Vasilka Pateras, Samovar / Σαμοβάρι 

Soviet metal urn
transported from Uzbekistan
sputnik falling to earth
landing like a piece of
space junk
in the gulag of the new world

a memento
gifted to me
on the passing of two
former Soviet citizens
good people

I wonder about the hours it sat simmering
smoky Russian tea
for noble workers
in the workplace canteen
walls lined with glorious images –
a goose step into a five-year plan
a lamp carried into the coalmines of Donbass
a sickle gathers the harvest in Kuban
the hammer of a carpenter in Moscow

a flashback to the coronation scene
Eisenstein’s Ivan the Terrible
Prokofiev’s Orthodox hymn
voices loom
icons watch, dissenters plot
crowns himself Tsar
showered in gold coins
autocrat of all Russia

the great nobility long banished
summer and winter palaces
museums of excess
but revolution’s harvest yielded
new dictators and oligarchs
thievery continues

in a modest apartment
workers arrive home
wipe their brow
on their shirt collar
the samovar boils on

Σαμοβάρι

Σοβιετική μεταλλική λάρνακα
Μεταφέρεται από το Ουζμπεκιστάν
σπούτνικ που πέφτει στη γη
προσγειώνεται σαν κομμάτι
διαστημικών σκουπιδιών
στο γκουλάγκ του νέου κόσμου

ένα ενθύμιο
που μου χαρίστηκε
για το θάνατο δύο
πρώην σοβιετικών πολιτών
καλών ανθρώπων

Αναρωτιέμαι για τις ώρες που σιγόβραζε
αχνιστό ρωσικό τσάι
για ευγενείς εργάτες
στην καντίνα του χώρου εργασίας
τοίχοι στρωμένοι με ένδοξες εικόνες –
ένα βήμα χήνας σε ένα πενταετές πλάνο
μια λάμπα που μεταφέρεται στα ανθρακωρυχεία του Ντονμπάς
ένα δρεπάνι μαζεύει τη σοδειά στο Κουμπάν
το σφυρί ενός ξυλουργού στη Μόσχα

μια αναδρομή στη σκηνή της στέψης
Ο Ιβάν ο Τρομερός του Αϊζενστάιν
Ορθόδοξος ύμνος του Προκόφιεφ
φωνές ξεπροβάλλουν
εικόνες παρακολουθούν, διαφωνούντες συνωμοτούν
στέφεται τσάρος
κατακλύζεται από χρυσά νομίσματα
αυτοκράτορας Πασών των Ρωσιών

η μεγάλη αριστοκρατία εξαφανίστηκε εδώ και καιρό
καλοκαιρινά και χειμερινά παλάτια
μουσεία της υπερβολής
αλλά η συγκομιδή της επανάστασης έδωσε
νέους δικτάτορες και ολιγάρχες
η κλοπή συνεχίζεται

σε ένα ταπεινό διαμέρισμα
οι εργάτες φτάνουν στο σπίτι τους
σκουπίζουν το μέτωπό τους
στον γιακά του πουκαμίσου τους
το σαμοβάρι βράζει

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Κώστας Κουτσουρέλης, Αριθμοί

Στη Νέα Υόρκη κατοικούν οκτώμισι εκατομμύρια άνθρωποι
και δύο εκατομμύρια αρουραίοι
(según las últimas estadísticas).

Στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ
το ένα στα δύο ζευγάρια κάνουνε παιδιά
(τα δύο στα τρία κάνουν γάτα ή σκύλο).

Η Γενιά του ’30 είχε τρεις μείζονας ποιητάς –
Του ’70 έχει είκοσι και βάλε
(κρίνοντας από τις τιμές και τις βραβεύσεις).

Άλλα στοιχεία ενδιαφέροντα:
Μέση διάρκεια γυναικείου οργασμού: 11 δεύτερα
Μέση θητεία υπουργού: 9 μήνες
Μέση διάρκεια της ιδεώδους αϋπνίας:
Όσο κρατάει η ανάγνωση του Οδυσσέα (του Τζόυς).

