Joyce Mansour, Άνθη αμονίου

Το αύριο είναι ένας τροχός
Πύρινο το αστέρι της αυγής του βραδινού
Ύστερα πένθιμα χτυπά η κωδωνοκρουσία του κατάκοιτου κρέατος
Η καμπούρα Σταλαγμίτης
Η μαλλιαρή ώρα
Και τα συρρικνωμένα χέρια της
Αυτό το στερημένο σάρκας ξεριζωμένο τρίχωμα
Αφρώδη περιτυλίγματα
Εντερικά παράσιτα
Και τα καταφαγωμένα απομεινάρια της κορνιζαρισμένης ευτυχίας
Αποκόπτουν ουρές κερασιών
Άκου το υστερικό κλαψούρισμα της άρπας
Σύντριψε το μοχθηρό φράγμα των κυκλικών νήσων
Το γαμήσι κρατά τον θάνατο σε απόσταση
Διαχώρισε τα έμβρυα από το λάλιον
Τράβηξέ τα από την ρίζα
Πριν οπισθοχωρήσει ο ήλιος με φρίκη
Και η κατσιασμένη μέρα δείξει περιφρονητικά τα δόντια της
Πριν γίνει μια υπερθερμασμένη παντόφλα

Για έναν αρουραίο
Δέκα κομήτες μέσα στον υπόνομο
Κυνηγούν ψηλές μπότες

Περισφίξτε τους κορσέδες σας
Νκροταφεία
Ξεριζώστε τάξους από τα υγρά και ζεστά σας βλέφαρα
Ο εύθυμος άνεμος του θανάτου
Διατρυπά τύμπανα αφτιών, γκρίζες πόλεις, ογκόλιθους
Ενώ ενα παλιρροϊκό κύμα αστράφτει καθώς περνά αλέθοντας και παγοδρομώντας
Κατά μήκος της απέραντης θάλασσας της ορδής
Ζελατίνη

Κάποτε έκλαψα σε ένα όνειρο
Άνοιξα την αγκαλιά μου και τα δόντια μου έπεσαν
Στην σκιά
Κανίβαλα γηρατειά
Καλύπτουν το ρυτιδιασμένο στόμα της με ένα αφρώδες πέπλο
Ο καταρράκτης ενός παγετώνα
Αποκρύπτει τα μολυβένια της βυζιά
Αφήνοντας ψστόσο απροστάτευτο το φύλο της να κινείται
Γελώντας ξινά

Η έκλυτη πτώση ενός ασημένιου φύλλου
Στην κινούμενη άμμο του ύπνου

Και σπέρμα εκρήγνυται όπως μια σαύρα από το δέρμα της
Όπως η φωτιά από μια τίγρη
Ή ένας όρκος από μια ομπρέλα
Εκείνο το σφυρί που ο χειμώνας δεν θα καρφώσει ποτέ
Ένα χαραδρολούλουδο στην γλώσσα σου
Νείλε

Ένα φωτεινό καθαρό δωμάτιο
Μαστιγωμένο από μούχλα
Ύπνος
Ξεχασμένα πράγματα και απόηχοι κατσάδας
Κισσέ
Φοβάμαι πως θα ανακαλύψω ότι είσαι μικρότερος
Σταθερά εγκαταστημένος στην τροχιά του πόνου
Σαν την ελιά στο μάγουλο της γιαγιάς μου
Καταβροχθισμένος
Καραβροχθίζοντας
Γκάφες και ιξόκολλα
Ενός καταπλάσματος σύκων
Μερικοί θα θέριζαν τον χρυσό
Που επιπλέει επί των υδάτων
Όπως ακριβώς η ομίχλη θα αναζητήσει την νεκροφόρα
Στο σουρωτήρι των βλεφαρίδων της
Άλλοι βγάζουν κάποιο μέλος του σώματός τους
Πλούσιο μάννα για τα έκτακτα ορκωτά δικαστήρια
Απροσδιόριστο όπλο φουσκωμένο από το αίμα
Ασετυλίνη
Και χτίζουν βωμούς από αφρό θαλάσσης
Εποποιίες για το αλάτισμα του ψωμιού του Ειρηνικού
Επαύριοι για καθισμένους περιπατητές
Γλοιώδεις γαγγραινώδεις άνδρες περνούν από το κόκκινο στο ωχρό
Σύννεφα από αράχνες που βαστούν ειδωλολατρικά γκονγκ
Τρέχουν προς τα πάνω αντίστροφα στον δρόμο
Οδηγούμενα από την παλλόμενη ποιμαντορική ράβδο
Της ομελέτας
Υστερία

