Κώστας Ρεούσης, από το “Ο ποιητής ως πράκτορας… της εποχής και του βίου του”

1

Μία επίπλαστη ευμάρεια κονιορτοποιεί την ύπαρξη. Κοφτοί, χοντροκομμένοι άνθρωποι παζαρεύουν και παζαρεύονται. Εκπαιδευμένοι τη χρησιμοθηρική αμνησία της μνημοσύνης, χαιρετούν μόνο εάν έχεις συναλλάξει μαζί τους πληροφορίες, προϊόντα και νομίσματα. Το τάβλι στους καφενέδες είναι η πρόφαση της εκ γενετής ρουφιανιάς και η εγκαθίδρυση της ακίνητης/ανίκητης υποδούλωσης. Μύγα στο σπαθί του, κανείς! Αλλά ποιο σπαθί; Αυτό που δεν τραβήχτηκε ποτέ απ’ το θηκάρι, αυτό που κατ’ όνομα και κατ’ επίφαση περιφέρει ένα άξεστο αδελφοκτόνο αντριλίκι και μια χαμηλοβλεπούσα ιερόδουλη πρακτική ή αυτό που τοκίζει από καταβολής στο πλέον κατάπτυστο ανταλλακτήριο συνειδήσεων;

2

Ένα σαθρό οικοδόμημα αλυσιδωτά καταρρέει. Όταν η όποια ηθική αποκτά την έννοια του εγκλήματος και ο πλέον άσπιλος άνθρωπος κατηφορίζει το βούρκο. Φαίνεται πως είναι ο καιρός των υπονόμων. Αν διακυβεύεται κάτι στο νησί τούτο συνοψίζεται στο «πορνοσταριλίκι» που μας χαρακτηρίζει. Αποκομμένοι σταδιακά από ό,τι το πελασγικό ή ελληνικό, περιφέρουμε συνεύθυνα τις φιλανθρωποφαγικές αγαθοεργίες του κάθε Οργανισμού Ηνωμένων Ενοχών. Η Ευρώπη του εφιάλτη των κλιματιστικών, των χωρίς αντίκρισμα και νόημα συνεδρίων και συνευρέσεων, του πολιτικού ή πολιτειακού τουρισμού, των μαγγανοπήγαδων του catering και των αποφάσεων της πανάκριβης μοκέτας εισπράττει τον ιδρώτα του σερβιτόρου, την αγανάκτηση του χαμάλη και τη στιβαρότητα της καθαρίστριας. Βάρβαροι προσωπιδοφόροι δεξιώνονται έγγραφα, συζητήσεις, ψηφοφορίες, αποφάσεις, δανειοδοτήσεις, χρηματοδοτήσεις κι επιχορηγήσεις εκπορνεύοντας την εκτυφλωτικότατη διαφάνεια της θάλασσας και το ανέσπερο σκοτάδι του ήλιου. Ιθαγενή ανθρωπάρια υπεκφεύγουν της υπερπραγματικής ελεύθερης κι αιώνιας αποδεσμευμένης αλήθειας, κωφεύοντας ή κάνοντας γαργάρα τη λαμπρή συμμετοχή τους στην εκ νέου ανοικοδόμηση της πουτανιάς. Καμιά συλλογικότητα δεν οδηγεί κάπου, όπως άλλωστε ποτέ στην ιστορία. Το καθοδηγούμενο αγελαίο ξέσπασμα της μιας στιγμής ξεθυμαίνει όπως ένα ανθρακούχο αναψυκτικό που έμεινε ανοικτό μετά το τέλος του εισπρακτικού εορτασμού ή πένθους των κακόγουστων κοινωνικών προσποιητών εκδηλώσεων. Άραγε το παζάρι περιμένει τον έμπορο μεταπράτη που θα μας πουλάει εκ νέου αλυσοδεμένους σκλάβους ή το δήμιο δικαστή που θα μας κόβει το κλεμμένο χέρι; Ίσως να ’ναι αναγκαίο. Οι ταγοί, τα παραφερνάλια, οι σφουγγοκωλάριοι, οι ρουφιάνοι, οι πράκτορες, οι πάντα πρόθυμοι καλοθελητές της εσχάτης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδιακής προδοσίας και οι διαβρωμένοι χρυσωμένοι αφελείς «πνευματικοί άνθρωποι» (λογοτέχνες, καλλιτέχνες εν γένει, άγιοι και μακαριότατοι δεσποτάδες) κυκλοφορούν στις φλέβες μας προκαλώντας μία μόνιμη, καλπάζουσα και μεταστατική σηψαιμία. Εκεί που το νεύρο θα ’πρεπε να εκπαιδεύεται σιωπηλά μαινόμενο – σκοπεύοντας τη λυτρωτική υπερπραγματική απαγκίστρωση των έμβιων όντων απ’ τη χαμερπή παρασιτική δήθεν εκλέπτυνση των πολιτικώς ορθών συμπεριφοριστικών πρακτικών- εμείς παραμένουμε ωφελιμιστικά εγκλωβισμένοι στην επικερδή και λανθάνουσα λειτουργία ενός ξιπασμένου, εδώδιμα αποικιακού και τουρκεμένου τόπου.

