets
and about how the POOR
have to make do with the hole in their shoe
and the audience (and the
audience!) he said, gave him
a tremendous ovation, when he finished
cos they liked him.
Then it was
the other bloke’s turn, he said
and he began reciting a poem about
hundreds of Horsemen
racing towards a red-ribbon on the ground.
He said, all
the Horsemen were lined-Up (behind
the starting line), and when the GUN went-off
the horses-hooves hit the ground
so,ooo,ooo hard
that the whole sky became filled with
horseshoes.

1 July 1998

Ε. Μύρων, επτά ολιγόστιχα ποιήματα

1
σιχτιρίζει τον καπιταλισμό
χαϊδεύοντας το Πορτοφόλι

2
μεγάλο Τάκλιν η ελλάδα

3
αγαπάω
τι συνέβη σ’ αυτό το ρήμα
και Πουτανίζει
ανερυθρίαστα;

4
καρούμπαλο στο κούτελο της νοικοκυροσύνης
η ποίηση
Παρανοιούχο βέλος

5
τσούζει το χειροκρότημα
πάνω στα πληγώματα

6
η κόλαση
πάσχει από κακό marketing
αγαπητέ

7
δεν κόλλησα σε κανένα
ποιητικό συνάχι
ορίστε ένα κακέμφατο ευτύχημα

Θανάσης Παπαδημητρίου, Μ. Μεσάλεμ

Στους Γιαννιώτες Μουσουλμάνους.

«Πόσες πόλεις χτίστηκαν κι ύστερα χάθηκαν μαζί με τους κατοίκους των»
Κατακλείδα επιγραφής στα Γιάννινα.

Στο μεντρεσέ το φως που μπαίνει
Από τον ανατολικό φεγγίτη
Κάθε εικοσιεπτά χρόνια πέφτει
Στο ασημουργημένο Κοράνι

Φτιαγμένο από κάλφα κι όχι μάστορα
Πάντως απ’των Γιαννίνων το εσνάφι
Στα χρόνια του Αλήπασια
Και πριν παρθεί το Σούλι

Μήπως θυμάσαι ακόμη τη βουή
Απ’ των χαλκοματάδων τα σφυριά
Κι απ’ των ταμπάκων τ’ αργαστήρια

Μήπως θυμάσαι τρομερή την πυρκαγιά
Και τον αχό των κανονιών
Όταν μας χάλασε ο Αφέντης το Βαρόσι

Ο γιος του Αχμέντ Εμίν
Στέκεται στην εχέμυθη επικράτειά του
Σκαλίζοντας άλλης μιας νύχτας
Την αδυσώπητη αυγή

Έχει στο βλέμμα μια ιλαρότητα
Που δεν αρμόζει σ’ άνθρωπο
Με την δική του φήμη

Ηταν ο Μ. Μεσάλεμ, λόγιος
Επιγραφέας στα Γιάννινα
Στα μηλίγγια του άσπρο
Κι ακόμη υπέγραφε
Ως γιος του Αχμέντ Εμίν

Λήθη τον πρόκανε στην Αβέρωφ.

Μεσάνυχτα κάθετα στη γωνιά του μεντρεσέ
Φεγγάρι στάζει αίμα στο Κοράνι
Απόψε που κατέβηκε ο Αλλάχ του
Τι βλασφήμια –
Απόψε παίρνουν το κεφάλι του Αλή.

Αιγάλεω – Κόνιτσα, Φθινόπωρο 2019

Ήλιος μετανάστης – Δημήτρης Τρωαδίτης «Λοξές ματιές», εκδ. Στοχαστής

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Στις μέρες μας παρατηρούμε ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι υποκύπτουν στον παραλογισμό της επικράτησης του δυνατότερου. Κυριαρχούν σχέσεις τύπου: «Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις» και «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Δεν υπάρχουν σχέσεις εμπιστοσύνης και οι άνθρωποι ρίχνουν μεταξύ τους λοξές ματιές. Όμως, λοξές ματιές μπορούμε να ρίχνουμε και με θετικό τρόπο σε κάτι, που μπορεί να διαφοροποιηθεί και να οδηγήσει σε κάτι καινούργιο και διαφορετικό.

«Λοξές ματιές» τιτλοφορείται και η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής». Ποίηση γραμμένη σε ελεύθερο στίχο με εσωτερικό ρυθμό και έξυπνα νοήματα.

Έχουμε παρατηρήσει ότι και στις προηγούμενες ποιητικές του συλλογές ο Δημήτρης Τρωαδίτης γράφει λιτά και μικρά ποιήματα, όμως, στην συγκεκριμένη ποιητική συλλογή υπάρχουν ακόμα πιο ολιγόστιχα. Έτσι, έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε ορισμένα χαϊκού και ορισμένα τετράστιχα. Παραθέτουμε ένα από αυτά: «Τα πρωινά συλλέγεις / τη δόση της αγρύπνιας / και τις σταγόνες / της βραδινής αγάπης».

Αρκετά ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη εκφράζουν οργή, αγανάκτηση και διαμαρτυρία. Ο ποιητής χαρακτηρίζει τους πολιτικούς ως ηδονοβλεψίες. Ο ήλιος έχει γίνει μετανάστης, ενώ οι εξουσίες φράζουν τον δρόμο προς το μέλλον. Τα εμπόδια είναι πολλά. Το τίμημα, που πληρώνει, όποιος αγωνίζεται, είναι βαρύ: «είμαι μεγάλο καθήκον / να ζεις και να θυμάσαι». Οι γυναίκες με τα μαύρα ρούχα γίνονται όλο και περισσότερες, ενώ τα μελλούμενα δεν λένε να έρθουν. Το λευκό κυριαρχεί και ο Δημήτρης Τρωαδίτης μας καλεί: «να μην αφήσουμε το άσπρο / να εξορίσει τα άλλα χρώματα», φέρνοντάς μας στο νου το ποίημα της Κατερίνας Γώγου «Για την αποκατάσταση του μαύρου». Τα κρύα έρχονται κάθε χρόνο και δυνατότερα και βάζουν τα μυαλά στην κατάψυξη. Ο ποιητής αφιερώνει ένα ποίημα στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας, ενώ πικραμένος φτάνει στο σημείο να πει: «Ξέχασα τη μάνα μου».

Όμως, ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν χάνει την ελπίδα του. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι: «οι κερασιές των ονείρων μας / δεν άνθισαν φέτος», όμως, «παρ’ όλα αυτά / η ελπίδα πεθαίνει τελευταία». Γι’ αυτό ο ποιητής μας προτρέπει προς ένα καθήκον: «Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές».

Συμπερασματικά η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Λοξές ματιές» είναι ακριβώς αυτό, που λέει ο τίτλος: Λοξές ματιές ρίχνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, αλλά ο ποιητής μας κλείνει το μάτι για έναν κόσμο, που μπορεί να αλλάξει.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/loxes-maties/