Η σιωπή απαιτεί ένα ουρλιαχτό
Όπως ακριβώς το κενό απορροφά τον άνεμο
Ο νυχοκόπτης του πατέρα δεν θα φύγει από αυτό το σπίτι
Τεντώνονται και παίζουν
Μακριά γαϊδούρα
Με την κλειτορίδα του καλού
Παιδιού
Το μεσημέρι
Η ιδιάζουσα όψη της συνοικίας Les Hailes
Τα μεσάνυχτα
Η εφιαλτική λύση
Επειλεγείσα ελεύθερα
Περισσότερα τώρα είπε ο απαγχωνισμένος άνθρωπος
Στην άβουλη ρόμπα
Και ο ατημέλητος ιππόκαμπος
Είχε ακόμη μια ακουστική παραίσθηση

Εκεί κοντά
Το εφηβαίο από στυπόχαρτο ενός μικρού κοριτσιού
Χασμουριέται, ρεύεται και εισπνέει απαλά
Σκελετούς
Προνύμφες
Νεκρά πουλιά
Τον τέτανο και την συντροφιά του
Είναι σκληρό να πεθαίνεις σε ένα μελαγχολικό κρεβάτι
Σκουριασμένος σκουπιδοτενεκές μιας διαρκώς γλοιώδους ζωής
Τα μεγάλα ψευδόμενα μάτια της
Και άγρυπνες νύχτες σαν την πυώδη ύλη εκείνης που πιστεύει ότι είναι
Παρθένα
Αιθέρας φορμόλης και η γαλάζια ψυχή των νοσοκομείων
Κόβοντας τα ξερά κούτσουρα της ανάμνησης
Ακόμη και ο σταυρός με τους σαν ρολόι χτύπους του και τους γόνιμους σπόρους του
Ανοίγει διάπλατα
Τα πόδια του

*Πρωτοδημοσιεύθηκε ως αυτοτελής ποιητική πλακέτα, με εικονογράφηση του Reinhoud, από τις εκδόσεις τέχνης Fratelli Pozzo, Τορίνο, 1970. Εμείς το πήραμε από το τεύχος 6 (Μάιος 2015) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Βασιλική Λόη, Ποιήματα

Ramses Younane (1913-1966): Without Title (1939)

ο άνθρωπος είναι καιρός
με τη βροχή, με τη λιακάδα στα βλέφαρα
με την ομίχλη στη φωνή

*

λόγος δια την αργυρή δόση
των εξήντα πιστωτών χρόνων.
στο μωσαικό της εικόνας, λείπει
το γυρτό στόμα
που πληρώνει το τίμημα της καθυστέρησης.
και πάλι συνεχίζει αγόγγιχτα
ο λόγος δια την ενέργεια,
ανίδεη η τελευταία τιτλοφορεί
την λιπαρή έννοια της (αδράνειας)

*

χαμόγελο και πίσω το πλαίσιο που τοποθετείται
ιριδίζον χείλη
αναίμακτη θυσία της μοναχικής μου διαδρομής
δίνουν οι ήχοι τους άτακτα δομημένοι
σας χτύπησα;

*

αβαθή πραγματικότητα
κερματισμένη σε λεπτά
ασημάδευτων δεικτών,
οι νερωμένες χειραψίες
αντιγραφές

*

αρχειοθετώ τα βλέμματα
βαστάζουν πολλές κατευθύνσεις
της προσφοράς, του δισταγμού
αρχειοθετώ τις κινήσεις
κοφτές νότες
(αγέννητου τραγουδιού)
εγώ, σκυμμένος μικρός λογιστάκος
στα ριζά της λάμπας
που θρέφονται οι αριθμοί
και πληθαίνουν

*

ορισμένη η όραση, πινέλο
τραβάει γραμμές κύκλους
χηματίζει την υπομονή
και ψηλαφεί τον χώρο γύρω της,
αν και η θέρμη του καλοκαιριού
διαστέλλει το εύρος των κλειδώσεων
συστέλλει των χειλιών το παράπονο

*

στη νυχτερινή περιπολία της ανίας,
μοναδική φλυαρία
ο φορτικός λίθινος μονόλογος στο πέλμα
από το πέρασμα των τυφλών.
είναι κι η συνήθεια ακατάδεκτος συγγενής.
αποστειρώνομαι με της λήθης την αλκοόλη

*Από τη συλλογή “μελιδόνι”, σε ηλεκτρονική έκδοση, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2016.

Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα

ΛΑΧΤΑΡΑ

Κι αυτή ψιθύρισε:

Πώς να αρνηθώ
σ ́ αυτή τη λέξη
τη γεύση της στοργής

Στο μικρό
υγρό λάμδα της

Όταν ανάσκελα το ξαπλώνεις
πάνω στο χαρτί.

***

ΤΟ ΑΛΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Της έγραψε:

Έτσι ξέρω να φέρνω
το ηλιοβασίλεμα
στα παράθυρά σου

Και χαράζοντας
το χέρι του
με το αμφίστομο των λέξεων

Σκόρπισε πάνω στα τζάμια
το άλικο της απουσίας.

*Από τη συλλογή “Ασκήσεις συναιθληματος”, Πάτρα 2013.

Micheline Maurel, Θα πρέπει να θυμηθώ / Il faudra que je me souvienne

Θα πρέπει να θυμηθώ
Αργότερα, αυτά τα τρομερά χρόνια
Ψύχραιμα, σοβαρά, χωρίς μίσος,
Αλλά και με ειλικρίνεια ακόμα.

Αυτό το θλιβερό και άσχημο τοπίο,
Τo διαρκές πέταγμα των κορακιών,
Τα μεγάλα μπλοκ σ’ αυτόν το βάλτο
Κρύα και μαύρα σαν τάφοι.

Αυτές τις γυναίκες τις μισοτυλιγμένες
Παλιό χαρτί και κουρέλια,
Αυτά τα φτωχά ξυλιασμένα πόδια
Που χόρευαν στο μακρύ προσκλητήριο.

Τις μάχες με κουτάλες,
Με κουβάδες, με γροθιές.
Τα συσπασμένα χείλη
Όταν η σούπα δεν αρκούσε.

Εκείνους τους “ένοχους” που βούταγαν
Στις γούρνες με το λασπωμένο νερό
Αυτά τα κιτρινισμένα μέλη που ροκάνιζαν
Μεγάλα φουσκωμένα έλκη

Αυτόν το βήχα σε κάθε ανάσα,
Αυτή την απελπισμένη ματιά
Στραμμένη προς τη μακρινή γη.
Θεέ μου, βοήθα μας να επιστρέψουμε!

***

Il faudra que je me souvienne

Il faudra que je me souvienne,
Plus tard, de ces horribles temps,
Froidement, gravement, sans haine,
Mais avec franchise pourtant.

De ce triste et laid paysage,
Du vol incessant des corbeaux,
Des longs blocks sur ce marécage
Froids et noirs comme des tombeaux.

De ces femmes emmitouflées
De vieux papiers et de chiffons,
De ces pauvres jambes gelées
Qui dansent dans l’appel trop long.

Des batailles à coups de louche,
À coups de seau, à coups de poing.
De la crispation des bouches
Quand la soupe n’arrive point.

De ces « coupables » que l’on plonge
Dans l’eau vaseuse des baquets,
De ces membres jaunis que rongent
De larges ulcères plaqués

De cette toux à perdre haleine,
De ce regard désespéré
Tourné vers la terre lointaine.
O mon Dieu, faites-nous rentrer !

*Από τη συλλογή “Ravensbrück”, Δεκέμβρης 1944. Μετάφραση/Απόδοση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Αλεξία Καλογεροπούλου, Δύο ποιήματα

Κορυφές

Ανέβηκα στις κορυφές
μήπως από ΄κει δω πώς θα ΄ναι το αύριο.
Μα μάταιος κόπος.
Δεν ήρθες εσύ. Ούτε και οι άλλοι.
Μόνο ένα σμήνος πουλιά είδα να φεύγει,
για πού δεν ξέρω.
Πώς άλλωστε θα μπορούσα.
Αυτά ανοίγουν τα φτερά και χάνονται.
Ενώ εγώ, εδώ, γήινη πάντα,
μαζεύω κλωνάρια και άνθη,
στεφάνι ένδοξο μια μέρα να πλέξω.