3

Άπνοια κι οι μύγες ίπτανται θριαμβικά του σκελετού της πόλης. Άκαιρα μαγειρεία προσφέρουν ζαρζαβατικά και όσπρια σε πεινασμένους οδοιπόρους. Η σύντομη συνεύρεση σκοντάφτει στην κατανόηση του άσχετου πεπραγμένου. Επιστροφή στη σιωπή της παρουσίας. Καμία γοητεία στα καντούνια της, μονάχα ο πολλαπλασιασμός των σκυβαλοδοχείων αναδύει τη μυρωδιά της σήψης και τον κανιβαλισμό των διασκεδαστών της προηγούμενης νύχτας.

*Από την ενότητα ”Εντός εκτός κι επί τ’ αυτά του… τείχους”, στο “Ο ποιητής ως πράκτορας… της εποχής και του βίου του”, έκδοση “Χάβρα”.

George Vassilacopoulos, from the “Ashpoems”

You come to me
A couple of breaths away
I can hear them
In my mouth
Gasping your arrival
‘You exorcize God
With the smell of love’ you say
Filling me with your whispering
Emptying me not galaxies
Of floating glories

We are still far
From the stone the poet Brough us
To measure the earth
Rolling it

How can I recite you
A poem
Made from ashes?
I wrote it with my finger
Surfing fell from the sky
Perhaps it was the afternoon light burning
Or human skin and bones
How can the poet tell?
I curved my palm to give a place
Top their dark tiny crystals
Words magically appeared
Little ash memories

You are
The morning secret
My night failed to decipher
Is it too late for another night?
Too late for the late comer that I am?
I will bring you ashmemories
And the fear that harnessed my name
From your lips

*From the collection “Ashpoems”, re.press, Melbourne 2025

Γιώργος Κοζίας, Βαρκαρόλα (σχεδίασμα)

Όπου κι αν ταξιδέψεις
σάπια εποχή και τιποτένια.

Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα
στην Ανάφη και βρίσκεται
εξόριστος στην Τροία

Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω,
μας χτίκιασαν στα ναυπηγεία…

Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με
κι αγκάλιασέ με
Χόρεψε μαζί μου από Ανία
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ

Ξέμπαρκος κόσμος, ελπίζει, μάταια ελπίζει
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει

Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν
Είμαστε περαστικοί
σου λέω, ανίατα περαστικοί…

Ας πάμε λοιπόν ψυχή μου
ας πάμε πάλι κάπου
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου
Να λάμψουμε ή να χαθούμε
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.

*Από την ποιητική συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Μιχάλης Κατσιγιάννης, Δύο ποιήματα

 Διελεύσεις ομιχλών
 
Η προσμονή μου
Για την απόσταση
Την έλλειψη της θέσης
Της ανεπάρκειας
Και της ντροπής
Της ελαχιστοποίησης της σκέψης
Η προσμονή
Πάντα στη ροή της φύσης
Είναι προσωρινή
Κι αιώνια.
 