Στοιχεία από ερωτηματολόγια:
Τί μας τρομάζει πιο πολύ:
Αράχνες, φίδια, η νύχτα, η μοναξιά
Τί μας χαροποιεί: εξαρτάται
Τί καταπολεμά το άγχος δραστικά: η αγχόνη.

Στατιστικά που εν μέρει εκπλήσσουν:

Οχτώ στους δέκα αλκοολικούς διαθέτουν άδεια οδηγήσεως
(από τους μη αλκοολικούς μόλις επτά στους δέκα)

10.000 φορές περισσότερα:
τα άστρα του Σύμπαντος απ’ τους αμμόκοκκους της Γης.

Βέλτιστο εμβαδόν οικείος κατα κεφαλήν:
Στις ΗΠΑ: 1.000 τετραγωνικά
Στην Ηνωμ.ένη Ευρώπη: 150
Σε ιδρύματα (άσυλα, φυλακές, γηροκομεία): 8
Στον Κάτω Κόσμο: 2.

Από την ενότητα “Κατάλογοι” που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή “Ταριχευτήριο Ευρώπη”, Εκδόσεις Κίχλη, 2024.

Στέλιος Ροΐδης, Ο λόγος

Hannah Hoch, High Fiance (1923)

Λοιπόν ποιός ανεβαίνει αυτόν τον δρόμο
Μέσα στο ψέμα ενός ολόκληρου κόσμου
Δίχως καμιά ελπίδα να είναι αυτός που ήταν
Μεταμφιεσμένος με κάθε πρόχειρο λόγο
Για να κρύψει την αιτία,
Την δια γυμνού οφθαλμού και εμφανής αιτία,
Αυτός που παλεύει μπροστά στην ηδονή με το φιλολογικό του
Και με την γύμνια του μέσα στο κρύο
Συγκρίνοντας ένα αστείο που σπάνια κολλάνε δύο
Ποιός άλλος βρίσκεται σε αυτόν τον δρόμο
Ποιός κομπάρσος διορθώνει τον πρώτο ρόλο
Ποιός σε εμποδίζει να περάσεις τώρα από εδώ
Την νύχτα ο υπαίθριος μουσικός
Γεμάτος από ένα όνειρο που περνάω από μπρος
Για να πάω να δω ένα άλλο
Μα θα σε θυμηθώ
Από μια κουβέντα στο προηγούμενο επεισόδιο
Που την διέκοψα νόμιζα μα την συνεχίζω εδώ
Δύο τρία χρόνια πίσω
Καθώς το ένα πρόσωπο αλλάζει τα ρούχα του
Μπροστά σε ένα άλλο πρόσωπο
Που παραμένει διστακτικά και προσωρινά
Μέχρι να αντικατασταθεί
Στο χρονικό του περιθώριο και αυτό
Χρόνια θυμάται τον άλλο καπνό
Κανείς εδώ δεν κοροιδεύει πια τον χρόνο
Πρέπει να χαίρεσαι για αυτό
Μόνο το σώμα των ανθρώπων
Και το χαμόγελο κάποιων άλλων που δεν μπορώ να δω
Δια γυμνού οφθαλμού τα πάντα λοιπόν
Η πόρτα που ανοίγει, το ύψος των περιστάσεων
Μέσα στην ψιλή βροχή
Η ομίχλη έχει μπει παντού και κρυφτεί
Φτιάχνεις την εικόνα σου για να σε δει
Σε αφήνει να περάσεις
Σε αφήνει να περάσεις
Κοιτάζεις πίσω, και έχει χαθεί
Και έχεις χαθεί μέσα σε αυτήν.