***

Επανάληψη

Έτσι κυλούν πάντα οι μέρες
σ’ ένα σπίτι πληκτικό.
Οι λεύκες γιγαντώθηκαν
κι έκλεισαν τη θέα που απολάμβανα
τα απογεύματα προς το βουνό.
Κάθε μέρα μοιάζει ίδια
με αυτήν που αποχαιρετώ,
καθώς ντύνομαι και γδύνομαι τα ρούχα της αγάπης
σε μια αέναη επανάληψη
απ΄την ανατολή στη δύση.
Τι κι αν το σώμα μαθημένο ανήμπορο, νωθρό,
πασχίζει να μου θυμίσει ό,τι είναι πια από καιρό σβησμένο.

*Από τη συλλογή «Λέξεις στην άμμο», Εκδόσεις 24γράμματα, 2019.

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες, memoria pluvialis

“rain
midnight
rain
nothing
but
the
wild
rain” • βρέχει
Αδειάζουν οι ουρανοί τα ποτάμια τους
Και τα δάχτυλα γυρεύουν τα μαλλιά σου•εκεί έξω
Κάποιος νομίζει όμως
Ότι ξαναβρήκε τη χαμένη του λογική
Ρίχνοντας δυο φορές πάνω απ’ τά δέντρα
Πιστεύοντας πως έτσι θα τρομάξουν
Όσοι δεν έχουν πλέον τίποτα να χάσουν
Ενώ
Τα δάχτυλά μου ακόμη γυρεύουν
Τη δροσιά στα μαλλιά σου
Και τα κλαδιά πετούν τα χρυσαφένια τους φύλλα
Και ένα αυτοκίνητο κόβει τη νύχτα στη μέση
Ενώ ξυπνώ ξαφνικά και νιώθω
Αυτό εδώ το τρίξιμο στην εξώπορτα
Που ίσως να μην είναι ο άνεμος
Ή ο κρότος από έναν παράλληλο κόσμο
Νεκρών και ζωντανών
Που τσουγκρίζουν ποτήρια γελώντας
Αλλά κάτι
Που γίνεται λάθος μέσα στο μυαλό μου
Γιατί αν τώρα
Αν τώρα λέω με έβρισκαν
Κοκκαλωμένο στο κρεβάτι
[ας πούμε λόγω overdose
από Tennessee Whisky
ή κάτι χειρότερο]
Με το πικ απ να παίζει
Μπλουζ χωρίς τέλος
Θα ήθελα πάλι
Να έχω το χέρι μου στα μαλλιά σου
Ξέροντας πια τόσο καλά -πόσο αργά μαθαίνουν οι ηλίθιοι-
ότι
δεν
είσαι
παρά
ένα
σκατο
θήλυκο
που
τα
κάνει
όλα
πουτάνα•

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανδρέας Εμπειρίκος και Άγγελος Σικελιανός, μια εισαγωγή

Νάνος Βαλαωρίτης*

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Σεφέρης, έγινε το επίκεντρο της αντίφασης που κατά κάποιο τρόπο σηματοδότησε τον διαχωρισμό των ομάδων που τάσσονταν υπέρ ή κατά της Πειραματικής avant-garde γραφής στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά, μέσω της αντιφατικής ερωτικής του νουβέλας οχτώ τόμων Μέγας Ανατολικός που τοποθετείται στα χρόνια του Ιουλίου Βερν και είναι γραμμένη προς το τέλος της ζωής του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια τέτοια αντίφαση. Στα 1935, η εκπληκτική απάντηση, αρνητική, χλευαστική, με σατιρικές παρωδίες κ.λπ., γύρω στα 300 άρθρα και επιπλέον στιγμιότυπα από κωμικές σκηνές σε δημοφιλείς θεατρικές κριτικές χαιρέτισαν τα πρώτα σουρεαλιστικά «αυτόματα» κείμενα του Εμπειρίκου με τίτλο Υψικάμινος. Η έκρηξη συνεχίστηκε μέχρι το 1939, κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άλλοι σουρεαλιστές ποιητές, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμπεριελήφθησαν στη διαμάχη. Η ποίηση του τελευταίο επαναπαρήχθη στο σύνολό της καθημερινά με χλευαστικά σχόλια στη συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις. Ο Α. Τριβιζάς, στο βιβλίο του Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο συγκέντρωσε όλα αυτά τα άρθρα, τα οποία και προσφέρονται ως ευχάριστο ανάγνωσμα.