*
 
Το σεντόνι
 
Στην απούσα λήθη
Βροχή απαστράπτουσα
Στους ήρεμους λαιμούς των κύκνων
Ομοίωμα υστερίας
Εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο
Το βάθος της μνείας
Ομοίωμα υπνηλίας
Αναδημιουργείται η σιωπή
Μεταξύ χλωμών προσώπων
Με ιπτάμενες πάγιες θέσεις
Που ανανεώνουν
Το άγχος του αποχωρισμού
Χωρίς να ενώνουν τους λαιμούς τους.
 
*Από τη συλλογή “Μετα-ελεγείες” (ψηφιακή έκδοση, Εξιτήριον, 2025).

Νίκος Σφαμένος, Το ωραιότερο ποίημα του κόσμου / the most beautiful poem of the world

Φωτογραφία: Αλ. Κατσής

Το ωραιότερο ποίημα του κόσμου
χαϊδεύει το τέλος που έρχεται
κάνει πέρα τους κριτικούς
ταξιδεύει μακριά από τις πόλεις

το ωραιότερο ποίημα του κόσμου
οι καμάρες μας κάποτε θ’ ανθίσουν
δακρύζει από την προσμονή
τα ξημερώματα ενός Αυγούστου
στραγγίζει μνήμες

το ωραιότερο ποίημα του κόσμου
γράφει πως δεν υπάρχουν ωραία ποιήματα
μόνο προσπάθειες να νικηθεί το σκοτάδι

the most beautiful poem of the world
fondles the coming end
knocks out the critics
travels away from the cities

the most beautiful poem of the world
our chambers will once look
it tears out the expectation
at the daybreak of an August
it drains memories

the most beautiful poem of the world
writes that there are no good poems
only efforts to defeat darkness

William Carlos Williams, Pastoral / Ποιμαντική

When I was younger
it was plain to me
I must make something of myself.
Older now
I walk the back streets
admiring the houses
of the very poor:
roof out of line with sides
the yards cluttered
with old chicken wire, ashes,
furniture gone wrong;
the fences and outhouses
built of barrel-staves
and parts of boxes, all,
if I am fortunate,
smeared a bluish green
that properly weathered
pleases me best
of all colors.
No one
will believe this
of vast import to the nation.

Όταν ήμουν νεότερος
ήταν ξεκάθαρο για μένα
ότι πρέπει να κάνω κάτι για τον εαυτό μου.
Μεγαλώνοντας τώρα
περπατάω στους πίσω δρόμους
θαυμάζοντας τα σπίτια
των πολύ φτωχών:
στέγη εκτός γραμμής με τις πλευρές
οι αυλές γεμάτες
με παλιό κοτετσόσυρμα, στάχτες,
έπιπλα που πήγαν στραβά-
οι φράχτες και τα παραπήγματα
χτισμένα από βαρέλια
και κομμάτια κουτιών, όλα,
αν είμαι τυχερός,
λερωμένα με ένα γαλαζοπράσινο
που σωστά διαβρωμένο
μου αρέσει καλύτερα
όλων των χρωμάτων.
Κανείς
δεν θα πιστέψει αυτό το
τεράστιας σημασίας για το έθνος.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ada Limón, Dead Stars / Νεκρά αστέρια