Άρης Αλεξάνδρου, Δάκρυ χαράς

Όπως μια νύχτα του Αυγούστου που περπατάς στους κεντρικούς
φωταγωγημένους δρόμους
κι ακούγοντας ν’ ανοίγει ένα παντζούρι στο τελευταίο πάτωμα
σηκώνεις το κεφάλι κι αντικρύζεις τον ουρανό να γαλαζώνει
όπως ανεβαίνει το νερό μέρες και μέρες
κ’ ένα πρωί λαμποκοπάει σταγόνες φως πάνω στα φύλλα
όπως ένα χέρι γυναικείο που το σφίγγεις κάθε τόσο τυπικά
φτάνει μια μέρα π’ αχνοτρέμει μιαν ιδέα μέσα στην παλάμη σου
τόσο αχνά λες κι άξαφνα το κράτησες ολόγυμνο
έτσι αργά κρυφά κι ανεπαίσθητα.
Κάτι θα πρέπει μέρες τώρα μήνες ίσως χρόνια
ν’ αργοκυλούσε μες στις κουρασμένες στις σκουριασμένες φλέβες μου
κάποιο αιμοσφαίριο που ‘φτασε ξάφνου ως τα μάτια και κύλησε
σαν δάκρυ
δάκρυ χαράς που χύνει ο ισοβίτης
όταν μαθαίνει πως κατέβηκε
με χάρη
στα εικοσιπέντε.

*Από τη συλλογή “Ευθύτης οδών”, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα (1941-1974)”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 1991.

Ρωξάνη Νικολάου, Από το βιβλίο “Οι ερχόμενοι”

Ο λάκκος

Σφίγγει το κεφάλι ανάμεσα στους αγκώνες του. Ο χρόνος είναι συμπαγής κι ακίνητος. Ένας λάκκος χάσκει στα πόδια του.


Πέφτει μέσα.

*

Κοπέλα σε συνοικιακό φούρνο

Αυτή η κοπέλα ποτίζει τα λιγοστά παρτέρια έξω από τον συνοικιακό φούρνο, τόσο συγκεντρωμένη, θαρρείς και δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Ούτε τ’ αυτοκίνητα, ούτε οι περαστικοί, ούτε η σκέψη μιας άλλης ζωής δείχνει να την απασχολούν. Λες κι οι ανιαρές πλάκες του πεζοδρομίου δεν οδηγούν στον φούρνο ‒τι θα πάρετε, ένα ψωμί, μια τυρόπιτα, ένα γάλα, 5,20 παρακαλώ‒ αλλά σε κάποιο στούντιο παραγωγής ταινιών. Είναι άλλωστε τόσο όμορφη, που θα μπορούσε να ήταν ηθοποιός, η μούσα σεναριογράφων, σκηνοθετών και μόδιστρων, κι οι παπαράτσι να μην την άφηναν σε ησυχία – ω! μα αφήστε με λίγο μόνη επιτέλους!, ίσως να έλεγε καμιά φορά.

∆εν ξέρω βέβαια αν μια αδικαιολόγητη ανασφάλεια δεν θα έκανε κάποτε το σώμα της να καμπουριάζει, αν μια φευγαλέα κι απροσδιόριστη σκιά δεν θα της έφερνε ακατανόητη θλίψη, κάνοντάς την να κρύβει ξαφνικά το κεφάλι στον αγκώνα, καθώς θα βρισκόταν με την παρέα της σ’ ένα πριβέ κλαμπ, αναλογιζόμενη πώς άραγε θα ήταν η ζωή της αν δεν ήταν μια διάσημη ηθοποιός, αλλά μόνο μια υπάλληλος σε κάποιον συνοικιακό φούρνο μιας μικρής, άγνωστης πόλης, που με αφοσίωση θα πότιζε τα λιγοστά παρτέρια του πεζοδρομίου χαμογελώντας μέσα στην υγρή ζέστη του Αυγούστου δίχως κανένας να το γνωρίζειπως-πότιζε-με-αφοσίωση-τα-λιγοστά-παρτέρια-στην-υγρή ζέστη-του-Αυγούστου εκτός ίσως από εκείνον που η σκέψη του θα την έκανε να χαμογελά καθώς θα πότιζε τα παρτέρια, καθώς θα πατούσε πάνω στις ανιαρές πλάκες του πεζοδρομίου έξω από τον συνοικιακό φούρνο μιας μικρής, άγνωστης πόλης, και που θα μάζευε τα νερά του χρόνου από πάνω της, κι όπως αγίασμα θα τα κατάπινε.