Δεν εννοώ πως οι Έλληνες αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν στη δεκαετία του ’30 τη σημασία που η Μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία θα είχαν μακροπροθέσμως. Αλλά είχαν αναπτύξει μια προκατάληψη αναφορικά με το τι ήταν ποιητικό και τι όχι. Αυτήν την περίοδο η Σχολή του Παλαμά, του μεγάλου δημοτικιστή ποιητή, και το παρακλάδι της των Νέο-Συμβολιστών ήταν στο φόρτε τους, και αυτοί ήταν οι ποιητές που διδασκόμασταν στο σχολείο από τους «προοδευτικούς» δασκάλους. Αυτό ήταν ήδη μια επανάσταση, παρά το ότι δεν ήταν ένα αληθινό ξέκομμα από τους δημοτικιστές ποιητές του παρελθόντος, τον Σολωμό και τη Σχολή του, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και ακόμη τον καθαρευουσιάνο Κάλβο. Κι αυτό έλαβε χώρα μεσούσης ακόμα της διαμάχης με την αρχαΐζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούνταν παντού στο δημόσιο βίο και τους σχολαστικούς που κυριαρχούσαν εξ ίσου στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια. Και το να είναι κανείς δημοτικιστής εκείνες τις μέρες ήταν από μόνο του πολύ τολμηρό.

Στην σουρεαλιστική ατμόσφαιρα δύο γλωσσών που αντιμάχονταν η μια την άλλη, η είσοδος των πρώτων σουρεαλιστών ποιητών, που έγραψαν υπό την πρόκληση ή ακόμα ένα είδος δανδισμού σε άκρατη καθαρεύουσα ήταν ένα είδος πραξικοπήματος. Την ίδια χρονιά, το 1935, εμφανίστηκε και η συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, όμως δεν αποτέλεσαν καινοτομία, καθώς τα τευχίδια των ποιημάτων του ήταν ήδη πολύ γνωστά σ’ ένα επιλεγμένο κοινό πολύ νωρίτερα. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, σηματοδότησε την εποχή, όπως είχε κάνει 15 χρόνια νωρίτερα η Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Γ. Σεφέρης, παρά το ότι χτυπήθηκε σκληρά από τους κριτικούς, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο χλευασμού ή οργής, αλλά μάλλον απορίας και εχθρότητας εξαιτίας των σκοτεινών μηνυμάτων του νέου του στυλ, του ελεύθερου στίχου. Η περίφημη πρώιμη καθαρή ποίησή του είχε γίνει καλώς αποδεκτή. Επηρεασμένος από τον Paul Valery υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ανανέωσης που επέφερε στον παραδοσιακό στίχο, παρά το ότι τα μηνύματά της ήταν συχνά σκοτεινά.

Υπήρχε όμως και κάποιος άγνωστος στο προσκήνιο ήδη από το 1909, όταν τυπώθηκε σε μια πολυτελή έκδοση το ποίημα «Αλαφροΐσκιωτος» ο Άγγελος Σικελιανός, του οποίου η ποίηση, παρά το ότι δανείστηκε στοιχεία από το επίσημο κίνημα των δημοτικιστών στο ύφος αλλά και στο λεξιλόγιο, ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ποίηση αυτή, πολύ περισσότερο σκοτεινή και ερμητική, στόχευσε σε κάτι το διαφορετικό: στην ανανέωση της αντίληψης περί παγανιστικών, διονυσιακών και απολλωνιακών αποκαλύψεων στη ζωή και στη φύση του ελληνικού τοπίου και των ανθρώπων. Αυτή την εποχή, ως τη δεκαετία του ’30 ήταν κυρίως γνωστός ως ο προαγωγός του Δελφικού κινήματος, της αναγεννήσεως του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν στο νεωτεριστικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα του 1935, που φιλοξενούσε νέους ποιητές, όπου η ποίησή του εμφανιζόταν ταχτικά και άρχισε να ‘χει μια παρουσία και μια επίδραση, και μέχρι το 1947 όταν οι τρεις τόμοι του Λυρικού Βίου που συγκέντρωναν όλα τα προηγούμενα ποιήματα εκδόθηκαν, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1951 […]