Out here, there’s a bowing even the trees are doing.
Winter’s icy hand at the back of all of us.
Black bark, slick yellow leaves, a kind of stillness that feels
so mute it’s almost in another year.
I am a hearth of spiders these days: a nest of trying.
We point out the stars that make Orion as we take out
the trash, the rolling containers a song of suburban
thunder.
It’s almost romantic as we adjust the waxy blue
recycling bin until you say, Man, we should really learn
some new constellations.
And it’s true. We keep forgetting about Antlia, Centaurus,
Draco, Lacerta, Hydra, Lyra, Lynx.
But mostly we’re forgetting we’re dead stars too, my mouth
is full
of dust and I wish to reclaim the rising—
to lean in the spotlight of streetlight with you, toward
what’s larger within us, toward how we were born.
Look, we are not unspectacular things.
We’ve come this far, survived this much. What
would happen if we decided to survive more? To love
harder?
What if we stood up with our synapses and flesh and said, No.
No, to the rising tides.
Stood for the many mute mouths of the sea, of the land?
What would happen if we used our bodies to bargain
for the safety of others, for earth,
if we declared a clean night, if we stopped being
terrified,
if we launched our demands into the sky, made ourselves
so big
people could point to us with the arrows they make in
their minds,
rolling their trash bins out, after all of this is over?

Νεκρά αστέρια

Εδώ έξω, ακόμα και τα δέντρα υποκλίνονται.
Το παγωμένο χέρι του χειμώνα στην πλάτη όλων μας.
Μαύρος φλοιός, γλιστερά κίτρινα φύλλα, ένα είδος ακινησίας που μοιάζει
τόσο βουβή που μοιάζει σχεδόν με άλλη χρονιά.
Είμαι μια εστία αραχνών αυτές τις μέρες: μια φωλιά προσπαθειών.
Δείχνουμε τα αστέρια που σχηματίζουν τον Ωρίωνα καθώς βγάζουμε έξω
τα σκουπίδια, τα κυλιόμενα κοντέινερ ένα τραγούδι των προαστίων
βροντή.
Είναι σχεδόν ρομαντικό καθώς ρυθμίζουμε το κέρινο μπλε
…μέχρι που λες: «Φίλε, θα έπρεπε να μάθουμε πραγματικά…
μερικούς νέους αστερισμούς.
Και είναι αλήθεια. Συνεχώς ξεχνάμε την Antlia, τον Κένταυρο,
Δράκοντα, Λακέρτα, Ύδρα, Λύρα, Λυγξ.
Αλλά κυρίως ξεχνάμε ότι είμαστε κι εμείς νεκρά αστέρια, το στόμα μου…
…είναι γεμάτο…
από σκόνη και θέλω να διεκδικήσω την ανάδυση…
να σκύψω στο φως των προβολέων του δρόμου μαζί σου, προς το μέρος σου…
προς αυτό που είναι μεγαλύτερο μέσα μας, προς το πώς γεννηθήκαμε.
Κοίτα, δεν είμαστε αφανή πράγματα.
Φτάσαμε ως εδώ, επιβιώσαμε τόσο πολύ. Τι
θα συνέβαινε αν αποφασίζαμε να επιβιώσουμε περισσότερο; Να αγαπήσουμε
σκληρότερα;
Τι θα γινόταν αν σηκωνόμασταν όρθιοι με τις συνάψεις και τη σάρκα μας και λέγαμε: Όχι.
Όχι, στην ανερχόμενη παλίρροια.
Σταθήκαμε για τα πολλά βουβά στόματα της θάλασσας, της γης;
Τι θα γινόταν αν χρησιμοποιούσαμε το σώμα μας για να διαπραγματευτούμε
για την ασφάλεια των άλλων, για τη γη,
αν κηρύσσαμε μια καθαρή νύχτα, αν σταματούσαμε να είμαστε
τρομοκρατημένοι,
αν εκτοξεύαμε τα αιτήματά μας στον ουρανό, αν κάναμε τους εαυτούς μας
τόσο μεγάλους
οι άνθρωποι θα μπορούσαν να μας δείξουν με τα βέλη που φτιάχνουν σε
στο μυαλό τους,
και να κυλήσουν τους κάδους τους, όταν όλα αυτά τελειώσουν;

*Από τη συλλογή “The Carrying”, Milkweed Editions (2018).
**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφα με παντελόνια (μέρος IV)