*

Οι ερχόμενοι

Στον Χρύση

Υπήρξαμε κι εμείς. Οι ερχόμενοι. Κάποιων από εμάς τα οστά ανακαλύφθηκαν σε εμβρυακή στάση, αγκαλιασμένα με τον εαυτό που αποδέχτηκαν την ύστατη στιγμή. Την ώρα αυτή που γράφω, το κρανίο μου βαστούν χέρια που θα γεννηθούν. Στις μαύρες τρύπες των ματιών του περιδιαβάζει φως από βλέμμα στοργικό κι απορημένο. Τους εμφυσά απαλά δροσιά. Ακούγονται στρατιώτες που τραγουδούν, θαμώνες πυκνοί καφενείου στον Άγιο Ερμόλαο. Πριν τον πόλεμο.
Κλαίω όλο και συχνότερα (αρκεί να νυχτώνει)
Θυμάσαι εκείνο το αγόρι, που όταν το ρωτούσαν τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε: «Κυρία Πολυξένη»;
Θυμάσαι τον Παναγιώτη, που υιοθετήθηκε από πλούσιους Αμερικανούς; Σου έλεγα να πάρουμε εμείς τον Παναγιώτη, να συνεχίσει να είναι κοντά στη μητέρα του και τα οχτώ αδέρφια του, κι είπες πως οι πλούσιοι Αμερικανοί θα φρόντιζαν για όλη του την οικογένεια, όχι μόνο για τον Παναγιώτη, και μου φαινόταν ασήκωτο, μια δυστυχία αναπόφευκτη.
Όταν ήρθε να μας αποχαιρετήσει, το τελευταίο εκείνο βράδυ, σου φίλησε τα χέρια και μαζί του κλαίγαμε εσύ, εγώ, η μητέρα του και μια αδερφούλα του, νομίζω η μικρότερη. Αργότερα έφυγαν απ’ το χωριό μας οι γονείς και τα οχτώ αδέρφια του. Χαθήκαμε, κι ο Παναγιώτης δεν ξέρω πώς είναι σήμερα, μητέρα.

*”Οι ερχόμενοι”, Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, 2024.

Harry Hooton, Words / Λέξεις

Words that have fallen from the lips are dead.
The reverberating murmurs from the benches out-thrust
With the waves’ confused mutter in the wind are lost.
And words, wise and otherwise, alike are tossed
Carelessly aside. Oh, how the cool sweet trees
So irresponsive scatter their leaves upon the earth;
A million sounds and hues irrelevantly die.
They must make way for new things, let them die –
Leaves that have fallen from the trees are dead…
Words are the treasured corpses of the mind;
O’er the dust of withered words man’s incantations fall,
Memories, theories and meanings are dust –
Words that have fallen from the lips are dead.

Οι λέξεις που έχουν πέσει από τα χείλη είναι νεκρές.
Οι αντηχούντες ψίθυροι από τα παγκάκια που απλώνονται προς τα έξω
Με τη συγκεχυμένη μουρμούρα των κυμάτων στον άνεμο χάνονται.
Και τα λόγια, σοφά και μη, πετιούνται
απρόσεκτα στην άκρη. Ω, πώς τα δροσερά γλυκά δέντρα
Τόσο αδιάφορα σκορπούν τα φύλλα τους στη γη-
εκατομμύρια ήχοι και αποχρώσεις πεθαίνουν άσχετα.
Πρέπει να κάνουν χώρο για καινούργια πράγματα, ας πεθάνουν –
Τα φύλλα που έχουν πέσει από τα δέντρα είναι νεκρά…
Οι λέξεις είναι τα θησαυρισμένα πτώματα του νου-
πάνω στη σκόνη των μαραμένων λέξεων πέφτουν τα ξόρκια του ανθρώπου,
Μνήμες, θεωρίες και νοήματα είναι σκόνη –
Οι λέξεις που έχουν πέσει από τα χείλη είναι νεκρές.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Henry (Harry) Arthur Hooton (9 Οκτωβρίου 1908 – 27 Ιουνίου 1961), γεννημένος στην Αγγλία, από το Σίδνεϊ, ήταν Αυστραλός ποιητής και κοινωνικός σχολιαστής. Το συγγραφικό του έργο κάλυψε τη περίοδο 1930-1961. Ένας βιογράφος του τον περιέγραψε ως προπορευόμενο της εποχής του, ή μάλλον «της εποχής του, ενώ η πλειονότητα των προοδευτικών καλλιτεχνών και στοχαστών στην Αυστραλία υστερούσε κατά πολύ». Αρχικά σοσιαλιστής και «Wobbly» (μέλος των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου – Industrial Workers of the World), αργότερα προσχώρησε στον αναρχισμό και έγινε συνεργάτης των ελευθεριακών του Sydney Push κατά τη δεκαετία του 1940, με διασυνδέσεις με πολλούς άλλους Αυστραλούς συγγραφείς, κινηματογραφιστές και καλλιτέχνες. Η σταθερή στάση και το λογοτεχνικό ύφος του Hooton χαρακτηρίζονται ως προκλητικά και ανατρεπτικά.