Η ποίηση του Σικελιανού γράφτηκε στη ρωμαλέα μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, της οποίας ήταν μεγάλος τεχνίτης. Η συχνή επίκληση στο έργο του αρχαίων παγανιστικών θεοτήτων, καθώς και χριστιανικών μορφών τον σηματοδοτεί ως συμφιλιωτή θρησκειών και φιλοσοφιών. To χάρισμά του αυτό, συνδυαζόμενο με την ερμητική του φιλοσοφία, συνιστούν ένα μοναδικό αμάλγαμα στάσεων που επίσης δημιούργησαν την αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος στους Δελφούς, γνωστό ως Δελφικό Κίνημα. Η Αμερικανίδα σύζυγός του Εύα Πάλμερ συνέβαλε στην καινοτόμο χορογραφία του χορού και υποστήριξε το όλο εγχείρημα όχι μόνο πνευματικά, αλλά και οικονομικά. Και οι δύο πίστευαν πως οι Δελφοί θα μπορούσαν να γίνουν το Παγκόσμιο Επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης του σύγχρονου κόσμου, όπως το μαντείο είχε υπάρξει για τον αρχαίο κόσμο. Από τότε οι Δελφοί έγιναν το πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε έναν αριθμό συμποσίων επί διαφόρων θεμάτων, περισσότερο στην πραγματική σύγχρονη έννοιά τους παρά στον υψηλά πνευματικό μαντικό ρόλο που ο ίδιος ο ποιητής με τη γυναίκα του είχαν ονειρευτεί. […]

Συγκρινόμενη με την ποιητική, πολύ πλούσια και ρητορική γλώσσα του Σικελιανού, ο Εμπειρίκος χαράσσει ένα πολύ ηπιότερο ποιητικό προφίλ. Η ποίησή του είναι μοντέρνα, δανειζόμενη πολλές εκφράσεις από την καθημερινή γλώσσα, και εστιάζεται κυρίως στον ερωτικό πόθο. Ωστόσο, κάποιοι κριτικοί έχουν συγκρίνει στιγμές έξαρσης στην ποίηση του Εμπειρίκου με διονυσιακά θέματα, υπαινιγμούς και αναφορές από το έργο του Σικελιανού. Επίσης, τα πεζά του Εμπειρίκου Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (Amour Amour στη μετάφραση) και οι συχνές εμφανίσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων και μυθικών μορφών σχετίζονται με τις εμφανίσεις και επικλήσεις θεοτήτων και μυθικών μορφών στην ποίηση του Σικελιανού. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο ποιητές μοιράζονται ένα ξεχείλισμα εκφραστικότητας, κάτι με το οποίο οι Αμερικανοί είναι εξοικειωμένοι από την ποίηση του Walt Whitman. Ειδικά η ύστερη πεζή ποίηση του Εμπειρίκου, συγκεντρωμένη σε έναν τόμο υπό τον τίτλο Οκτάνα είναι καθαρά μεσσιανική σε τόνο και στυλ, φέρνοντας τους δύο ποιητές ακόμη εγγύτερα. Η φιλοσοφία του σουρεαλισμού που στόχευε στην ανανέωση της πνευματικής καλλιτεχνικής και ποιητικής έκφρασης σε όλους τους χώρους και στην καθημερινή ζωή, προσεγγίζει αυτό που ο Σικελιανός ήλπιζε να πετύχει με την ποίησή του και το Δελφικό Κίνημα.

*Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της διάλεξης που έδωσε ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στη Ν. Υόρκη στα αγγλικά στις 22.4.2001. Μετάφραση στα ελληνικά: Δήμητρα Σ. Καλλιγέρη, Master Κλασικής φιλολογίας & Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρο το πρώτο μέρος της διάλεξης πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 54 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2001).