Ραντίζω το δρόμο με το αγίασμα του αίματός μου
τα λουλούδια στα πεζοδρόμια ασπάζονται τα ράκη των ρούχων μου
ο ήλιος θα χορέψει χιλιάδες φορές σαν τη κόρη του Ηρώδη
γύρω από την υδρόγειο – το κεφάλι του βαπτιστή
όταν τελειώσει ο χορός των ετών μου, ο χορός της παραχωρημένης ζωής μου
θα μείνει πίσω μια ατέλειωτη σειρά από κηλίδες αίματος
ως το κατώφλι του πατρικού μου σπιτιού
λερωμένος από το χώμα του τάφου μου θα συρθώ έξω από το χαντάκι του θανάτου
και ανεβάζοντας της φωνής μου τον τόνο θα πω :
Για άκου εδώ κύριε θεέ
δεν πλήττεις άραγε χωμένος εκεί μέσα στον πολτό των σύννεφων
να κάνεις κάθε μέρα γάμους και βαφτήσια ?
ας παίξουμε γαϊτανάκι γύρω από το δέντρο της γνώσης, της αρετής
και της κακίας με άλλα λόγια,
Εσύ ! Εσύ ο πανταχού παρών θα γεμίσεις τις ψωμιέρες
και ο Άγιος Πέτρος σέρνωντας το χορό θα αναστενάξει σα θυμηθεί τα νίατα του
θα γεμίσουμε Εύες και πάλι τον παράδεισο,
Πες το κι έγινε ! Απόψε κιόλας θα πάω στο μπουλεβάρδο Tverskoy
και θα φέρω τα ομορφότερα κορίτσια που είδες ποτέ,
Κουνάς τα καλοχτενισμένα μαλλιά σου;

Λίνα Βαταντζή, Δίπτυχο και κατακλείδα

“Χάραμα”
κάποια μέρα 
που το φως της ορίζει 
τα βήματα 
παράλληλες και τεμνόμενες 
προσδοκίες 
επιθυμώ 
να έρθεις 
με την καρδιά του ανέμου 
από μέρη θερμά 
να στροβιλίζεις
τη μορφή σου ολόγυρα 
ανέγγιχτη και άφωνη 
ουτοπία
κι εγώ 
σιωπηλά 
να κλέβω την ανάσα σου.

“Σούρουπο”
κάποια νύχτα
που χάνονται τα μονοπάτια 
σκούρα και στενά περάσματα 
προσδοκώ 
να διαβείς την πόρτα 
με τα ακροδάχτυλα
να ψηλαφήσεις
τα καρφιά μου
άφατος πόνος στα βλέφαρα 
να ραντίζεις δροσιά 
από την χώρα του ποτέ 
κι εγώ 
πάλι 
να σε επιθυμώ.

“Κατακλείδα”
να προσδοκώ 
να επιθυμώ
καθώς ποτέ.

Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα

ΣΑΛΗΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΒΑΡΚΑΡΗΣ

Δεν έφυγε
δεν έφυγε ποτέ
από την πόλη,
κάθε βράδυ
μόλις κοιμηθούν
οι τουρίστες
και κοπάσει
ο θόρυβος της μέρας,
εμφανίζεται.
Βγαίνει στα στενά
της Θεοτοκοπούλου,
στο παλιό λιμάνι,
φορτωμένος
τις αποσκευές των ξένων,
τους καημούς,
τα πάθη μας,
την πόλη
που πεθαίνει.
Καθώς ξημερώνει,
επιστρέφει στο μνήμα του,
ανησυχεί,
προβληματίζεται,
φοβάται,
αλλά ξέρει
ότι και το επόμενο βράδυ
ξυπόλυτος θα βγει
να προσφέρει στην πόλη
απλόχερα τσάντες
με τρόφιμα:
την αγάπη,
την αλληλεγγύη,
το αίμα του.
Δίπλα του, η Αμπλά
θα τραγουδά
σκοπούς των Χαλικούτηδων,
την ώρα που ο ήλιος
ψηλά θα σηκώνεται
πάνω από τον Φάρο,
πέρα από το Κουμ Καπί
κι από την Ιστορία.