***Από όσο γνωρίζουμε αυτή είναι, μάλλον, η πρώτη φορά που ποίημα του Harry Hooton μεταφράζεται στα Ελληνικά. Υπάρχει και αυτό το μικρό σημείωμα γι’ αυτόν: https://mail.ngnm.vrahokipos.net/index.php/politismos-texni/a-harry-henry-arthur-hooton

Philip Levine (1928-2015), Σόλο

Η μάνα μου λέει ότι ονειρεύτηκε
τον Τζον Κολτρέην, έναν νεαρό Κολτρέην
να παίζει τη μουσική του με τέτοια αγαλλίαση
και συγκρατημένο δυναμισμό και οργή
που δε γινόταν να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
Και όπως κάθεται άγρυπνη τώρα, με τα χέρια
σταυρωμένα στην ποδιά της, δάκρυα κατακλύζουν
τα τυφλά της μάτια. Η τηλεόραση
πίσω της είναι γκρίζα, ανέκφραστη.
Είναι αργά, οι γείτονες κοιμούνται,
ακόμα και η πόλη -το Λος Άντζελες- κοιμάται.
Οδηγούσα για ώρες στον αυτοκινητόδρομο,
πάνω από το Γκρέιπβάιν μέχρι τον ουρανό
για να έρθω εδώ. Βάζω το αριστερό μου χέρι
στον ώμο της, και χαμογελάει.
Τι κόσμος. Μια μητέρα κι ένας γιος
να βρίσκουν παρηγοριά στην Καλιφόρνια
ακριβώς εκεί που μας είπαν ότι θα
συνέβαινε, ανάμεσα στους φοίνικες και τα
διανυκτερεύοντα σούπερ μάρκετ που πουλάνε πορτοκαλί
φωτισμένα πορτοκάλια στις 2 το πρωί.
“Ήτανε μόνος”, λέει, και δε
λέει, όπως εγώ, “σόλο”.
Τι κόσμος, ένας άνδρας με τα μισά της
χρόνια έρχεται στη μάνα μου
όπως κοιμάται για να της δώσει το δώρο
του τραγουδιού, το οποίο -διώχνοντας τα
δάκρυα- μεταβιβάζει σε εμένα, διότι τώρα
ακούω τη μουσική του κόσμου
μέσα στη σιωπή και εκείνη τη λέξη:
σόλο. Τι κόσμος -όταν
έφτασα στη μεγάλη λεκάνη των βουνών
κρυβόταν απ΄ το καυσαέριο,
η θάλασσα εκτεινόταν σαν χαλί
λάδι, τα τριαντάφυλλα που έφερα
απ΄το Φρέσνο μαράθηκαν στο κάθισμα
δίπλα μου, και ίσως να
επέστρεφα και να ‘χανα τη μουσική.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για την Τζαζ”. Επιλογή – Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος, Εκδόσεις bibliotheque, 2018.