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Λίνα Βαταντζή, Μόχθος

Μας αποπέμπουν στην κόλαση
μας ταξιδεύουν στον παράδεισο.

Επιστρέφουμε κάθε φορά
με μια χούφτα βότσαλα –
μίτος της Αριάδνης
οι εμπειρίες απλώνονται
φως στο σκοτάδι
του ανύποπτου μέλλοντος.

Κινούμαστε σε έλος
πνιγόμαστε στη βροχή –
με τα ακροδάχτυλα
καθαρίζουμε τη σκόνη
με τα μάτια
διώχνουμε τις σκιές.

Πάλλεται η αντοχή –
επίπονη εναλλαγή εποχών.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, καμηλοπάρδαλη

Δε σε πρόσεξα
που έπεσες στο ποτάμι
και ήρθε το ψάρι και
σε πήρε

και σου έδειξε εκείνο
που είχε συναντήσει στο βυθό.

Και εσύ
το επόμενο πρωί
αφού ξυπνήσαμε μου το δωσες.

Και εγώ
το φύτεψα.
Και στη θέση του φύτρωσε ενα κομμάτι χαρτί.
Σα παιδάκι ρε φίλε
Ήρθα τρέχοντας για να
στο δείξω.

Ένοιωθα
σα να διέσχισα μια ολόκληρη σαβάνα
με τα λιοντάρια της και όλα
έτσι λαχανιασμένος
και εσύ είπες
«μα δε γράφει τίποτα.»

Θεέ μου.
Είχα τόσα νεύρα μαζί σου
δηλαδή
τόσο μεγάλη περιπέτεια
για ένα κομμάτι άδειο χαρτί

τόσα νεύρα είχα αγάπη μου
που σου είπα
να σηκωθείς να φύγεις
παρ’ ότι ήθελα να μείνεις.
Αλλα εσύ
στεκόσουν εκεί
κάτασπρη σα το χαρτί.

Νεύριασα ακόμα περισσότερο
και σηκώθηκα να βγώ απο τη πόρτα.

Αλοίμονο δε χωρούσα
και κόλλησα στο κατώφλι.
Ακόμα και οι Κάβειροι ήρθαν να με τραβήξουν
αλλα εγώ δε χώραγα.

Διάολε.

Είχα τόσα νεύρα
με εσένα
με εμένα
με τους Κάβειρους
που έκανα μια απότομη κίνηση να ξεφύγω

επέμεινα τόσο
που ξύθηκα στη πόρτα
και πέσανε τα λέπια μου κάτω.

*Από το βιβλίο «Αποσπάσματα από τα Όνειρα του Ξυλοκόπου», έκδοση κακός βηξ, Δεκέμβρης 2017.

Μαρία Πανούτσου, Ανεπίδοτο γράμμα Φαίδρας προς Ιππόλυτο

Γυμνή μπροστά σε δύο άνδρες.
Να ζήσω ή να πεθάνω.
Η απουσία ρούχων με εκφράζει.
Για Δες!
Μια στιγμή αδυναμίας
και το όραμα της ελευθερίας
παγώνει.

Δεν αναρωτιέμαι πια για τίποτα.
Μοναχικός ένα δρόμος
ξανοίγεται μπροστά μου.
Αναζήτηση της ηρεμίας.
Μιας και μόνης.
Εκείνη, με το σώμα αγνό από πάθη.

Δρόμος σκοτεινός και τρομαχτικός
αφού τα δυο σου μάτια, ίδιοι φανοί,
θα λείπουν απ’ την ζωή μου.
Μοναξιά ήρεμη καλώ να με ακούσει.
s.o.s
Πριν είναι αργά και η θέληση
για θάνατο, με πλησιάσει.

Σε λίγο αυτό το γράμμα,
η πιστή παραμάνα, θα παραδώσει.
Σκυφτός θα την διαβάσεις.
Σε λίμνη θα την δώσεις,
τροφή των ψαριών, το ξέρω.
Μα πριν, κάθε κόκκο φιλίας δικής μας,
να εκτελέσεις, σπονδή, στην θεά Αφροδίτη.

Αθήνα 2019