*

ΣΟΛΕΤ

Στον Λεωνίδα Κακάρογλου (1952-2025)

Ξύπνησα
μ’ ένα φόβο και μια προσμονή.
Είδα να σχηματίζεται η μορφή σου
από το φως του πρωινού ήλιου
όπως ξετρύπωνε από τις χαραμάδες,
είδα να σηκώνει ανάστημα
σαν παραστρατημένος ήρωας
σε ασπρόμαυρο φιλμ νουάρ.
Πέταξε ψηλά
ανάμεσα από δίσκους βινυλίου
από βιβλία και κινηματογραφικές αφίσες
πάνω από την πόλη και το λιμάνι της
και μου θύμησε,
εκείνη την παλιά φωτογραφία
όταν σε πρωτογνώρισα.
Χόρευες, το έβλεπα καθαρά πια
και τραγουδούσες
κάποιο παλιό σκοπό
που στο ρεφρέν
επαναλάμβανε την ίδια πάντα λέξη: Σολέτ,
που ίσως σημαίνει το τέλος
ίσως και την αρχή.

13/7/2025

*

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ

Α, ρε Θόδωρε,
κάθε βράδυ ξενυχτάω
κάτω απ’ το μπαλκόνι σου,
σε στάση επαγρύπνησης
με καινούρια τσιγάρα στην τσέπη
σιγοτραγουδώντας
Καζαντζίδη
και δυο-τρία τσιτάτα
του Γκράμσι.
Δεν διάβασα ποτέ Βανεγκέμ —
δεν ήξερα καν
αν ήταν συγγραφέας
ή διάσημος ποδοσφαιριστής.

Περιμένω
την εμφάνισή σου
με το πλατύ χαμόγελο
να σου πω,
αν και το ξέρεις,
πως οι μάχες ξεκίνησαν.
Αλλά, τι κρίμα,
κάποιοι σύντροφοί μας
ξεχάστηκαν σε βραδιές
με ποιήματα
και πιώμα.

Στο δρόμο δε θα βγουν,
παρά μόνο θα ρεύονται
τα επαινετικά σχόλια
στα κοινωνικά δίκτυα,
και πονηρά
θα αναπαράγουν
τα γκαγκανικά σου ποιήματα,
για να τσιμπήσουν αρέσκειες
και κανένα γκομενάκι
από εκείνα τα διανοούμενα.

(Εδώ αδερφέ, κινδυνεύω
να χαρακτηρίσουν το ποίημα
σεξιστικό.
Άδικο, θα ’χουν;)

Α, ρε Θόδωρε,
κάθε βράδυ ξενυχτάω
κάτω απ’ το μπαλκόνι σου,
σε στάση επαγρύπνησης,
σε τούτη την απεργιακή φρουρά,
προσμένοντας τον ήλιο
που αργεί να ξημερώσει.
Κάπου πέρα μακριά
ξεπροβάλλει κι ο Ντουρούτι
οι ένοπλες γυναίκες της Επανάστασης
με το αγνό χαμόγελο
τραγουδώντας με πάθος
το Ay Carmela!

Δίπλα μου θα σταθούν
με το όπλο παρά πόδα,
όπως εγώ,
με τις βελόνες της αιμοκάθαρσης
στο χέρι.
Και θα σε περιμένουμε.

19/7/2025

*

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΙΣΚΟΥ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Έσυραν τον άγνωστο βασιλιά
σε ανίερους θριάμβους και παρελάσεις
αλυσοδεμένο και γυμνό
με αγκάθινα στέφανα
να στολίζουν
το λερό του κεφάλι,
χαμογελούσε
τραγουδούσε
φώναζε
«Είμαι ο τελευταίος Μακεδόνας,
είμαι ο γιος του Περσέα
και της Λαοδίκης,
τέκνο μιας πολιτείας
που οικειοθελώς παραδόθηκε
στα δόντια μιας λύκαινας
και των παιδιών της».
Κανείς δεν άκουσε
την κραυγή του,
όλοι χορεύαμε
στους ρυθμούς
της μουσικής
το βούκινο
και το κέρας
σκέπασαν
την απελπισμένη φωνή του
καθώς — μόνος στον κόσμο —
ξεψυχούσε
μπροστά στη Ρώμη
και το λαό της.