Χάρης Κάτσης (Χάρης Μεγαλυνός), Για το κάρβουνο

Σαν λείψει το φως, σαν φύγουν οι θεές απ΄ τα νησιά
καλό είναι το κάρβουνο κι η νύχτα.
Καλή η καρβουνιάρισσα άσπρη στη νύχτα
με τη φωνή της μέλι
να κουτρουβαλάει στις πέτρες τ’ αμάξι της
γεμάτο με μαύρα λιθάρια της Κόλασης.
Καλό είναι το κράξιμό της πίσω απ΄ τους φράχτες, παρέα με
τους πετεινούς
να διαλαλάει την πραμάτειά της.

Ωραίο είναι το κάρβουνο
η ζέστα, η κολασμένη πίσσα του, η αλήτικη φτωχολογιά του:
για ένα σωρό από δαύτα
θα σκόρπαγα ένα γερό κομπόδεμα από λίρες,
μια χούφτα μαργαριτάρια της Καραϊβικής
ένα μικρό μα σίγουρο βασίλειο στα βουνά.

Μα πιο ωραία η γριά καρβουνιάρισσα
άσπρη μέσα στην άσπρη ομίχλη της αστροφεγγιάς
με τη φωνή της μέλι
να διαλαλάει την πραμάτειά της
να κουτρουβαλάει τ’ αμάξι της
πίσω απ΄ τους φράχτες, παρέα με τους πετεινούς.

(1979)

*Από τη συλλογή “Στο δρόμο της χώρας”, Εκδόσεις Ακμών, 1980.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Σκιές σε γκρίζους δρόμους 

Στα ρημαγμένα ξέφωτα
συλλέγει ξερόφυλλα αγάπης
γεμάτα μαύρες σκιές∙
αναδεύει θολά σχήματα
στα ποδοπατημένα φύλλα του φθινοπώρου.

Ασφυκτικά όρια τη σφίγγουν,∙
ιστοί αράχνης
την καταπίνουν αργά
Τεντώνεται…
οσμίζεται τη στυφή τους πνοή.

Κι ύστερα
ισοπεδώνει τα πάντα.
Ξέφρενη η κούρσα της∙
στο βάθος, δρόμοι μουντοί.

Γκρίζα σκόνη σαβανώνει
την παιδική ηλικία,
περιφρονώντας την εφηβεία.

*

Στα νερά της λήθης

Τρέχοντα νερά, γαργαριστά,
οδηγούν τα βήματά μου
στο κέντρο του καταρράκτη.

Αργά, στο ρέμα της Πιθάρας,
καταπίνω τα δάκρυά μου,
κι οι μορφές σας χορεύουν
στα νερά που κυλούν.

Έντομα τσιμπούν
τα γυμνά μου άκρα –
λύτρωση, κι αμαρτιών κάθαρση

Θωπεύω το τίποτα
της άδειας ζωής μου.

Μορφές αλλοπαρμένες
με άδεια μάτια σιμά μου.
Θα βρω, άραγε, τη λήθη;

Βουβά κύματα, βουβά δάκρυα –
νερόμυθους πλέκω
στα μάτια των πλανεμένων

Εκείνοι κατευθύνουν
τα σαπόνερα της ζωής μου.

Αγγελική Σιδηρά (1938-2025), Τρία ποιήματα

Κυριακές

Ώρες
επίφοβες
που σκάβουν
διόδους
κι ορμάν
οι μνήμες

*

Τ’ αποσιωπητικά

Πόσο περίεργο!
Με μια τελεία μοναχά
να βάζεις τέλος
και με την πολλαπλή της επανάληψη
ν’ αφήνεις πίσω σου
τόσες και τόσες εκδοχές
κι υπαινιγμούς.

*

Μετρώντας

Είχα μια έμμονη ιδέα να μετράω.
Μικρή όταν ήμουν τα παιχνίδια μου
ύστερα τα βιβλία
τα πύρινα φιλιά
αυτών που με ποθήσανε μετά.

Τώρα μετράω κάθε μέρα
τα κοστούμια σου
και λείπει πάντα ένα
μαζί με σένα βέβαια
που χάθηκες μέσα σ’ αυτό.

*Από τη συλλογή “Απόπειρα Τοπίου”, Εκδόσεις Ερμείας, 1994.