Είπαν, πως ο βασιλιάς
κρίθηκε λίγος
στο πεδίο της μάχης
στα δύο χωρίζοντας
τον στρατό του
απέναντι στις λεγεώνες
των ένδοξων πραιτόρων μας —
και ποιος δεν είναι ένδοξος σήμερα —
του Καικίλιου Μέτελου
και του Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου
αλλά είναι ένα ψέμα
ιδιαίτερα σοβαρό·
στο πεδίο της ηθικής
εκεί ορίστηκε
η νίκη ή η ήττα του Ανδρίσκου.
Δεν υπήρξε Μακεδόνας
ούτε πολιτικός,
γιος ενός βυρσοδέψη
με ρίζες στη Μυσία της Αιολίδας,
και αυταπάτες μεγαλείου
που κάποτε ονειρεύτηκε
ότι θα απελευθερώσει τους φτωχούς
από την εξαθλίωση.
Αλλά μπορούν ποτέ
οι ταπεινοί
να σηκώσουν κεφάλι;

8/7/2025

*

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Πίνω καφέ
διαβάζω τα νέα
στρίβω ένα τσιγάρο
κοιτάζω απροκάλυπτα
τις περαστικές
με τα αέρινα φορέματα
με γοητεύουν
τα τατουάζ πεταλούδα
στους ώμους τω κοριτσιών
γελάω με τους τουρίστες
που φοράνε άσπρες κάλτσες
μαζί με τα σανδάλια τους,
παρατηρώ:
επαίτες
διαδηλωτές
τροχονόμους,
κρύβονται τα ζευγάρια
από τα μάτια μου
ένα πεταχτό να δώσουν φιλί
κι αφηρημένος όπως είμαι
ρίχνω το ποτήρι
στο πάτωμα.

19/6/2025



Σημειώσεις:



*Ένα δείγμα από τα θέματα που με απασχολούν το τελευταίο διάστημα.



*Σαλής, ο μαύρος βαρκάρης: Σαλής Χελιδονάκης, ο μαύρος βαρκάρης των Χανίων, μια θρυλική προσωπικότητα που αγαπήθηκε τόσο, ώστε μετά το θάνατό του, το 1967, οι συντοπίτες του ζήτησαν ειδική άδεια από το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να τον θάψουν ανάμεσα στους Χριστιανούς. Απόγονος μαύρων εργατών από το Σουδάν (Χαλικούτηδων) που βρέθηκαν στην Κρήτη την εποχή της Αιγυπτιοκρατίας, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τα Χανιά με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1922 και παρέμεινε εκεί γράφοντας τη δική του ιστορία.



*Σολέτ: Τίτλος ποιήματος από την ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου «Η πρωτεύουσα των δακρύων» (Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2022)



*Γράμμα στον Θεόδωρο Μπασιάκο: Ο ποιητής Θεόδωρος Μπασιάκος γεννήθηκε το 1963 και έφυγε από τη ζωή – αλλά όχι από την ποίηση – στις 19 Ιουλίου 2020. Το παραπάνω “ποίημα” γράφτηκε με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, αλλά και με σημείο εκκίνησης το ποίημά του με τίτλο «La lutte continue». 



*Το λάθος του Ανδρίσκου, τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας: Ο Ανδρίσκος (Μυσία 185 π.Χ. – Ρώμη 146 π.Χ.) ή Φίλιππος ΣΤ΄ ή Ψευδο-Φίλιππος, βασίλεψε στη Μακεδονία, το 149 με 148 π.Χ.. Δεν προερχόταν από βασιλική οικογένεια, ενώ οι στρατιωτικές συγκρούσεις του με τους Ρωμαίους αποτέλεσαν τον Τέταρτο Μακεδονικό Πόλεμο.